Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ραφαηλίνα Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 14410/14, 30/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14410/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ραφαηλίνα Δημητρίου Ημερομηνία: 30.3.2017. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για την κατηγορούμενη: κα Λ. Πρωτοπαπά. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη, στις 9.12.13 στην Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Γιαννάκη Αθηνάκη. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 9.12.13 ο παραπονούμενος εξετάσθηκε από την Δρα Παναγιώτα Νεάρχου, του ΤΕΠΑ Λεμεσού και διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά ρινός στην δεξιά μεριά του προσώπου και απώλεια δέρματος στον δεξιό αντίχειρα βάσης. Επίσης αυτός παραπονείτο για ζάλη και άλγος στο στέρνο. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.1536, Λοΐζος Αντωνιάδης, του Αστυνομικού Σταθμού Αγ. Ιωάννη Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε ότι: Στις 9.12.13 πήγε στον Σταθμό ο Γιαννάκης Αθηνάκης (ο παραπονούμενος), ο οποίος του ανέφερε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 17:00 η κατηγορούμενη του επιτέθηκε και τον χτύπησε με τα χέρια της στο πρόσωπο του και στο στήθος. Κατόπιν τούτου ο μάρτυρας ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης και χορήγησε στον παραπονούμενο σχετικό έντυπο για να επισκεφθεί κυβερνητικό ιατρό. Στις 10.12.13 ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 2Α). Στις 18.12.13 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 3) και την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς και αφού της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο αυτή απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 4). Για το ίδιο επεισόδιο καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον και του παραπονούμενου για επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης στην κατηγορούμενη αλλά ο μάρτυρας δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Μαρία Ανδρέου, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στο παρελθόν καθάριζε την πολυκατοικία που διαμένει αλλά λόγω κάποιας προσωπικής παρεξήγησης που είχε με τον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας δηλ. τον παραπονούμενο, 4-5 μήνες πριν (την κατάθεση της που ήταν στις 13.12.13) σταμάτησε να εργάζεται εκεί. Στις 7.12.13 ημέρα Σάββατο, το πρωϊ, η κατηγορούμενη και η Ριάνα, οι οποίες διέμεναν στο διαμέρισμα 104, που είναι δίπλα από το δικό της, βρίσκονταν στο διαμέρισμα τους και η Ριάνα έκανε μετακόμιση των πραγμάτων της. Η κατηγορούμενη μετακόμισε κάποια προσωπικά της αντικείμενα όπως ρούχα και παπούτσια, σε τσάντες που της έδωσε η μάρτυρας. Είχε δε πει στην μάρτυρα ότι θα πήγαινε την Δευτέρα να έβλεπε τι θα έκανε με τα υπόλοιπα πράγματα της και πως το Σαββατοκυρίακο θα έμενε στην Πάφο. Στις 9.12.13 ημέρα Δευτέρα, γύρω στις 17:30 η μάρτυρας επέστρεψε στο σπίτι της, συνάντησε τυχαία την κατηγορούμενη στην είσοδο της πολυκατοικίας και ανέβηκαν μαζί. Η μάρτυρας πήγε στο διαμέρισμα της και έβαλε την τσάντα της και πήγε να δει τι κάνει η κατηγορούμενη. Την ρώτησε τι σκέφτεται να κάμει με τα πράγματα της που είχε στο διαμέρισμα. Η πόρτα του διαμερίσματος της κατηγορούμενης ήταν ανοικτή και μετά από 5-10 λεπτά μπήκε μέσα ο παραπονούμενος. Αυτός είπε στην κατηγορούμενη πως έπρεπε να μετακομίσει τα πράγματα της από το διαμέρισμα και ξεκίνησαν να συζητούν σχετικά με την μετακόμιση. Σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος πλησίασε σε πιο κοντινή απόσταση την κατηγορούμενη και της έλεγε να μην φωνάζει και αυτή αντέδρασε χτυπώντας τον με το χέρι της στο μάγουλο. Ο παραπονούμενος την ρώτησε «Εχτύπησες με;» και τότε η κατηγορούμενη τον έσπρωξε στο πρόσωπο για να φύγει από εκεί, με αποτέλεσμα τα γυαλιά του παραπονούμενου να φύγουν από το πρόσωπο του και να μπλεκτούν στα μαλλιά της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη προχώρησε προς τα πίσω για να τον αποφύγει. Η μάρτυρας φώναζε «Σταματάτε» και ο Οael Ekko, ο οποίος διέμενε στο διαμέρισμα 102 άκουσε τις φωνές της και πήγε να δει τι έγινε. Ο Ekko έβαλε τον παραπονούμενο να καθίσει γιατί εκείνος ξεκίνησε να μην αναπνέει καλά και του έφερε νερό. Η κατηγορούμενη τότε έφυγε και πήγε στο διαμέρισμα
- Μεταξύ των φρυδιών του παραπονούμενου έτρεχε αίμα και εκείνος ζήτησε από την μάρτυρα να βρει τα γυαλιά του. Αυτή έψαξε στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης αλλά δεν ήταν εκεί. Στη συνέχεια πήγε στο διαμέρισμα 102 όπου βρισκόταν η κατηγορούμενη και εκεί είδε τα γυαλιά του παραπονούμενου πάνω στο τραπέζι. Είδε επίσης ότι έτρεχε αίμα ανάμεσα στα μαλλιά και το φρύδι της κατηγορούμενης και της είπε πως πρέπει να είναι με τα γυαλιά του παραπονούμενου που γδάρθηκε, αφού εκείνος δεν την χτύπησε, ούτε την έσπρωξε κάπου για να γδαρθεί. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Oael Ekko, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Κατάγεται από τη Συρία και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νυμφευμένος με Κύπρια και διέμενε μόνιμα στην Κύπρο. Στις 9.12.13 κατά η ώρα 17:00, 17:30, βρισκόταν στο διαμέρισμα του με την σύζυγο του, οπόταν άκουσε δυνατές φωνές. Βγήκε στο μπαλκόνι για να δει από που έρχονταν αλλά δεν είδε κανέναν. Στην συνέχεια άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο όπου άκουσε δυνατές φωνές να βγαίνουν από το διπλανό διαμέρισμα στο οποίο διέμενε η κατηγορούμενη. Πλησίασε την πόρτα, η οποία ήταν ανοικτή και στην οποία στεκόταν η Μ.Κ.2, η οποία έκλαιγε και φώναζε «Σταματάτε». Δεν την ρώτησε και μπήκε απευθείας στο διαμέρισμα όπου είδε σε απόσταση ενάμιση μέτρου από την είσοδο, στην μέση του σαλονιού, την κατηγορούμενη και τον παραπονούμενο. Δεν χτυπιόντουσαν αλλά ήταν πιασμένοι χέρια‑χέρια δηλ. είχαν προτεταμένα τα χέρια τους και απομάκρυναν ο ένας τον άλλο. Η κατηγορούμενη έκλαιγε ενώ ο παραπονούμενος φώναζε «΄Εχασα τα γυαλιά μου, τα γυαλιά μου». Τότε μπήκε ανάμεσα τους και με το ένα χέρι απομάκρυνε τον παραπονούμενο και με το άλλο χέρι πήρε την κατηγορούμενη, την έβγαλε έξω από το διαμέρισμα και την πήγε στο δικό του. Πήρε την κατηγορούμενη στο διαμέρισμα του γιατί, ως είπε, βάση των δικών τους ηθών, θεώρησε ότι κινδύνευε ένα κορίτσι μικρό και για αυτό την απομάκρυνε για να την προστατεύσει. Στην συνέχεια επέστρεψε στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης για να δει τι έγινε με τον παραπονούμενο, τον έβαλε να καθίσει και τότε είδε ότι εκείνος αιμορραγούσε στο πρόσωπο και στο χέρι. Ο μάρτυρας βρήκε ένα κομμάτι ύφασμα και καθάρισε τον παραπονούμενο από το αίμα. Μετά από 10‑15 λεπτά επέστρεψε στο διαμέρισμα του, όπου βρήκε την κατηγορούμενη να κλαίει και να αιμορραγεί από το κεφάλι. Η σύζυγος του την περιποιήθηκε και της έβαλε φάρμακο στην πληγή. Τα γυαλιά του παραπονούμενου τα βρήκε έξω από το διαμέρισμα του. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Γιαννάκης Κωνσταντίνου Αθηνάκης, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος 104 της πολυκατοικίας Βαρώνος Χρι. Λη. Court, που βρίσκεται στην οδό Χοσέ Λουίς Σέρτ 12 και διαμένει και ο ίδιος στην πολυκατοικία. Για κάποιους μήνες πριν το επίδικο περιστατικό, ενοικίαζε το πιο πάνω διαμέρισμα στην κατηγορούμενη. Είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι η κατηγορούμενη θα έφευγε από το διαμέρισμα την Κυριακή 8.12.
- Μετά η κατηγορούμενη του είπε ότι τελικά θα έφευγε στις 9.12.
- Την Δευτέρα 9.12.13 γύρω στις 16:30 ο παραπονούμενος περνούσε έξω από το διαμέρισμα της κατηγορούμενης και είδε ανοιχτή την πόρτα. Ήθελε να μιλήσει μαζί της καθότι 2-3 μέρες πριν έδειξε το διαμέρισμα σε υποψήφιους ενοικιαστές στην παρουσία της συγκάτοικου της κατηγορούμενης. Μπήκε μέσα στο διαμέρισμα και ρώτησε την κατηγορούμενη πότε θα έφευγε τα πράγματά της από εκεί. Παρούσα ήταν και η Μ.Κ.
- Η κατηγορούμενη του είπε ότι δεν είχε τόπο να τα πάρει. Ο παραπονούμενος της είπε ότι θα πρέπει να φύγει τα πράγματά της και εκείνη ακολούθως τον χτύπησε, δηλαδή του έδωσε ένα πάτσο στο δεξιό μάγουλο, τον κτύπησε με τα χέρια της στο κεφάλι και τον κλώτσησε στα πόδια. Επίσης τον χτύπησε με τα χέρια της στο στήθος και του είπε να φύγει από το διαμέρισμα, όμως αυτός έμεινε γιατί ήθελε να της μιλήσει. Αιμορραγούσε στο δεξί χέρι και ανάμεσα στα φρύδια. Δεν χτύπησε την κατηγορούμενη. Το περιστατικό διάρκεσε περίπου 5 λεπτά. Μετά το περιστατικό, η κατηγορούμενη πήγε στο διαμέρισμα 102, όπου έμεναν ο Μ.Κ.3 και η σύζυγος του. Από τα χτυπήματα που δέχθηκε από την κατηγορούμενη, το αίμα έτρεχε επί μισή ώρα περίπου και του περιποιήθηκε τα τραύματα ο Μ.Κ.
- Επίσης μετά το περιστατικό ο παραπονούμενος είχε πόνους στο στήθος. Τα γυαλιά του βρέθηκαν μετά στην κατοχή της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωση της ανέφερε τα εξής: «Με τον κύριο Γιαννάκη (τον παραπονούµενο) συµφωνήσαµε ότι στις 9.12.13 θα πήγαινα να πιάσω τα µεγάλα µου έπιπλα από το διαµέρισµα και να του δώσω τα κλειδιά του διαµερίσµατος αφού µε τη συγκάτοικο µου είχαµε αποφασίσει να αφήσουµε το διαµέρισµα. Τα έπιπλα µου θα µε βοηθούσε να τα µετακινήσω ο κουµπάρος µου, ο οποίος θα δανειζόταν φορτηνάκι για να µεταφέρω τα πράγµατα µου στην Πάφο από όπου κατάγοµαι. Δυστυχώς ο κουµπάρος µου δεν µπόρεσε να φέρει φορτηνάκι οπότε κατά τις 17.00 το απόγευµα (9.12.13) που ήρθε ο κ. Γιαννάκης να πάρει τα κλειδιά, όταν του είπα ότι δεν µπορώ να µετακινήσω τα έπιπλα µου µε πλησίασε απειλητικά, ήρθε µπροστά στο πρόσωπο µου. Τότε εγώ του είπα να φύγει από το διαµέρισµα και αυτός µου είπε ότι είναι δικό του το διαµέρισµα και µετά µου είπε να φύγω εγώ και να πάω στ' ανάθεµα. Μετά µε έπιασε από το µαλλί και µε κτύπησε στο κεφάλι. Εγώ προσπάθησα να τον απωθήσω. Θυµούµαι ότι δεν µπορούσα να τα καταφέρω. Ο κ. Γιαννάκης προσπαθούσε ενώ µε κρατούσε από τα µαλλιά να µε βγάλει έξω από το διαµέρισµα ενώ εγώ προσπαθούσα να ξεφύγω. Σταµάτησε όταν ήρθε ο γείτονας µου, ο οποίος µε έβγαλε έξω και µε πήρε στο διαµέρισµα του. Από την επίθεση που δέχτηκα απέκτησα θλαστικό τραύµα στη δεξιά πλευρά του προσώπου µου κοντά στο µάτι. Εξακολουθώ µέχρι και σήµερα να έχω σηµάδι από τις ραφές και το χτύπηµα. Θέλω να αναφέρω στο Δικαστήριο σας ότι ούτε πάτσο του έδωσα ούτε τον κλώτσησα ούτε και τον εππούνιαρα. Απλά του είπα ότι δεν µπορώ να φύγω εκείνη τη µέρα που συµφωνήσαµε. Επίσης ουδέποτε µου χάρισε οποιοδήποτε ενοίκιο όπως ανάφερε στο Δικαστήριο σας. Αντίθετα όταν έφυγα στις 9.12.13 από το διαµέρισµα του έπρεπε να πληρώσω το ενοίκιο του Δεκέµβρη το οποίο φυσικά δεν πλήρωσα άλλα δεν πήρα πίσω και την εγγύηση που του έδωσα που ισοδυναµούµε µε το ενοίκιο ενός µήνα. Για την επίθεση και τον τραυµατισµό µου κατάγγειλα τον κ. Γιαννάκη και έδωσα και κατάθεση στο Δικαστήριο για τα όσα συνέβηκαν εκείνη την µέρα από την θέση της παραπονούµενης. Ειδοποιήθηκα µετά από την Εισαγγελία ότι ο κ. Γιαννάκης είχε καταδικαστεί και πλήρωσε πρόστιµο για το τι µου έκανε». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στις ενέργειες που ο έκανε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Ο δε Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με συνέπεια και χωρίς αντιφάσεις τα όσα είδε και αντιλήφθηκε κατά τον επίδικο χρόνο και γενικά άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Το ίδιο όμως δεν μπορεί να λεχθεί και για την Μ.Κ.2, από το σύνολο της μαρτυρίας της οποίας, εγείρονται εύλογες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία, την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητα της ως αυτόπτη μάρτυρα. Αντίθετα αυτή έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να βοηθήσει τον παραπονούμενο να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, στην κατάθεση της τεκμήριο 6, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είπε ότι ενώ αυτή βρισκόταν με την κατηγορούμενη στο διαμέρισμα της τελευταίας και ενώ η πόρτα ήταν ανοικτή, μπήκε μέσα ο παραπονούμενος, είπε στην κατηγορούμενη πως έπρεπε να μετακομίσει τα πράγματα της, ξεκίνησαν να συζητούν και σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος πλησίασε σε πιο κοντινή απόσταση την κατηγορούμενη και της έλεγε να μην φωνάζει οπόταν αυτή αντέδρασε χτυπώντας τον με το χέρι της στο μάγουλο. Δεν θυμόταν όμως η μάρτυρας με ποιο χέρι τον χτύπησε. Τότε ο παραπονούμενος ρώτησε την κατηγορούμενη εάν τον χτύπησε και εκείνη τον έσπρωξε στο πρόσωπο για να φύγει από εκεί, με αποτέλεσμα τα γυαλιά του φύγουν από το πρόσωπο του και να μπλεκτούν στα μαλλιά της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη προχώρησε προς τα πίσω για να τον αποφύγει, η μάρτυρας φώναζε να σταματήσουν, πήγε εκεί ο Μ.Κ.3, ο οποίος έβαλε τον παραπονούμενο να καθίσει και του έφερε και νερό και η κατηγορούμενη έφυγε και πήγε στο διπλανό διαμέρισμα. Στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση της περιέγραψε όμως διαφορετικά τα γεγονότα ακόμη και ως προς τα ουσιώδη αυτών. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η συζήτηση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενης άρχισε με τον πρώτο να βρίσκεται στον διάδρομο και μετά να μπαίνει στο διαμέρισμα, ότι στην συνέχεια η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει και όταν ο παραπονούμενος πήγε κοντά της εκείνη τον χτύπησε στο μάγουλο με το χέρι και ότι μετά προσπάθησε να βγει έξω οπόταν ο παραπονούμενος την ρώτησε εάν τον χτύπησε, ότι η μάρτυρας τους φώναζε να σταματήσουν, ότι η κατηγορούμενη προσπαθούσε να βγει έξω και ότι μάλιστα έσπρωξαν και την μάρτυρα με αποτέλεσμα να χτυπήσει σε τραπεζάκι. Είπε επίσης ότι άκουσε τις φωνές ο Μ.Κ.3 και εκείνη την ώρα η κατηγορούμενη τα κατάφερε, σπρώχνοντας τόσο την μάρτυρα όσο και τον παραπονούμενο και ο Μ.Κ.3 την έπιασε και την πήρε στο διπλανό διαμέρισμα. Σε σχέση δε με την αναφορά της ότι τα γυαλιά του παραπονούμενου πιάστηκαν στα μαλλιά της κατηγορούμενης διευκρίνισε βασικά ότι αυτό δεν το είδε αλλά το συμπέρανε εκ του ότι τελικά βρήκε τα γυαλιά στο διπλανό διαμέρισμα όπου είχε πάει η κατηγορούμενη. Στην αντεξέταση της όταν ρωτήθηκε εάν είδε την κατηγορούμενη να σπρώχνει τον παραπονούμενο στο πρόσωπο όπως είπε στην κατάθεση της, αρχικά απάντησε υπεκφεύγοντας αναφερόμενη στα γυαλιά του παραπονούμενου και όταν στην συνέχεια της ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν είδε την κατηγορούμενη να κάνει κάτι τέτοιο, είπε πλέον ότι εκείνη χτύπησε τον παραπονούμενο στο πρόσωπο δύο φορές. Όταν της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι μόνο μια φορά έγινε αυτό, επέμενε ότι έγινε δύο φορές. Όταν της επαναλήφθηκε η ερώτηση εάν είδε την κατηγορούμενη να σπρώχνει τον παραπονούμενο στο πρόσωπο είπε, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ότι τον χτύπησε με το χέρι στο πρόσωπο και στην συνέχεια είπε ότι τον έσπρωξε καθώς προσπαθούσε να φύγει. Σε υποβολή δε ότι η κατηγορούμενη δεν χτύπησε ποτέ τον παραπονούμενο στο πρόσωπο, επέμενε ότι τον χτύπησε δύο φορές για να προσθέσει μάλιστα με σιγουριά ότι το έκανε με το δεξί χέρι στο δεξί του μάγουλο ενώ στην κατάθεση της είπε ότι δεν θυμόταν με ποιο χέρι το έπραξε αυτό η κατηγορούμενη. Όταν δε της τέθηκε το τι είπε σχετικά στην κατάθεση της, είπε μη πειστικά ότι το είπε αυτό στον αστυνομικό αλλά εκείνος έγραψε άλλο. Σε άλλο δε σημείο περιγράφοντας το τι έκανε η κατηγορούμενη είπε ότι την ώρα που η μάρτυρας προσπαθούσε να τους χωρίσει, η κατηγορούμενη προσπαθούσε να φύγει από τον παραπονούμενο, να βγει έξω και εκείνη την ώρα έκανε τα χέρια της και έκατσε ο παραπονούμενος στην καρέκλα και δεν πάλευαν και τότε ήλθε ο Μ.Κ.3 και πήρε την κατηγορούμενη στο διπλανό διαμέρισμα. Όταν δε της τέθηκε ότι στην κατάθεση της είπε ότι ο Μ.Κ.3 έβαλε τον παραπονούμενο να κάτσει και η κατηγορούμενη πήγε μόνη της στο διπλανό διαμέρισμα είπε ότι πρώτα ο Μ.Κ.3 την πήρε δίπλα και μετά επέστρεψε και πήρε ένα ποτήρι νερό στον παραπονούμενο. Τέλος πέραν των πιο πάνω και παρά το ότι ήταν η θέση της ότι ήταν η κατηγορούμενη που επιτέθηκε στον παραπονούμενο και όχι αντίθετα, εντούτοις ανέφερε χωρίς να δώσει κάποια λογική εξήγηση ότι η ίδια προσπαθούσε «για την κατηγορούμενη να μην γίνει κακό». Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της δεν μπορεί να μην εξετασθεί και να ληφθεί υπόψην και το γιατί ενώ στις 13.12.13 και ώρα 09:50 δήλωσε γραπτώς στην Αστυνομία ότι δεν ήθελε να δώσει κατάθεση ούτε να καταθέσει στο Δικαστήριο για το επίδικο περιστατικό (τεκμήριο 5), αργότερα την ίδια μέρα και συγκεκριμένα η ώρα 13:15 έδωσε κατάθεση όπου ανέφερε με λεπτομέρειες τα γεγονότα (τεκμήριο 6). Στην κυρίως εξέταση της όταν της αναγνώσθηκε το τεκμήριο 5 είπε, σε αντίθεση με αυτό, ότι κατάθεση ήθελε να δώσει αλλά να μην πάει στο Δικαστήριο και ότι όταν ο αστυνομικός βασικά της είπε ότι εάν χρειαστεί θα πάει στο Δικαστήριο, εκείνη έφυγε. Σε σχέση με το γιατί τελικά έδωσε κατάθεση θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν η θέση που της υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι το έκανε μετά από υπόσχεση που της δόθηκε να της δώσουν πίσω την δουλειά της να καθαρίζει την πολυκατοικία. Όσον δε αφορά τον λόγο που έδωσε την κατάθεση τεκμήριο 6, ερωτώμενη από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, είπε ότι όταν έφυγε από την Αστυνομία στις 13.12.13 το πρωί, πήγε σε κάποια ξαδέλφη της, η οποία την είδε αναστατωμένη και της είπε τι έγινε οπόταν η ξαδέλφη της της είπε να πάει να δώσει κατάθεση και να πει τι έγινε και μπορεί να μην πάνε στο Δικαστήριο. Επειδή και η ίδια δεν ένιωθε καλά πήγε πίσω στην Αστυνομία σε 10 λεπτά και έδωσε κατάθεση. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, την κατάθεση της τεκμήριο 6 την έδωσε σχεδόν 3 ½ ώρες αργότερα. Όταν της τέθηκε αυτό στην κυρίως εξέταση, έδωσε την μη πειστική απάντησε ότι δεν θυμάται εάν ήταν τρεις ώρες και επανέλαβε τα όσα είπε για την επίσκεψη στην ξαδέλφη της. Στην αντεξέταση της δέχθηκε ότι καθαρίζοντας την πολυκατοικία ουσιαστικά πληρωνόταν από τον παραπονούμενο με αφαίρεση από τα κοινόχρηστα που πλήρωνε. Ανέφερε δε αρχικά ότι ξανάρχισε να καθαρίζει την πολυκατοικία αρκετό καιρό μετά το επεισόδιο, όταν της το ζήτησε η σύζυγος του παραπονούμενου. Όταν όμως ρωτήθηκε πότε ξεκίνησε να καθαρίζει είπε ότι δεν θυμάται πότε και ότι ήταν στο διάστημα που κατοικούσε εκεί η κατηγορούμενη και πριν φύγει από εκεί η τελευταία και στην συνέχεια δέχθηκε ότι αυτό έγινε κοντά στο επίδικο επεισόδιο. Περαιτέρω στην αντεξέταση της είπε ότι πήγε μετά που επισκέφθηκε την ξαδέλφη της για να δώσει κατάθεση για να νιώθει άνετα επειδή κατοικεί στην πολυκατοικία και για να νιώσει ασφαλής. Όταν όμως αμέσως μετά εύλογα ρωτήθηκε γιατί ήθελε να νιώθει ασφαλής και τι φοβόταν, είπε βασικά ότι το έκανε για να νιώθει άνετα και ότι δεν φοβόταν τον παραπονούμενο. Τα πιο πάνω κρίνονται από μόνα τους ότι δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της Μ.Κ.2, πόσο μάλλον εάν συνδυασθούν με το ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος κατά την μαρτυρία του αποκάλυψε ότι αυτός πήγε με την Μ.Κ.2 στην Αστυνομία όταν εκείνη θα έδιδε κατάθεση, χωρίς να εξηγήσει το γιατί, εφόσον ο ίδιος έκανε καταγγελία στις 9.12.13 και δεν έδωσε κατάθεση παρά μόνο στις 17.12.
- Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ούτε όμως ο παραπονούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να δείξει ότι απρόκλητα δέχθηκε επίθεση και τραυματίσθηκε από την κατηγορούμενη και να δημιουργήσει μια αρνητική εικόνα για την τελευταία. Στα πλαίσια όμως αυτά περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις του δεν ήταν σταθερές, ούτε πειστικές ενώ κάποιες εξ αυτών διαψεύδονται ακόμη και από την μαρτυρία της Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι στις 9.12.13 είχε πάει στο διαμέρισμα που ενοικίαζε στην κατηγορούμενη και ότι μετά από συζήτηση, όταν της είπε ότι έπρεπε να φύγει τα πράγματα της, εκείνη βασικά απρόκλητα τον χτύπησε. Διευκρίνισε δε ως προς την επίθεση που δέχθηκε ότι του έδωσε ένα πάτσο δηλ. χαστούκι στο δεξιό μάγουλο, τον χτύπησε με τα χέρια στο κεφάλι και τον κλώτσησε στα πόδια και επίσης τον χτύπησε με τα χέρια στο στήθος και του είπε να φύγει με αποτέλεσμα να τραυματισθεί στο δεξί χέρι και ανάμεσα στα φρύδια. Στην κυρίως εξέταση του όμως περιγράφοντας το ίδιο επεισόδιο, σε αντίθεση με την κατάθεση του, είπε ότι καθώς μιλούσε στην κατηγορούμενη εκείνη του έδωσε μια γροθιά προς τα πάνω και έδειξε την περιοχή κοντά στο φρύδι και ότι μόλις άρχισε να αιμορραγεί, η κατηγορούμενη έτρεξε να φύγει να πάει στο διπλανό διαμέρισμα γιατί ίσως να νόμισε ότι αυτός θα της επιτίθετο. Περαιτέρω σε αντίθεση και πάλι με την κατάθεση του είπε ότι η κατηγορούμενη εκτός του ότι τον κλώτσησε στα πόδια τον κλώτσησε και στο χέρι όπου άνοιξε αιμορραγία ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι τον κλώτσησε και στην κοιλιά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και η Μ.Κ.2 που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι είδε την κατηγορούμενη να κλωτσά τον παραπονούμενο ενώ αυτός στον Μ.Κ.1, όταν έκανε την καταγγελία στις 9.12.13, είπε ότι η κατηγορούμενη του επιτέθηκε και τον χτύπησε με τα χέρια της στο πρόσωπο και στο στήθος. Ήταν επίσης η θέση του τόσο στην κατάθεση του όσο και αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του ότι, μετά που τον χτύπησε η κατηγορούμενη και τον είδε να αιμορραγεί αυτή έφυγε τρέχοντας και πήγε στο διπλανό διαμέρισμα. Σε άλλο σημείο όμως της κυρίως εξέτασης του είπε ότι όταν πήγε εκεί ο Μ.Κ.3, ο ίδιος έσπρωχνε την κατηγορούμενη προς τα πίσω, όταν εκείνη τον χτυπούσε και ο Μ.Κ.3 την έπιασε και την πήρε στο διαμέρισμα του, για να πει όμως και πάλι σε αντίθεση με το πιο πάνω ότι μόλις εκείνη τον είδε να αιμορραγεί φοβήθηκε πως θα της επιτεθεί και έτρεξε να φύγει. Το πιο πάνω όμως διαψεύδεται από τον Μ.Κ.3, ο οποίος είπε ότι όταν τους είδε για πρώτη φορά ήταν πιασμένοι χέρια χέρια δηλ. είχαν προτεταμένα τα χέρια τους και απομάκρυναν ο ένας τον άλλο, χωρίς να χτυπιούνται και ότι θέλοντας να προστατεύσει την κατηγορούμενη αυτός την πήρε και την έβγαλε από το διαμέρισμα και την οδήγησε στο δικό του. Όσον δε αφορά τα τραύματα του είπε ότι αιμορραγούσε μεταξύ των φρυδιών αλλά και στο δεξί χέρι και έδειξε συγκεκριμένα σε σημείο του δεξιού πήχη ενώ από την εξέταση που του έγινε την ίδια ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά ρινός στην δεξιά μεριά του προσώπου και απώλεια δέρματος στον δεξιό αντίχειρα βάσης και όχι στον πήχη. Ήταν δε προφανές ότι αναφέρθηκε και σε κλοτσιά στο χέρι για να δικαιολογήσει τον εκεί τραυματισμό του. Και σε σχέση με αυτό όμως πρέπει να λεχθεί ότι ούτε καν η Μ.Κ.2 δεν αναφέρθηκε ότι αυτός δέχθηκε οποιοδήποτε χτύπημα στο χέρι από την κατηγορούμενη. Όσον δε αφορά το τραύμα μεταξύ των φρυδιών, όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό προκλήθηκε από τα γυαλιά του και όχι από χτύπημα από την κατηγορούμενη, αρχικά επέμενε ότι ήταν χτύπημα για να πει στην συνέχεια «χτύπησα και τα γυαλιά μου η ίδια τα είχε και μου δημιουργήθηκε αυτό το πρόβλημα και από το χτύπημα μπήκαν τα γυαλιά μου μέσα στα μαλλιά της και μπλέχτηκαν». Δεν δέχθηκε δε ότι προχώρησε απειλητικά προς τα μέρος της κατηγορούμενης όταν μπήκε στο διαμέρισμα ενώ η Μ.Κ.2 είπε ότι σε κάποια στιγμή ότι αυτός πλησίασε σε πιο κοντινή απόσταση την κατηγορούμενη. Προσπάθησε δε να δικαιολογήσει τον τραυματισμό της κατηγορούμενης λέγοντας ότι το γδάρσιμο που αυτή είχε στο δεξί της φρύδι πρέπει να προήλθε από τα γυαλιά του όταν αυτά σφηνώθηκαν στα μαλλιά της. Δεν έδωσε όμως λογική και πειστική εξήγηση πως ενώ αυτός στεκόταν απέναντι από την κατηγορούμενη και δεχόταν κτυπήματα από αυτήν, τα γυαλιά του κατέληξαν και σφηνώθηκαν στα μαλλιά της. Ήταν επίσης η θέση του, την οποία υποστήριξε και στην αντεξέταση ότι μετά το περιστατικό είχε πόνους στο στήθος και δεν ένιωθε καλά. Από την άλλη ο ίδιος δέχθηκε ότι δύο μέρες μετά, όταν η κατηγορούμενη πήρε φορτηγό και απομάκρυνε τα πράγματα από το διαμέρισμα, αυτός ακολούθησε το φορτηγό λέγοντας ότι το έκανε γιατί είχε να παίρνει ενοίκια και ρεύμα και έπρεπε να ξέρει που θα έβρισκε την κατηγορούμενη για σκοπούς Δικαστηρίου. Δεν είναι όμως λογικό κάποιος να είχε τέτοιους πόνους στο στήθος και ενώ ως ο ίδιος είπε, είχε υποβληθεί και σε επέμβαση στην καρδία, δύο μέρες αργότερα να παρακολουθεί που θα πήγαινε η κατηγορούμενη. Προσπάθησε δε να πείσει ότι η κατηγορούμενη φεύγοντας του χρωστούσε το ρεύμα, το νερό και το νοίκι και μάλιστα ότι αυτά ανέρχονταν περί τα 2.500‑3.000 ενώ του έκανε και ζημιές. Μάλιστα ανέφερε ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του στο Δικαστήριο για αργότερα. Σε άλλο όμως σημείο όταν ρωτήθηκε σχετικά είπε το νοίκι πληρωνόταν πάντα κανονικά ενώ είναι παράδοξο το ότι μετά από τόσα χρόνια δεν κινήθηκε ακόμη νομικά. Προφανώς ανέφερε τα πιο πάνω ώστε να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για την κατηγορούμενη. Προσπάθησε δε να αποκρύψει το γεγονός ότι αυτός ήταν κατηγορούμενος σε άλλη υπόθεση για το ίδιο περιστατικό και ότι μάλιστα καταδικάσθηκε. Έτσι όταν ρωτήθηκε εάν υπήρξε κατηγορούμενος, αρχικά απέφευγε να απαντήσει, για να το αρνηθεί στην συνέχεια όπως και το ότι καταδικάσθηκε. Όταν τελικά δέχθηκε ουσιαστικά ότι υπήρξε κατηγορούμενος για τα ίδια γεγονότα σε άλλη υπόθεση, αρνήθηκε και πάλι ότι καταδικάστηκε ενώ στην συνέχεια ουσιαστικά το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι πλήρωσε ένα πρόστιμο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η κατηγορούμενη, ως έχει προαναφερθεί, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή της αυτήν κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Στην παρούσα η κατηγορούμενη με την ανώμοτη της δήλωση αναφέρει βασικά ότι δεν ήταν η ίδια που επιτέθηκε στον παραπονούμενο αλλά το αντίθετο. Με άλλα λόγια επιχειρεί να προβάλει γεγονότα όχι απλά διαφορετικά αλλά εντελώς αντίθετα από αυτά που προέβαλαν ο παραπονούμενος με την Μ.Κ.
- Ως όμως έχει προαναφερθεί μια ανώμοτη δήλωση δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί στην ανώμοτη αυτή δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα. Κατάληξη Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι στις 9.12.13 έλαβε χώραν ένα επεισόδιο μεταξύ της κατηγορούμενης και του παραπονούμενου, κατά το οποίο και οι δύο τους υπέστησαν σωματικές βλάβες. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη ήταν αυτή που επιτέθηκε στον παραπονούμενο και με αυτόν τον τρόπο του προκάλεσε τις σωματικές βλάβες, ως της αποδίδεται στην κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή, η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης, στήριξε την υπόθεση της στην μαρτυρία του παραπονούμενου και της Μ.Κ.
- Η μαρτυρία όμως αυτή, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω ασφαλή και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Αυτό όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ της κατηγορούμενης. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία την επίδικη κατηγορία. Συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη)