Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκη Αργυρού, Αρ. Υπόθεσης: 8133/15, 14/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8133/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Χριστάκη Αργυρού Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής με κα Μ. Λαβίθια Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει μετά από απόφαση του Δικαστηρίου. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 294(α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 9.1.2013 στη Λεμεσό συνωμότησε με άλλο πρόσωπο άγνωστο προς την Κατηγορούσα Αρχή να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κτηρίου και κλοπής. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 9.1.2013 στη Λεμεσό διέρρηξε και εισήλθε στα γραφεία της εταιρείας Epiphaniou Scrap Metal Ltd και διέπραξε κακούργημα μέσα σε αυτό, δηλαδή έκλεψε από αυτό ένα μεταλλικό χρηματοκιβώτιο αξίας €400 που περιείχε το χρηματικό €6.593,60 και 50 επιταγές συνολικής αξίας €6.993,30 περιουσία της πιο πάνω εταιρείας. Τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση έχουν εκτεθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου η οποία απαγγέλθηκε στις 10.2.
- Πολύ περιληπτικά είναι τα ακόλουθα: Στις 9.1.2013 και μεταξύ των ωρών 03:00 και 06:30 διαρρήχθηκαν τα γραφεία της εταιρείας Epiphaniou Scrap Metal Ltd οι δράστες πέτυχαν είσοδο στα γραφεία αφού παραβίασαν την αλουμινένια πόρτα και αφαίρεσαν και από την μεταλλική σχάρα την κλειδαριά ασφαλείας. Κλάπηκαν από τα γραφεία της εταιρείας το χρηματοκιβώτιο χρώματος πράσινου διαστάσεων 90 x 65 x 60 μέσα στο οποίο υπήρχε το χρηματικό ποσό των €6,495 σε χαρτονομίσματα και κέρματα και 50 επιταγές. Η αξία του χρηματοκιβωτίου ήταν €
- Τα δύο αντικείμενα που ανευρέθηκαν στο χώρο της διάρρηξης και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 5 και 6 του Δικαστηρίου ανευρέθηκε γενετικό υλικό και ο κατηγορούμενος είναι ο κύριος δότης του μεικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στη υπόθεση Κακουργιοδικείου 6808/98 στη οποία του επιβλήθηκαν στις 24.4.1998 ποινές φυλάκισης με την μέγιστη αυτή των 3½ ετών και αφορούσαν αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ζήτησε από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα την οικογενειακή του κατάσταση όπως αυτή εμφαίνεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που παρέθεσε στο Δικαστήριο και προέρχεται από άλλη ποινική υπόθεση η οποία όμως αντικατοπτρίζει τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό και με τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείτε το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Με βάση την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών ηλικίας 10 χρόνων, έξι χρόνων και 15 μηνών. Διαμένει με τη σύζυγο του και τα ανήλικα παιδιά του σε βοηθητική ενοικιαζόμενη κατοικία. Και οι δύο σύζυγοι είναι άνεργοι και η οικογένεια συντηρείται αποκλειστικά από επιδόματα προνοιακού τύπου. Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε ένα στερητικό περιβάλλον και παρουσίασε προβλήματα τόσο στην παιδική όσο και στην εφηβική ηλικία από την συναναστροφή με κακές παρέες και τα αρνητικά πρότυπα τα οποία μιμήθηκε. Η σχέση του με την σύζυγο του παρουσιάζει κατά διαστήματα δυσλειτουργία με αποτέλεσμα να τυγχάνουν συμβουλευτικής παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του ανέφεραν ότι στο παρόν στάδιο οι σχέσεις τους έχουν βελτιωθεί κατά πολύ. Έχω εξετάσει με προσοχή τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και κάθε σχετικό στοιχείο που τέθηκε ενώπιον μου. Το έργο του Δικαστηρίου συνίσταται από τη μια στο να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και της τάξης δίδοντας μέσω της ποινής που θα επιβληθεί τα ορθά μηνύματα και από την άλλη να εξαντλήσει οποιαδήποτε περιθώρια είναι διαθέσιμα εξατομικεύοντας την ποινή ώστε να συνάδει με τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου και βεβαίως να συνάδει με τα περιστατικά των αδικημάτων. Η εξισορρόπηση των δύο αυτών καθηκόντων καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη σε σχέση με τα αδικήματα όπως τα υπό εξέταση τα οποίο λόγω της σοβαρότητας και της έξαρσης που παρατηρείται επιβάλλει την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και μειώνουν τα περιθώρια εξατομίκευσης. Τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος παρουσιάζουν αυξητική τάση και ταλανίζουν την κοινωνία. Οι διαρρήξεις και οι κλοπές κατάντησαν φαινόμενο καθημερινής ρουτίνας με το φιλήσυχο πολίτη αυτού του τόπου να αισθάνεται και να νοιώθει ανασφαλείς τόσο για την περιουσία του όσο και γι' αυτήν την σωματική του ακεραιότητα. Ο φιλήσυχος πολίτης δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Μέσα από τα γεγονότα διαπιστώνεται η μεθοδικότητα και ο προγραμματισμός της όλης δράσης του κατηγορουμένου για την επίτευξη του σκοπού του εφόσον η αφαίρεση του συγκεκριμένου χρηματοκιβωτίου δεν ήταν ένας απλός και εύκολος τρόπος. Επίσης φαίνεται ότι με απόλυτη μεθοδικότητα προσπάθησε να απαλείψει οποιαδήποτε σχέση του με την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 έχει αναφερθεί ότι τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη σε σωρεία αποφάσεων μεταξύ αυτών στην Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 όπου το θέμα της ποινής σε υποθέσεις διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113)». Στην απόφαση Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, το Εφετείο επικροτεί την επιβολή αυστηρών ποινών σε αδικήματα όπως είναι οι διαρρήξεις και οι κλοπές και επισημαίνει τα πιο κάτω, που παραθέτω αυτούσια: «.Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη..» Η ανησυχία του Εφετείου, μέσω της νομολογίας για αδικήματα τέτοιας φύσης είχε εκφραστεί διαχρονικά ώστε ακόμη και με παλαιότερες αποφάσεις (βλ. Αντωνιάδης v. Police
(1986)2 C.L.R. 21), τα αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών χαρακτηρίστηκαν λόγω της συχνότητας τους ως «κοινωνική μάστιγα» γεγονός που επαυξάνει και επιτείνει τη σημασία του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Ο τρόπος αντιμετώπισης των διαφόρων αδικημάτων όπως προδιαγράφονται από τη νομολογία παρέχει ασφαλή καθοδήγηση για την επιλογή του είδους και τους ύψους της ποινής που πρέπει να επιβάλλεται. Στην υπόθεση Καμμούγερος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για διάρρηξη καταστήματος και κλοπή. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας τότε 22 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού. Στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας (ανωτέρω) έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Ο εφεσίβλητος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Παραδέχθηκε κλοπές από κατοικίες, ανευρέθηκε μόνο μικρό μέρος από την κλαπείσα περιουσία, λευκού ποινικού μητρώου, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και άθλιας οικονομικής κατάστασης. Ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών, διέπραξε τις διαρρήξεις για να εξεύρει χρήματα για τη δόση του. Τα Δικαστήρια που είναι οι φρουροί της νομιμότητας και ευταξίας, έχουν ευθύνη έναντι της κοινωνίας να πατάξουν το έγκλημα. Τούτο επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αποτρεπτικές ποινές μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται όπου η φύση των αδικημάτων το απαιτεί ή όπου η παρανομία του είδους της εκδικαζόμενης υπόθεσης αυξάνεται σε έκταση. Οι προσωπικές συνθήκες σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Η ποινή δεν πρέπει να είναι μικρή γιατί αυτό αποτελεί ενθάρρυνση στην παρανομία (βλ. Αστυνομία v. Toorac Fashion Ltd κ.α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το στοιχείο της αποτροπής είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή του. Είναι καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου έχουν περιθωριακή σημασία. Γνωρίζω βέβαια πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής. Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Χρυσοστόμου «Κανάρη» v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 18), χωρίς η εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος, και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132). Ως μετριαστικούς παράγοντες λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Φυσικά δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι δεν έχει ανευρεθεί η κλαπείσα περιουσία. Τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια και τον επηρεασμό από τις κακές παρέες. Την οικογενειακή του κατάσταση και ειδικά το γεγονός ότι είναι πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, την συντήρηση των οποίων φυσικά την έχει το κράτος αφού με βάση την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οικογένεια του κατηγορουμένου συντηρείται αποκλειστικά από επιδόματα προνοιακού τύπου. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, είναι πολύ παλαιά από το 1998, αφορά παρόμοιας φύσης αδίκημα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικαστεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνει την επιείκεια την οποία μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχουν περιγραφεί, καθιστούν κατά την κρίση μου ως μόνη κατάλληλη ποινή αυτή της φυλάκισης (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Λαμβάνονται όμως υπόψη ιδιαιτέρως ως προς το εύρος και όχι ως προς το είδος της ποινής, ειδικά ο χρόνος που έχει διαρρεύσει. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην πρώτη κατηγορία δεν θα επιβάλω οποιαδήποτε ποινή καθότι έχει επιβληθεί ποινή στο αδίκημα που είναι η δεύτερη κατηγορία. Έχοντας υπόψη ότι η ποινή που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν ξεπερνά τα τρία χρόνια θα εξετάσω την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του για αναστολή της ποινής. Με την τροποποίηση του Νόμου έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής και αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στη δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Επανερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας υπόψη μου τα κριτήρια τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο για να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει ή όχι διάταγμα αναστολής διαπιστώνω ότι κανένας από τους λόγους που μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο ως έχει η νομολογία συντρέχει στην περίπτωση του κατηγορουμένου παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλος χρόνος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ακόμη ένα παιδάκι. Συνεπώς το αίτημα για άσκηση της διακρητικής ευχέρειας για αναστολή της ποινής φυλάκισης απορρίπτεται, η έκτιση της ποινής να ξεκινά από τις 10.2.2017. €180 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.).............. Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο