Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης : 7550/14, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 7550/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Ιωάννη Φιλίππου Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/3/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Γρύλλη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά τέσσερεις κατηγορίες για τα αδικήματα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, της κοινής οχληρίας, της χρήσης οργάνων που ενισχύουν τον ήχο κοντά σε δημόσιους χώρους χωρίς άδεια και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (1η-4η Κατηγ.). Αθωώθηκε όμως και απαλλάγηκε στην 2η κατηγορία πριν την κλήση του σε απολογία με αποτέλεσμα να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο στην 1η, 3η και 4η κατηγορία. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, η Γ/αστυφ. 1258 Α. Τσιελλεπή, ο Α/αστυφ. Α. Αριστείδου, ο αστυφ. 269 Π. Θεοφίλου και ο Α/αστυφ.1585 Π. Κεραυνός (Μ.Κ.1-4). Και οι τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 κατέθεσαν ως μέρος της κύριας εξέτασης τους τις γραπτές τους καταθέσεις και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Στην συνέχεια δε και μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει καμία άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, οι αστυφύλακες Μ.Κ.3 και 4, κλήθηκαν και μετέβησαν στο χωριό Σωτήρα για το λόγο ότι σύμφωνα με πληροφορία από κάποιο σπίτι στο χωριό ακουγόταν δυνατή μουσική. Όταν έφθασαν στο μέρος, επιβεβαίωσαν την πληροφορία και διαπίστωσαν ότι η μουσική προερχόταν από το σπίτι του κατηγορούμενου. Μετά από υπόδειξη τους, αυτός έκλεισε τη μουσική και οι αστυφύλακες αναχώρησαν. Στην συνέχεια όμως και μετά από νέα πληροφορία ότι η δυνατή μουσική εξακολουθούσε να ακούγεται, επανήλθαν στο σπίτι του κατηγορούμενου. Εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού του και διαπίστωσαν ότι η μουσική που ακουγόταν σε δημόσιο μέρος, προερχόταν από ραδιόφωνα και μεγάφωνα που είχε τοποθετημένα εκεί. Όταν πλησίασαν τον κατηγορούμενο διαπίστωσαν επίσης ότι μύριζε έντονα αλκοόλ και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Μόλις τους αντιλήφθηκε άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως προκαλώντας ανησυχία. Οι δύο αστυφύλακες τον κάλεσαν να ηρεμήσει αλλά αυτός συνέχισε να φωνάζει καλώντας τους να φύγουν και έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος τον Μ.Κ.
- Αυτός αμέσως τον συνέλαβε για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, της ανησυχίας και οχληρίας και του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του. Στην προσπάθεια του Μ.Κ.4 να του τοποθετήσει χειροπέδες ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν και αντιδρούσε και άρπαξε τον Μ.Κ. 4 από την γραβάτα και το πουκάμισο με αποτέλεσμα να τα σχίσει. Μετά από αυτό οι αστυφύλακες χρησιμοποίησαν την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία και του τοποθέτησαν χειροπέδες. Αντίθετη υπήρξε η θέση του κατηγορούμενου ο οποίος υποστήριξε την αθωότητα του, αρνούμενος ότι διέπραξε τα αδικήματα και λέγοντας ότι ο Μ.Κ.4 ήταν αυτός που κινήθηκε επιθετικά εναντίον του όταν για τρίτη φορά το ίδιο βράδυ μετέβη στο σπίτι του μαζί με τον Μ.Κ.3 και εισήλθαν σε αυτό χωρίς την άδεια του. Δέχτηκε ότι άρπαξε τον Μ.Κ.4 από την γραβάτα, υποστήριξε όμως ότι δεν την έσκισε γιατί είχε επιτεθεί εναντίον του, αλλά αυτό έγινε στην προσπάθεια του να αποφύγει τον Μ.Κ.4 που κινείτο ήδη επιθετικά εναντίον του. Έτσι, όταν κινδύνευσε να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει σε κάποιον ανθώνα που βρισκόταν στο μέρος, αρπάχθηκε από την γραβάτα του για να αποφύγει την πτώση. Οι Μ.Κ.1 και 2 ήταν οι αστυφύλακες που απλώς ο μεν πρώτος παρέλαβε κάποια τεκμήρια που σχετίζονται με την υπόθεση και ο δεύτερος κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που του αποδίδονται. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν, παρατηρώντας το ύφος και την συμπεριφορά τους, θεωρώ ότι κατέθεσαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως αυτά στην πραγματικότητα εκτυλίχθηκαν και τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους. Για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Ουσιαστικοί μάρτυρες για την υπόθεση ήταν οι Μ.Κ.3 και 4 οι οποίοι και ενεπλάκησαν στο επεισόδιο. Ο Μ.Κ.3 με έπεισε ότι και αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας που εξέθεσε τα γεγονότα όπως πραγματικά εκτυλίχθηκαν, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 σχετικά με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος. Και αυτό παρά τις κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζονται στην μεταξύ των δύο περιγραφή των γεγονότων και οι οποίες κρίνονται επουσιώδεις και εν πάση περιπτώσει όχι ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία τους. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό που προέβαλε ότι ο κατηγορούμενος τους έδωσε την προφορική του συγκατάθεση να εισέλθουν στην αυλή του σπιτιού του. Επί του σημείου αυτού, δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του, αλλά σχημάτισα την άποψη ότι σκοπός της αναφοράς του αυτής ήταν μόνο για να δικαιολογήσει την είσοδο τους στο σπίτι. Βασικός λόγος μη αποδοχής του συγκεκριμένου ισχυρισμού είναι ότι δεν συνάδει με τη θέση που και οι δύο, Μ.Κ.3 και 4, με τρόπο πανομοιότυπο προβάλλουν στις καταθέσεις τους (Τεκμήρια Γ και Δ αντίστοιχα) και στις οποίες αναφέρουν ότι τη δεύτερη φορά που μετέβησαν στο σπίτι του κατηγορούμενου και όταν αυτός αντιλήφθηκε την παρουσία τους άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως λέγοντας «εγώ δεν είμαι παράνομος, οι παράνομοι είναι άλλοι». Θεωρώ ότι οι δύο αυτοί ισχυρισμοί δεν συνάδουν μεταξύ τους, αλλά αντίθετα εμπεριέχουν αντίφαση. Ποιο από το δύο μπορεί τελικά να ισχύει; Ότι τους έδωσε την συγκατάθεση του και εισήλθαν; Ή ότι όταν τους αντιλήφθηκε άρχισε να φωνάζει λέγοντας τους τα όσα πιο πάνω εκτίθενται; Διότι δεν είναι δυνατό ούτε και λογικό αυτό που ο Μ.Κ.4 έχει προβάλει. Πως είναι δυνατό να τους είχε δώσει την συγκατάθεση του να εισέλθουν αλλά όταν τους αντιλήφθηκε να αρχίσει να φωνάζει; Μήπως γιατί πράγματι ποτέ δεν είχε δώσει καμία συγκατάθεση; Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του αυτός ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος τους έδωσε προφορικά την άδεια να εισέλθουν δεν προβάλλεται στη γραπτή κατάθεση ούτε του ίδιου, ούτε και του Μ.Κ.
- Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι τον ισχυρισμό αυτό τον προέβαλε μόνο ο Μ.Κ.4, ενώ ο Μ.Κ.3 ποτέ δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ο τελευταίος και ερωτώμενος να πει εάν πριν την είσοδο τους στο σπίτι είχαν εξασφαλίσει ένταλμα έρευνας, περιορίστηκε να απαντήσει αρνητικά χωρίς ποτέ να ισχυρισθεί ότι είχαν εξασφαλίσει τέτοια συγκατάθεση, κάτι που λογικό θα ήταν αλλά και αναμενόμενο να το πει εάν αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Μ.Κ.3 περιγράφοντας τα γεγονότα σε σχέση με την είσοδο τους στο σπίτι ανάφερε μόνο ότι μετέβησαν εκεί για δεύτερη φορά γύρω στις 1.40 και μόλις στάθμευσαν η μουσική ακουγόταν έξω από το σπίτι δηλαδή στο δρόμο. Στην συνέχεια εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού όπου και βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Τον πλησίασαν και διαπίστωσαν ότι τα μάτια του ήταν κόκκινα και μύριζε έντονα αλκοόλ. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε, φώναζε μεγαλοφώνως και ήθελε να φύγουν από το σπίτι του. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τα όσα ο Μ.Κ.4 ανάφερε σε σχέση με τις συνθήκες που εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού του κατηγορούμενου και ειδικότερα ότι ο τελευταίος τους έδωσε την προφορική του συγκατάθεση για την οποία πρέπει να λεχθεί αρκέστηκε σε μια γενική αναφορά χωρίς να δώσει καμία απολύτως λεπτομέρεια, αν δηλαδή οι ίδιοι οι αστυφύλακες είχαν ζητήσει από τον κατηγορούμενο την άδεια να εισέλθει, πότε, με ποιο τρόπο κ.λ.π. και πως ο κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του αυτή. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του. Και αυτό λόγω της γενικότερης εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν, του οποίου η όλη στάση και συμπεριφορά δεν με έπεισαν για την αλήθεια των όσων προέβαλε. Σε πολλές περιπτώσεις περιήλθε σε ένταση ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης όταν ένοιωθε να πιέζεται, ενώ σε άλλες νευρίαζε και ύψωνε τον τόνο της φωνής του. Εκτός από την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του και άλλοι λόγοι δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω για αυτόν καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας. Ο ισχυρισμός του ότι άρπαξε τον Μ.Κ.4 από την γραβάτα απλώς και μόνο για να αποφύγει την πτώση, δεν με έπεισε ότι ήταν αληθής. Κατ' αρχήν περίεργο μου φαίνεται ότι στην περίπτωση που ο ισχυρισμός του ότι κινδύνεψε να πέσει ήταν αληθής θα άρπαζε τον αστυφύλακα από το συγκεκριμένο σημείο, όπως επίσης περίεργο μου φαίνεται ο ισχυρισμός ότι η γραβάτα του αστυφύλακα βρισκόταν έξω από το τρικό που φορούσε. Παράξενος επίσης είναι ο ισχυρισμός του ότι εάν όντως έτσι είχαν γίνει τα πράγματα να μην είχε προκληθεί στην γραβάτα καμία απολύτως ζημιά. Ερωτώμενος εάν το επίδικο βράδυ οι γείτονες του με τους οποίους διαφάνηκε να έχει διαφορές βρίσκονταν στο διπλανό υποστατικό απάντησε με αόριστο τρόπο ότι «μπορεί» να ήταν, στην συνέχεια παρουσιάσθηκε απόλυτα βέβαιος ότι βρίσκονταν εκεί. Ερωτώμενος εάν το επίδικο βράδυ είχε πιει ποτό, δέχθηκε αρχικά ότι είχε πιει μπύρα. Στην συνέχεια όμως διαφοροποίησε την απάντηση του αυτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός μόνο του μέρους εκείνου που αφορά την είσοδο των Μ.Κ. 3 και 4 στην αυλή του σπιτιού του, ότι δηλαδή αυτοί εισήλθαν χωρίς να του ζητήσουν την άδεια. Και αυτό ένεκα όλων όσων πιο πάνω αναφέρονται κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και 4, αλλά και γιατί επί του σημείου αυτού παρέμεινε σταθερός και ακλόνητος. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 13/1/2014 και περί ώρα 23.00, λήφθηκε στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής πληροφορία ότι από σπίτι στο χωριό Σωτήρα ακουγόταν δυνατή μουσική. Αμέσως οι Μ.Κ. 3 και 4 μετέβησαν στο χωριό και εντόπισαν το σπίτι από το οποίο ακουγόταν η μουσική και ήταν αυτό στο οποίο διαμένει ο κατηγορούμενος. Αφού έγιναν προς τον κατηγορούμενο οι απαραίτητες συστάσεις, αυτός έκλεισε τη μουσική. Αργότερα όμως και συγκεκριμένα στις 14/1/2014 και ώρα 01.40, δόθηκε νέα πληροφορία στον σταθμό για επανάληψη της δυνατής μουσικής. Αμέσως οι δύο αστυφύλακες μετέβησαν εκ νέου στο σπίτι του κατηγορούμενου από το οποίο ακουγόταν δυνατή μουσική. Στο σπίτι την ώρα εκείνη, βρισκόταν μόνο ο κατηγορούμενος. Το σπίτι βρίσκεται εντός περιφραγμένου χώρου με αυλή. Η περίφραξη είναι με συρματόπλεγμα και κάγκελο. Οι δύο αστυφύλακες άνοιξαν την καγκελόπορτα της οικίας και εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού χωρίς να έχουν εξασφαλίσει δικαστικό ένταλμα και χωρίς να τους δώσει την συγκατάθεση του και του ζήτησαν να κλείσει την μουσική. Στην αυλή του σπιτιού υπήρχε ραδιόφωνο και μεγάφωνα. Όταν πλησίασαν τον κατηγορούμενο διαπίστωσαν ότι αυτός μύριζε έντονα αλκοόλ και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους ενοχλήθηκε, άρχισε να φωνάζει λέγοντας ότι δεν είναι παράνομος και τους ζήτησε να φύγουν. Ο Μ.Κ.4 του ζήτησε να ηρεμήσει, αλλά ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και έσπρωξε τον Μ.Κ.4 με τα χέρια του στο στήθος. Τότε ο Μ.Κ.4 τον συνέλαβε για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, της ανησυχίας και της οχληρίας και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν έκαμε οτιδήποτε. Στη συνέχεια και στην προσπάθεια των αστυνομικών να του τοποθετήσουν χειροπέδες ο κατηγορούμενος αντιδρούσε και αντιστεκόταν και ταυτόχρονα άρπαξε τον Μ.Κ.4 από την γραβάτα και το πουκάμισο με αποτέλεσμα να τα σχίσει. Οι αστυνομικοί χρησιμοποιώντας βία κατάφεραν να τον συλλάβουν, να του τοποθετήσουν χειροπέδες και να τον μεταφέρουν στον αστυνομικό σταθμό. Στις 14/1/2014 η Μ.Κ.1 παρέλαβε από τον Μ.Κ.3 μια αστυνομική γραβάτα χρώματος μπλε και ένα αστυνομικό πουκάμισο χρώματος μπλε σχετικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση. Ο Μ.Κ.2 την ίδια μέρα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που του αποδίδονται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν παραδέχθηκε. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου που είχε ως άξονα το παράνομο των ενεργειών των Μ.Κ.3 και 4, που είχαν ως αποτέλεσμα την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του πελάτη της και πιο συγκεκριμένα του δικαιώματος του για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής και του απαραβίαστου της κατοικίας του (άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος). Και αυτό γιατί σύμφωνα με την εισήγηση της οι αστυνομικοί εισήλθαν στο σπίτι του πελάτη της χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλίσει ούτε ένταλμα έρευνας, ούτε και σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος και ποτέ δεν έδωσε την συγκατάθεση του για είσοδο των αστυνομικών στο σπίτι του. Αποτέλεσε λοιπόν εισήγηση της ότι για το λόγο αυτό ότι όλες οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν παράνομες, ενώ τα όσα ακολούθησαν ήταν συνέπεια της παράνομης εισόδου των αστυνομικών στο σπίτι του και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να κριθεί ένοχος στις κατηγορίες οι οποίες και θα πρέπει να απορριφθούν. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις που υπάρχει παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ατόμου δεν χωρεί οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά αυτό οφείλει να απορρίψει μαρτυρία που αποτελεί προϊόν παραβίασης οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος έτσι ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. (Police v. Georgiades πιο πάνω). Πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα και η οποία αυτόματα αποκλείεται χωρίς να υπάρχει θέμα για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Το άρθρο 16 του Συντάγματος διασφαλίζει το απαραβίαστο της κατοικίας και προβλέπει ότι : «
- Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος.
- Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειµή ότε και όπως ο νόµος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλµατος δεόντως ητιολογηµένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυµάτων οιουδήποτε αδικήµατος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής». Η είσοδος δηλαδή και έρευνα σε κατοικία επιτρέπεται μόνο μετά την έκδοση δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου ή στις περιπτώσεις που ορίζονται στο ίδιο το Σύνταγμα και αναφέρονται πιο πάνω. Και όπως ενδιαφέρει στην εξεταζόμενη περίπτωση, όταν ο ένοικος του σπιτιού δώσει τη ρητή του συναίνεση, κάτι που σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έγινε στην συγκεκριμένη υπόθεση. Αναμφίβολα ο χώρος της αυλής στο σπίτι του κατηγορούμενου, που ήταν χώρος μη προσβάσιμος στο κοινό, αλλά περίκλειστος και στον οποίο η είσοδος δεν ήταν ελεύθερη για τον καθένα, εντάσσεται στο χώρο της οικίας του, αφού αποτελεί μέρος του χώρου που εκτυλίσσεται η προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Όπως η κατοικία ορίζεται στο σύγγραμμα του Δρ Κ. Παρασκευά «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο (Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες)» στην σελίδα 252 παραγρ. 4: «Κατοικία θεωρείται κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για διαμονή (μόνιμη ή προσωρινή, διαμονή ή απλώς παραμονή) ή για εργασία και που δεν είναι προσιτός σε όλους. Συστατικό στοιχείο της εννοίας της κατοικίας αποτελεί η ύπαρξη ενός περίκλειστου χώρου στο οποίο δεν είναι ελεύθερη η είσοδος στον καθένα παρά μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του διαμένοντος σε αυτή. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητος ο περίκλειστος αυτός χώρος να είναι οικοδομημένος, περιτειχισμένος ή στεγασμένος. Το κρίσιμο σημείο είναι ο χώρος αυτός να είναι περίκλειστος, ούτως ώστε να μην υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση και ως εκ τούτου δεν είναι προσιτός στον καθένα». Με βάση λοιπόν τα όσα εκτυλίχθηκαν και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, η είσοδος των δύο αστυνομικών στην αυλή του σπιτιού του κατηγορούμενου με τον τρόπο που έγινε, δεν διαφάνηκε να εμπίπτει μέσα σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 16 και κατ' επέκταση υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας του. Οι δύο αστυφύλακες εισήλθαν μέσα στην αυλή του σπιτιού του κατηγορούμενου χωρίς αυτός να τους δώσει την ρητή του συναίνεση και χωρίς βέβαια να έχει εκδοθεί προς τούτο δικαστικό ένταλμα, γεγονός που αποτέλεσε κοινό έδαφος. Μόλις αυτός αντιλήφθηκε την είσοδο τους στην αυλή του σπιτιού του, φώναζε και τους ζητούσε να φύγουν, κάτι που αυτοί δεν έπραξαν με αποτέλεσμα τα γεγονότα να εξελιχθούν όπως πιο πάνω περιγράφεται. Και αυτό, παρά την υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων οι οποίοι οφείλουν όπως κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους να καθοδηγούνται πάντοτε από το δημόσιο συμφέρον όπως αυτό αναδύεται εύλογα μέσα από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Vrahimis v The Police
(1969)2 CLR 69). Σημαντικός για την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ο λόγος της απόφασης Χ. Φωτίου v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ.192/2014 ημερομ. 16/9/2015, στην οποία η πλειοψηφία αποφάσισε ως εξής : « Η διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ήταν όχι μόνο ότι η σύλληψη του εφεσείοντα ήταν παράνομη, αλλά και ότι η παράνομη κράτηση και ο περιορισμός του συνεχίστηκαν με την τοποθέτησή του στο περιπολικό της αστυνομίας και τη μεταφορά του στα αστυνομικά κρατητήρια μέχρι και την απόλυσή του. Η διαπίστωση αυτή δεν προσεβλήθη με αντέφεση, ούτε και άλλως πως τέθηκε υπό συζήτηση κατά την ακρόαση της έφεσης, έτσι ώστε να υπάρχει τώρα περιθώριο παρέμβασης του Εφετείου. Όπως έχουν τα πράγματα, θα εκλάβουμε ως δεδομένο το εν λόγω εύρημα το οποίο θεωρούμε ότι είναι θεμελιακής σημασίας για την υπόθεση, εφόσον την προσδιορίζει εξ αρχής ως περίπτωση κατά την οποία αστυνομικοί αποστέρησαν παράνομα την ελευθερία πολίτη. Τέτοια παρανομία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Στη θεμελιακή υπόθεση Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591, ο Lord Simonds έθεσε το ζήτημα ως εξής: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful.» Το δικαίωμα για αντίσταση, βέβαια, δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson
(1955)1 W.L.R. 493). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin v. Gardiner [1967] 2 Q.B. 510)». Αποτελεί λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να εξισορροπήσει τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες αντίδρασης του κατηγορούμενου στην είσοδο τους. Και αυτό στην προσπάθεια του να διαπιστώσει εάν η βία που άσκησε ο κατηγορούμενος ήταν υπερβολική. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, την ενέργεια των δύο αστυνομικών να εισέλθουν στο σπίτι του κατηγορούμενου παρά την θέληση του στον χώρο δηλαδή που αποτελεί απαραβίαστο άσυλο για τον κάθε πολίτη, εκτός βέβαια των περιπτώσεων που προβλέπει ο Νόμος, την άρνηση τους να φύγουν παρά τις φωνές του με τις οποίες τους καλούσε να το πράξουν, τις ενέργειες του κατηγορούμενου, κρίνεται ότι η βία που άσκησε ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Κρίνεται συνεπώς ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί στην 1η και 4η κατηγορία. Την ίδια κατάληξη θα έχει και η 2η κατηγορία, αφού η χρήση μεγαφώνων διαπιστώθηκε μόνο μετά την παράνομη είσοδο των αστυνομικών μέσα στην αυλή του κατηγορούμενου Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η, 3η και 4η κατηγορία. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής