← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΕΡΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4087/15, 10/3/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΕΡΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4087/15, 10/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4087/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΕΡΙΩΤΗ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για την Κατηγορουμένη: κ. Κ. Στυλιανού με κα. Κωνσταντινίδου Κατηγορούμενη, παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορουμένης) (Δοθείσα Αυθημερόν) 1. Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 25/8/2014 στη συμβολή των οδών Νίκου Παττίχη και Σπηλιών, στη Λεμεσό, οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΜΒΝ 837 με μη ελεύθερα χέρια, ότι δηλαδή κρατούσε τηλέφωνο κατά παράβαση του κ. 58

(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/1984, όπως τροποποιήθηκαν. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό: «58.
(14)- Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.»
  1. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ. 4853, Γιώργο Χ' Ναθαναήλ (ΜΚ 1) και τον κ. Χρίστο Κωνσταντίνου (ΜΚ 2). Κατατέθηκαν συνολικά πέντε Τεκμήρια.
  2. Μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Η μαρτυρία, ιδιαίτερα του ΜΚ 2, είναι, ανέφερε, αντινομική και στερείται πειστικότητας. Επεσήμανε τις αντιφάσεις στην μαρτυρία του.
  3. Η κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης προέκυψε μέσα από τη διερεύνηση τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στην εν λόγω συμβολή με όχημα που οδηγούσε η ίδια και τη μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε ο ΜΚ
  4. Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 1 η αστυνομική του κατάθεση). Έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα (Ανακριτική κατάθεση ημερ. 5/11/2014 - Τεκμήριο 2) ετοιμάζοντας σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 4) και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς (Γραπτή κατηγορία ημερ. 5/11/2014 - Τεκμήριο 3) για την χρήση τηλεφώνου ενώ οδηγούσε. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε την κατηγορία.
  5. Η μαρτυρία στην οποία στηρίχθηκε για να κατηγορήσει την κατηγορουμένη προέκυπτε από τα όσα του ανέφερε ο ΜΚ 2 και συγκεκριμένα από την αστυνομική του κατάθεση (Αστυνομική κατάθεση ημερ. 1/11/2014 - μετέπειτα Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα επισκέφθηκε τον ΜΚ 2 στο Νοσοκομείο. Συνομίλησαν για το δυστύχημα. Ο ΜΚ 2 δεν αναφέρθηκε στη χρήση κινητού τηλεφώνου από την κατηγορούμενη παρά μόνο όταν έδωσε κατάθεση τον Νοέμβριο του
  6. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορουμένη δεν μπορούσε να εκδώσει εξώδικο αφού με την παρέλευση 40 ημερών από το αδίκημα απαγορεύεται η έκδοση εξωδίκου.
  7. Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 5) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Στην εν λόγω κατάθεση ανέφερε ότι η κατηγορούμενη «τη δεδομένη στιγμή» δηλαδή τη στιγμή της σύγκρουσης κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Ερωτήθηκε ως προς την απόσταση που είδε την κατηγορούμενη να κρατεί κινητό και υπέδειξε από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι το σημείο που καθόταν ο συνήγορος Υπεράσπισης (περίπου 3 ½ μ.). Ακολούθως ανέφερε ότι την είδε την ώρα του δυστυχήματος, στο «τσακ» και ότι είχε μπερδευτεί προηγουμένως. Εξήγησε ότι την είδε την ώρα που εκτινάχθηκε από το μοτοποδήλατο. Κρατούσε το τηλέφωνο με το δεξί της χέρι.
  8. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στον ΜΚ 1 δεν έδωσε απαντήσεις σε καμία ερώτηση για το δυστύχημα στο Νοσοκομείο λόγω της κατάστασης του. Τέσσερις μέρες μετά πήγε στο σταθμό και έδωσε κατάθεση αναφέροντας του ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε και κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Επανέλαβε ότι είδε την κατηγορουμένη να κρατεί κινητό την ώρα της σύγκρουσης μετά διόρθωσε και ανέφερε στα τρία μέτρα. Το κινητό της ήταν σε ροζ θήκη με «κουνελάκι», τύπου Samsung με «touch», εννοώντας προφανώς τύπου touch screen. Κατάλαβε ότι ήταν τύπου Samsung από τον τρόπο που το κρατούσε.
  9. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 9. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). 10. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). 11. Στην Galbraith, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (βλ. Azinas, Χριστοδούλου και Παναγιώτου) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1062[1] (παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση): «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους.» 12. Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, και συγκεκριμένα του ΜΚ 2, που ήταν στη βάση της κατάθεσης του που βασίστηκε ο ΜΚ 1 για να προωθήσει την υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι είδε την κατηγορουμένη να κρατεί κινητό ενώ οδηγούσε. Αρχικά ανέφερε κάποια απόσταση, ανακάλεσε και ανέφερε μετά την ώρα της σύγκρουσης, μετά την ώρα της πτώσης και τέλος αναφέρθηκε σε τρία μέτρα. Δεν ήταν ζήτημα μόνο ανακριβούς διατύπωσης απόστασης. Δεν ήταν σε θέση σε κανένα στάδιο της δίκης να πει ακριβώς πότε αντιλήφθηκε την κατηγορουμένη να κρατά τηλέφωνο.
(2)Ανέφερε επίσης ότι έδωσε άλλη κατάθεση από το Τεκμήριο 5 η οποία ουδέποτε παρουσιάστηκε, ούτε βρίσκει έρεισμα στο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε.
  1. Ιδωμένη επομένως στο σύνολο της η μαρτυρία του ΜΚ 2 περιέχει αντιφάσεις που την καθιστούν εγγενώς αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΚ 1 από μόνη της δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα. Υπό τις περιστάσεις κρίνω κατ' εφαρμογή του 2 (α) της Galbraith, ανωτέρω, ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή.
  2. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/Prima Facie/ Use of hand-held device whilst driving Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/Εκ πρώτης Όψεως/ Χρήση αντικειμένου με τα χέρια κατά την οδήγηση [1] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.»

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.