← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης: 17269/14, 31/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης: 17269/14, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17269/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Χαράλαμπος Σταύρου Ημερομηνία: 31.3.2017. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Χ'Λοίζου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελών πράξεων που προκαλούν σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 237 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ 14ης Μαρτίου 2007 και 17ης Δεκεμβρίου 2012, στην Παρεκκλησιά, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να διενεργήσει πράξη την οποίαν είχε καθήκον να εκτελέσει και από την οποία προκλήθηκε σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή ενώ ήταν υπεύθυνος για την ανέγερση της οικίας της Ιάνθης Καμιναρά, ως εργολάβος οικοδομών, παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή κατασκευή πατώματος στην σοφίτα της πιο πάνω οικίας, με αποτέλεσμα ενώ η Ιάνθη Καμιναρά βρισκόταν στην σοφίτα το πάτωμα τρύπησε και αυτή έπεσε από ύψος 3 μέτρων, με αποτέλεσμα να προκληθεί σωματική βλάβη σε αυτήν. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατόπιν αιτήματος από την υπεράσπιση, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, δίδοντας λεπτομέρειες ως προς την κατηγορία, δήλωσε ότι τα αναγκαία μέτρα που παρέλειψε να λάβει ο κατηγορούμενος, για την ασφαλή κατασκευή πατώματος στην σοφίτα, ήταν να τοποθετήσει σε όλο το πάτωμα, τόσο στον όροφο όσο και στην στέγη, πλακάζ OSB. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.3767 Ιωάννης Ανδρονίκου, του Αστυνομικού Σταθμού Μονής. Η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για την παρούσα στις 4.5.
  1. Στις 30.7.12 ο μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αρχιτέκτονα Ισμήνη Δημητρίου και εκεί βρισκόταν και ο αδελφός αυτής Αριστοτέλης Σάββα, πολιτικός μηχανικός. Και οι δύο του ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν να πάνε στο Σταθμό για λήψη γραπτής κατάθεσης. Επίσης του ανέφεραν ότι ήταν η αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός της επίδικης οικοδομής και ότι στα σχέδια που έκαναν, δεν υπήρχε σοφίτα αφού αυτή θα ήταν παράνομη και δεν ήταν υπεύθυνο. Ο μάρτυρας στις 18.12.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2) και στις 10.1.13 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Αριστοτέλη Σάββα (τεκμήριο 3) και την Ισµήνη Χ"Δηµητρίου (τεκμήριο 4). Επίσης ο μάρτυρας στις 10.10.13 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το επίδικο αδίκημα (τεκμήριο 10). Οι ισχυρισμοί των Σάββα και Χ"Δηµητρίου ως προς το πότε και σε ποιο στάδιο του έργου αποχώρησαν δεν διερευνήθηκαν. Αυτός μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης. Είδε την τρύπα στο ταβάνι (την αναγνώρισε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 13), ανέβηκε προς την σοφίτα αλλά δεν πάτησε πάνω στην σοφίτα γιατί όπως του ανέφεραν υπήρχε κίνδυνος να πέσει. Δεν θυμόταν δε πως ήταν ο χώρος της σοφίτας. Η παραπονούμενη του παρέδωσε για την παρούσα διάφορα έγγραφα και συγκεκριμένα: μελέτη που έγινε από τον Μάριο Κωνσταντινίδη (τεκμήριο 5), άδεια οικοδομής (τεκμήριο 6), ιατρικό πιστοποιητικό από τον Δρα Πίπη Αργυρόπουλο (τεκμήριο 7), συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της εταιρείας του κατηγορούμενου (τεκμήριο 8), έγγραφο από τον Αριστοτέλη Σάββα και υποδείξεις προς τον κατηγορούμενο από την Ισμήνη Χ"Δημητρίου (τεκμήριο 9). Δεν θυμάται δε εάν διερεύνησε τον ισχυρισμό της Χ"Δημητρίου ότι απέστειλε στον εργολάβο και την παραπονούμενη επιστολή ημερ. 30.3.
  2. Πέραν των ανωτέρω δεν έκανε άλλες ενέργειες. Η εισήγηση του στους προϊσταμένους του για την υπόθεση, μετά την διερεύνηση, ήταν όπως αυτή καταχωρηθεί ως μη ποινικής φύσεως. Δεν γνωρίζει δε γιατί ο πολιτικός μηχανικός και η αρχιτέκτονας δεν κατηγορήθηκαν. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η παραπονούμενη Ιάνθη Καμιναρά, σύμφωνα με την οποία: Η οικία στην οποία διαμένει κατασκευάσθηκε κατόπιν συμφωνίας που έγινε περί τα τέλη του 2007, από την εταιρεία The ideal Wodden House Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος. Τον Ιούνιο του 2009 η παραπονούμενη κατοίκησε στο εν λόγω σπίτι παρόλο που εξωτερικά οι εργασίες δεν είχαν συμπληρωθεί. Το έργο ήταν υπό την επίβλεψη της αρχιτέκτονα Ισμήνης Χ'Δημητρίου και του πολιτικού μηχανικού Αριστοτέλη Σάββα. Το σπίτι είναι κατασκευασμένο με ξύλινο σκελετό και τοιχοποιία από γυψοσανίδα. Στις 17.12.11 και περί ώρα 11:00 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι ανέβηκε από ανοιγόμενη σκάλα στην σοφίτα, την οποία χρησιμοποιεί ως αποθηκευτικό χώρο και γυμναστήριο. Προχώρησε προς το βάθος της σοφίτας, πήρε ένα κιβώτιο και ξαφνικά υποχώρησε το πάτωμα, δηλαδή άνοιξε τρύπα κάτω από τα πόδια της και άρχισε να πέφτει. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά τελικά δεν τα κατάφερε και έπεσε από ύψος 3 μέτρων στο ισόγειο, στο χώρο της τραπεζαρίας - κουζίνας, αφού προηγουμένως χτύπησε στην δεξιά της πλευρά σε ξύλινη δοκό. Στην συνέχεια αφού συνήλθε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος μεταξύ άλλων της είπε «Ήταν ανάγκη να πατήσεις ποτζεί πίσω;». Μετά από 2 μέρες επισκέφθηκε ιδιώτη ιατρό, ο οποίος την εξέτασε. Από έλεγχο που έγινε από τον πολιτικό μηχανικό Μάριο Κωνσταντινίδη, διεφάνη ότι στο πάτωμα της σοφίτας έπρεπε να γίνει δαπέδωση με πλακάζ OSB έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να πατήσει πάνω. Στην σοφίτα έγινε μερική δαπέδωση με το συγκεκριμένο υλικό αλλά όχι στο σημείο από όπου έπεσε η παραπονούμενη. Όσον αφορά την εν λόγω σοφίτα είπε ότι επειδή το σπίτι έχει τρεις μεγάλες κεκλεισμένες στέγες, στην πορεία παρά το ότι δεν ήταν στα αρχικά σχέδια, σκέφτηκε να αξιοποιήσουν τους χώρους αυτούς γιατί είναι αρκετά μεγάλοι και ζητήσαν από τον κατηγορούμενο, σε συνεννόηση πάντοτε με την αρχιτέκτονα και τον πολιτικό μηχανικό, να μετατρέψουν τους χώρους αυτούς σε σοφίτες. Οπόταν συνολικά κατασκευάστηκαν τρεις σοφίτες, δύο μικρότερες και μια μεγαλύτερη. Οι δύο μάλιστα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άνετα σαν διαμερίσματα και έβαλαν πολύ μεγάλα παράθυρα. Η επίδικη σοφίτα είναι η μεγαλύτερη από τις τρεις με εμβαδό περί τα 80‑90 τετραγωνικά μέτρα. Πρόσβαση σε αυτήν υπάρχει μέσω ανοιγόμενης σκάλας. Στο σημείο από όπου έπεσε, το ύψος από τις μορίνες της στέγης ξεπερνά το 1 μέτρο και εκεί μπορεί να σταθεί όρθια. Ως διαπιστώθηκε αργότερα από άλλο πολιτικό μηχανικό που τα εξέτασε, ο χώρος στην σοφίτα που δεν έγινε δαπέδωση είναι περίπου 30 τετραγωνικά μέτρα. Το ύψος της σοφίτας ήταν 3 μέτρα με κλίση προς το βάθος και μόνο στο βάθος δεν μπορεί κάποιος να σταθεί. Στο σημείο όπου έπεσε είχε αποθηκεύσει κιβώτια και δίπλα υπήρχε δαπέδωση αλλά όχι εκεί που έπεσε. Δηλαδή γύρω ‑ γύρω υπήρχε ένα πλαίσιο περί τα δύο πόδια με δαπέδωση, οπόταν μπορούσε κάποιος να σταθεί και να τοποθετήσει κάτι. Όταν όμως πάτησε δίπλα συνέβηκε το ατύχημα. Ο χώρος είναι καθ' όλα προσβάσιμος, δεν είναι διαχωρισμένος από τον υπόλοιπο χώρο και δεν υπάρχει ούτε κάποιο προειδοποιητικό σήμα ότι δεν πρέπει κάποιος να πατήσει. Το μόνο που είχε προσέξει είναι ότι ενώ στον υπόλοιπο χώρο βλέπεις το πάτωμα, εκεί που έπεσε είχε δει πετροβάμβακα από πάνω απλωμένο σε όλα τα 30 τετραγωνικά μέτρα και μάλιστα διερωτήθηκε «Μα γιατί ο πετροβάμβακας είναι πάνω χύμα απλωμένος και δεν είναι κάτω από το πλακάζ όπως θα έπρεπε;». Όπως όμως διαπίστωσε μετά, δεν υπήρχε πλακάζ από κάτω αλλά μόνο γυψοσανίδα, στην οποία με το που πάτησε έσπασε. Ο κατηγορούμενος δεν της ανέφερε πως έπρεπε να κινείται στον εν λόγω χώρο και ήξερε πολύ καλά ότι αυτός θα χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος και για γυμναστήριο. Πριν γίνει το συμβάν είχε ανέβει στην σοφίτα με τον κατηγορούμενο 2-3 φορές, χωρίς αυτός να την προειδοποιήσει πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Μάλιστα λίγες μέρες πριν το ατύχημα, είχε ανεβεί με τον κατηγορούμενο εκεί, διότι τον κάλεσε επειδή έμπαζαν νερά τα παράθυρα και αυτός ουσιαστικά την ενθάρρυνε να χρησιμοποιεί τον χώρο όπου έπεσε λέγοντας της «Το πίσω μέρος να το κάμεις αποθήκη για να έχεις εδώ το γυμναστήριο σου». Η ίδια ανέβαινε συχνά στη σοφίτα, όπου είχε ακόμη αντικείμενα σε κιβώτια από την μετακόμιση. Οι φωτογραφίες τεκμήριο 13 είναι από την τρύπα που άνοιξε στο πάτωμα της σοφίτας όταν έπεσε, τις έβγαλε ο πολιτικός μηχανικός Μ.Κ.4 και τις παρέδωσε η ίδια στην Αστυνομία. Έχουν δε ληφθεί από το ισόγειο και δείχνουν το ταβάνι με την τρύπα. Το τεκμήριο 6 είναι η πολεοδομική άδεια με τους όρους της και η άδεια οικοδομής της οικίας. Το τεκμήριο 5 είναι έκθεση για όλες τις κακοτεχνίες της οικίας, την οποία έκανε, μετά που του το ανέθεσε αυτή, ο Μ.Κ.
  3. Το τεκμήριο 7 είναι το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο ορθοπεδικός Πίπης Αργυρόπουλος σχετικά με τους τραυματισμούς που υπέστη από την πτώση. Το τεκμήριο 8 είναι το συμφωνητικό έγγραφο που έκανε με την εταιρεία του κατηγορούμενου για την ανέγερση της οικίας και το τεκμήριο 9 είναι επιστολές από τον πολιτικό μηχανικό Σάββα προς τον κατηγορούμενο με διάφορες παρατηρήσεις και από την αρχιτέκτονα Χ"Δημητρίου και πάλι προς τον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω τα παρέδωσε η ίδια στην Αστυνομία. Τον κατηγορούμενο της τον είχε συστήσει ως εργολάβο η πιο πάνω αρχιτέκτονας. Στην πορεία των εργασιών ανέγερσης η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι ενώ η αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός της έλεγαν ότι θα πήγαιναν πάρα πολύ συχνά για επίβλεψη, πήγαιναν πολύ αραιά ή και καθόλου και ποτέ στην παρουσία της. Η ίδια τους έλεγε «Μα πότε θα έρθετε; Ο εργολάβος προχωρά από μόνος του, δεν τον ελέγχει κανένας». Στη συνέχεια είχε αντιληφθεί ότι η αρχιτέκτονας υπέγραφε συνέχεια διατακτικά για πληρωμή χωρίς να ελέγχει την εργασία που γινόταν και σε μια περίπτωση ότι του είχε εκδώσει διατακτικό πληρωμής για εργασία που δεν είχε γίνει. Τότε τους κάλεσε όλους στην οικοδομή και αφού τους εξήγησε τους λόγους, έπαυσε την αρχιτέκτονα και τον πολιτικό μηχανικό. Αυτό έγινε όταν το σπίτι είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και είχαν χτιστεί και οι σοφίτες ενώ είχαν μείνει μόνο εξωτερικές εργασίες και μπογιατίσματα. Στην συνέχεια διόρισε άλλον αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Οι σοφίτες δεν προβλέπονταν στα αρχιτεκτονικά σχέδια αλλά ήταν επιπλέον εργασίες όπως και πάρα πολλές άλλες τέτοιες που είχε ζητήσει στην πορεία. Πάντοτε με την έγκριση της αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού, πάντοτε εκδίδονταν διατακτικά πληρωμής και πάντοτε εξέδιδε ο εργολάβος λίστα με επιπλέον εργασίες και με κοστολόγηση. Έτσι η αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός είχαν γνώση για την κατασκευή των σοφίτων. Τις ελάχιστες φορές που αυτοί πήγαν να επιβλέψουν είδαν και τις σοφίτες και υπέδειξαν στον κατηγορούμενο πώς να τις κάνει. Είχαν δε πληροφορήσει την παραπονούμενη για τα υλικά από τα οποία θα κατασκευαζόταν η σοφίτα και συγκεκριμένα ότι η δαπέδωση θα γινόταν με πλακάζ OSB όπως και σε όλο το σπίτι η τοιχοποιία. Αυτό ήταν το υλικό που συμφωνήθηκε και το γνώριζε ο κατηγορούμενος. Το συγκεκριμένο υλικό άλλωστε χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των 2/3 της επίδικης σοφίτας και στις άλλες σοφίτες. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η μητέρα της παραπονούμενης, Αύρα Καμιναρά, με την οποία διαμένει στην επίδικη οικία. Κατοίκησαν εκεί τον Ιούλιο του 2009 ενώ το σπίτι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Στις 17.12.11 ημέρα Σάββατο και περί ώρα 11:00 βρισκόταν στην εν λόγω οικία και καθόταν με την άλλη κόρη της και την εγγονή της στο καθιστικό. Η παραπονούμενη ανέβηκε στην σοφίτα για να κατεβάσει χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ξαφνικά η μάρτυρας άκουσε ένα μπαμ και είδε την παραπονούμενη να πέφτει από το ταβάνι, από τη σοφίτα. Έπεσε κάτω, χτύπησε, πονούσε παντού, ζαλιζόταν. Της είπαν να την πάρουν σε γιατρό αλλά εκείνη δεν ήθελε. Ήθελε να πάει να ξαπλώσει. Έμεινε ξαπλωμένη όλη εκείνη την ημέρα και την επόμενη. Ζαλιζόταν πάλι, πονούσε παντού και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Την επόμενη δηλ. την Δευτέρα η παραπονούμενη συνέχιζε να πονά πάρα πολύ και αποφάσισε να πάει σε γιατρό. Την μετέφερε εκεί η αδελφή της. Η μάρτυρας ανέβηκε μέσω της σκάλας, πολλές φορές στην σοφίτα αυτή. Ο χώρος της είναι πολύ μεγάλος αφού καλύπτει τον αντίστοιχο του καθιστικού, της τραπεζαρίας, της κουζίνας και της μικρής κουζίνας και μπορούσες να περπατήσεις σε όλη την σοφίτα. Είναι δε χώρος ανοικτός χωρίς διαχωριστικά εκτός από κάποια ξύλα σαν δοκούς, τα οποία είναι στο χαμηλό μέρος της σοφίτας και κρατούν την στέγη. Σε κάποιο μέρος του εν λόγω χώρου έχει πλακάζ. Στο σημείο όμως από όπου έπεσε η παραπονούμενη υπήρχε υαλοβάμβακας. Επίσης στο εν λόγω σημείο χωρούσε την παραπονούμενη, η οποία είναι ύψους 1.65 μ. να σταθεί. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο πολιτικός μηχανικός Μάριος Κωνσταντινίδης. Η παραπονούμενη ζήτησε από αυτόν να διεξάγει μελέτη για κακοτεχνίες στην οικία της και να ετοιμάσει σχετική έκθεση, ώστε αυτή να δοθεί στον εργολάβο για να προχωρήσει με επιδιόρθωση τους, πριν την εκπνοή του ενός χρόνου εγγύησης για επιδιόρθωση των ζημιών. Στα πλαίσια αυτά ο μάρτυρας επισκέφθηκε την εν λόγω οικία πολλές φορές, μίλησε με τον κατηγορούμενο και κατήρτισε σχετική έκθεση (τεκμήριο 5). Τα σχετικά με την παρούσα αναφέρονται στην σελίδα 15 του τεκμηρίου 5 και συγκεκριμένα: «
  4. Πλακάζ OSB πάνω εις πάτωµα ορόφου. Θα θέλαµε να σας ενηµερώσουµε ότι όλο το πάτωµα τόσο στον όροφο όσο και η στέγη θα έπρεπε να έχει πλακάζ από OSB σύµφωνα µε τα στατικά σχέδια και τις αρχιτεκτονικές λεπτοµέρειες άσχετα µε το γεγονός αν είναι βατό ή επισκέψιµο. Εποµένως εάν υπήρχε πλακάζ ως απαιτείτο στο πάτωµα δεν θα προκαλείτο η πτώση και ο τραυµατισµός σας». Εξηγώντας αυτό ο μάρτυρας είπε ότι στη σοφίτα, σε κάποιους χώρους, σε ένα μεγάλο εμβαδόν χώρου, δεν είχε πλακάζ ώστε να μπορεί να περπατήσει κάποιος πάνω, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να πέσει και είπαν στον εργολάβο δηλ. τον κατηγορούμενο ότι όφειλε να το βάλει. Ο εν λόγω χώρος ήταν επισκέψιμος και τα πλακάζ αυτά έπρεπε να τοποθετηθούν με βάση τα στατικά σχέδια και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Εξήγησε περαιτέρω ότι στα στατικά σχέδια όπου υπήρχε ξύλινο δοκάρι, έδειχνε ότι έπρεπε να μπει πλακάζ OSB δηλ. ξύλο με κάποιο πάχος, που έχει την ιδιότητα να είναι άκαμπτο και μπορεί κάποιος να περπατά πάνω. Εκεί που δημιουργήθηκε η τρύπα υπήρχε γυψοσανίδα. Όσον αφορά τις φωτογραφίες που φαίνονται στο προαναφερόμενο σημείο της έκθεσης τεκμήριο 5 και είναι οι ίδιες με αυτές του τεκμηρίου 13, τις έβγαλε ο ίδιος όταν επισκέφθηκε τον χώρο μετά που ειδοποιήθηκε από την παραπονούμενη για την πτώση της. Εξήγησε δε ότι η πτώση έγινε κατά την διάρκεια που αυτός συνέτασσε την έκθεση του, η οποία άρχισε πριν την πτώση και ολοκληρώθηκε μετά από αυτήν. Όσον δεν αφορά τον χώρο της σοφίτας ανέφερε ότι τον επισκέφθηκε αλλά δεν μπορούσε λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου να τον θυμηθεί με ακρίβεια. Θυμόταν όμως ότι η τρύπα ήταν περί το 1‑1,5 μέτρο κοντά στο κέντρο της στέγης. Ο χώρος ήταν προσβάσιμος. Η δε στέγη ήταν δίκλινη και ήταν περίπου 1,5 μέτρο. Ερωτώμενος εάν έθεσε το θέμα αυτό στον εργολάβο είπε ότι το έθεσε γραπτώς μέσω της έκθεσης του και ότι βρέθηκε με αυτό και πριν και μετά. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Ειδικός Ορθοπεδικός, Δρ. Πίπης Αργυρόπουλος. Ο μάρτυρας εξέτασε στις 19.12.11 την παραπονούμενη στο ιατρείο του και διαπίστωσε:
(1)τοπική ευαισθησία και επώδυνo περιορισμένη κινητικότητα αυχενικής μοίρας με αντανάκλαση του πόνου στους ώμους κατά τις ακραίες κινήσεις κάμψεως και εκτάσεως,
(2)επώδυνους εκτεταμένους μώλωπες σε αμφότερους τους βραχίονες και
(3)εκσεσημασμένη τοπική ευαισθησία κάτω μέρος δεξιού ημιθωρακίου και περιοχής του ήπατος συνοδευόμενη από ελάττωση του εύρους των αναπνευστικών κινήσεων λόγω τού πόνου/δίνοντας την εντύπωση καταγμάτων των πλευρών στην οστεοχονδρική περιοχή. Οι ακτινογραφίες πλευρών έδειξαν κάταγμα της 9ης πλευράς δεξιά άνευ μετατόπισης (κατάγματα χόντρινου μέρους των πλευρών δεν απεικονίζονται στις ακτινογραφίες αλλά μετά από κλινική διάγνωση). Χορηγήθηκε στην παραπονούμενη φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη απόλυτη ανάπαυση και αποφυγή οιασδήποτε φύσης εργασίας για 4 εβδομάδες. Επίσης συνεστήθη φυσιοθεραπεία. Ήταν το συμπέρασμα του μάρτυρα ότι η παραπονούμενη υπέστη:
(1)εγκεφαλική διάσειση,
(2)θλάση μαλακών μορίων και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης,
(3)σοβαρής μορφής θλάση μαλακών μορίων δεξιού ημιθωρακίου και κάταγμα 9ης πλευράς και κλινικά κατάγματα χόνδρινου μέρους δεξιών τελευταίων πλευρών. Τα δε συμπτώματα της και ιδιαίτερα από τον αυχένα και δεξιό ημιθωράκιο αναμένετο να συνεχίσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά την μαρτυρία του εξήγησε ότι τα κατάγματα του χόνδρινου μέρους των πλευρών δεν απεικονιζόταν στις ακτινογραφίες αλλά τα διαπίστωσε εκ πείρας με την κλινική εξέταση δηλ. με επαφή με το χέρι. Είπε επίσης ότι αυτό θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί με μαγνητική ή αξονική τομογραφία αλλά ο ίδιος δεν ζήτησε να γίνει τέτοια καθότι ιατρικά και κλινικά δεν υπήρχε λόγος και ήταν βέβαιος για αυτά. Εάν γνώριζε ότι θα καλείτο στο Δικαστήριο θα το έκανε αλλά η εξέταση και η ιατρική διάγνωση δεν έγιναν με σκοπό να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι έγινε ακτινογραφία κατά την εξέταση της παραπονούμενης και διαπιστώθηκε από την ακτινογραφία ότι αυτή έφερε κάταγμα της 9ης πλευράς. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Είναι εργολήπτης οικοδομών και ιδιοκτήτης της εργοληπτικής εταιρείας The Ideal Wooden House Ltd. Τέλη του 2007 έκανε συμφωνία με την παραπονούμενη να της κατασκευάσει την οικία της στην Παρεκκλησιά. Η κατασκευή ήταν από ξύλο, γυψοσανίδα και τούβλο. Αρχιτέκτονας ήταν η Ισμήνη Χ''Δημητρίου και πολιτικός μηχανικός ο Αριστοτέλης Σάββα, οι οποίοι πριν το τέλος της κατασκευής αποχώρησαν, αποδεσμεύτηκαν λόγω διαφορών που είχαν με την παραπονούμενη. Μετά αρχιτέκτονας ανέλαβε ο Ανδρέας Λοϊζίδης μέχρι το τέλος της κατασκευής. Στην εν λόγω οικία κατασκεύασε τρεις σοφίτες. Αυτές δεν περιλαμβάνονταν στα κανονικά σχέδια και του ζητήθηκε από την παραπονούμενη να τις κατασκευάσει. Έτσι αυτός ήλθε σε επαφή με την αρχιτέκτονα Χ''Δημητρίου και τον πολιτικό μηχανικό Σάββα, οι οποίοι του έδωσαν οδηγίες όπως κατασκευάσει την κάθε σοφίτα. Εκτελούσε τις κατασκευές πάντοτε κατόπιν οδηγιών της αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού και με οδηγίες της παραπονούμενης, η οποία είχε τον πρώτο λόγο για οτιδήποτε ήταν εκτός των σχεδίων. Κατά την διάρκεια της κατασκευής της οικίας, υπήρχε συχνή επίβλεψη από την αρχιτέκτονα και τον πολιτικό μηχανικό (μια με δύο φορές την εβδομάδα). Όσον αφορά τις σοφίτες επίσης υπήρχε επίβλεψη και δίδονταν οδηγίες από τον πολιτικό μηχανικό διότι ήταν θέμα κατασκευαστικό και του δόθηκαν οδηγίες από τον πολιτικό μηχανικό να το αποπερατώσει με τα κατάλληλα υλικά, οδηγίες τις οποίες αυτός εκτέλεσε. Κατά τις εργασίες η παραπονούμενη επισκεπτόταν τον χώρο καθημερινά. Όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής του, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, αυτός έκδιδε τιμολόγιο, η αρχιτέκτονας πήγαινε στο εργοτάξιο, έβλεπε, επιμετρούσε τη δουλειά, συμφωνούσε με το τιμολόγιο και το παρέδιδε στην παραπονούμενη, η οποία έκανε τις πληρωμές. Η σοφίτα, στην οποία ισχυρίζεται η παραπονούμενη ότι έγινε το ατύχημα, βρίσκεται πάνω από την τραπεζαρία και το χωλ και ένα μικρό μέρος της κουζίνας. Το ταβάνι του χώλ και του μέρους της κουζίνας είναι κατασκευασμένο από γυψοσανίδα. Πάνω από αυτήν τοποθετήθηκαν για ταβάνωμα μορίνες 10 ίντζες Χ 2 ίντζες, κάθε 40 πόντους και πάνω από τις μορίνες τοποθετήθηκε πλακάζ OSB, 18 μιλίμετρα για να μπορεί κάποιος να περπατά και να χρησιμοποιεί τον χώρο της σοφίτας. Για να ανέβει κάποιος στην σοφίτα υπάρχει μια πτυσσόμενη σκάλα στο πλυσταριό της κουζίνας. Ανεβαίνοντας πάνω, ο χώρος της σοφίτα είναι περίπου 80 τετραγωνικά. Βλέποντας προς τα πάνω βλέπεις το κεκλιμένο μήκος της στέγης. Σε κάποιο σημείο του κεκλιμένου αυτού μήκος υπάρχει η λεγόμενη μεσοκαρίνα, η οποία αποτελείται από μορίνες, στύλους, 6 Χ 2 κάθε 40 πόντους, οι οποίοι βοηθούν να κρατούν τις μορίνες της στέγης. Πρόκειται για βοηθητικό στήριγμα της οροφής όπου κάθονται τα ξύλα αυτής. Η μεσοκαρίνα προσδιόριζε και το τέλος της σοφίτας. Μέχρι την μεσοκαρίνα το πάτωμα ήταν κατασκευασμένο από πλακάζ OSB. Το ύψος δε της μεσοκαρίνας δηλ. το ύψος εκεί από το πάτωμα μέχρι την στέγη ήταν περίπου ένα μέτρο. Από την μεσοκαρίνα και μετά είχε τοποθετηθεί ορυκτοβάμβακας, δηλ. βαμβάκι το οποίο είχε απλωθεί για σκοπούς θερμομόνωσης πάνω στις μορίνες του ταβανώματος και στα ενδιάμεσα τους, ο οποίος ήταν ορατός. Σε εκείνο δε το μέρος της σοφίτας δεν μπορούσε κάποιος να περπατήσει όρθιος διότι έσβηνε το ταβάνι της στέγης και για να πάει κάποιος από εκείνο το σημείο και πιο μέσα έπρεπε να σκύψει, να πάει αρκουδιστός για να προχωρήσει. Η παραπονούμενη γνώριζε τα πιο πάνω καθότι μερικές μέρες πριν το ατύχημα, ο κατηγορούμενος την είχε επισκεφθεί με έναν υπάλληλο του και είχαν ανέβει στη σοφίτα και συγκεκριμένα ήθελε να ελέγξει κάτι για την στέγη από τη μεσοκαρίνα και μετά και είπε στην παραπονούμενη «Κυρία Υάνθη από εδώ και πέρα δεν πρέπει να προσέρχεστε, διότι υπάρχουν μόνο οι μορίνες και μόνο εμείς που είμαστε τεχνίτες μπορούμε και ξέρουμε πού να πατήσουμε ώστε να μην βρεθούμε κάτω» και εκείνη του είπε «Αφού φαίνεται ότι δεν πρέπει διότι δεν υπάρχει OSB». Περαιτέρω 2‑3 μέρες μετά το ατύχημα, η παραπονούμενη του τηλεφώνησε και του ανέφερε το τι έγινε και αυτός της είπε «Κυρία Υάνθη, για όνομα του Θεού, σε τζιείνο τον χώρο, σε έναν χώρο που δεν οδηγά πουθενά, σε έναν χώρο που πρέπει να πάεις αρκουδιστός τι έκανες εκεί και πήγες; Τι πήγες να κάνεις και έγινε το ατύχημα;». Η εν λόγω μεσοκαρίνα του είχε υποδειχθεί από τον πολιτικό μηχανικό διότι έπρεπε να είχε κάποια απόσταση ώστε να κρατούν τις μορίνες της στέγης. Η απόφαση να τοποθετηθεί OSB στο πάτωμα μέχρι τη μεσοκαρίνα και μετά να τοποθετηθεί μόνο ορυκτοβάμβακας και όχι και OSB, ήταν του πολιτικού μηχανικού. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.1, εξεταστή της υπόθεσης, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η μαρτυρία του στο Δικαστήριο, όσον αφορά τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, δεν αμφισβητήθηκε και συναφώς γίνεται δεκτή. Το θέμα όμως που τίθεται είναι κατά πόσο επιτέλεσε ορθά και με την απαιτούμενη πληρότητα το ανακριτικό έργο ώστε να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλη η ουσιώδης μαρτυρία και να μην προκύπτει οποιαδήποτε αδικία για τον κατηγορούμενο, ως αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης. Στην υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143 λέχθηκε ότι «η ετυμηγορία ποινικού δικαστηρίου κρίνεται άδικη ή εμπεριέχει το σπέρμα της αδικίας (potentially unjust), οποτεδήποτε η κατηγορούσα αρχή αφίσταται του καθήκοντος να προσαγάγει το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας στην διάθεσή της». Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η εν λόγω αρχή διατυπώνεται στην R. ν. Liverpool Crown Court, ex p. Roberts [1986] 622 Crim. L.R., από την οποία και εκτίθεται σχετικό απόσπασμα. Από τα πιο συνάγεται δε ότι, παρά το γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή μπορεί να μην παραλείψει να εκπληρώσει το καθήκον της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την ουσιώδη μαρτυρία που έχει συλλεγεί και έχει στην κατοχή της, εντούτοις η παράλειψη της Αστυνομίας, ως μέρος του όλου μηχανισμού δίωξης, να λάβει και να παρουσιάσει ουσιώδη μαρτυρία μπορεί, ανάλογα πάντα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, να επηρεάσει το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Όταν λοιπόν η παράλειψη είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατό να προκληθεί αδικία στον κατηγορούμενο, μπορεί από μόνη της να καταστήσει άδικη την δίκη, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν οι λόγοι που οι ανακριτικές αρχές δεν παρουσίασαν την εν λόγω μαρτυρία (βλ. και R v. Bolton Justices, ex p. Scally [1991] 2 All ER 619, R v. Criminal Injuries Compensation Board, ex p. A [1977] 3 All ER 745 και R v. Leyland Magistrates, ex p. Hawthorn [1979] 1 All ER 200). Σημαντικό κενό στην όλη διερεύνηση, η σημασία το οποίου θα εξηγηθεί στην συνέχεια, κρίνεται το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 παρέλειψε να λάβει οποιεσδήποτε φωτογραφίες του εσωτερικού χώρου της σοφίτας και ιδιαίτερα του σημείου από το οποίο έπεσε η παραπονούμενη, δίδοντας την μη πειστική δικαιολογία ότι του ανέφεραν ότι υπήρχε κίνδυνος να πέσει. Εδώ να σημειωθεί ότι από τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη, η κατάσταση στο σημείο εξακολουθούσε να είναι η ίδια και κατά τον χρόνο της επίσκεψης του Μ.Κ.1, ενώ δεν προκύπτει ότι ο υπόλοιπος χώρος της σοφίτας εμπεριέκλειε οποιονδήποτε κίνδυνο για κάποιον που έμπαινε σε αυτήν. Η Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν σταθερή στις θέσεις της, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι στο σημείο όπου έπεσε η κόρη της, μπορούσε η τελευταία να σταθεί όρθια. Αυτό γιατί δεν εξήγησε πως γνώριζε κάτι τέτοιο εφόσον δεν γνώριζε το ύψος του χώρου ούτε και είπε ότι είδε την κόρη της να στέκεται ποτέ εκεί. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 είπε ότι η τρύπα που δημιουργήθηκε από την πτώση ήταν περί το 1‑1,5 μέτρο κοντά στο κέντρο της στέγης. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.3, με την πιο πάνω εξαίρεση, γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.4 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του απέφευγε να απαντήσει ευθέως υποβάλλοντας κατ' επανάληψη ερωτήσεις στον συνήγορο υπεράσπισης αντί απαντήσεων, έδινε δε την εντύπωση ότι απαξιούσε να απαντήσει και κυρίως δεν ήταν σταθερός στις ουσιώδεις θέσεις του και ιδιαίτερα ως προς το εάν συνάντησε τον κατηγορούμενο στην επίδικη κατοικία και πότε καθώς και τι του είπε για το θέμα του πατώματος και του πλακάζ OSB για την επίδικη σοφίτα. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το κατά πόσο έθεσε το πιο πάνω θέμα στον κατηγορούμενο, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι του το έθεσε γραπτώς μέσω της έκθεσης του. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος του είπε κάτι σχετικά, απάντησε «Απλά να το δούμε γενικά, αόριστα πράγματα. Όχι μόνο για τούτο, για διάφορα. Ήταν αοριστίες». Η θέση του όμως αυτή στερείται λογικής καθότι, από τα όσα ο ίδιος είπε στην κυρίως εξέταση του, την έκθεση του τεκμήριο 5 την ολοκλήρωσε μετά το ατύχημα. Πως ήταν λοιπόν δυνατό να ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και για το επίδικο θέμα, μετά το ατύχημα και αυτός να απαντήσει με αυτόν τον τρόπο; Περαιτέρω στην αντεξέταση του είπε ότι συνέτασσε την έκθεση κατά την διάρκεια της περιόδου από τον Νοέμβριο περίπου του 2011 και την ολοκλήρωσε στις 22.12.
  1. Στην συνέχεια την παρέδωσε στην παραπονούμενη αλλά δεν θυμόταν πότε. Υποστήριξε δε ότι για σκοπούς καταρτισμού της έκθεσης επισκέφθηκε την οικία τουλάχιστον πέντε φορές αρχίζοντας από τον Νοέμβριο και ότι στις 2-3 από αυτές ήταν παρούσα τόσον η ιδιοκτήτρια όσο και ο κατηγορούμενος. Όταν όμως του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε κάλεσε τον κατηγορούμενο να είναι παρών όταν επισκέφθηκε τον συγκεκριμένο χώρο, έδωσε την εξής απάντηση, η οποία δείχνει το αντίθετο, «Φυσικά έκανα την έκθεση και μετά να τον καλέσω. Πώς θα τον καλέσω και μετά να κάνω την έκθεση; Εσείς πάτε στο Δικαστήριο χωρίς να έχει κάποιαν κατηγορία;». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης όταν του τέθηκε ότι ουδέποτε έγινε συνάντηση μεταξύ αυτού, της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου για την ετοιμασία της έκθεσης, απάντησε και πάλι αντίθετα προς την θέση του ότι συνάντησε τον κατηγορούμενο, «Ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ήταν στη συνάντηση, γιατί η έκθεση από μένα θα ετοιμαζόταν για να δοθεί στην ιδιοκτήτη και η ιδιοκτήτης να την δώσει στον κατηγορούμενο. Γιατί να την δώσω εγώ στον κατηγορούμενο;». Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 14, το οποίο φέρει ημερομηνία 15.12.11 και δεν υπάρχουν οι φωτογραφίες που φαίνονται στην 15η σελίδα του τεκμηρίου 5, είπε ότι ήταν προκαταρκτική έκθεση. Ήταν δε η θέση του ότι αυτή δόθηκε «στο ενδιάμεσο από τον εργολάβο για να επιδιορθώσει κάποιες ζημιές». Όταν του υποβλήθηκε όμως ότι ουδέποτε παρέδωσε αυτή την έκθεση στον εργολάβο απάντησε ρωτώντας «Ε πώς το έχετε;» ενώ όταν μετά του υποδείχθηκε για ακόμη μια φορά από το Δικαστήριο ότι θα πρέπει να απαντά στις ερωτήσεις και όχι να ερωτά είπε «Μα δεν ήταν σκοπός μου να παραδώσω στον εργολάβο. Δεν είναι για τον εργολάβο που δούλεψα». Είπε δε εν τέλει ότι αυτός έδωσε την έκθεση στην παραπονούμενη και δεν γνωρίζει ποιος την έστειλε στον κατηγορούμενο. Ερωτηματικά όμως τίθενται και για την γνώμη του, ως πολιτικού μηχανικού, για το επίδικο θέμα. Και εξηγώ. Ενώ στο τεκμήριο 5 αναφέρει στην 15η σελίδα ότι «τόσο στον όροφο όσο και η στέγη θα έπρεπε να έχει πλακάζ από OSB σύµφωνα µε τα στατικά σχέδια και τις αρχιτεκτονικές λεπτοµέρειες» όχι μόνο δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια στην έκθεση αλλά ούτε και τα παρουσίασε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει επιστημονικά την θέση του. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι η αρχιτέκτονας Χ''Δημητρίου και ο πολιτικός μηχανικός Σάββα είπαν στον Μ.Κ.1 ότι δεν υπήρχαν εγκεκριμένα σχέδια για την σοφίτα, κάτι που δέχθηκε και η παραπονούμενη. Εγείρονται λοιπόν εύλογα ερωτηματικά ως προς την γνώμη του μάρτυρα, η οποία, με δεδομένο ότι δεν έχει αποδειχθεί καν η ύπαρξη των σχεδίων στα οποία ισχυρίσθηκε ότι την στήριξε (πόσο μάλλον ότι αυτά αφορούσαν και την επίδικη σοφίτα), παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι για σκοπούς της έκθεσης του ο ίδιος έβγαλε τις φωτογραφίες που φαίνονται στην 15η σελίδα του τεκμηρίου 5 (ίδιες με αυτές του τεκμηρίου 13), οι οποίες λήφθηκαν από το ισόγειο και δείχνουν την τρύπα που δημιουργήθηκε στο ταβάνι του ισογείου. Όταν δε ρωτήθηκε εάν φωτογράφησε και τον χώρο της σοφίτας όπου πάτησε η παραπονούμενη και έπεσε, απάντησε αρνητικά κάτι που έπραξε και όταν ρωτήθηκε εάν είδε φωτογραφίες του χώρου αυτού ή του παραδόθηκαν τέτοιες από την παραπονούμενη. Όταν ρωτήθηκε πολύ εύλογα εάν δεν ήταν λογικό να φωτογραφήσει τον εσωτερικό χώρο της σοφίτας αφού εκεί προκλήθηκαν ζημιές και θα αποτελούσαν σύμφωνα με την παραπονούμενη, ευθύνη του εργολάβου για να μπορέσουν να εκτιμηθούν και να ζητηθούν αποζημιώσεις, έδωσε την μη πειστική απάντηση, διερωτώμενος τι ζημιά μπορεί να γίνει εάν δεν έχει πλακάζ OSB και συμπλήρωσε «Αφού άμαν πατήσεις βρέθεσαι που κάτω, τι να φωτογραφίσω δηλαδή; Δεν κατάλαβα. Δεν έκρινα σκόπιμο ότι πρέπει να φωτογραφίσω. Τι να φωτογραφίσω;». Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο Μ.Κ.5 μου έκανε καλή εντύπωση. Η εμπειρογνωμοσύνη του ως ορθοπεδικού χειρουργού ήταν κοινώς παραδεκτή, εξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια πως κατέληξε στα συμπεράσματα του ως προς τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη όταν την εξέτασε και η μαρτυρία του ακόμη και στο μέρος της που αμφισβητήθηκε (ως προς τα ευρήματα του για τα κατάγματα) δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η παραπονούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ουσιαστικά οι ουσιώδεις θέσεις της ότι υπεύθυνοι για το ατύχημα της ήταν τόσο ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατασκεύασε την επίδικη σοφίτα αλλά και οι τότε αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός της οικοδομής, οι οποίοι δεν έκαναν επαρκή επίβλεψη των εργασιών που εκτελούσε ο κατηγορούμενος καθώς και ότι δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι στο σημείο όπου πάτησε και έπεσε, δεν υπήρχε πλακάζ OSB. Οι πιο πάνω θέσεις της όμως δεν κρίνονται πειστικές για τους ακόλουθους λόγους: Σε σχέση με την κατασκευή της επίδικης σοφίτας, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι παρόλο που δεν προβλέπονταν στα αρχιτεκτονικά σχέδια, ζήτησε ως έξτρα εργασία από τον κατηγορούμενο, σε συνεννόηση πάντοτε με την αρχιτέκτονα Χ"Δημητρίου και τον πολιτικό μηχανικό Σάββα, να μετατρέψουν τους χώρους στην στέγη σε σοφίτες. Έτσι συνολικά κατασκευάστηκαν τρεις σοφίτες, με την επίδικη να είναι η μεγαλύτερη. Αυτές ως έξτρα εργασίες έγιναν με την έγκριση των προαναφερόμενων αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού και εκδόθηκαν σχετικά διατακτικά πληρωμής. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε ότι πέραν των όσων προέβλεπαν τα σχέδια που υπέβαλε η αρχιτέκτονας, από την έναρξη των εργασιών, τον Νοέμβριο του 2007 μέχρι και τον Μάρτιο του 2009, έγιναν και έξτρα εργασίες, τις οποίες ζήτησε η ίδια και η αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός υποδείκνυαν στον κατηγορούμενο να τις κάνει. Όταν έγιναν αυτές οι εργασίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και οι σοφίτες, δεν υπήρχε άδεια οικοδομής. Είπε δε ότι η αρχιτέκτονας την συμβούλευσε να αποταθούν μετά για καλυπτική άδεια με τροποποιημένα σχέδια. Εδώ να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω συνάδουν και με τις θέσεις του κατηγορούμενου. Είπε επίσης ότι είχαν πληροφορήσει και την ίδια ως προς το πώς και με ποια υλικά θα κατασκευάζονταν οι σοφίτες. Από την άλλη όσον αφορά την επίβλεψη της κατασκευής των σοφίτων στην κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι η αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός, τις ελάχιστες φορές που πήγαν για να επιβλέψουν, είδαν και τις σοφίτες και υπέδειξαν στον κατηγορούμενο πώς να τις κάνει. Ήταν όμως γενικότερα η θέση της ότι οι προαναφερόμενοι, με εξαίρεση τις αρχές του έργου, στην συνέχεια το επισκέπτονταν πάρα πολύ αραιά ή και καθόλου και ποτέ στην παρουσία της ίδιας και ότι συναφώς η επίβλεψη των εργασιών εκ μέρους τους ήταν αναλόγως ελλιπής ως ανύπαρκτη. Αυτό όμως, από τα όσα η ίδια έχει αναφέρει, πέραν του ότι προφανώς αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα της, δεν είναι ούτε πειστικό και θα εξηγήσω. Είπε στην κυρίως εξέταση της ότι όταν η ίδια παραπονιόταν σε σχέση με το θέμα εκείνοι της έδιναν κάποιες περίεργες απαντήσεις και ότι στην συνέχεια αντιλήφθηκε ότι η αρχιτέκτονας υπέγραφε συνέχεια τα διατακτικά για πληρωμή χωρίς να ελέγχει την εργασία που γινόταν. Διαπίστωσε δε, χωρίς η ίδια να είναι ειδικός, ότι σε μια περίπτωση η αρχιτέκτονας είχε εκδώσει διατακτικό πληρωμής για εργασία που δεν είχε γίνει, οπόταν είδε ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα και έτσι τους κάλεσε στην οικοδομή, τους εξήγησε τους λόγους και έπαυσε την αρχιτέκτονα και τον πολιτικό μηχανικό. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι τοποθέτησε χρονικά την παύση αυτήν περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 2009, όταν η ανέγερση της οικίας είχε ολοκληρωθεί, οι σοφίτες είχαν κατασκευαστεί και είχαν απομείνει μόνο εξωτερικές εργασίες και μπογιατίσματα. Στην αντεξέταση της όταν ρωτήθηκε εάν τα πιο πάνω πρόσωπα επέβλεπαν, αρχικά μετέτρεψε την βεβαιότητα που διατύπωσε στην κυρίως εξέταση, σε αμφιβολία της για να προσθέσει στην συνέχεια ότι η επίβλεψη ήταν από καμιά μέχρι ελάχιστη. Ανέφερε δε ότι στα πολύ αρχικά στάδια εκείνοι πήγαν 2‑3 φορές στην οικοδομή αλλά όσο προχωρούσε η οικοδομή αραίωναν πάρα πολύ οι επιβλέψεις. Από την άλλη είπε ότι η ίδια στα αρχικά στάδια του έργου δεν πήγαινε τόσο συχνά στην οικοδομή ενώ προς τα τελικά στάδια πήγαινε σχεδόν κάθε πρωί. Όταν ρωτήθηκε εύλογα, ενόψει του ότι αυτή πήγαινε το πρωί και έφευγε, κατά πόσο μπορεί να ξέρει πότε και τι ώρα πήγαιναν στην οικοδομή ο πολιτικός μηχανικός και η αρχιτέκτονας, υπεκφεύγοντας και για να γίνει πιο πειστική, είπε ότι τους είχε ζητήσει ρητά ότι ήθελε να είναι παρούσα όταν πήγαιναν, για να συζητούν διάφορα. Ενώ όμως αρχικά είπε ότι δεν τους έστειλε οποιαδήποτε επιστολή που να τους ζητά κάτι τέτοιο, στην συνέχεια μετά από υποβολή ότι δεν το έπραξε, είπε ότι τους έστειλε αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει και ότι ίσως να κράτησε κάποια έγγραφα ενώ στην συνέχεια είπε ότι δεν κράτησε αντίγραφο. Περαιτέρω στην αντεξέταση της είπε ότι ο τρόπος πληρωμής της εργοληπτικής εταιρείας ήταν στην βάση διατακτικών που εξέδιδε η αρχιτέκτονας. Υποστήριξε όμως, και πάλι προφανώς με σκοπό να πείσει ότι δεν γινόταν επίβλεψη από τους πιο πάνω, ότι εκδίδονταν διατακτικά χωρίς να επιβλέπονται οι εργασίες και χωρίς επιμέτρηση κάτι που, ως είπε, αντιλήφθηκε από το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έκαναν λάθος και τιμολογούσαν εργασίες που ακόμη δεν είχαν γίνει. Αυτό όμως δεν εξήγησε πως και πότε το αντιλήφθηκε και εάν έκανε οτιδήποτε προς τούτο, ως θα αναμενόταν. Απλά περιορίσθηκε και πάλι να αναφερθεί στο ένα και μοναδικό διατακτικό που διαπίστωσε ότι εκδόθηκε για εργασία που δεν έγινε. Όταν δε εύλογα ερωτήθηκε εάν μετά από αυτό έστειλε οποιαδήποτε σχετική επιστολή στην εταιρεία του κατηγορούμενου ή στην αρχιτέκτονα και στον πολιτικό μηχανικό και ενώ είπε ότι έστειλε επιστολή που τους ζητούσε να είναι παρούσα κατά τις επισκέψεις τους, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι το μέλημα της τότε δεν ήταν να στείλει επιστολές αλλά να τελειώσει η οικία και ότι απλά τους κάλεσε στα τελικά στάδια της οικοδομής και τους έπαυσε. Ούτε και οποιαδήποτε επιστολή τους έστειλε για την μη επίβλεψη από μέρους τους. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι δεν έπαυσε αυτή τους πιο πάνω αλλά οι ίδιοι αποχώρησαν γιατί δεν ήθελε να συμμορφώνεσαι με τις οδηγίες τους και ότι αυτό το λένε στις καταθέσεις τους, είπε ότι λένε ψέματα. Εδώ να σημειωθεί όμως ότι στις καταθέσεις των εν λόγω προσώπων (τεκμήρια 3 και 4) δεν αναφέρουν ότι παύθηκαν αλλά ουσιαστικά ότι έλυσαν την συνεργασία τους ο καθένας για δικούς του λόγους. Υποστήριξε επίσης στην αντεξέταση της ότι όταν έπαυσε τους πιο πάνω σχεδόν αμέσως διόρισε άλλους επιβλέποντες αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς και συγκεκριμένα το γραφείο Ανδρέας Λοϊζίδης και συνεργάτες. Είπε επίσης ότι πριν την έκθεση που έκανε ο Μ.Κ.4 (τεκμήριο 5), με εντολή δική της έγινε έκθεση και από τον Ανδρέα Λοϊζίδη με ημερ. 8.10.09 (τεκμήριο 12) όπου έγινε καταγραφή κακοτεχνιών. Όταν δε ο Λοϊζίδης επιθεωρούσε την οικοδομή για να κάνει την έκθεση παρών ήταν τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος. Σε αυτήν την έκθεση όμως να σημειωθεί ότι καμία αναφορά γίνεται σε οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το πάτωμα της επίδικης σοφίτας ή κάποιας άλλης από τις σοφίτες. Όσον αφορά τον χώρο της επίδικης σοφίτας, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι δεν ευσταθεί η θέση του κατηγορούμενου ότι στο σημείο από όπου έπεσε, το ύψος από τις μορίνες της οροφής δεν ξεπερνά το ένα μέτρο και υποστήριξε ότι εκεί μπορούσε να σταθεί όρθια. Είπε επίσης ότι η επιφάνεια που δεν έγινε δαπέδωση είναι περίπου 30 τετραγωνικά μέτρα και μόνο στο βάθος δεν μπορεί κάποιος να σταθεί και δεν είχε κάποιον λόγο να επιχειρήσει να μπει στο βάθος έρποντας. Ο εν λόγω χώρος είναι καθόλα προσβάσιμος, δεν υπάρχει ούτε κάποιο προειδοποιητικό σήμα ότι δεν πρέπει κάποιος να πατήσει, ούτε είναι κλειστός ή διαχωρισμένος από τον άλλο χώρο. Στην αντεξέταση της όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τον χώρο της σοφίτας και ρωτήθηκε εάν είναι χώρος ανοικτός χωρίς να έχει κάποιο διαχωριστικό απάντησε «Όχι ακριβώς». Όταν της τέθηκε ότι αυτό είπε στην κυρίως εξέταση απάντησε ότι δεν ανέφερε ότι δεν έχει διαχωριστικό. Είπε δε ότι δεν υπάρχει διαχωριστικό αδιαπέραστο αλλά σε κάποιο σημείο υπάρχει κάτι σαν αραιός ξύλινος σκελετός, κάτι σαν δοκοί ξύλινοι σε απόσταση μεταξύ τους (είπε πολύ πέραν των 30 εκατοστών - υπέδειξε ότι είναι όσο το πλάτος του εδωλίου των μαρτύρων - ενώ στο τέλος δεν απέκλεισε να είναι και μικρότερο των 35-40 εκατοστών), που έγινε για στήριξη της οροφής και ακολουθεί το ύψος της στέγη αλλά που άνετα μπορεί να περάσει άνθρωπος από μέσα χωρίς να γυρίσει στο πλάι και με ύψος αρκετό και σε κάποιο σημείο υπάρχει και ένα πολύ μεγάλο άνοιγμα σαν πόρτα. Το ατύχημα έγινε μετά από την εν λόγω ξύλινη κατασκευή και ο χώρος εκείνος ξεκινούσε με ύψος πολύ μεγαλύτερο από την ίδια. Υποστήριξε όμως ότι δαπέδωση με OSB υπήρχε και σε κάποια σημεία μετά την εν λόγω κατασκευή και ότι πριν το ατύχημα πάτησε πολλές φορές μετά το «διαχωριστικό» αφού είχε βάλει κιβώτια εκεί. Το ατύχημα έγινε ίσως ένα μέτρο μακριά από την εν λόγω κατασκευή αλλά αυτή είχε πάει από τον τοίχο στο πλάι γιατί το άνοιγμα είναι στο πλάι και εκεί υπάρχει δαπέδωση και στην προσπάθεια της να μετακινήσει ένα κιβώτιο, προχώρησε προς το κέντρο και έπεσε. Ήταν επίσης ουσιαστικά η θέση της ότι δεν μπορούσε, πριν την πτώση της, να ξέρει ότι στο σημείο όπου πάτησε και έπεσε δεν υπήρχε πλακάζ OSB. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος περιέγραψε διαφορετικά τον χώρο και συγκεκριμένα ότι η συγκεκριμένη κατασκευή την οποία ονόμασε μεσοκαρίνα, είχε στο μεγαλύτερο ύψος της, από την στέγη, ένα μέτρο και ότι δεν μπορούσε κάποιος να πάει στο σημείο όπου έπεσε η παραπονούμενη όρθιος αλλά γονατιστός καθώς και ότι από την μεσοκαρίνα και μέσα δεν υπήρχε πλακάζ OSB και ήταν εμφανές αυτό σε οποιονδήποτε. Η παράλειψη λοιπόν συλλογής ανεξάρτητης μαρτυρίας από την Αστυνομία, όπως φωτογραφίες, για να διακριβωθεί με αντικειμενικό τρόπο το πώς είναι επακριβώς το εσωτερικό της σοφίτας και ιδιαίτερα τα κρίσιμα σημεία της δηλ. η μεσοκαρίνα και ο χώρος μετά από αυτήν, όπου και έγινε το ατύχημα, επέτρεψε στην παραπονούμενη να παρουσιάσει τον χώρο όπως επιθυμούσε και κατέστησε αδύνατη την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων στην βάση μιας τέτοιας μαρτυρίας. Η όποια λοιπόν αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να γίνει στα πλαίσια της υποκειμενικής αξιολόγησης της μαρτυρίας της ίδιας της παραπονούμενης και σίγουρα δεν θα ήταν δίκαιο να λειτουργήσει εις βάρος του κατηγορούμενου. Όσον δε αφορά την θέση της παραπονούμενης για την φωτογράφηση πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στην αντεξέταση της είπε ότι η ίδια φωτογράφησε το σημείο όπου είχε το ατύχημα, 2-3 μέρες μετά. Υποστήριξε μάλιστα ότι το σημείο που έγινε το ατύχημα είναι και μέχρι σήμερα στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Ερωτώμενη εάν φωτογράφησε τον εσωτερικό χώρο της σοφίτας εκεί όπου έγινε το ατύχημα μετά από το ατύχημα απάντησε αρνητικά. Όταν ρωτήθηκε πολύ εύλογα εάν δεν θεώρησε σωστό να φωτογραφήσει τον εν λόγω χώρο για να τον παρουσιάσει στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο είπε ουσιαστικά ότι δεν το έκανε εφόσον πήγε η Αστυνομία και είδε επιτόπου τον χώρο. Στην συνέχεια όμως όταν ρωτήθηκε για άλλο θέμα είπε ότι θυμήθηκε ότι οι φωτογραφίες που έλαβε η ίδια με το κινητό της υπάρχουν αφού τις είχε περάσει στον υπολογιστή της για να της στείλει στον πολιτικό μηχανικό. Όταν ρωτήθηκε δε εάν αυτές περιλαμβάνουν τον εσωτερικό χώρο της σοφίτας που έγινε το ατύχημα είπε ότι δεν είναι σίγουρη για αυτό, υπονοώντας βασικά ότι ενδεχομένως να το περιλαμβάνουν ενώ πριν ουσιαστικά το απέκλεισε. Όταν δε στην συνέχεια ρωτήθηκε πολύ εύλογα γιατί δεν αποτύπωσε αυτές τις φωτογραφίες και να τις δώσει στον εξεταστή της υπόθεσης για να βοηθήσει στην διερεύνηση, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι του τις υπέδειξε από το κινητό της αλλά εκείνος δεν της ζήτησε να του δώσει εκτυπώσεις και της είπε ότι ήθελε να πάει ο ίδιος να δει όπως και έκανε. Γνώριζε όμως προφανώς ότι ο Μ.Κ.1 δεν έλαβε οποιεσδήποτε φωτογραφίες και θα μπορούσε η ίδια να φέρει στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες που κατ' ισχυρισμό έλαβε, οι οποίες αποτυπώνοντας τον χώρο ως είναι στην πραγματικότητα θα επιβεβαίωναν ή θα διέψευδαν τα όσα αυτή ανέφερε. Χωρίς όμως να δώσει πειστική εξήγηση δεν έκανε κάτι τέτοιο, δίδοντας αντίθετα την εντύπωση ότι ήθελε να αποκρύψει την ακριβή διαμόρφωση του χώρου και ιδιαίτερα το σημείο από όπου έπεσε. Να σημειωθεί δε περαιτέρω ότι ο ίδιος ο πολιτικός μηχανικός Μ.Κ.4 είπε ότι η παραπονούμενη δεν του έδωσε οποιεσδήποτε φωτογραφίες καθώς και ότι ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.1 όχι μόνο δεν ανέφερε ότι του υποδείχθηκαν οποιεσδήποτε φωτογραφίες αλλά είπε ότι ο ίδιος δεν έλαβε φωτογραφίες του εσωτερικού της σοφίτας γιατί του είπαν ότι υπήρχε κίνδυνος να πέσει εάν έμπαινε στην σοφίτα. Δεν μπορεί δε να παραγνωρισθεί στα πλαίσια εξέτασης του συνόλου της μαρτυρίας της, ότι η παραπονούμενη ούσα δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα για πάρα πολλά χρόνια, γνωρίζει προφανώς καλύτερα από οποιονδήποτε δεν έχει τέτοια προσόντα, την σημασία αλλά και την ανάγκη για συλλογή της απαραίτητης μαρτυρίας, ιδιαίτερα εφόσον αφορά ατύχημα το οποίο η ίδια είχε και από το οποίο υπέστη σοβαρά τραύματα. Και ενώ θεωρούσε εξ αρχής και εξακολουθεί να θεωρεί ως υπεύθυνους τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τους τότε αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό, δεν κράτησε ούτε και προσκόμισε στο Δικαστήριο τέτοια μαρτυρία όπως τις φωτογραφίες ή τις επιστολές για τις οποίες έκανε λόγο ενώ δεν έστειλε σε αυτούς καμία επιστολή παρά τα όσα διαπίστωσε καθόλη την διάρκεια του έργου και ιδιαίτερα για την ελλιπή επίβλεψη. Δεν έπραξε δε αυτά ενώ κράτησε και παρέδωσε στον Μ.Κ.1 επιστολές που η αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός απεύθυναν στον κατηγορούμενο (τεκμήριο 9). Όσον δε αφορά το κατά πόσο μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι στο σημείο όπου πάτησε και έπεσε δεν υπήρχε πλακάζ OSB, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν της είχε αναφέρει ποτέ ότι μετά την μεσοκαρίνα δεν υπήρχε τέτοιο πλακάζ ούτε και γνώριζε η ίδια, ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε προειδοποιητική πινακίδα. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι με βάση τα όσα η ίδια είπε, η θέση της δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική και δεν είναι πειστική. Αυτό γιατί η ίδια στην κυρίως εξέταση είπε ότι είχε προσέξει ότι ενώ στον υπόλοιπο χώρο βλέπεις το πάτωμα, εκεί που έπεσε είδε πετροβάμβακα από πάνω απλωμένο σε όλα τα 30 τετραγωνικά μέτρα και έκανε τη σκέψη «Μα γιατί ο πετροβάμβακας είναι πάνω χύμα απλωμένος και δεν είναι κάτω από το πλακάζ όπως θα έπρεπε;». Στην αντεξέταση της είπε μάλιστα ότι πέραν του ότι είχε απορήσει, ήθελε να σηκώσει τον πετροβάμβακα να δει το υλικό το συγκεκριμένο γιατί ως είπε, η ηχομόνωση πρέπει να μπαίνει κάτω από το δάπεδο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι στο σημείο όπου πάτησε και έπεσε ήταν εμφανές ότι το δάπεδο δεν ήταν όπως το υπόλοιπο και ότι η ίδια γνώριζε ότι ο πετροβάμβακας δεν έπρεπε να είναι πάνω από το δάπεδο. Δεν έδωσε δε λογική εξήγηση γιατί ενώ παρατήρησε το πιο πάνω και μάλιστα σκόπευε να ελέγξει το υλικό δεν το έπραξε και αντί τούτου πάτησε τελικά πάνω στον πετροβάμβακα με αποτέλεσμα να σπάσει η γυψοσανίδα που υπήρχε από κάτω και να πέσει. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι δεν της λέχθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο κάτι σε σχέση με το ποια χρήση ή πώς έπρεπε να κινείται στον εν λόγω χώρο. Πρόσθεσε όμως ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι θα χρησιμοποιείτο για αποθηκευτικό χώρο και για γυμναστήριο καθώς και ότι λίγες μέρες πριν συμβεί το ατύχημα, είχε ανεβεί μαζί του στη σοφίτα για κάποιο άλλο θέμα και αυτός της είπε, αναφερόμενος στο μέρος όπου έπεσε, να το κάνει αποθήκη για να χρησιμοποιεί το υπόλοιπο για γυμναστήριο. Στην αντεξέταση της περιγράφοντας με διαφορετικό τρόπο το πιο πάνω είπε ότι ο κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα την ρωτούσε για το γυμναστήριο, για το πώς σκόπευε να κάνει τη σοφίτα και επειδή ακόμα είχε κιβώτια από τη μετακόμιση σε όλον το χώρο, της είπε «Γιατί δεν τα μεταφέρεις τα κιβώτια πιο μέσα;» εννοώντας στον χώρο από όπου μετά έπεσε, «για να αφήσεις όλο τον υπόλοιπο χώρο». Όταν δε ρωτήθηκε εύλογα κατά πόσο αυτό το ουσιώδες γεγονός το είπε στην κατάθεση της στην Αστυνομία, όπου αντί αυτού ανέφερε ότι πριν γίνει το συμβάν ανέβηκαν με τον κατηγορούμενο 2-3 φορές στη σοφίτα, χωρίς ωστόσο να την προειδοποιήσει πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δεν το θεώρησε σχετικό. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας της το οποίο γίνεται δεκτό είναι ότι στις 17.12.11 ανέβηκε στην επίδικη σοφίτα και στην προσπάθεια της να μετακινήσει κιβώτιο, βρέθηκε σε σημείο του πατώματος, μετά την μεσοκαρίνα όπου φαινόταν να υπάρχει πετροβάμβακας με αποτέλεσμα να υποχωρήσει η γυψοσανίδα που υπήρχε κάτω από αυτόν και αυτή να πέσει από ύψος περίπου 3 μέτρων στο ισόγειο της οικίας της και να υποστεί τους τραυματισμούς που διαπίστωσε ο Μ.Κ.
  2. Το μέρος δε αυτό της μαρτυρίας της γίνεται δεκτό καθότι, σε αντίθεση με το υπόλοιπο, υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή και δη από αυτήν των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  3. Με εξαίρεση λοιπόν το πιο πάνω, η υπόλοιπη μαρτυρία της παραπονούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς την μη κλήτευση ως μαρτύρων της αρχιτέκτονα Ισμήνης Χ''Δημητρίου και του πολιτικού μηχανικού Αριστοτέλη Σάββα. Η μαρτυρία αυτών κρίνεται πράγματι ουσιώδης εφόσον σύμφωνα τόσο με την παραπονούμενη όσο και με τον κατηγορούμενο ήταν οι επιβλέποντες μηχανικοί της υπό ανέγερση οικοδομής όταν κατασκευάστηκε και η επίδικη σοφίτα και το πάτωμα αυτής. Συνεπώς αυτοί είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο το πάτωμα της συγκεκριμένης σοφίτας κατασκευάστηκε με δικές τους οδηγίες, ποιες ήταν οι οδηγίες αυτές, εάν υπήρξε επίβλεψη από πλευράς τους κατά την κατασκευή και εάν ακολουθήθηκαν ή όχι οι όποιες οδηγίες τους. Στην Smache v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 378 έγινε αναφορά στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224, όπου λέχθηκε ότι το γεγονός αναγραφής στο κατηγορητήριο μιας συνοπτικής δίκης των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, αποτελεί μια πρωτοβουλία και/ή πρακτική, που δεν επάγεται όμως και υποχρέωση κλήσης τους. Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στις υποθέσεις Πέγκερος ανωτέρω, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 480, Τζιάμαλης ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 542 και Fournaris v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 20, λέχθηκε ότι ανεξάρτητα από την αναγραφή ή μη των μαρτύρων στο κατηγορητήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση και σε συνοπτική δίκη, να καλεί όλους τους διαθέσιμους ουσιώδεις μάρτυρες και παράλειψη της να το πράξει, ιδιαίτερα εκεί που διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν, δυνατό να κλονίσει το θεμέλιο της κατηγορίας. Από την άλλη στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 επαναλήφθηκε ότι το καθήκον της κατηγορούσα αρχή να καλεί όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, δεν επεκτείνεται και σε υποχρέωση να παρουσιάσει μάρτυρα που δεν θεωρεί η ίδια αξιόπιστο. Δεν υπάρχει κανόνας που να υποχρεώνει την κατηγορούσα αρχή να καλέσει μάρτυρα απλώς για να βοηθήσει την υπεράσπιση να καταστρέψει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Στην Νικολαίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2001)2 Α.Α.Δ 29 έγινε δε αναφορά σε απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R. v. Oliva [1965] 49 Cr. App. R. 298 (η οποία να σημειωθεί ότι αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Πέγκερος ανωτέρω) σύμφωνα με τα οποίο η «κατηγορούσα αρχή δεν προβάλλει τον κάθε μάρτυρα σαν μάρτυρα αλήθειας αλλά όπου η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή τότε είναι υποχρέωση της, καλώς αναγνωρισμένη, να τον καλέσει, έστω και αν η μαρτυρία που θα δώσει είναι ασυμβίβαστη με την υπόθεση την οποία επιδιώκει να αποδείξει. Η διακριτική ευχέρεια της κατηγορούσας αρχής πρέπει να ασκείται με τρόπο ο οποίος προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα να είναι ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση». Τέλος στην Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 186 πέραν των υποθέσεων Πέγκερος και Oliva αναφέρθηκε και η ακόλουθη παρατήρηση του Lord Roche στην υπόθεση Seneviratne v. R. [1936] 3 All E.R. 36 (σε μετάφραση): «.... Μάρτυρες απαραίτητοι για το ξεδίπλωμα των αφηγήσεων επί των οποίων βασίζεται η ποινική δίωξη πρέπει βέβαια να καλούνται από την Κατηγορούσα Αρχή έστω και αν στο τέλος το αποτέλεσμα της μαρτυρίας τους είναι υπέρ ή εναντίον της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής." Οι αρχές που προκύπτουν από τη Νομολογία είναι τούτες:
(1)Η Κατηγορούσα Αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει ποιοι μάρτυρες θα κληθούν. Η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της και δεν μπορούν να τεθούν κανόνες για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας. Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με τρόπο που προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης και που είναι, ταυτόχρονα, ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση.
(2)Αν η μαρτυρία ενός μαρτυρά μπορεί να γίνει πιστευτή η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να τον καλέσει έστω και αν η μαρτυρία του είναι ασυμβίβαστη με την υπόθεση την οποία επιδιώκει να αποδείξει». Στην παρούσα θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι η παραπονούμενη προέβη στην επίδικη καταγγελία υποβάλλοντας το παράπονο της για το ατύχημα και τον τραυματισμό της όχι μόνο εναντίον του κατηγορούμενου αλλά και των δύο προαναφερόμενων προσώπων. Την ίδια στάση τήρησε και στο Δικαστήριο όπου ανέφερε ότι πίστευε και ακόμη πιστεύει ότι ευθύνονται και οι τρεις για το ατύχημα της. Κατόπιν δε οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας κατηγορήθηκε μόνο ο κατηγορούμενος εφόσον ως ανέφερε ο κ. Μάρκου κρίθηκε ότι η μαρτυρία δεν ήταν επαρκής για να αποδειχθεί υπόθεση εναντίον των άλλων δύο. Από την άλλη τα δύο αυτά πρόσωπα περιλήφθηκαν στο κατηγορητήριο ως μάρτυρες αλλά δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Η δικαιολογία που δόθηκε προς τούτο ήταν ότι αυτοί δεν θεωρήθηκαν μάρτυρες της αλήθειας και η μαρτυρία τους θα ήταν αντιφατική με αυτή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  1. Δεν εξήγησε όμως ο κ. Μάρκου γιατί αυτοί, σε αντίθεση με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, θεωρήθηκαν ως τέτοιοι και ως προς τι η μαρτυρία τους θα ήταν αντιφατική. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι εξήγηση δεν δόθηκε ούτε και γιατί, εφόσον η μαρτυρία αυτών ήταν τέτοια, εντούτοις κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.1 ζητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και κατατέθηκαν ως τεκμήρια 3 και 4, έστω για τον περιορισμένο σκοπό ότι λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 (κάτι που έγινε όμως με δήλωση της υπεράσπισης και συμφωνία της κατηγορούσας αρχής), οι καταθέσεις που τα πρόσωπα αυτά έδωσαν στην Αστυνομία για το επίδικο περιστατικό. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δόθηκε επαρκής δικαιολογία από πλευράς της κατηγορούσας αρχής για την μη κλήτευση των εν λόγω ουσιωδών μαρτύρων. Από την άλλη κρίνω ότι η παράλειψη αυτή δεν δημιούργησε τελικά οποιαδήποτε αδικία στον κατηγορούμενο εφόσον έτσι η ουσιώδης θέση του ουσιαστικά ότι κατασκεύασε την επίδικη σοφίτα ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες των ανωτέρω, με τα υλικά που αυτοί του υπέδειξαν και υπό την επίβλεψη αυτών και ιδιαίτερα του πολιτικού μηχανικού, δεν διαψεύστηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον κανένα μέρος της υπόλοιπης μαρτυρίας που έγινε δεκτή δεν έρχεται σε αντίθεση ή διαψεύδει αυτή. Αντίθετα φαίνεται ότι η μη κλήση των εν λόγω μαρτύρων άφησε κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές, περιέγραψε με αρκετές λεπτομέρειες και με σαφήνεια τον χώρο της σοφίτας και το σημείο από όπου έπεσε η παραπονούμενη και πέραν αυτών, ως έχει προαναφερθεί, η ουσιώδης θέση του ότι κατασκεύασε την επίδικη σοφίτα τόσο ως προς τα υλικά όσο και ως προς την στατικότητα της, με βάση συγκεκριμένες οδηγίες και υπό την επίβλεψη των τότε αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού, παρέμεινε ουσιαστικά αδιάψευστη από την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή και εν πάση περιπτώσει σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν συνάδει με αυτή. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι ο ίδιος λίγες μέρες πριν γίνει το ατύχημα, όταν επισκέφθηκε την επίδικη σοφίτα με έναν υπάλληλο του για κάποιο άλλο θέμα, είπε στην παραπονούμενη ότι δεν πρέπει να μπαίνει στον χώρο από την μεσοκαρίνα και μετά διότι υπάρχουν μόνο οι μορίνες και μόνο εκείνοι που είναι τεχνίτες ξέρουν που να πατήσουν ώστε να μην πέσουν κάτω καθώς και ότι εκείνη του είπε «Αφού φαίνεται ότι δεν πρέπει διότι δεν υπάρχει OSB». Το μέρος αυτό δεν γίνεται δεκτό καθότι ενώ ως φαίνεται ήταν ουσιώδες για τον ίδιο και άρα θα αναμενόταν να το αναφέρει, δεν το είπε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 18.12.12 (τεκμήριο 2) όπου ανέφερε μόνο ότι αυτός βγήκε κάποιες φορές στην σοφίτα με την παραπονούμενη και πήγε στο συγκεκριμένο σημείο το οποίο δεν καλυπτόταν από OSB για σκοπούς ελέγχου της οροφής και έβλεπε η παραπονούμενη ότι δεν ήταν χώρος προσβάσιμος. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος είναι εργολήπτης οικοδομών και ιδιοκτήτης της εργοληπτικής εταιρείας The Ideal Wooden House Ltd. Στις 14.5.07 η εταιρεία του ανέλαβε, δυνάμει γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 8) που έκανε με την Μ.Κ.2 (στο εξής η παραπονούμενη), να ανεγείρει την οικία αυτής στο χωριό Παρεκκλησιά, στην Λεμεσό. Η οικία θα κατασκευαζόταν από ξύλα, τούβλα και γυψοσανίδες. Η παραπονούμενη είχε διορίσει ως αρχιτέκτονα την Ισμήνη Χ''Δημητρίου και ως πολιτικό μηχανικό τον Αριστοτέλη Σάββα. Στην εν λόγω οικία ο κατηγορούμενος κατασκεύασε μεταξύ άλλων, μετά που ζητήθηκε από την παραπονούμενη, τρεις σοφίτες. Αυτές δεν περιλαμβάνονταν στα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια. Για τον τρόπο και για τα υλικά κατασκευής των σοφίτων ο κατηγορούμενος έλαβε οδηγίες από τους πιο πάνω αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Περαιτέρω κατά την κατασκευή των σοφίτων, οι πιο πάνω επέβλεπαν τις εργασίες και ο πολιτικός μηχανικός έδιδε οδηγίες στον κατηγορούμενο πώς να το αποπερατώσει και με ποια υλικά. Η επίδικη σοφίτα βρίσκεται πάνω από την τραπεζαρία, το χωλ και ένα μικρό μέρος της κουζίνας. Το ταβάνι του χώλ και του μέρους της κουζίνας κατασκευάστηκε από γυψοσανίδα. Πάνω από αυτήν τοποθετήθηκαν για ταβάνωμα, μορίνες 10 ίντζες Χ 2 ίντζες, κάθε 40 πόντους και πάνω από τις μορίνες τοποθετήθηκε πλακάζ OSB, 18 μιλίμετρα που είναι ξύλο με κάποιο πάχος, το οποίο έχει την ιδιότητα να είναι άκαμπτο και μπορεί κάποιος να περπατά πάνω. Σε κάποιο σημείο του κεκλιμένου μήκους της στέγης, η οποία βρίσκεται πάνω από την σοφίτα, κατασκευάσθηκε μεσοκαρίνα από μορίνες, 6 Χ 2 κάθε 40 πόντους, οι οποίες βοηθούν να στηρίζουν τις μορίνες της στέγης. Πρόκειται για βοηθητικό στήριγμα της οροφής όπου εδράζονται τα ξύλα αυτής. Μέχρι την μεσοκαρίνα το πάτωμα ήταν κατασκευασμένο από πλακάζ OSB. Το ύψος δε της μεσοκαρίνας δηλ. το ύψος εκεί από το πάτωμα μέχρι την στέγη ήταν περίπου ένα μέτρο. Από την μεσοκαρίνα και μετά είχε τοποθετηθεί ορυκτοβάμβακας, δηλ. βαμβάκι το οποίο είχε απλωθεί για σκοπούς θερμομόνωσης πάνω στις μορίνες του ταβανώματος και στα ενδιάμεσα τους, ο οποίος ήταν ορατός. Σε εκείνο δε το μέρος της σοφίτας δεν μπορούσε κάποιος να περπατήσει όρθιος διότι έσβηνε το ταβάνι της στέγης και για να πάει κάποιος από εκείνο το σημείο και πιο μέσα έπρεπε να σκύψει ή να πάει γονατιστός. Η απόφαση να τοποθετηθεί πλακάζ OSB στο πάτωμα μέχρι τη μεσοκαρίνα και μετά να τοποθετηθεί μόνο ορυκτοβάμβακας και όχι και OSB, ήταν του πολιτικού μηχανικού. Μετά την κατασκευή των εν λόγω σοφίτων η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και των προαναφερόμενων αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού διακόπηκε και η παραπονούμενη διόρισε άλλους στην θέση αυτών. Η παραπονούμενη μετακόμισε στην οικία περί τον Ιούλιο του 2009 όταν απέμεναν προς ολοκλήρωση κάποιες εξωτερικές εργασίες. Έκθεση που έγινε από τον νέο επιβλέποντα αρχιτέκτονα, μετά από οδηγίες της παραπονούμενης, για διαπίστωση του κατά πόσο συμπληρώθηκαν οι εργασίες και για κακοτεχνίες, στις 8.10.09 (τεκμήριο 12) καμία αναφορά έκανε για οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το πάτωμα της επίδικης σοφίτας. Στις 17.12.11 και περί ώρα 11:00 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην υπό αναφορά οικία ανέβηκε στην επίδικη σοφίτα. Στην προσπάθεια της να μετακινήσει ένα κιβώτιο που είχε αποθηκευμένο, μπήκε σε σημείο της σοφίτας μετά την προαναφερόμενη μεσοκαρίνα, όπου ήταν εμφανές ότι υπήρχε ορυκτοβάμβακας και δεν υπήρχε δαπέδωση με πλακάζ OSB, με αποτέλεσμα η γυψοσανίδα που υπήρχε κάτω από τον ορυκτοβάμβακα να υποχωρήσει, ανοίγοντας τρύπα στην οροφή του ισογείου και η παραπονούμενη να πέσει από εκεί δηλ. από ύψος περίπου 3 μέτρων στο πάτωμα του ισογείου. Από την πτώση της υπέστη εγκεφαλική διάσειση, θλάση μαλακών μορίων και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, σοβαρής μορφής θλάση μαλακών μορίων δεξιού ημιθωρακίου και κάταγμα 9ης πλευράς καθώς και κατάγματα χόνδρινου μέρους δεξιών τελευταίων πλευρών. Της χορηγήθηκε αγωγή και συνεστήθη απόλυτη ανάπαυση και αποφυγή οιασδήποτε φύσης εργασίας για 4 εβδομάδες καθώς και φυσιοθεραπεία. Όταν 2‑3 μέρες μετά το ατύχημα, η παραπονούμενη τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ανέφερε τι έγινε αυτός της είπε «Κυρία Υάνθη, για όνομα του Θεού, σε τζιείνο τον χώρο, σε έναν χώρο που δεν οδηγά πουθενά, σε έναν χώρο που πρέπει να πάεις αρκουδιστός τι έκανες εκεί και πήγες; Τι πήγες να κάνεις και έγινε το ατύχημα;». Νομική πτυχή Το επίδικο αδίκημα εδράζεται στο άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο με πλαγιότιτλο «Other negligent acts causing harm» προνοεί (στο αγγλικό κείμενο που είναι και το αυθεντικό) ότι: «
  2. Any person who unlawfully does an act, or omits to do any act which it is his duty to do so, not being an act or omission specified in the preceding section, by which act or omission harm is caused to any person, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for six months, or to a fine not exceeding 450 pounds, or to both». Και στο ελληνικό κείμενο (στο οποίο πρέπει να επισημανθεί ότι η λέξη «misdemeanour» έχει προφανώς λανθασμένα μεταφραστεί ως «κακουργήματος»): «
  3. Όποιος, διενεργεί παράνοµα οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει η οποία δεν είναι πράξη ή παράλειψη που ορίζεται στο προηγούµενο άρθρο, από την οποία πράξη ή παράλειψη προκαλείται σωµατική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι µηνών ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από το λεκτικό της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  4. Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει και δεν είναι από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο
  5. Από την παράλειψη να προκαλείται σωµατική βλάβη σε άλλο. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γυψιώτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 129/2013, ημερ. 30.1.15, λέχθηκε ότι η αμέλεια αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου
  6. Στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο αντλώντας καθοδήγηση από αποφάσεις σε άλλες σχετικές ποινικές υποθέσεις (άρθρα 205 και 210 του Ποινικού Κώδικα), κατέληξε ότι οι αρχές, οι οποίες είχαν διατυπωθεί στις εν λόγω υποθέσεις πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στις οποίες η αμέλεια αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Πρόσθεσε δε ότι πρόδηλη προέκταση αυτών των αρχών υπαγορεύει στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ποια είναι η αμέλεια που έχει επιδείξει ο κατηγορούμενος αλλά και να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας με το να υποδείξει ποιες είναι οι πράξεις ή οι παραλείψεις του, οι οποίες συνιστούν αμέλεια. Οι αρχές δε αυτές ως συνάγονται από την πιο πάνω απόφαση συνοψίζονται στα εξής: · Για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδεικνύουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί με έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί (γίνεται παραπομπή στις Andrews v. Director of Public Prosecutions [1937] A.C. 576 και R. v. Bateman [1925] L.J. K.B. 791). Με άλλα λόγια πέραν από τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα για να αποδειχθεί αστική αμέλεια πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η αμέλεια ισοδυναμούσε με έγκλημα. · Στην ποινική δίκη, σε αντίθεση με την αστική, η έκταση και ο βαθμός της αμέλειας είναι οι καθοριστικοί παράγοντες εφόσον πρέπει να υπάρχει mens rea. Δηλ. απλή έλλειψη επιμέλειας, η οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή. Για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα. · Σε τέτοιες ποινικές υποθέσεις ο κατήγορος πρέπει να είναι έτοιμος να πει τι μπορούσε και έπρεπε να κάνει ο κατηγορούμενος ή να απέχει από το να το κάνει, για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. · Η μαρτυρία που δίνεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τί έκαμε ή παρέλειψε να κάνει ο κατηγορούμενος. Μετά από αυτό εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η συμπεριφορά του αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής. · Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. (Για τα πιο πάνω βλ. Mcleod v. Police
(1973)2 C.L.R. 63, Andrews v. Director of Public Prosecutions [1937] A.C. 576, R. v. Bateman [1925] L.J. K.B. 791, Glanville Williams, Textbook of Criminal Law, σελ. 44, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30 και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160) Σχετική καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από την υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69, στην οποία γίνεται αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων που έχουν ως συστατικό στοιχείο την αμέλεια, αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο απαιτεί τον μεγαλύτερο βαθμό αμέλειας ήτοι υπαίτια αμέλεια (culpable negligence) και καταλήγει στην αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72 και στην αστική αμέλεια που είναι ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας (δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο άρθρο 237). Σίγουρα, ως προκύπτει και από την Αντωνίου ανωτέρω, η αμέλεια που απαιτείται και για το αδίκημα του άρθρου 237 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη. Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια δηλ. τέτοιου βαθμού που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό ζήτημα και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 και Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (βλ. Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245). Το λεκτικό της διάταξης του άρθρου 237 είναι όμοιο με αυτό του άρθρου 328 του Criminal Code του 1899 του Queensland της Αυστραλίας, όπου επίσης υιοθετήθηκε η εφαρμογή του κοινοδικαίου όσον αφορά το τεστ για την ποινική αμέλεια (βλ. R. v. Scarch [1945] St R Qd 38). H απόφαση στην R. v. BBD [2006] QCA 441, του Supreme Court of Queensland, αφορούσε το προαναφερόμενο άρθρο 328. Εκεί έγινε σχετικά παραπομπή στις αγγλικές υποθέσεις Andrews και Bateman (ανωτέρω) και λέχθηκε ότι για στοιχειοθέτηση του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να εκτελέσει το καθήκον επιμέλειας που είχε, σε τέτοιο όμως βαθμό που να ισοδυναμεί με έγκλημα. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι το άρθρο 328 δημιουργεί το αδίκημα αλλά δεν επιβάλει από μόνο του κάποιο καθήκον. Συνάγεται δε από τα λεχθέντα ότι το καθήκον αυτό θα πρέπει να επιβάλλεται από το νόμο και να συγκεκριμενοποιείται. Τέλος στο άρθρο 4 του Ποινικού μας Κώδικα αναφέρεται ότι «"σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή». Συμπεράσματα Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι έχει διευκρινισθεί από την κατηγορούσα αρχή, ως έπρεπε με βάση την σχετική νομολογία, μετά από την απόδοση λεπτομερειών που δόθηκαν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ότι η παράλειψη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι δεν τοποθέτησε σε όλο το πάτωμα της σοφίτας πλακάζ OSB. Από αυτό αλλά και από τις λεπτομέρειες αδικήματος προκύπτει σαφώς ότι κατηγορείται ότι δεν έπραξε το πιο πάνω κατά την κατασκευή της σοφίτας και όχι αργότερα. Είναι λοιπόν σε αυτά τα πλαίσια που θα εξετασθεί η συμπεριφορά του κατηγορούμενου και όχι για οποιαδήποτε άλλη παράλειψη όπως το κατά πόσο προειδοποίησε την παραπονούμενη για τον κίνδυνο πτώσης της ή για το κατά πόσο τοποθέτησε οποιαδήποτε προειδοποιητική πινακίδα ή διαχωριστικό που να εμποδίζει την είσοδο εκεί. Στην παρούσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι συνεπεία του ότι στο συγκεκριμένο σημείο της επίδικης σοφίτας δεν υπήρχε δαπέδωση από πλακάζ OSB, όταν η παραπονούμενη βρέθηκε εκεί, η γυψοσανίδα που υπήρχε κάτω από τον ορυκτοβάμβακα, η οποία δεν μπορούσε ως υλικό να χρησιμοποιείται ως δάπεδο για να βρίσκεται κάποιος πάνω, έσπασε με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να πέσει από ύψος 3 μέτρων και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες. Συνεπώς με δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος χώρος ήταν προσβάσιμος και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όπως και η υπόλοιπη σοφίτα έστω και για πιο περιορισμένο σκοπό, έχει αποδειχθεί ότι η πρόκληση των βλαβών αυτών ήταν αποτέλεσμα της παράλειψη τοποθέτησης του εν λόγω υλικού κατά την κατασκευή της σοφίτας. Εδώ να σημειωθεί ότι η όποια ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια της παραπονούμενης εκ του ότι πήγε στο συγκεκριμένο σημείο όπου ήταν εμφανές ότι δεν υπήρχε τέτοιο πλακάζ, δεν απαλλάσσει το πρόσωπο που έχει την ποινική ευθύνη για το επίδικο αδίκημα. Αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε καθήκον να τοποθετήσει δαπέδωση από πλακάζ OSB και σε εκείνο τον χώρο της σοφίτας και κατά πόσο η παράλειψη του ήταν τέτοια που δείχνει ότι απείχε του εν λόγω καθήκοντος, επιδεικνύοντας τέτοιο βαθμό αμέλειας ώστε η συμπεριφορά του αυτή όχι απλά να τον καθιστά αστικά υπεύθυνο αλλά να ισοδυναμεί με έγκλημα. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η εταιρεία του κατηγορούμενου, οι εργασίες της οποίας εκτελούνταν υπό τον έλεγχο του τελευταίου, είχε αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση της επίδικης οικίας. Η παραπονούμενη είχε δε διορίσει για τον σκοπό αυτό αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Η κατασκευή της επίδικης σοφίτας δεν προβλεπόταν στα εγκριθέντα σχέδια αλλά έγινε μετά από απαίτηση της παραπονούμενης. Για τον τρόπο και για τα υλικά κατασκευής των σοφίτων ο κατηγορούμενος έλαβε οδηγίες από τους πιο πάνω αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Κατά την κατασκευή και της επίδικης σοφίτας, οι πιο πάνω επέβλεπαν τις εργασίες και ο πολιτικός μηχανικός έδιδε οδηγίες στον κατηγορούμενο πώς να την αποπερατώσει και με ποια υλικά. Ήταν δε με βάση τις οδηγίες του πολιτικού μηχανικού που ο κατηγορούμενος τοποθέτησε δαπέδωση από πλακάζ OSB στο πάτωμα μέχρι τη μεσοκαρίνα και δεν τοποθέτησε τέτοιο στο υπόλοιπο μέρος μετά την μεσοκαρίνα, όπου δηλ. έγινε το ατύχημα. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η σχετική νομοθεσία δηλ. ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος Κεφ. 96, επιβάλλει (βλ. άρθρο 8Β) ότι όλα τα σχετικά σχέδια, μελέτες και υπολογισμοί που αφορούν μια οικοδομή πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή από αρχιτέκτονα µελετητή (ότι αφορά αρχιτεκτονική εργασία) και από πολιτικό µηχανικό µελετητή (ότι αφορά εργασία πολιτικού µηχανικού). Επίσης η ίδια νομοθεσία επιβάλλει (βλ. άρθρο 9Α) στο πρόσωπο για το οποίο θα ανεγερθεί μια οικοδομή, προς υλοποίηση των σχετικών εργασιών, τον διορισμό επιβλέποντα µηχανικού (δηλ. αδειούχου αρχιτέκτονα ή και πολιτικού μηχανικού) για την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο ο επιβλέπων µηχανικός οφείλει μεταξύ άλλων να επιβλέπει, το έργο σε όλα τα στάδια της εκτέλεσης του µέχρι και την αποπεράτωσή του. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 29 του ίδιου Νόμου παράβαση υποχρέωσης που επιβάλλεται από τον ίδιο Νόµο και τους Κανονισµούς αυτού, αποτελεί αστικό αδίκηµα δυνάµει των διατάξεων του περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, έναντι οποιουδήποτε προσώπου µπορεί να υποστεί ζηµιά από την παράβαση της υποχρέωσης αυτής. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος, ως εργολάβος είχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας, πέραν από του να εκτελέσει την κατασκευή της επίδικης σοφίτας, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες οδηγίες των επιβλεπόντων μηχανικών, οι οποίοι ήταν και αυτοί που εκ του νόμου είχαν τόσο την υποχρέωση ορθού σχεδιασμού (περιλαμβανομένου και του θέματος της στατικότητας) όσο και επίβλεψης εκτέλεσης των σχεδίων και ή οδηγιών τους. Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος εκτέλεσε την σοφίτα κατά παράβαση των εν λόγω οδηγιών ή πλημμελώς. Αντίθετα έγινε δεκτό ότι έπραξε ως οι οδηγίες. Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν μπορεί κατά την κρίση μου παρά να είναι αρνητική. Διαφορετική κρίση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να επιβαλλόταν σε ένα εργολάβο δηλ. στο πρόσωπο που έχει την ευθύνη της ορθής εκτέλεσης των εργασιών ανέγερσης μιας οικοδομής, με βάση τα σχέδια και τις οδηγίες των εκ του νόμου υπευθύνων επιβλεπόντων μηχανικών, καθήκον επιμέλειας ίσο με αυτό των τελευταίων. Η οποιαδήποτε δε αμέλεια αυτών στον σχεδιασμό ή στις οδηγίες όπως και όσον αφορά την απαιτούμενη επίβλεψη δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να εξισώνεται και να μεταφέρεται στους ώμους του, εκτελούντος κατά γράμμα τα σχέδια και τις οδηγίες αυτές, εργολάβου. Δεν μου διαφεύγει δε ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα γνώριζε ότι όποιος πήγαινε στο συγκεκριμένο σημείο της σοφίτας, η οποία χρησιμοποιείτο από τους ενοίκους, κινδύνευε να πέσει από εκεί στο ισόγειο και συναφώς να τραυματισθεί. Όμως υπό το φως των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα καθήκοντα των επιβλεπόντων μηχανικών και του εργολάβου, το να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να τοποθετήσει πλακάζ και σε εκείνο το σημείο, κατά αντίθεση με τις ρητές οδηγίες του πολιτικού μηχανικού, θα προϋπέθετε ότι το καθήκον επιμέλειας του ήταν όχι απλά ίσο αλλά και μεγαλύτερο από αυτό των επιβλεπόντων μηχανικών, πράγμα μη λογικό και εν πάση περιπτώσει τέτοια παράλειψη, δεν θα συνιστούσε κατά την κρίση μου, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, αμέλεια του σε βαθμό που να θεωρείται έγκλημα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας το πιο πάνω συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Αμελείς πράξεις που προκαλούν σωματική βλάβη).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.