ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6365/16, 14/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6365/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Μαρτίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 16/9/2015 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Παρεκκλησιά, στη Λεμεσό, οδήγησε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚUK 063 με μη ελεύθερα χέρια, ότι δηλαδή κρατούσε φωτογραφική μηχανή κατά παράβαση του κ. 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/1984, όπως τροποποιήθηκαν. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό: «58.
(14)- Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.»
- Προς απόδειξη της κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ. 1165, Βάσο Νικολάου (ΜΚ 1). Αφού έκρινα ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως.
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία αποτέλεσε κοινή θέση ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία οδήγησε το όχημα με αρ. εγγραφής KUK 036 στην εν λόγω οδό. Η εν λόγω οδός, που είναι διπλής κατευθύνσεως, νότια κατευθύνεται προς τον παραλιακό και βόρεια προς Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος περνά κάτω από γέφυρα. Είναι επίσης δεκτό ότι εκείνη την ημέρα αστυνομικοί διενεργούσαν τροχαίο έλεγχο. Από πλευράς του ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι φωτογράφισε με κινητό τηλέφωνο τους αστυνομικούς που διενεργούσαν έλεγχο. Υπάρχει διαφορά ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος φωτογράφησε τους αστυνομικούς, στο σημείο που το έπραξε και αν την συγκεκριμένη στιγμή οδηγούσε.
- Ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι υπηρετεί στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Την εν λόγω ημερομηνία ήταν επικεφαλής ομάδας έξι αστυνομικών και διενεργούσαν ελέγχους σε οχήματα που κινούνταν και στις δύο κατευθύνσεις Ο ίδιος έβλεπε με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Τα κατευθυνόμενα από απέναντι του οχήματα κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, σταματούσαν και ξανά ξεκινούσαν. Ο κατηγορούμενος του οποίου το όχημα κινείτο κατά τον ίδιο τρόπο, έβγαλε το χέρι του έξω από το παράθυρο και με κινητό τηλέφωνο φωτογράφιζε τους αστυνομικούς. Τον ανέκοψε του εξέδωσε εξώδικο για το αδίκημα και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τους φωτογράφιζε γιατί παρακώλυαν την τροχαία κίνηση.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να «πιάσει» λίγο αριστερά και του εξέδωσε το εξώδικο. Του τέθηκαν και αναγνώρισε τέσσερις φωτογραφίες (Τεκμήρια 1 - 4), ως ληφθείσες την επίδικη ημερομηνία, όπου φαινόταν η διεξαγωγή τροχαίου ελέγχου σε σημείο του δρόμου κάτω από γέφυρα με αποτέλεσμα να δημιουργείται κυκλοφοριακή συμφόρηση. Η θέση του ήταν ότι τα οχήματα μπορούσαν να κινηθούν κανονικά και ότι καμία παρακώλυση της τροχαίας κίνησης υφίστατο. Είδε τον κατηγορούμενο να φωτογραφίζει πριν τη γέφυρα. Δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος ήρθε σε φραστική αντιπαράθεση με άλλους αστυνομικούς πριν τον καταγγείλει.
- Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πέρασε με το όχημα του από το σημείο ελέγχου, προσπέρασε σταθμευμένο όχημα και κατευθύνθηκε προς τον παραλιακό δρόμο. Θεώρησε ότι στο συγκεκριμένο σημείο οι αστυνομικοί διέπρατταν παραπτώματα όποτε επέστρεψε πίσω για να φωτογραφήσει τον τρόπο με τον οποίο ασκούσαν έλεγχο. Όταν φωτογράφιζε είχε σταματήσει το όχημα του αφού δεν είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει, συνέχιζε όμως να έχει αναμμένη τη μηχανή και βρισκόταν στη «μέση» του δρόμου.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπέβαλε παράπονο στην Επιτροπή Παραπόνων και στον Αρχηγό Αστυνομίας για τα τροχαία αδικήματα των αστυνομικών. Αρνήθηκε ότι κινήθηκε αριστερότερα για να του εκδοθεί εξώδικο. Ήταν σταματημένος στη μέση του δρόμου και του ζητήθηκε να κατέβει. Τις φωτογραφίες -Τεκμήρια- τις έλαβε ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και ενώ δεν ήταν σε κίνηση. Ο ίδιος δεν ενήργησε εκδικητικά. Καταγγέλθηκε γιατί αρνήθηκε να διαγράψει τις φωτογραφίες από το κινητό του τηλέφωνο.
- Διαπιστώνεται από την μαρτυρία του ΜΚ 1 και του κατηγορουμένου διάσταση ως προς το που ασκήθηκε έλεγχος στον κατηγορούμενο και αν ο κατηγορούμενος είχε εν τω μεταξύ εξέλθει του οχήματος του ενώ το όχημα του βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Τα ζητήματα αυτά και το τι ενδεχομένως να διαμείφθηκε μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΜΚ 1 ή άλλου αστυνομικού δεν κρίνω ότι αποτελούν ζητήματα που σχετίζονται με τη διάπραξη ή όχι του εξεταζόμενου αδικήματος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αποτελεί κοινή θέση του ΜΚ 1 και του κατηγορουμένου ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν στο εσωτερικό του οχήματος του χρησιμοποιώντας το δεξί του χέρι.
- Εύκολα επομένως εξάγεται συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του οχήματος του στη θέση του οδηγού όταν έβγαλε τις φωτογραφίες με το κινητό του τηλέφωνο και ότι οδήγησε για να φτάσει στο εν λόγω σημείο. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι λόγω τροχαίας κίνησης τη δεδομένη στιγμή το όχημα του είχε κάνει στάση αφού εμποδιζόταν η κίνηση του προς τα εμπρός. Η θέση του αυτή μπορεί να γίνει δεκτή με βάση τα όσα απεικονίζονται στα Τεκμήρια 1 και 2, όπου φαίνονται προπορευόμενα οχήματα να είναι σταματημένα και να ελέγχονται από αστυνομικούς.
- Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι αν υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κρατώντας αντικείμενο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, δεν ήταν ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Για τη διάπραξη του αδικήματος αρκεί η απόδειξη επηρεασμού της ελεύθερης κίνησης των χεριών κατά την οδήγηση, όπως λ.χ. η συγκράτηση του τηλεφώνου με τον ώμο (βλ. Θεοδότου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 695 με αναφορά στον τότε ισχύοντα κ.58
(5))
- Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι αν ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη δεδομένη στιγμή. Το αν κάποιος οδηγεί είναι ζήτημα πραγματικό και διαπιστώνεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό προκύπτει και από τον ορισμό του όρου «οδηγός» στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως, Νόμο, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε: «"οδηγός" περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος διά σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ' οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ' ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα·»
- Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, par. 1.94 σελ. 35[1], συνοψίζεται η Αγγλική Νομολογία[2] επί του θέματος. Παράγοντες που εξετάζονται είναι, μεταξύ άλλων, ο βαθμός ελέγχου του οχήματος από πρόσωπο και η δυνατότητα του να κατευθύνει το όχημα ανεξαρτήτως του τρόπου με το οποίο το όχημα τέθηκε σε κίνηση.
- Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται η οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο μέχρι το σημείο όπου έλαβε τις φωτογραφίες. Προβάλλεται ότι με την στάση του οχήματος σταμάτησε να οδηγεί. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί αν με την ακινητοποίηση ή στάση του οχήματος ο κατηγορούμενος συνέχισε ή όχι να οδηγεί. Στο προαναφερθέν σύγγραμμα, στις παρ. 1.104 - 1.105, σελ. 39 - 40[3], με αναφορά στην Αγγλική Νομολογία[4] επί του θέματος, τίθενται οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές εξέτασης τέτοιου ζητήματος από το Δικαστήριο. Τις παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση:
(1)Αποτελεί ζήτημα γεγονότων αν ένα πρόσωπο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει.
(2)Είναι ευκολότερο για το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι κάποιος οδηγεί αν συνεχίζει να βρίσκεται στο τιμόνι και δυσκολότερο αν έχει εξέλθει του οχήματος.
(3)Η προέχουσα αρχή, είτε συνεχίζει ή όχι να βρίσκεται στο τιμόνι, είναι αν πράττει κάτι που σχετίζεται με οδήγηση.
(4)Το όχημα δεν είναι αναγκαίο να είναι σε κίνηση. Πάντα υπάρχει σύντομο διάλειμμα μετά που το όχημα ακινητοποιείται και πριν ο οδηγός εκτελέσει όλες τις ενέργειες εκείνες που σχετίζονται με την οδήγηση, όπως την εφαρμογή του χειρόφρενου, το σβήσιμο της μηχανής και το κλείδωμα του οχήματος, κατά τη διάρκεια των οποίων πρέπει να θεωρηθεί ότι οδηγεί.
(5)Όταν οδηγός κάνει στάση πριν την ολοκλήρωση της διαδρομής του, μπορεί να συνεχίζει να οδηγεί. Απλό παράδειγμα αποτελεί στάση σε φώτα τροχαίας. Κάθε υπόθεση αποφασίζεται στα δικά της γεγονότα και τα ακόλουθα ερωτήματα είναι σχετικά: (α) Ποιος ήταν λόγος της στάσης; Αν σχετίζεται με την οδήγηση και όχι για άλλο λόγο τότε δύναται να εξαχθεί εύρημα οδήγησης έστω και αν το όχημα ήταν σε στάση. (β) Πόσο χρόνο διήρκεσε η στάση; Όσο μεγαλύτερη η χρονική διάρκεια της στάσης τόσο πιο δύσκολο είναι να εξαχθεί συμπέρασμα συνέχισης της οδήγησης. (γ) Ο οδηγός εξήλθε του οχήματος; Η παραμονή του στο όχημα, αν και όχι από μόνη της καταληκτική, είναι ένδειξη ότι συνεχίζει να οδηγεί.
(6)Εάν οδηγός ακινητοποίησε το όχημα και υπήρξε σημαντική παρέλευση χρόνου, τότε είναι ζήτημα γεγονότων και βαθμού αν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζει να οδηγεί.
(7)Εάν οδηγός έχει φτάσει στον προορισμό του τότε, εξαιρουμένου σύντομου διαλείμματος, ως αναφέρεται πιο πάνω στην παρ.
(5), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζει να οδηγεί.
(8)Όταν οδηγός έχει επιτυχώς αποτραπεί από το να οδηγήσει ή πειστεί να μην οδηγήσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι (συνεχίζει να) οδηγεί.
- Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη θέση του οδηγού, είχε την μηχανή αναμμένη και έκανε στάση λόγω σταματημένων προπορευόμενων οχημάτων. Συνέχιζε να βρίσκεται στο δρόμο. Τότε ήταν που προχώρησε να φωτογραφήσει εκτείνοντας το χέρι του έξω από το παράθυρο τους αστυφύλακες. Χωρίς καμία αμφιβολία κρίνω ότι τη δεδομένη στιγμή, έστω και αν το όχημα του ήταν σε στάση, συνέχιζε να οδηγεί, διαπράττοντας επομένως το αδίκημα που προνοεί η εν λόγω διάταξη.
- Πριν όμως ολοκληρώσω κρίνω σκόπιμο να κάνω το εξής σχόλιο. Το εν λόγω αδίκημα σχετίζεται με την ασφαλή οδήγηση. Η οδήγηση οχήματος και η ταυτόχρονη ενασχόληση οδηγού με κινητό τηλέφωνο ή άλλο αντικείμενο είναι επικίνδυνο και δυστυχώς σύμπτωμα της εποχής στην οποία ζούμε. Το αδίκημα διαπράττεται ακόμη και ενόσω το όχημα βρίσκεται σε στάση, εφόσον κριθεί ότι οδηγείται, όπως και στην παρούσα περίπτωση. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω, στη σελ. 641, παρ. 8.82[5] οι διωκτικές αρχές θα πρέπει να είναι προσεκτικές να προχωρούν με δίωξη όπου το όχημα είναι ακινητοποιημένο και ιδιαίτερα όταν δεν πρόκειται να κινηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Απαιτείται δηλαδή κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή του νόμου ή στην προώθηση υποθέσεων όπου όχημα δεν βρισκόταν σε κίνηση.
- Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ Use of hand-held device whilst driving Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Χρήση αντικειμένου με τα χέρια κατά την οδήγηση [1]
(1)The primary consideration as to whether a person is "driving" is essentially a question of fact, dependent on the degree and extent to which the person has control of the direction and movement of the vehicle.
(2)One test is whether the accused was "in a substantial sense controlling the movement and direction of the car" (Ames v MacLeod, as above). A person cannot be said to be "driving" unless he satisfies this test.
(3)The fact that a person satisfies the test of control in Ames v MacLeod is not necessarily exhaustive. It has still to be considered whether the activity in question could fall within the ordinary meaning of the word "driving" in the English language. (See also McQuaid v Anderton [1980] 3 All E.R. 540 and R. v Roberts (Νο.2) above.) Further tests to determine whether a person is driving have been established by Burgoyne v Phillips [1983] R.T.R. 49 and Jones v Pratt [1983] R.T.R. 54.
(4)The essence of driving is the use of the driver's control in order to direct the movement of the vehicle however the movement is produced (Burgoyne v Phillips and Rowan v Merseyside Chief Constable, The Times, December 10, 1985). (This is in effect a reiteration of tests
(1)and
(2)above.)
(5)Whether the defendant himself deliberately sets the vehicle in motion is an important factor (Burgoyne v Phillips and Rowan v Merseyside Chief Constable, as above).
(6)In borderline cases, it is important to consider the length of time the steering wheel or other control was handled (Jones v Pratt). [2] R. v MacDonagh [1974] R.T.R. 372, Ames v MacLeod 1969 J.C. 1, McQuaid v Anderton [1980] 3 All E.R. 540, R. v Roberts (Νο.2)[1965] 1 Q.B. 85,Burgoyne v Phillips [1983] R.T.R. 49, Jones v Pratt [1983] R.T.R. 54, Rowan v Merseyside Chief Constable, The Times, December 10, 1985. [3]
(1)Whether a person is "driving or attempting to drive" is a question of fact.
(2)It is far easier to find as a fact that a motorist is driving if he is still at the wheel, more difficult if he has dismounted.
(3)The overriding principle, whether or not he is at the wheel, is whether he is doing something connected with driving. The principles of Pinner v Everett and other cases were summarised (so far as relevant) in Edkins v Knowles [1973] Q.B. 748 as follows:
(1)The vehicle does not have to be in motion; there will always be a brief interval of time after the vehicle has been brought to rest and before the motorist has completed those operations necessarily connected with driving, such as applying the handbrake, switching off the ignition and securing the vehicle, during which he must still be considered to be driving.
(2)When a motorist stops before he has completed his journey he may still be driving; an obvious example is when he is halted at traffic lights. Each case will depend upon its own facts, but generally the following questions will be relevant: (
- a)What was the purpose of the stop? If it is connected with the driving, and not for some purpose unconnected with the driving, the facts may justify a finding that the driving is continuing although the vehicle is stationary. (
- b)How long was he stopped? The longer he is stopped the more difficult it becomes to regard him as still driving. (
- c)Did he get out of the vehicle? If he remains in the vehicle it is some indication (although not conclusive) that he is still driving.
(3)If a motorist is stopped and an appreciable time elapses, it will be a question of fact and degree whether the motorist is still to be considered as driving at that time.
(4)When a motorist has arrived at the end of his journey then subject to the brief interval referred to in head
(1)above he can no longer be regarded as driving.
(5)When a motorist has been effectively prevented or persuaded from driving he can no longer be considered to be driving. [4] Pinner v Everett [1969] 3 All E.R. 257 (HL), Regan v .Anderton [1980] R.T.R. 126, Stevens v Thornborrow [1969] 3 All E.R. 1487, in Edkins v Knowles [1973] Q.B.
- [5] 8.
- This may mean that use of a mobile telephone whilst stationary in a traffic jam will come within the ambit of the offence. However, the purpose of the legislation is one of safety—the distraction caused by the use of a mobile telephone is considerable—and so it is anticipated that prosecution would not follow from use in circumstances where the vehicle is clearly not going to be moving for some time.