Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 20938/2015, 28/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20938/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας, κα Φραντζή και κα. Παπανεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ι. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 4 κατηγορίες. Αφορούν οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑQ 118, στις 20/1/2013, στην οδό Γιλντίζ στη Λεμεσό, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 25 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22 (κατηγορία 1)[1], χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[2] (κατηγορία 2), ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο δώδεκα μηνών από τις 12/1/2013 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 22611/10[3] (κατηγορία 3) και χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη[4] (κατηγορία 4).
- Ζητήθηκε να ληφθούν υπόψη και οι υποθέσεις 16157/2015, 9438/2015, 20359/2014 και 4155/2015 στις οποίες ο κατηγορούμενος επίσης παραδέχθηκε ενοχή. Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα:
(1)16157/2015: Οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑQ 118, την 1/6/2015, στην οδό Γεωργίου Αβέρωφ στη Λεμεσό, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 72 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22[5].
(2)9438/2015: Άρνηση παροχής προκαταρκτικού δείγματος εκπνοής για εξέταση οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης στις 29/4/2015[6].
(3)20359/2014: Άρνηση παροχής προκαταρκτικού δείγματος εκπνοής για εξέταση οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης στις 3/8/2014[7].
(4)4155/2015: Οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑQ 118, στις 2/8/2014, στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου στη Λεμεσό, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 70 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22[8]. Γεγονότα της Υπόθεσης 20938/15[9]
- Στις 20/1/2013 και ώρα 09:00 στην οδό Γιλντίζ στη Λεμεσό ο Αστ. 7067 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής AAQ118 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Από τον έλεγχο που διενέργησε διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος, οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, είχε δηλαδή στην εκπνοή του 25mg% αλκοόλη αντί 22mg% που είναι το επιτρεπόμενο όριο από τον Νόμο, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου, χωρίς άδεια, δηλαδή με στέρηση της από τις 12/1/13 για περίοδο δώδεκα μηνών, και χωρίς ζώνη ασφαλείας. Ο Αστ. 7067 αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Ok». Στη συνέχεια τον συνέλαβε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Ok». Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού όπου ο Αστ. 3593 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε: «Εν να τα πω στο Δικαστήριο». Γεγονότα των υπολοίπων υποθέσεων
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι τα γεγονότα ήταν ως οι λεπτομέρειες των κατηγορητηρίων.
- Η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 62 ετών. Έχει τρία παιδιά από τον πρώτο του γάμο, όλα ενήλικα, με τα οποία δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βιώνει έντονα το αίσθημα της εγκατάλειψης. Αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού το οποίο προσπάθησε να αντιμετωπίσει (Τεκμήριο 2 - Ιατρική Βεβαίωση της ΘΕ.ΜΕ.Α). Αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα που τον κατέστησαν ανίκανο για εργασία και λαμβάνει μηνιαίο επίδομα. Η αυτοκτονία της μητέρας του επέδρασε άσχημα στην ψυχική του υγεία. Τέλεσε δεύτερο γάμο το
- Οι σχέσεις του με την δεύτερη σύζυγο του δεν είναι καλές. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η σύζυγος του ασκεί βία κατά του προσώπου του.
- Ανέφερε επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κατηγορουμένου ο οποίος είναι μια τραγική μορφή. Η μεταμέλεια του, έστω και σ' αυτό το στάδιο, διεφάνη με την παραδοχή του για τόσες πολλές κατηγορίες, ερχόμενος με αυτόν τον τρόπο αντιμέτωπος με τις πράξεις του. Αποτέλεσε γι' αυτόν ένα σημαντικό βήμα στη ζωή του. Τα αδικήματα που διέπραξε δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι υποφέρει από αλκοολισμό και στη σχέση του με την σύζυγο του. Κανένα από τα παιδιά του ενδιαφέρεται για τον κατηγορούμενο. Όταν κρατήθηκε για οφειλόμενα εντάλματα κανένα από αυτά δεν τον βοήθησε.
- Ως προς τα γεγονότα των υποθέσεων ανέφερε ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, ότι δηλαδή δεν κινδύνευσε κανείς ενώ από την οδήγηση ενώ ήταν στερημένος και απουσίαζε παντελώς ο προσχεδιασμός. Στις πλείστες των περιπτώσεων ο έλεγχος αλκοόλης του κατηγορουμένου έγινε σε σημεία πλησίον της οικίας του. Κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση επιβολής φυλάκισης να την αναστείλει. Ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον όχημα στην κατοχή του.
- Ο κατηγορούμενος έχει έντεκα βαθμούς ποινής. Η προηγούμενη του καταδίκη σε σχέση με την 3η κατηγορία, αφορούσε οδήγηση καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, 88 εκ αντί 22 εκ.
- Για σκοπούς επιβολής της ποινής, θα εξετάσω πρώτα την 3η κατηγορία, η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19 Α του Ν. 86/
- Σύμφωνα με το άρθρο 19Α: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» 10. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227 και CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288).
- Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι παρακοής, αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[10] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196).
- Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, στη σελ 1/745, παρ. 11.85[11] αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα οδήγησης μετά από στέρηση, ως επιβαρυντικοί παράγοντες: αν η οδήγηση έγινε από πρόσωπο που ήταν ελεύθερο με εγγύηση, αν δεν πέρασε ποτέ εξέταση οδήγησης, η οδήγηση έναντι αμοιβής, η προσπάθεια αποφυγής εντοπισμού, η μεγάλη απόσταση οδήγησης, ο προσχεδιασμός, η συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και η πρόσφατη επιβολή ανικανότητας. Ως μετριαστικοί παράγοντες αναφέρονται: έκτακτο συμβάν, το μικρό της απόστασης οδήγησης, η συνεργασία με την αστυνομία και η μεταμέλεια.
- Εξετάζοντας την 2η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)και
(5)[12] του Ν. 96 (Ι)/ 2000, το αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή €1708 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Επιβάλλεται επίσης εξάμηνη στέρηση της άδειας οδήγησης. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να παραθέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Αυτό δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός ότι η εξουσία στέρησης της άδειας οδήγησης εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 14. Όσον αφορά το αδίκημα οδήγησης καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, η 1η κατηγορία δηλαδή, η προβλεπόμενη ποινή για την υπέρβαση που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι ποινή προστίμου που δεν υπερβαίνει τα €1000 (βλ. άρθρο 11
(11)(α)[13] του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε). 15. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρείς μήνες ή με πρόστιμο €854 ή και τις δύο ποινές (βλ. άρθρο 17
(2)[14] του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε). 16. Όπως έχει λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham
(1993)2 ΑΑΔ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194). Στην προκειμένη περίπτωση οι υποθέσεις που έχουν ληφθεί υπόψη αφορούν τροχαίες παραβάσεις και ειδικότερα αδικήματα που αφορούν οδήγηση είτε καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης ή άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής.
- Ο κατηγορούμενος στις 20/1/2013 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της στέρησης που του είχε επιβληθεί και χωρίς ασφάλεια, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και για τη μη ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Μάλιστα οδήγησε σε σύντομο χρόνο από την καταδίκη και επιβολή στέρησης της άδειας του. Αυτή η οδική συμπεριφορά ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική. Η ανυπακοή αυτή θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα αφού επιδείχθηκε εγωιστική συμπεριφορά. Σημειώνω ότι δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την οδήγηση. Περαιτέρω η κατανάλωση αλκοόλης, έστω και σε μικρή ποσότητα, αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα στην ποινική του ευθύνη.
- Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την παραδοχή του κατηγορούμενου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Έλαβα επίσης υπόψη μου τη παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361) και μέχρι την επιβολή ποινής. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας.
- Δεν αναφέρθηκε κανένας λόγος ως προς την αναγκαιότητα διατήρησης της άδειας οδήγησης του. Αντίθετα αναφέρθηκε ότι έχει στερηθεί της άδειας του από τον Έφορο και ότι δεν οδηγεί πια.
- Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(2)Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(3)Στις κατηγορίες 1 και 4 δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή.
- Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν.
- Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[15] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
- Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
- Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, το μητρώο του και την κατάσταση της υγείας του. Κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης, η προσπάθεια του δε για αποτοξίνωση δεν θα παρεμποδιστεί. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες.
- Τα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Driving while disqualified Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Οδήγηση κατά παράβαση Δικαστικού διατάγματος αποστέρησης της άδειας οδήγησης. [1] Κατά παράβαση των άρθρων 2
(1), 5, 5Α, 6, 7, 10 και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72, όπως τροποποιήθηκε. [4] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 15
(1), 17
(2)και 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [5] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. Αφορά την 2η κατηγορία, η 1η διακόπηκε. [7] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. Αφορά την 2η κατηγορία, η 1η διακόπηκε. [8] Κατά παράβαση των άρθρων 2
(1), 5, 5Α, 6, 7, 10 και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [9] Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 έκθεση γεγονότων. [10] The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching the terms of an order of the court. [11] The Sentencing Guidelines deal with this offence. Courts are to assess the seriousness of the offence, having regard to aggravating and mitigating factors, then go on to consider offender mitigation, and finally to decide sentence. It is suggested that the following may be considered as aggravating factors relating to the offence: offence committed on bail; driver has never passed a test; driving for remuneration; efforts to avoid detection; long distance driven; planned, long-term evasion; recent disqualification. Among mitigating factors relating to the offence are suggested: emergency established; full period expired but test not re-taken; short distance driven. Under the heading of offender mitigation are listed: co-operation with the police; remorse. [12] 3
(1)..
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. ...
(5)Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [13] 11.-
(1)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ακόλουθες ποινές: (α) Σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει το καθορισμένο στο νόμο όριο αλλά είναι μικρότερη των 36μ g/100ml ή των 82mg/100ml αντίστοιχα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000). [14] 17.—
(1)..
(2)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 και των άρθρων 15Α και 15Β, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. [15] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.