Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνου Νικολάου, Aρ. Υπόθεσης: 21736/14, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 21736/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Κωνσταντίνου Νικολάου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31.3.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Σαβεριάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα μία κατηγορία. Συγκεκριμένα για άσκηση του επαγγέλματος του φύλακα χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6, 7, 8 και 21 του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Νόμου 125
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 54
(1)/2009 και 101
(1)/2011. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 28η Φεβρουαρίου 2014 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ασκούσε το επάγγελμα του φύλακα χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες, ενώ η γραπτή κατάθεση ενός ακόμη μάρτυρα κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτή και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Σημειώνεται δε ότι ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παραδεκτή - Κατατεθείσα εκ συμφώνου: (α) Κατάθεση της Αστυφύλακος 2386 Ιφιγένειας Σαββίδου ημερομηνίας 26.3.2014 (Τεκμήριο 4) η οποία υπηρετεί στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Ιδιωτικών Υπηρεσιών Ασφαλείας, του Τμήματος Γ, στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Σύμφωνα με την εν λόγω αστυφύλακα μεταξύ των καθηκόντων της είναι η έκδοση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών γραφείων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 125
(1)/07 ως έχει τροποποιηθεί καθώς επίσης η έκδοση αδειών φύλακα και ιδιώτη φύλακα σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου Νόμου. Για το σκοπό αυτό τηρούνται μητρώα όπως προνοείται από το άρθρο 3 του Νόμου. Κατόπιν σχετικού ελέγχου που διενεργήθηκε στα εν λόγω μητρώα διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέχει άδεια άσκησης του επαγγέλματος φύλακα ή ιδιώτη φύλακα ούτε έχει υποβληθεί εκ μέρους του μέχρι σήμερα αίτημα για έκδοση τέτοιας άδειας. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Α/Αστυφύλακας 639 Ανδρέας Περικλέους: Κατ΄ αρχήν στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση, τεκμήριο 1, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εις αυτήν αναφέρει ότι την 28.2.2014 ανάλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο (Τεκμήριο 2), ενώ περαιτέρω κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «δεν παραδέχομαι» (Τεκμήριο 3). Τέλος, αναφέρει σ' αυτήν ότι σύμφωνα με την κατάθεση της Αστυφύλακος 2386 (βλ. πιο πάνω) ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο που κατέχει άδεια του επαγγέλματος του ιδιώτη φρουρού ασφαλείας ή ιδιώτη φύλακα και ούτε έχει υποβληθεί εκ μέρους του οποιοδήποτε αίτημα για έκδοση τέτοιας άδειας. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος εάν εξέτασε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ανέφερε ότι προχώρησαν βάσει της υπόθεσης που τους έφερε ο Ουλαμός Πρόληψης Εγκλημάτων που έκανε και τις ανάλογες εξετάσεις και προέβη στην καταγγελία και οι ίδιοι συνέχισαν τη συμπλήρωση της υπόθεσης. Περαιτέρω ανέφερε ότι είναι εν γνώση του ότι στην Λεωφόρο Μακαρίου υπάρχει το συγκεκριμένο club δηλαδή το Rich Club και ξέρει ότι υπάρχει εκεί στην Κολωνακίου αποθήκη με ελαστικά αλλά επανέλαβε ότι οι ίδιοι προχώρησαν με τη διερεύνηση της υπόθεσης και τη συμπλήρωση της κατόπιν της καταγγελίας και των εξετάσεων του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Α/Αστ. 145 (κατά τον επίδικο χρόνο) Μιχάλης Αντωνίου: Κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεση του (τεκμήριο 5), την ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει ότι την 28.2.2014 και ώρα 06:20 ανέλαβε καθήκον και μαζί με άλλους Αστυφύλακες μετέβη στην οδό Κολωνακίου αρ. 14 όπου στεγάζεται το υποστατικό με την ονομασία Rich Member Club το οποίο λειτουργεί ως καζίνο. Εκεί είχε πληροφορίες ότι εργάζεται κάποιος άνδρας μεσήλικας ως φρουρός χωρίς να έχει άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Αφού έθεσε το μέρος υπό παρακολούθηση διαπίστωσε ότι στο πίσω μέρος του υποστατικού κοντά στην πλαϊνή είσοδο του στεκόταν ένας άνδρας με πολιτική περιβολή ο οποίος συνέχεια έλεγχε το πίσω μέρος του χώρου στάθμευσης. Ο άνδρας αυτός έλεγχε επίσης την πλαϊνή είσοδο του εν λόγω υποστατικού η οποία ήταν προσβάσιμη από σκάλα μεταλλική και στην αρχή της σκάλας αυτής υπήρχε μια σιδερένια πόρτα η οποία πάνω είχε μια μεταλλική κλειδωνιά και ήταν κλειδωμένη. Πρόσεξε ότι τα κλειδιά τα είχε στην κατοχή του ο άνδρας αυτός αφού τον είδε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις να ανοίγει την εν λόγω κλειδωνιά και να την κλείνει. Είχε καταλάβει ότι ο εν λόγω άνδρας εκτελούσε χρέη φρουρού αφού είχε υπό τη φύλαξη του το υποστατικό Rich Member Club. Επίσης στο μέρος είχε και μια καρέκλα στην οποία καθόταν και για μερικά λεπτά. Αφού τον πλησίασε του υπέδειξε την Αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία του οπότε διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής στο Rich και ελέγχει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από το Rich ενώ είναι παράλληλα και αποθηκάριος στην λαστιχοαγορά που είναι ιδιοκτησίας του Αλέξη Αλεξάνδρου. Του ζήτησε την άδεια για να εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν έχει τέτοια άδεια οπότε τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εγώ δεν ξέρω τίποτα». Στη συνέχεια τον συνέλαβε και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «εντάξει τι να σου πω». Ακολούθως μετέφερε τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας για συνέχιση των εξετάσεων ενώ όταν του ανέγνωσε τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 6) απάντησε «δεν θέλω να ενημερώσω κανένα». Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ήταν αστυνομικός για 17 χρόνια και ήταν τοποθετημένος στον ΟΠΕ στην Λεμεσό από 28.9.2009. Γνώριζε ότι για χρόνια εκεί λειτουργούσε το συγκεκριμένο υποστατικό δηλαδή το καζίνο Rich αλλά δεν γνώριζε εάν λειτουργούσε νόμιμα. Γνωρίζει όμως ότι προφανώς λειτουργούσε ανοικτά και μπορούσε οποιοσδήποτε να μπει μέσα. Όσον αφορά του είσοδο του υποστατικού αυτού ανέφερε ότι έχει υποστεί αρκετές μετατροπές κατά καιρούς και ερωτώμενος εάν ήταν εν πάση περιπτώσει πάντα επί της οδού Κολωνακίου απάντησε αρνητικά. Εξ' όσων θυμάται δεν υπήρχαν άλλα μαγαζιά δίπλα από το συγκεκριμένο υποστατικό ούτε θυμάται εάν υπήρχε μαγαζί που πουλούσε και πουλά είδη ύπνου. Το parking στο οποίο αναφέρθηκε είναι πίσω από το εν λόγω υποστατικό προς την νότια πλευρά, δηλαδή προς τη θάλασσα και για να μπεις στο parking θα πρέπει να στρίψεις προς την θάλασσα και ακολούθως ξανά για να μπεις σ' αυτό. Από την οδό Κολωνακίου υπάρχει ένα σημείο το οποίο είναι ανατολικά του κτιρίου και μπορεί να υπάρξει οπτική επαφή με το parking. Είσοδος για οχήματα δεν υπάρχει εκτός από πίσω όμως οπτικά εάν σταθείς στο πεζοδρόμιο ανατολικά του κτιρίου βλέπεις κάποιο μέρος του parking. Τη συγκεκριμένη ημέρα δεν είχαν ένταλμα για το καζίνο ούτε ζήτησαν ένταλμα και οι πληροφορίες τους αφορούσαν τον φρουρό ασφαλείας. Δεν έχει ελέγξει εάν τη συγκεκριμένη ημέρα λειτουργούσε ή δεν λειτουργούσε το καζίνο. Στη συνέχεια είπε ότι δεν έλεγξε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι εκεί υπάρχει αποθήκη ελαστικών και δεν γνωρίζει εάν το έλεγξε άλλος συνάδελφος του. Επίσης είπε ότι δεν έχει ελέγξει, δεν έχει ερευνήσει και δεν γνωρίζει που είναι αυτή η αποθήκη. Ακόμη, σε υποβολή ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό και στους κάτω χώρους του υπήρχαν αποθήκες απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε υποβολή του ότι το μόνο που του ανέφερε ο κατηγορούμενος είναι ότι εργάζεται στο Rich Club επί της Μακαρίου ως διευθυντής απάντησε ότι αυτός ήταν ο ισχυρισμός του. Σε ερώτηση εάν είδε τον κατηγορούμενο να μπαίνει στο υποστατικό εκεί στην Κολωνακίου καμιά φορά απάντησε ότι τον είδε να ανοίγει και να κλείνει την πόρτα εισόδου η οποία ήταν πόρτα ασφαλείας και δεν μπορούσε να μπει ο οποιοσδήποτε μέσα χωρίς να του ανοίξει ο κατηγορούμενος. Δεν είδε όμως τον κατηγορούμενο να μπαίνει μέσα και τον έβλεπε εκτός του χώρου, στον πέριξ χώρο. Τέλος, ως προς την σύλληψη του κατηγορούμενου ανέφερε ότι αυτή έγινε γιατί ασκούσε το επάγγελμα του φρουρού ασφαλείας χωρίς την άδεια του Αρχηγού Αστυνομίας και φρουρούσε το υποστατικό Rich καζίνο. Κατά τα λοιπά αναφέρει στην κατάθεση του τι είχε δει τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο να κάνει. Ο κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Εγώ είμαι αποθηκάριος. Είχα μιαν αποθήκη υπό την ευθύνη μου. Αυτή ήταν η δουλειά μου τη συγκεκριμένη ημέρα." Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Με αυτά υπόψη και μη έχοντας το Δικαστήριο ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με τη δήλωση του πιο πάνω, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να προσδοθεί καμία αξία στη δήλωση του κατηγορούμενου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας γίνεται αποδεκτή. Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και κατόπιν προσεκτικής μελέτης της μαρτυρίας τους θεωρώ πως δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δημιουργεί ρωγμή στη μαρτυρία ή την αξιοπιστία τους, ούτε και έχει κλονιστεί σημειώνω η αξιοπιστία τους από την αντεξέταση τους. Ο ΜΚ1 δε κατέθεσε αναφορικά με τις ενέργειες ή και τις εξετάσεις του και η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως θα μπορούσε να λεχθεί, ενώ ο ΜΚ2 αναφέρθηκε κρίνω στα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν την επίδικη ημέρα και είπε την αλήθεια. Όσον αφορά την μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτή (κατάθεση Αστ.2386 - τεκμ.4), δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο. Αυτή γίνεται σε κάθε περίπτωση αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ευρήματα μου αποτελούν συνεπώς όσα προκύπτουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία πιο πάνω, τα οποία κρίνω πως δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Η ουσία όμως στην παρούσα υπόθεση κατά την κρίση μου δεν είναι αν ο κατηγορούμενος είχε υπό τη φύλαξη του και έλεγχε συγκεκριμένο υποστατικό, εκτελώντας χρέη φρουρού όπως εκ πρώτης προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2. Διότι ακόμη και έτσι δεν θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να χαρακτηριστεί φύλακας εν τη εννοία του Νόμου (Ν.125(Ι)/2007). Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος αλλά και τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας κατηγορείται ότι ασκούσε το επάγγελμα του φύλακα χωρίς άδεια. Το άρθρο 2 του Ν.125(Ι)/2007 περιέχει τον ορισμό του φύλακα: « "φύλακας" σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο εργοδοτείται από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10 και κατέχει άδεια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. » Το άρθρο 10 δε του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα : « 10.
(1)Απαγορεύεται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας να εργοδοτεί ως φύλακα, πρόσωπο για εκτέλεση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4, εκτός αν το πρόσωπο αυτό κατέχει άδεια φύλακα που εκδίδεται από τον Αρχηγό.
(2)Απαγορεύεται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας να εργοδοτεί ως μέλος του προσωπικού του, πρόσωπο για εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας, εκτός αν το πρόσωπο αυτό πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 7: Νοείται ότι για τον έλεγχο της πλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων ο υπεύθυνος γραφείου, πριν από την εργοδότηση κάθε νέου μέλους του προσωπικού, υποβάλλει στον Αρχηγό τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.
(3)Κάθε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας υποβάλλει στον Αρχηγό κατά το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους- (α) κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτεί ως φύλακες και (β) κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτεί ως μέλη του προσωπικού: Νοείται ότι, σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του έτους μέχρι την υποβολή νέου καταλόγου επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με τους υποβληθέντες καταλόγους, όπως παύση, παραίτηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τερματισμός εργοδότησης φύλακα ή μέλους του προσωπικού, ανάλογα με την περίπτωση, ο υπεύθυνος γραφείου ενημερώνει γραπτώς τον Αρχηγό, το αργότερο μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες. » Η συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω αλλά και των διατάξεων του Νόμου γενικότερα θεωρώ πως δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία ως προς το ποιος είναι που θεωρείται φύλακας. Η έννοια του φύλακα είναι άμεσα συναρτημένη με την εργοδότηση του από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Ο κατηγορούμενος όμως στην παρούσα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι εργοδοτείτο από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί φύλακας εν τη εννοία του Νόμου, άρα δεν χρειαζόταν να έχει άδεια για άσκηση του επαγγέλματος του φύλακα. Παρόλο που αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος κρίνω θα πρέπει να αθωωθεί, σημειώνω εδώ και τα εξής για σκοπούς πληρότητας. Στο Νόμο που μας απασχολεί περιέχεται και η έννοια του ιδιώτη φύλακα. Με βάση δε την γραπτή κατηγορία τεκμ.3 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι ασκούσε το επάγγελμα του ιδιώτη φρουρού ασφαλείας χωρίς άδεια. Το Δικαστήριο παρά ταύτα όμως δεν μπορεί να κάνει εικασίες και να θεωρήσει ότι πρόθεση της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα ήταν να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για άσκηση του επαγγέλματος του ιδιώτη φύλακα και όχι του φύλακα. Εξάλλου σημειώνω ότι εάν η κατηγορούσα αρχή θεωρούσε ότι λανθασμένα κατηγορήθηκε ως φύλακας αντί ως ιδιώτης φύλακας, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από μέρους της, μπορούσε να υποβάλει αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Δεν το έκανε όμως και με βάση αυτό θεωρώ ότι προώθησε μέχρι το τέλος την κατηγορία που επιθυμούσε. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι ακόμη και με κατηγορία για άσκηση επαγγέλματος ιδιώτη φύλακα χωρίς άδεια, η κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν ίδια. Αυτό γιατί θεωρώ πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρή μαρτυρία που να καλύπτει το συγκεκριμένο αδίκημα και να οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πιο συγκεκριμένα αναφέρω πως η μη ύπαρξη συγκεκριμένης μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο συγκεκριμένο χώρο, από ποιον έλαβε οδηγίες, τι οδηγίες έλαβε και πότε, αλλά και η μη ύπαρξη μαρτυρίας ως προς τη λειτουργία του καζίνο την επίδικη ημέρα, του καζίνου δηλαδή που με βάση τον ΜΚ2 φύλαγε ο κατηγορούμενος, θεωρώ πως δημιουργούν κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και βεβαίως αμφιβολίες στο Δικαστήριο. Και αυτό χωρίς να διαφεύγουν όσα ανάφερε ο ΜΚ2 για το τι είδε τον κατηγορούμενο να κάνει τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά και η θέση του ότι εκτελούσε χρέη φρουρού κάτι που βεβαίως σημειώνω αποτελούσε την προσωπική του άποψη και εντύπωση που σχημάτισε και ελέγχεται από το Δικαστήριο ενόψει των ανωτέρω ως μη στέρεη. Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Άσκηση επαγγέλματος φύλακα χωρίς άδεια / άρθρα 2, 6-8 και 21 του Ν.125
(1)/2007.