← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15784/2016, 28/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15784/2016, 28/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15784/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας, κα Φραντζή και κα. Παπανεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ι. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ

  1. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 4 κατηγορίες. Αφορούν οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής UT 551, στις 30/7/2016, στην οδό Λεοντίου στη Λεμεσό, χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[1] (κατηγορία 1), ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 112 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22 (κατηγορία 2)[2], οχήματος που είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο[3] (κατηγορία 3) και ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης δια παντός από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων με την απόφαση 709Α/21 στις 4/9/2015[4] (κατηγορία 4).
  2. Ζητήθηκε να ληφθούν υπόψη και οι υποθέσεις 9439/2015, 14965/2015, 21662/2016 και 2389/2017 στις οποίες ο κατηγορούμενος επίσης παραδέχθηκε ενοχή. Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα:

(1)9439/2015: Άρνηση παροχής τελικού δείγματος εκπνοής για εξέταση οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης στις 14/5/2015[5].
(2)14965/2015: Άρνηση παροχής τελικού δείγματος εκπνοής για εξέταση οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης στις 16/4/2015[6].
(3)21662/2016: Οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑQ 118, στις 27/10/2015, στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης δια παντός από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων με την απόφαση 709Α/21 στις 4/9/2015[7] (κατηγορία 1), χωρίς ζώνη[8] (κατηγορία 2), χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας[9] (κατηγορία 3) και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας[10] (κατηγορία 4).
(4)2389/2017: Οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής UT 551, στις 23/2/2017, στην οδό Λεοντίου στη Λεμεσό, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 60 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22[11] (κατηγορία 1), ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων[12] (κατηγορία 2), χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[13] (κατηγορία 3) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας (ληγμένη από τις 30/4/2016[14] (κατηγορία 4). . Γεγονότα της Υπόθεσης 15784/16[15]
  1. Στις 30/1/2016 και ώρα 19:10 ο Αστ. 3331 της Τροχαίας Λεμεσού ανέκοψε για έλεγχο στην οδό Λεοντίου το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής UT551 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Η εκπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλη. Ο Αστ. 3331 τον πληροφόρησε ότι θα τον υποβάλει σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει». Στην προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης στην οποία υποβλήθηκε η ένδειξη ήταν 121mg% αντί 22mg% και ο Αστ. 3331 του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο και απάντησε: «Εντάξει είπα σου». Στη συνέχεια ο Αστ. 3331 μετέφερε τον κατηγορούμενο και το όχημα του στην Τροχαία Λεμεσού για τελική εξέταση αλκοόλης και τον πληροφόρησε ότι θα υποβληθεί σε τελικό έλεγχο. Του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει είπα σου». Ο κατηγορούμενος έδωσε δυο δείγματα εκπνοής για τελικό έλεγχο με χαμηλότερη ένδειξη 112mg% αντί 22mg%. Ο Αστ. 3331 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε του επέστησε την προσοχή τον στο νόμο και απάντησε «Εντάξει φίλε μου».
  2. Από περαιτέρω έλεγχο που διενέργησε ο Αστ. 3331 διαπίστωσε τα υπόλοιπα αδικήματα. Ο Αστ.3331 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε, του είπε ότι είναι υπό σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει» και μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού όπου και τέθηκε υπό κράτηση. Γεγονότα των υπολοίπων υποθέσεων
  3. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι τα γεγονότα ήταν ως οι λεπτομέρειες των κατηγορητηρίων.
  4. Η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε τα όσα ανέφερε προς μετριασμό της ποινής του στην Υπ. 20938/2015 για την οποία ακούστηκαν γεγονότα και μετριασμός ποινής την ίδια μέρα. Θα επαναλάβω τα όσα ανέφερε σε σχέση με την υπόθεση εκείνη.
  5. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 62 ετών. Έχει τρία παιδιά από τον πρώτο του γάμο, όλα ενήλικα, με τα οποία δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βιώνει έντονα το αίσθημα της εγκατάλειψης. Αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού το οποίο προσπάθησε να αντιμετωπίσει (Τεκμήριο 2 - Ιατρική Βεβαίωση της ΘΕ.ΜΕ.Α). Αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα που τον κατέστησαν ανίκανο για εργασία και λαμβάνει μηνιαίο επίδομα. Η αυτοκτονία της μητέρας του επέδρασε άσχημα στην ψυχική του υγεία. Τέλεσε δεύτερο γάμο το
  6. Οι σχέσεις του με την δεύτερη σύζυγο του δεν είναι καλές. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η σύζυγος του ασκεί βία κατά του προσώπου του.
  7. Ανέφερε επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κατηγορουμένου ο οποίος είναι μια τραγική μορφή. Η μεταμέλεια του, έστω και σ' αυτό το στάδιο, διεφάνη με την παραδοχή του για τόσες πολλές κατηγορίες, ερχόμενος με αυτόν τον τρόπο αντιμέτωπος με τις πράξεις του. Αποτέλεσε γι' αυτόν ένα σημαντικό βήμα στη ζωή του. Τα αδικήματα που διέπραξε δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι υποφέρει από αλκοολισμό και στη σχέση του με την σύζυγο του. Κανένα από τα παιδιά του ενδιαφέρεται για τον κατηγορούμενο. Όταν κρατήθηκε για οφειλόμενα εντάλματα κανένα από αυτά δεν τον βοήθησε.
  8. Ως προς τα γεγονότα των υποθέσεων ανέφερε ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, ότι δηλαδή δεν κινδύνευσε κανείς ενώ από την οδήγηση ενώ ήταν στερημένος και απουσίαζε παντελώς ο προσχεδιασμός. Στις πλείστες των περιπτώσεων ο έλεγχος αλκοόλης του κατηγορουμένου έγινε σε σημεία πλησίον της οικίας του. Κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση επιβολής φυλάκισης να την αναστείλει. Ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον όχημα στην κατοχή του.
  9. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχει έντεκα βαθμούς ποινής.
  10. Για σκοπούς επιβολής της ποινής, θα εξετάσω πρώτα την 4η κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 40
(1)(β) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94 (Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε: «40.—
(1)Ο Έφορος μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου, με σχετική αιτιολογημένη απόφασή του, να αναστείλει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή να ακυρώσει την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, ή να απορρίψει αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, σε περίπτωση κατά την οποία- .......... (β) κρίνεται από τον Έφορο ότι θα ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια να χορηγηθεί ή να παραμείνει σε ισχύ τέτοια άδεια·» 12. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 49
(1)(α) του ιδίου Νόμου: «49.—
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· .... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. ....
(3)Πρόσωπο, η ισχύς της άδειας οδήγησης ή της άδειας οδήγησης μαθητευομένου του οποίου έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40, θεωρείται ότι δεν κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου.»
  1. Το αδίκημα αν και λιγότερο σοβαρό από το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος στέρησης, είναι σοβαρό. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, στη σελ 1/745, παρ. 11.85[16] αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα οδήγησης μετά από στέρηση, ως επιβαρυντικοί παράγοντες: αν η οδήγηση έγινε από πρόσωπο που ήταν ελεύθερο με εγγύηση, αν δεν πέρασε ποτέ εξέταση οδήγησης, η οδήγηση έναντι αμοιβής, η προσπάθεια αποφυγής εντοπισμού, η μεγάλη απόσταση οδήγησης, ο προσχεδιασμός, η συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και η πρόσφατη επιβολή ανικανότητας. Ως μετριαστικοί παράγοντες αναφέρονται: έκτακτο συμβάν, το μικρό της απόστασης οδήγησης, η συνεργασία με την αστυνομία και η μεταμέλεια.
  2. Εξετάζοντας την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)και
(5)[17] του Ν. 96 (Ι)/ 2000, το αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή €1708 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Επιβάλλεται επίσης εξάμηνη στέρηση της άδειας οδήγησης. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να παραθέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Αυτό δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός ότι η εξουσία στέρησης της άδειας οδήγησης εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 15. Όσον αφορά το αδίκημα οδήγησης καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, η 2η κατηγορία δηλαδή, η προβλεπόμενη ποινή για την υπέρβαση που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τα €5000 ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές (βλ. άρθρο 11
(11)(δ)[18] του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε). Επιβάλλονται επίσης δυνάμει του άρθρου 20Α του Ν. 86/72, 3-6 βαθμοί ποινής. 16. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή με πρόστιμο €1000 ή και τις δύο ποινές (βλ. άρθρο 5Β
(4)[19] του Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε). 17. Όπως έχει λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham
(1993)2 ΑΑΔ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194). Στην προκειμένη περίπτωση οι υποθέσεις που έχουν ληφθεί υπόψη αφορούν τροχαίες παραβάσεις και ειδικότερα αδικήματα που αφορούν οδήγηση είτε καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης ή άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής ή οδήγησης ενώ η άδεια οδήγησης του κατηγορουμένου είχε ακυρωθεί από τον Έφορο.
  1. Προκύπτει επομένως ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε επανειλημμένως αδιαφορώντας για την απόφαση του Εφόρου. Αυτή η οδική συμπεριφορά ήταν εγωιστική, απαράδεκτη και αντικοινωνική και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα. Σημειώνω ότι δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την οδήγηση. Περαιτέρω η κατανάλωση αλκοόλης, σε τέτοια ποσότητα, επιβαρύνει τη θέση του. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς που επέδειξε. Κρίνω ότι οι ενδεδειγμένες ποινές είναι ποινές φυλάκισης.
  2. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(2)Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Επιβάλλονται επίσης 5 βαθμοί ποινής. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 12 μήνες από σήμερα.
(3)Στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή.
(4)Στην 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. 20. Ενόψει και της συσσώρευσης 16 βαθμών ποινής, επιβάλλω επίσης 6 μήνες στέρηση της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης δυνάμει του άρθρου 20 Α
(7)και
(8). Με τη λήξη της περιόδου στέρησης οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής να διαγραφούν.
  1. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν.
  2. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[20] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  3. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
  1. Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το μητρώο του και την κατάσταση της υγείας του. Κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης, η προσπάθεια του δε για αποτοξίνωση δεν θα παρεμποδιστεί. Έλαβα υπόψη μου ιδιαίτερα την αδιαφορία που επέδειξε ο κατηγορούμενος προς την απόφαση του Εφόρου. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες.
  2. Έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής κρίνω ορθότερο όπως οι ποινές φυλάκισης και στέρησης άδειας οδήγησης που επέβαλα στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν με τις ποινές φυλάκισης που επέβαλα στην Υπόθεση 20938/15 ενωρίτερα σήμερα.
  3. Τα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Driving while disqualified. Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Οδήγηση κατά παράβαση Απόφασης Εφόρου. [1] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5Β
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72, όπως τροποποιήθηκε. [4] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 40
(1)(β), 49 (30, 53 και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. [5] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. Αφορά την 2η κατηγορία, η 1η διακόπηκε. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. Αφορά την 2η κατηγορία, η 1η διακόπηκε. [7] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 40
(1)(β), 49
(3), 53 και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. [8] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 15
(1), 17
(2)και 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [9] Κατά παράβαση των κ. 65 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [10] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 65
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [11] Κατά παράβαση των άρθρων 2
(1), 5, 5Α, 6, 7, 10 και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [12] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 40
(1)(β), 49 (30, 53 και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. [13] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [14] Κατά παράβαση των κ. 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [15] Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 έκθεση γεγονότων. [16] The Sentencing Guidelines deal with this offence. Courts are to assess the seriousness of the offence, having regard to aggravating and mitigating factors, then go on to consider offender mitigation, and finally to decide sentence. It is suggested that the following may be considered as aggravating factors relating to the offence: offence committed on bail; driver has never passed a test; driving for remuneration; efforts to avoid detection; long distance driven; planned, long-term evasion; recent disqualification. Among mitigating factors relating to the offence are suggested: emergency established; full period expired but test not re-taken; short distance driven. Under the heading of offender mitigation are listed: co-operation with the police; remorse. [17] 3
(1)..
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. ...
(5)Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [18] 11.-
(1)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ακόλουθες ποινές: .. (δ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70μ g/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. [19] 5Β.—
(1)..
(4)Πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ή επιτρέπει τη χρήση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Ως επακόλουθο της εν λόγω καταδίκης η ειδοποίηση για την ακινητοποίηση ακυρώνεται για όλη την περίοδο της ισχύος της και καταβάλλονται όλα τα τέλη για άδεια κυκλοφορίας από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της ακινητοποίησης μέχρι και την ημερομηνία ακύρωσής της. Σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης για το ίδιο αδίκημα σχετικά με το ίδιο όχημα σε περίοδο τριών ετών από της πρώτης καταδίκης, η εγγραφή του οχήματος ακυρώνεται. [20] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.