← Κύπρος

CHR. KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LTD ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9794/13, 3/3/2017

CHR. KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LTD ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9794/13, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9794/13 CHR. KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LTD Παραπονούμενη - ν -

  1. ANGEL BAHTCHEVANOV από Λεωφ. Αμαθούντος, 39, Elena Beach Apartments Διαμ.3, Αγ. Τύχωνας, Λεμεσός
  2. KRASIMIRA ASENOVA BAHTCHEVANOVA από Λεωφ. Αμαθούντος, 39, Elena Beach Apartments Διαμ.21, Αγ. Τύχωνας, Λεμεσός Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κος Φιλίππου με κα Κωνσταντίνου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για Κατηγορούμενο 1: κος. Π.Παυλίδης Κατηγορούμενος 1 παρών ---------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Αντικείμενο του κατηγορητηρίου στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε στις 9/05/2013 είναι μία κατηγορία. Την παραθέτω αυτούσια ως τροποποιήθηκε στις 16/5/16 και 20/10/16: «Έκθεση Αδικήματος Απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολίευσης χρηματικού ποσού κατά παράβαση των άρθρων 20, 298 και 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Κατά την περίοδο Ιουλίου-Οκτωβρίου, 2008, στη Λεμεσό οι κατηγορούμενοι δια ψευδών παραστάσεων, ήτοι δηλώνοντας ότι συγκεκριμένο ακίνητο στο Obzor της Βουλγαρίας, ως φαίνεται στην επισυνημμένη επιστολή ημερομηνίας 13/6/16 υπό τον τίτλο «στοιχεία ακινήτου» ήταν ελεύθερο κάθε βάρους και υποθήκης απέσπασαν από την παραπονούμενη εταιρεία επί σκοπώ καταδολίευσης το χρηματικό ποσό των €1.100.000 ενώ εγνώριζαν ότι οι παραστάσεις τους ήταν ψευδείς στην πραγματικότητα ή δεν επίστευαν ότι ήσαν αληθείς εφόσον βαρύνετο ως φαίνεται στην επισυνημμένη επιστολή ημερομηνίας 13/6/16 υπό τον τίτλο «βάρη και υποθήκες ακινήτου» Η αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος, σε «επισυνημμένη επιστολή», αφορά στις λεπτομέρειες που ζητήθηκαν από την υπεράσπιση και δόθηκαν από τους παραπονούμενους, με γραπτή επιστολή στις 13/6/
  3. Το σχετικό μέρος της εν λόγω επιστολής, ενσωματώθηκε, ως απαιτεί η διαδικασία, κατόπιν τροποποίησης, στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της επιστολής. «Στοιχεία ακινήτου σε σχέση με το οποίο γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος: i. Ακίνητο, ιδιοκτησία της Arbitrage & Co EOOD στην περιοχή Meshelika, πόλη Obzor, Δήμος Nessebar (στο εφεξής «Meshelika»): 1/Τεμάχιο Αρ.53045.503.238, /Τεμάχιο Αρ.53045.503.282, μαζί με τα κτίρια Νο. 53045.503.282.1, 53045.503.282.2, 53045.503.282.3, 53045.503.282.4, 53045.503.282.5, 53045.503.282.6; 3/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.139.1, 4/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.139.2, 5/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.139.3, 6/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.139.4, 7/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.139.5, 8/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.140, 9/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.142, 10/Τεμάχιο Αρ. 53045.503.
  4. ii. Ακίνητο, ιδιοκτησίας της Corona Tours EOOD στην περιοχή South Beach, πόλη Obzor, Δήμος Nessebar (στο εφεξής «South Beach Camp»): 1/Τεμάχιο Αρ.1116 Αρ. 53045.503.137, 2/ Μονοόροφο Συνεχές Κτίριο - με κουζίνα, 3/33 Κτίρια, κτισμένα επί του ακινήτου: 53045.503.137.1 - 53045.5013.137.33, καθώς επίσης και 5 κτίρια τα οποία δεν είναι σημειωμένα στο κτηματολογικό χάρτη. Βάρη και υποθήκες επί του ακινήτου:
  5. Υποθήκη ημερ. 22/08/06 από την ARBITRAGE & CO EOOD προς όφελος της Bulgarian - American Credit Bank AD σε σχέση με τη συμφωνία τραπεζικής πίστωσης αρ. ΚΑ-01 για το ποσό των €2.500.
  6. Υποθήκη ημερ. 14/12/07 από την ARBITRAGE & CO EOOD προς όφελος της Bulgarian - American Credit Bank AD σε σχέση με τη συμφωνία τραπεζικής πίστωσης αρ. ΟБ-10 για το ποσό των €4.200.
  7. Υποθήκη ημερ. 14/12/07 από την KORONA TOURS EOOD προς όφελος της CIBANK AD επί του South Beach Camp» Διευκρινίζω στο παρόν στάδιο ότι αναφορικά με την κατηγορούμενη 2, η υπόθεση εναντίον της αποσύρθηκε στις 5/6/14, λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου οπόταν και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία μόνο σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο στον οποίο θα αναφέρομαι στην παρούσα, ως «ο κατηγορούμενος» . Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά των παραπονουμένων κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες. Τους διευθυντές των παραπονουμένων, Ανδρέα και Χριστόδουλο Καραολή, ως ΜΚ1 και ΜΚ2 αντίστοιχα, η ουσία της μαρτυρίας των οποίων, έλαβε τη μορφή πολυσέλιδων γραπτών δηλώσεων (βλ. Έγγραφα Α και Β) και δύο τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Μιχάλη Μιχαηλίδη της Εθνικής Τράπεζας, ως ΜΚ3 και τον Αντρέα Κωνσταντινίδη της Τράπεζας Κύπρου, ως ΜΚ
  8. Στα πλαίσια της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκαν, 53 στο σύνολο τους, Τεκμήρια. Παρά την έκταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των πολυσέλιδων τεκμηρίων που κατατέθηκαν, η ουσία της εκδοχής των παραπονουμένων, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τη μαρτυρία και τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz

(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), είναι απλή. Τη συνοψίζω. Οι παραπονούμενοι είναι κυπριακή εταιρεία, η οποία ασχολείται με την αγοραπωλησία και ανάπτυξη γης. Περί το 2007, οι διοικούντες την εταιρεία, μεταξύ των οποίων ήταν οι ΜΚ1 και ΜΚ2, αποφάσισαν να επεκτείνουν τις δραστηριότητες της εταιρείας στην Ανατολική Ευρώπη. Για το σκοπό αυτό, ο ΜΚ2, περί το 2008, ταξίδεψε στη Βουλγαρία όπου είχε επαφές με διάφορους κτηματομεσίτες, χωρίς όμως να καταλήξει σε οτιδήποτε αξιόλογο. Μετά που ο ΜΚ2 επέστρεψε στην Κύπρο, μία από τις επαφές του, στη Βουλγαρία, ο κτηματομεσίτης Plamev Ivanov, επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε για την ύπαρξη ενός ακινήτου στη πόλη Obzor της Βουλγαρίας (το επίμαχο ακίνητο), το οποίο μπορεί να ενδιέφερε τους παραπονούμενους. Από επιτόπια εξέταση του ακινήτου, που ο ΜΚ2 διενήργησε, διαπίστωσε ότι, το «επίμαχο ακίνητο», το οποίο αποτελείτο από μικρότερα τεμάχια/κτήματα, όντως επρόκειτο για αξιόλογη περίπτωση και ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερες πληροφορίες καθώς και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη. Του υποδείχτηκε ακολούθως από τον Plamev, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ήταν ο «ιδιοκτήτης» των βουλγάρικων εταιρειών Arbitrage and Co EOOD και Korona Tours EOOD, οι οποίες, παρουσιάζονταν να είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των «κτημάτων» που αποτελούσαν το ακίνητο. Ο κατηγορούμενος με τη σειρά του, εκδήλωσε ενδιαφέρον να ανταλλάξει το ακίνητο του με άλλα ακίνητα στην Κύπρο, τομέα στον οποίο οι παραπονούμενοι δραστηριοποιούνταν. Για σκοπούς τόσο της εν λόγω επένδυσης όσο και άλλων επενδύσεων που οι παραπονούμενοι τυχόν να έκαμναν στη Βουλγαρία, αυτοί έκριναν ορθό, όπως συστήσουν μια νέα εταιρεία με έδρα τη Βουλγαρία, όπως και έκαμαν. Για το σκοπό αυτό ίδρυσαν στη Βουλγαρία τη θυγατρική εταιρεία Karaolis Overseas Ltd. Ακολούθησαν διάφορες συζητήσεις και ταξίδια τόσο των διευθυντών των παραπονουμένων όσο και του κατηγορούμενου από και προς Βουλγαρία και Κύπρο. Εν τέλει, οι παραπονούμενοι και ο κατηγορούμενος, κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία ως προς τις τιμές πώλησης των αντίστοιχων ακινήτων σε Βουλγαρία και Κύπρο ήτοι, €8.500.000 για το ακίνητο στη Βουλγαρία και €6.460.000 για τα ακίνητα στην Κύπρο. Τη διαφορά στην αξία των ακινήτων, οι παραπονούμενοι ανέλαβαν να την καταβάλουν στον κατηγορούμενο, με δάνειο που αυτοί θα εξασφάλιζαν από Βουλγάρικη Τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω, οι παραπονούμενοι συμφώνησαν με τον κατηγορούμενο, όπως καταβάλουν στον τελευταίο, ως προκαταβολή, το ποσό των €100.000 πράγμα το οποίο και έκαναν. Με τη λήψη του εν λόγω ποσού, ο κατηγορούμενος, τους εξέδωσε σχετική απόδειξη ημερ. 01/08/
  1. Περί το Σεπτέμβριο του 2008, τα προαναφερόμενα σχέδια των μερών άλλαξαν, εφόσον η Βουλγαρική τράπεζα στην οποία οι παραπονούμενοι είχαν αποταθεί για δάνειο, αρνήθηκε να εγκρίνει το αίτημα τους. Ως εκ τούτου, συζητήθηκε με τον κατηγορούμενο μία νέα συμφωνία, η οποία συνίστατο στους παραπονούμενους να αγοράζουν από τον κατηγορούμενο ακόμη ένα ακίνητο στη Βουλγαρία, και ο τελευταίος, να αγοράζει και άλλα ακίνητα στην Κύπρο. Με αυτή τη συμφωνία, η συνολική αξία των ακινήτων που θα πωλούσαν οι παραπονούμενοι στον κατηγορούμενο θα ήταν ψηλότερη από αυτή των ακινήτων στη Βουλγαρία. Ως εκ τούτου, συμφωνήθηκε όπως ο κατηγορούμενος καλύψει τη διαφορά με δάνεια που θα εξασφάλιζε από τράπεζες στην Κύπρο, με τη διαμεσολάβηση και εγγύηση των παραπονουμένων. Συμφωνήθηκε επίσης όπως, οι παραπονούμενοι καταβάλουν στον κατηγορούμενο, ποσό €1.000.000, πέραν του ποσού των €100.000 το οποίο του είχε καταβληθεί προηγουμένως. Κατόπιν αριθμού συναντήσεων που αμφότεροι παραπονούμενοι και κατηγορούμενος είχαν, τόσο στην Κύπρο όσο και στη Βουλγαρία, υπογράφτηκαν δύο προσύμφωνα για την αγοραπωλησία των «κτημάτων» που αποτελούσαν το επίμαχο ακίνητο στη Βουλγαρία. Τα εν λόγω προσύμφωνα, έγιναν μεταξύ της Βουλγάρικης εταιρείας των παραπονουμένων και των Βουλγάρικων εταιρειών, συμφερόντων του κατηγορούμενου, ιδιοκτητριών του ακινήτου. Το επίμαχο ακίνητο, σύμφωνα με τα προσύμφωνα που υπογράφηκαν, αλλά και τα όσα τους είχε ήδη πληροφορήσει ο κατηγορούμενος, βαρύνετο με συγκεκριμένη υποθήκη. Αποτελούσε όμως όρο του προσύμφωνου ότι κατά τη μεταβίβαση στους παραπονούμενους, το ακίνητο θα ήταν πλέον ελεύθερο από εμπράγματα βάρη ή υποθήκες. Καθ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι παραπονούμενοι διόρισαν συγκεκριμένη δικηγόρο από τη Βουλγαρία, η οποία τους βοηθούσε και τους συμβούλευε, τόσο σε σχέση με τη νομική πτυχή των συμφωνιών με τον κατηγορούμενο, όσο και σε σχέση με τα διάφορα διαδικαστικά θέματα που συνεπάγετο μια συμφωνία αγοραπωλησίας γης, όπως, μεταξύ άλλων, η διενέργεια έρευνας στα κρατικά αρχεία για τη φυσική και νομική κατάσταση του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου για τυχόν υποθήκες επί αυτού. Την εν λόγω δικηγόρο, τους την είχε συστήσει ο βούλγαρος κτηματομεσίτης τους. Από τις έρευνες που διεξήγαγε η εν λόγω δικηγόρος, διαπιστώθηκε, σύμφωνα με το Μ.Κ.2 η ύπαρξη της προαναφερόμενης υποθήκης στο ακίνητο, γεγονός για το οποίο η δικηγόρος, ενημέρωσε σχετικά τον εν λόγω μάρτυρα. Εκτός από τη δικηγόρο, οι παραπονούμενοι, είχαν σχεδόν πάντοτε μαζί τους συγκεκριμένη υπάλληλο τους, η οποία μιλούσε τη Βουλγάρικη γλώσσα, η οποία και τους βοηθούσε κατά τις συναντήσεις τους με τον κατηγορούμενο. Σε κάποιο στάδιο, πριν τον Οκτώβρη του 2008, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, ο κατηγορούμενος τους επισκέφτηκε στην Κύπρο και τους ενημέρωσε ότι είχε διευθετήσει τη διαγραφή της υποθήκης του ακινήτου και ότι όλα ήταν ελεύθερα για να προχωρήσουν με την τελική συμφωνία και μεταβίβαση του ακινήτου. Κατόπιν συζητήσεων με τον κατηγορούμενο, κρίθηκε ορθότερο όπως, για φορολογικούς σκοπούς, αντί το ακίνητο να μεταβιβαστεί απ΄ ευθείας στην βουλγαρική εταιρεία των παραπονουμένων, καταρτιστεί μία διαφορετική «τελική» συμφωνία, με την οποία, η εν λόγω εταιρεία των παραπονουμένων, θα αγόραζε τις μετοχές των εταιρειών του κατηγορούμενου, στις οποίες ανήκε το ακίνητο, και με αυτόν τον τρόπο, οι παραπονούμενοι θα καθίσταντο, ουσιαστικά, ιδιοκτήτες του ακινήτου. Ακολούθως, σε συνάντηση στην οποία παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος, η αδελφή του, ο Μ.Κ.2, η δικηγόρος και ο κτηματομεσίτης των παραπονουμένων, καθώς επίσης και η υπάλληλος των παραπονουμένων που μιλούσε τη Βουλγάρικη γλώσσα και εκτελούσε χρέη βοηθού και διερμηνέα, υποδείχθηκε στο Μ.Κ.2 από τον κατηγορούμενο, ένα έγγραφο, το οποίο σύμφωνα με τους παραπονούμενους διαφάνηκε εκ των υστέρων να ήταν πλαστό και το οποίο, επιβεβαίωνε ότι το ακίνητο ήταν πλέον ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος ή υποθήκη. Τον έλεγχο της ορθότητας και εγκυρότητας του εν λόγω εγγράφου, οι παραπονούμενοι τον ανέθεσαν στη δικηγόρο και στην υπάλληλο τους, οι οποίες, αφού μελέτησαν το έγγραφο, επιβεβαίωσαν ότι όντως το ακίνητο ήταν πλέον ελεύθερο από οποιαδήποτε βάρη ή υποθήκες και ως εκ τούτου, μπορούσε να ολοκληρωθεί η συμφωνία. Για το σκοπό αυτό, οι παραπονούμενοι ανέθεσαν και πάλι στη δικηγόρο τους να ελέγξει την ορθότητα και εγκυρότητα της προτιθέμενης συμφωνίας για αγορά των μετοχών των ιδιοκτητριών του ακινήτου, ως επίσης και το κατά πόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας των εν λόγω εταιρειών αλλά και του ακινήτου ήταν «καθαρός» από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Η δικηγόρος των παραπονουμένων, αφού προέβη στις έρευνες της, ενημέρωσε τους παραπονούμενους ότι «όλα ήταν εντάξει» και ότι μπορούσαν να προχωρήσουν με τη συμφωνία. Στις 21/10/08, οι παραπονούμενοι κατέβαλαν στον κατηγορούμενο το συμφωνηθέν ποσό του €1.000.000, και στις 27/10/08, υπογράφηκε η σχετική συμφωνία αγοράς των μετοχών των εταιρειών του κατηγορούμενου από τη Βουλγαρική εταιρεία των παραπονουμένων - η «τελική» συμφωνία. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, με εγγυητές τους παραπονούμενους, κατάφερε να εξασφαλίσει δάνεια από κυπριακές τράπεζες, για ποσό περί τα €4.500.
  2. Το εν λόγω ποσό θα χρησιμοποιείτο από τον κατηγορούμενο, ως είχε συμφωνηθεί, για την αγορά και αξιοποίηση των κτημάτων των παραπονουμένων στην Κύπρο. Από τα εν λόγω δάνεια, ποσό περί το €1.500.000, εκταμιεύτηκε προς όφελος των πωλητών - παραπονουμένων, ενώ ποσό περί τα €2.000.000 εκταμιεύτηκε προς όφελος του κατηγορούμενου και τρίτων, συνδεδεμένων με αυτόν, προσώπων. Το υπόλοιπο ποσό του €1.000.000 περίπου, δεν εκταμιεύτηκε. Σύμφωνα με τους παραπονούμενους, 3 περίπου χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας για το ακίνητο στη Βουλγαρία και ενώ ακόμη αυτοί ανέμεναν να ολοκληρωθεί η εν λόγω «μεταβίβαση», πληροφορήθηκαν ότι είχε προκύψει πρόβλημα με τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου και ειδικότερα ότι συγκεκριμένη τράπεζα στη Βουλγαρία προωθούσε διαδικασίες πώλησης του ακινήτου μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, με σκοπό την ανάκτηση οφειλών του κατηγορούμενου και των εταιρειών του. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνετο με τις συμβατικές του υποχρεώσεις σε σχέση με τα ακίνητα στην Κύπρο, τους θορύβησε, οπόταν και αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους στην Κύπρο για νομική συμβουλή. Μέσω των Κύπριων δικηγόρων τους, επικοινώνησαν με συγκεκριμένο δικηγορικό οίκο στη Βουλγαρία, οι οποίοι ανέλαβαν να διερευνήσουν το θέμα και να τους ενημερώσουν για τα ευρήματα και συμπεράσματα τους. Οι δικηγόροι τους στη Βουλγαρία, τους πληροφόρησαν ότι, από μια προκαταρκτική έρευνα που έκαμαν, φαίνεται ότι, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα, πέτυχε τη διαγραφή των υποθηκών που βάραιναν το ακίνητο και μετά που υπογράφτηκε η συμφωνία ημερ. 27/10/08, δύο τράπεζες της Βουλγαρίας αποτάθηκαν σε Βουλγάρικα Δικαστήρια και αφού απέδειξαν ότι οι υποθήκες τους είχαν διαγραφεί με πλαστογραφημένα έγγραφα, τις επανέγραψαν. Στη συνέχεια, οι εν λόγω τράπεζες, προχώρησαν σε πλειστηριασμούς. Για τα όσα φαίνεται να έπραξε ο κατηγορούμενος στη Βουλγαρία και τις συνέπειες των πράξεων του, οι παραπονούμενοι δεν έχουν ιδία γνώση. Την επί του προκειμένου γνώση τους την αντλούν αποκλειστικά από πληροφορίες που οι δικηγόροι τους στη Βουλγαρία, τους απέστειλαν. Πρόσθετα της επανεγγραφής των υποθηκών των δύο βουλγάρικων τραπεζών, οι δικηγόροι των παραπονουμένων, τους πληροφόρησαν και για κάποιες άλλες ενέργειες στις οποίες φαίνεται να προέβη ο κατηγορούμενος και η αδερφή του, μετά την υπογραφή της τελικής συμφωνίας στις 27/10/08, οι οποίες ενέργειες, οδήγησαν στην περαιτέρω επιβάρυνση των ακινήτων με αξιώσεις τρίτων προσώπων, συνδεδεμένων με τον κατηγορούμενο. Όπως εν τέλει αντιλήφθηκαν οι παραπονούμενοι, στο όλο «καλοστημένο σχέδιο» του κατηγορούμενου να τους εξαπατήσει, φαίνεται να στρατολογήθηκαν, πέραν της αδερφής του κατηγορούμενου, η δικηγόρος που αρχικά διόρισαν στη Βουλγαρία αλλά και η ίδια η υπάλληλος τους που τους βοηθούσε με τις μεταφράσεις. Σύμφωνα με τους παραπονούμενους, το μόνο πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει πως ακριβώς ενήργησε ο κατηγορούμενος και οι «συνεργάτες» του, είναι ο νυν Βούλγαρος δικηγόρος τους, κ. Julian Spassov, ο οποίος έχει στην κατοχή του, πέραν των εγγράφων που καταδεικνύουν τη δόλια συμπεριφορά του κατηγορούμενου και το «πλαστό έγγραφο» που ο τελευταίος χρησιμοποίησε για να τους «επιβεβαιώσει» δήθεν την διαγραφή της υποθήκης που βάραινε το ακίνητο και να ξεγελάσει έτσι τον ΜΚ
  3. Μετά την πιο πάνω πληροφόρηση που τους έδωσαν οι Βούλγαροι δικηγόροι τους, οι παραπονούμενοι, έδωσαν οδηγίες, τόσο στους πρώτους όσο και στους κύπριους δικηγόρους τους, να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα προς διαφύλαξη των συμφερόντων τους. Παράλληλα, κατήγγειλαν την όλη υπόθεση στην Αστυνομία Κύπρου. Από πλευράς των δικηγόρων τους, καταχωρήθηκαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες τόσο στη Βουλγαρία όσο και στην Κύπρο, περιλαμβανομένης και της πολιτικής αγωγής στο Ε.Δ. Λ/σου με αρ. 2305/10 στην οποία και εκδόθηκε τελική απόφαση στις 27/04/
  4. Από πλευράς της Αστυνομίας, καταχωρήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου και της αδερφής του, η οποία όμως αφορά μια διαφορετική πτυχή της «συνεργασίας» τους με τον κατηγορούμενο. Η ακροαματική διαδικασία της εν λόγω υπόθεσης έχει ήδη ξεκινήσει ενώπιον άλλου αδελφού Δικαστή. Όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η πληροφόρηση που οι παραπονούμενοι έτυχαν από την Αστυνομία, ήταν ότι, τα εν λόγω θέματα, έπρεπε να τύχουν της έρευνας και διαχείρισης των βουλγαρικών αρχών και δικαστηρίων και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ασκηθεί οποιαδήποτε ποινική δίωξη στην Κύπρο. Παρά ταύτα, οι παραπονούμενοι, επιθυμώντας να εξαντλήσουν κάθε μέσο στη διάθεση τους, επέλεξαν να μην αποταθούν στις βουλγαρικές αρχές, τις οποίες και δεν εμπιστεύονται και καταχώρησαν, πέραν της προαναφερόμενης πολιτικής αγωγής, την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, ζητώντας την τιμωρία του κατηγορούμενου. Μέχρι σήμερα, καμιά από τις μεταβιβάσεις, είτε στην Βουλγαρία, είτε στην Κύπρο ολοκληρώθηκε. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για τους παραπονούμενους, ο κατηγορούμενος, μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Η εισήγηση του κ. Παυλίδη περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: α) Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, προς απόδειξη των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα των στοιχείων που αφορούν στην ιδιοκτησία και νομικό καθεστώς του επίμαχου ακινήτου καθώς και των τριών υποθηκών που το κατηγορητήριο αναφέρει ότι βάραιναν το ακίνητο κατά την περίοδο Ιουλίου 08 - Οκτωβρίου
  5. β) Η όλη εκδοχή των παραπονουμένων, ως προς το πώς τους «ξεγέλασε» ο κατηγορούμενος, βασίστηκε ρητά στην έρευνα και πληροφόρηση του Julian Spassov, του Βούλγαρου δικηγόρου των παραπονουμένων, ο οποίος όμως δεν προσήλθε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, αφήνοντας έτσι μετέωρη την όλη υπόθεση των παραπονουμένων. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος, ακόμη και αυτή η «προκαταρκτική έρευνα» που κατέθεσαν οι παραπονούμενοι, δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση, αφού για τις υποθήκες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο Spassov αναφέρει ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία. γ) Με δεδομένο ότι είναι με συγκεκριμένο αδίκημα που κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι αυτό της «απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις», ο κ. Παυλίδης υποστήριξε ότι, οι παραπονούμενοι θα έπρεπε να καταδείξουν και «απόσπαση» των δικών τους χρημάτων καθώς και ότι αυτό ήταν συνεπεία των παραστάσεων που ο κατηγορούμενος προέβη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το συνήγορο, οι παραπονούμενοι απέτυχαν να καταδείξουν και τα δύο αυτά στοιχεία αφού η μεν εκδοχή τους, φέρει το ακίνητο να ήταν ελεύθερο υποθηκών κατά τον ουσιώδη χρόνο και να επιβαρύνθηκε μεταγενέστερα των ισχυριζόμενων παραστάσεων του κατηγορούμενου, ενώ το επίμαχο ποσό, πληρώθηκε για λογαριασμό της βουλγάρικης εταιρείας Karaolis Overseas και όχι των παραπονουμένων. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εφόσον έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο ότι, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με το «δόλιο» τρόπο που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο, απέσπασε από τους παραπονούμενους, το επίμαχο ποσό Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υπεβλήθει και έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, είναι αυτό του αρ.298 Κεφ.154 τη νομική πτυχή του οποίου, είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος, στις υποθέσεις, C.P.COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. CATHERINE LOUISE BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, απόφαση ημερ. 3/11/2016 και Χαραλάμπους ν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 14644/13, απόφαση ημερ. 24 Φεβρουαρίου
  2. ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση Barzyk ανωτέρω το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. «Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, οι παραπονούμενοι θα πρέπει να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος,: α) Με πρόθεση καταδολίευσης των παραπονουμένων β) Παρίστανε ψευδώς, κάποιο υφιστάμενο ή παρελθοντικό γεγονός γ) Καταφέρνοντας έτσι (induced them) δ) Να αποσπάσει από αυτούς χρήματα ή αγαθά (obtaining) Όσον αφορά το ποιος δύναται να θεωρηθεί ως «παραπονούμενος» για σκοπούς του αρ. 298, σύμφωνα με το σύγγραμμα Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.1959, το αδίκημα του αρ.298, όπως και όλα τα αδικήματα της κατηγορίας των «ψευδών παραστάσεων», δύναται να διαπραχθούν μέσω αντιπροσώπου αλλά και προς αντιπρόσωπο όταν υπάρχουν ίσα με τον «κύριο - principal», δικαιώματα στην επίμαχη περιουσία (βλ. R v Butcher, Bell 6 και Archbold par.1958 και 1959),. «Α person is guilty of obtaining goods by false pretences if he obtains them by false pretences and with intent to defraud from an agent of the owner who has an authority to pass the property in the goods co-equal with that of the owner, and in such a case he may be indicted for obtaining goods from the agent. R. v. Ball [1951] 2 K.B. 109; 35 Cr.App.R.24». Η εισήγηση επομένως του κ. Παυλίδη ότι, επειδή τα χρήματα πληρώθηκαν από τους παραπονούμενους αλλά για λογαριασμό της θυγατρικής εταιρείας που τελευταίοι σύστησαν στη Βουλγαρία, δεν μπορούν να θεωρηθούν οι ίδιοι ως παραπονούμενοι ή ότι τα χρήματα «αποσπάσθηκαν» από αυτούς, δεν ευσταθεί υπό τις περιστάσεις και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην άλλη πτυχή της εισήγησης του κ. Παυλίδη ήτοι ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδή παράσταση του γεγονότος που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο. Όπως ανέφερα και ανωτέρω, η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση των λεπτομερειών που περιέχονται στην κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει (βλ. Rbeiz ανωτέρω). Παρά το ότι η εκδοχή των παραπονουμένων έκαμε αναφορά σε σωρεία επιβαρύνσεων που κατ' ισχυρισμό τους, βάραιναν, εν αγνοία τους το ακίνητο, οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, περιορίζουν ρητά αυτές τις επιβαρύνσεις σε τρεις. Αυτές είναι: α) Υποθήκη ημερ. 22/08/06 από την ARBITRAGE & CO EOOD προς όφελος της Bulgarian - American Credit Bank AD σε σχέση με τη συμφωνία τραπεζικής πίστωσης αρ. ΚΑ-01 για το ποσό των €2.500.000, β) Υποθήκη ημερ. 14/12/07 από την ARBITRAGE & CO EOOD προς όφελος της Bulgarian - American Credit Bank AD σε σχέση με τη συμφωνία τραπεζικής πίστωσης αρ. ΟБ-10 για το ποσό των €4.200.000 και γ) Υποθήκη ημερ. 14/12/07 από την KORONA TOURS EOOD προς όφελος της CIBANK AD επί του South Beach Camp. Αναφορικά με αυτές τις υποθήκες, η εκδοχή των παραπονουμένων είναι ότι, αν και αυτές βάραιναν το ακίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος «πέτυχε προσωρινά» τη διαγραφή τους, με δόλιο τρόπο, καταφέρνοντας έτσι να τους παρουσιάσει ένα «ελεύθερο» ακίνητο, προτού αυτοί να προχωρήσουν με την πληρωμή και την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Ο ουσιώδης βέβαια χρόνος, για τους σκοπούς του αρ.298, είναι ο χρόνος που προηγείται αμέσως πριν την «απόσπαση» των χρημάτων ή αγαθών. Άλλωστε, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του αρ.298 θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η «απόσπαση», ήταν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων του κατηγορούμενου. Το ισχυριζόμενο ψεύδος επομένως του κατηγορούμενου στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να εντοπίζεται μέχρι και την καταβολή των χρημάτων από τους παραπονούμενους και θα πρέπει να αφορά σε υφιστάμενο ή παρελθοντικό γεγονός. Σύμφωνα με τους παραπονούμενους, οι €100.000 από το €1.100.000 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, δόθηκαν ως προκαταβολή στον κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια των αρχικών τους διαπραγματεύσεων στις 1/8/
  1. Το εν λόγω ποσό, χαρακτηρίζεται από τους παραπονούμενους ως «reservation fee - ποσό κράτησης», και το οποίο δόθηκε στη βάση των διαπραγματεύσεων με τον κατηγορούμενο και όχι στη βάση οποιωνδήποτε παραστάσεων του τελευταίου ως προς τυχόν υποθήκες που υπήρχαν στο ακίνητο. Άλλωστε, το ότι υπήρχε μια υποθήκη στο ακίνητο, αναφέρεται και στο προσύμφωνο που οι παραπονούμενοι υπέγραψαν και τους είχε ήδη αναφερθεί από τον κατηγορούμενο και τη δικηγόρο τους. Το ποσό των €100.000 επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ποσό που αποσπάστηκε συνεπεία «ψευδών παραστάσεων» του κατηγορούμενου, ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Όσον αφορά το ποσό του €1.000.000 που πληρώθηκε στον κατηγορούμενο στις 22/10/08, οι λεπτομέρειες αδικήματος και η εκδοχή των παραπονουμένων ήταν ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε, διότι ο κατηγορούμενος, τους παρέστησε ψευδώς ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο από οποιαδήποτε βάρη ή υποθήκες. Αναφορικά με αυτό το θέμα οι παραπονούμενοι ισχυρίστηκαν ότι:
  2. Ο κατηγορούμενος τους επιβεβαίωσε τη διαγραφή των υποθηκών τόσο προφορικά όσο και γραπτώς χρησιμοποιώντας συγκεκριμένο πλαστό έγγραφο που το έδειξε στον ΜΚ
  3. Οι υποθήκες κατά τον «ουσιώδη χρόνο», όντως είχαν διαγραφεί, όμως επειδή η διαγραφή τους επιτεύχθει κατόπιν δόλιων ενεργειών του κατηγορούμενου, οι τράπεζες προς όφελος των οποίων είχαν αρχικά δοθεί οι υποθήκες, αποτάθηκαν στα βουλγαρικά Δικαστήρια και κατάφεραν να τις επανεγγράψουν, μετά όμως που πληρώθηκε το €1.000.000 και ολοκληρώθηκε η συμφωνία. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, η συνάντηση κατά την οποία ο κατηγορούμενος έδειξε στον ΜΚ2 το πλαστό έγγραφο, έγινε στη Βουλγαρία, λίγο πριν να υπογραφτεί η τελική συμφωνία και ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 όμως, το «πλαστό» έγγραφο παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο σε συνάντηση που έγινε στα γραφεία των παραπονουμένων στη Λεμεσό, στην παρουσία του ιδίου αλλά και του ΜΚ
  4. Κοινή θέση και των δύο όμως είναι ότι, τόσο στην Κύπρο όσο και στη Βουλγαρία, ο κατηγορούμενος τους παρουσίασε ότι το ακίνητο είχε πλέον «ελευθερωθεί» από υποθήκες και εμπράγματα βάρη. Αναφορικά με τις πιο πάνω θέσεις των παραπονουμένων, υπό στοιχεία 1 και 2, παρατηρώ τα εξής Α) Όπως επεσήμανε ο κ. Παυλίδης αλλά και οι ίδιοι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ρητά ανέφεραν, ο μόνος που φαίνεται να γνωρίζει επακριβώς τι πραγματικά έγινε στη Βουλγαρία, είναι ο Βούλγαρος δικηγόρος των παραπονουμένων, ο κ.Spassov. Ο εν λόγω δικηγόρος μάλιστα, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, έχει στην κατοχή του και το «έγγραφο» που κατά τον ισχυρισμό των τελευταίων, χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για να τους ξεγελάσει. Σημειώνω εδώ ότι, την ύπαρξη και το ισχυριζόμενο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η υπεράσπιση αμφισβήτησε ρητά και επανειλημμένα κατά την αντεξέταση των ΜΚ1 και ΜΚ
  5. Β) Ο κ. Spassov, είναι το πρόσωπο, που, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, γνωρίζει τα στοιχεία των επίμαχων υποθηκών και το οποίο μπορεί να εξηγήσει πώς, ο κατηγορούμενος κατάφερε, ως είναι ο ισχυρισμός των παραπονουμένων, να διαγράψει τις επίμαχες υποθήκες και με τη βοήθεια της αδερφής του, της δικηγόρου που είχαν οι παραπονούμενοι στη Βουλγαρία και της υπαλλήλου τους, να «στήσει» το όλο σχέδιο του. Επισημαίνω εδώ ότι όχι μόνο η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι επί του ακινήτου υπήρχαν ποτέ οι επίμαχες υποθήκες αλλά όπως και οι ίδιοι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ανέφεραν, ούτε η δικηγόρος τους είχε εντοπίσει κατά την έρευνα της, τις εν λόγω υποθήκες στο ιστορικό του ακινήτου. Γ) Η προκαταρκτική αναφορά του κ.Spassov, κατατέθηκε αποκλειστικά προς απόδειξη του γεγονότος ότι αυτή ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο των παραπονουμένων στη Βουλγαρία και στάληκε στους παραπονούμενους στις 9/4/
  6. Ο σκοπός για τον οποίο κατατέθηκε το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε επεκτάθηκε στο περιεχόμενο του αφού άλλωστε, είναι από τον συντάκτη της, κ.Spassov, που αναμένετο να καταθέσει «πλήρεις αναφορά επί των γεγονότων και ευρημάτων σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου και των συνεργατών του στη Βουλγαρία». (βλ. παρ.50 Γρ.Δηλ. ΜΚ1 - έγγραφο Α). Σε κάθε περίπτωση, στο βαθμό που το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, το μόνο που αναφέρει στην εν λόγω αναφορά του ο κ.Spassov, σε σχέση με εμπράγματα βάρη και υποθήκες που φαίνεται να αφορούν τις τράπεζες που καθορίζονται στο κατηγορητήριο, είναι ότι, όπως επεσήμανε και ο κ. Παυλίδης στην αγόρευση του, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία γι' αυτά τα εμπράγματα βάρη («information not available at this stage»). Για κάποιες άλλες υποθήκες που φαίνεται να είναι σχετικές με τις εν λόγω τράπεζες, σημειώνω ότι δεν παρατίθενται στην αναφορά Spassov οποιαδήποτε στοιχεία που να τις συνδέουν με τις επίμαχες υποθήκες, όπως αυτές καθορίστηκαν ρητά στο κατηγορητήριο. Παρά τη μεγάλη σημασία που προφανώς αποδόθηκε στην εμπλοκή του κ. Spassov από τους ίδιους τους παραπονούμενους, με τις διαπιστώσεις και γνώση του πρώτου να είναι ουσιαστικά η μαρτυρία που «αποδεικνύει» τους ισχυρισμούς των τελευταίων, ο εν λόγω δικηγόρος ουδέποτε προσήλθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει και ούτε το ισχυριζόμενο πλαστό έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο στη διαδικασία και αυτό, παρά το ότι οι ισχυρισμοί των παραπονουμένων απορρίφθηκαν από την υπεράσπιση. Όπως ανέφερα ανωτέρω, στη μαρτυρία τους, οι ΜΚ1 και ΜΚ2, έκαμαν αναφορά και σε διάφορες άλλες «επιβαρύνσεις» που κατ' εκείνους τέθηκαν επί του ακινήτου με δόλιο τρόπο. Πέραν όμως του ότι οι εν λόγω επιβαρύνσεις, παρουσιάζονται να τέθηκαν μετά την πληρωμή του €1.000.000, οι εν λόγω επιβαρύνσεις, ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος των ρητών λεπτομερειών του κατηγορητηρίου και δεν τίθεται θέμα το κατηγορητήριο να τροποποιηθεί σε αυτό το στάδιο με τυχόν προσθήκη ή αντικατάσταση λεπτομερειών, εντελώς διαφορετικών από αυτών που αποτέλεσαν τη βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Πέραν του ότι τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε, τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου, σε περίπτωση που τέτοια τροποποίηση ήταν εφικτή σε αυτό το στάδιο, θα απέληγε, υπό τις περιστάσεις, σε ανεπίτρεπτο και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. (βλ. Αχτάρ Ανδρέας και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Δ) Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η αντίληψη του, τουλάχιστο ως προς τη μία υποθήκη που γνώριζαν οι παραπονούμενοι ότι υπήρχε επί του ακινήτου, ήταν ότι αυτή θα εξοφλείτο από τα χρήματα που θα έδιναν στον κατηγορούμενο, ήτοι το €1.000.
  1. Την ύπαρξη και στη συνέχεια τη διαγραφή της εν λόγω υποθήκης, την επιβεβαίωσε στο ΜΚ2 και η δικηγόρος του. Η εν λόγω υποθήκη όμως, η οποία αναγράφεται στα προσύμφωνα ως υποθήκη προς όφελος της Economic Investment Bank PLC - EIB PLC και η οποία, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, περιλαμβάνετο στις υποθήκες που διέγραψε «ψευδώς» ο κατηγορούμενος, δεν περιλαμβάνεται στις επίμαχες υποθήκες ούτε και φαίνεται να εντοπίστηκε από τον Spassov. Ε) Οι παραπονούμενοι δεν βασίστηκαν αποκλειστικά στις «παραστάσεις» του κατηγορούμενου αλλά στις παραστάσεις των δικών τους, όπως νόμιζαν τότε, συνεργατών, ήτοι της δικηγόρου τους και της υπαλλήλου τους. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον ΜΚ2, στη δικηγόρο τους είχαν δοθεί οδηγίες να ερευνήσει το «ελεύθερο» του ακινήτου τόσο πριν όσο και μετά τις ισχυριζόμενες παραστάσεις του κατηγορούμενου και σε κάθε περίπτωση, η πληροφόρηση που του έδωσε η τελευταία, ανταποκρίνετο στις «παραστάσεις» του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τη θέση ότι η εν λόγω δικηγόρος όπως και η υπάλληλος των κατηγορουμένων, διαπιστώθηκε να «συνεργάζονται» με τον κατηγορούμενο, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αφού και πάλι, είναι από τον κ.Spassov που φαίνεται να προέκυψε και αυτή η πτυχή της υπόθεσης. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι για σκοπούς του αρ. 298, είναι αρκετό όπως καταδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση του κατηγορούμενου ήταν και η ουσιαστική παράσταση που «έπεισε» το θύμα, ανεξάρτητα του αν έγιναν και άλλες παραστάσεις από τον κατηγορούμενο ή τρίτους, αθώες ή μη (βλ. Archbold ανωτέρω par. 1944). Στην παρούσα υπόθεση όμως, οι παραπονούμενοι, βασίστηκαν ουσιαστικά στην «επιβεβαίωση» που τους έδωσε η δική τους δικηγόρος, αφού, όπως ανέφερε και ο ΜΚ2, αν η δικηγόρος τους δεν τους επιβεβαίωνε τη διαγραφή της υποθήκης, ουδέποτε θα προχωρούσαν με τη συμφωνία. Εξ' άλλου, είναι για να «ελέγχουν» τις παραστάσεις του κατηγορούμενου, που διόρισαν την εν λόγω δικηγόρο. Εν τη απουσία όμως μαρτυρίας ως προς το «αλλότριο» της τότε δικηγόρου των παραπονουμένων ή της ισχυριζόμενης «συνομωσίας» της με τον κατηγορούμενο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να παραπέμπει στο ότι οι παραπονούμενοι «ξεγελάστηκαν» από τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που του αποδίδουν στο κατηγορητήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία του αρ.298, αντικείμενο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ούτε δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μπορεί οι παραπονούμενοι να παρουσίασαν μια υπόθεση, η οποία ίσως να ικανοποιεί το κριτήριο μιας αστικής αγωγής για τυχόν οικονομική ζημιά που έχουν υποστεί από τον όλο τρόπο με τον οποίο ενέργησε ο κατηγορούμενος, όμως δεν είναι αυτό που απαιτεί το ποινικό Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος του αρ.
  2. (βλ. Ιωάννου και Ευθυμίου ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι πέραν του διαφορετικού βαθμού απόδειξης, το ποινικό αδίκημα του αρ.298, διαφέρει και ως προς την ουσία του, από τα συναφή αστικά αδικήματα του δόλου και της απάτης (π.χ η ψευδής παράσταση που απαιτεί το αρ.36 Κεφ.148, δύναται να είναι και απερίσκεπτη και αδιάφορη ως προς την αλήθεια της). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, από τα πρακτικά των εμφανίσεων στο Δικαστήριο, διαπιστώνω ότι μεγάλο μέρος των αναβολών που είχαν δοθεί οφείλετο είτε σε από κοινού αιτήματα που υπέβαλλαν τα μέρη, είτε σε αιτήματα που εγκρίθηκαν χωρίς ένσταση από αμφότερες τις πλευρές με την εκάστοτε αιτιολογία να καταγράφεται στο αντίστοιχο πρακτικό. Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για ποινικής υπόθεσης και το θέμα, διέπεται από τα αρ.167-169 Κεφ.155 και τη σχετική νομολογία (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, διατάσσω όπως τα έξοδα της υπόθεσης επιδικασθούν υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον των παραπονουμένων, περιορισμένα όμως στα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας ήτοι από την 20/10/16 μέχρι και σήμερα και στα πραγματικά έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.