Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπου Λεβέντη, Aρ. Υπόθεσης: 5949/15, 21/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 5949/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Χαράλαμπου Λεβέντη --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21.03.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Γλυκύς (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Πέτρου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα δύο
(2)κατηγορίες. Συγκεκριμένα, για κοινή επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/04 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και για κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 16η Μαρτίου 2014 στον Άγιο Αθανάσιο, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συμβίας του Άντρης Λεβέντη από τη Λεμεσό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 16η Μαρτίου 2014 στον Άγιο Αθανάσιο, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά του Ανδρέα Νεοκλέους από τη Λευκωσία. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτι δήλωση. Σημειώνεται δε περαιτέρω πως ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση και τόνισε προφορικά θα μπορούσε να λεχθεί που βασίζει η Υπεράσπιση την εισήγηση της για αθώωση του κατηγορούμενου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Άντρη Λεβέντη - παραπονούμενη (ΜΚ1) Όπως γίνεται αντιληπτό κατέθεσε αναφορικά με τα γεγονότα της επίδικης μέρας. Ευθέως δε αναφέρω πως δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της. Γενικότερα αναφέρω πως δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η όλη παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αντιδράσεις της κατά τις ερωτήσεις και ο τρόπος που απαντούσε, το ειρωνικό και επιθετικό της ύφος έναντι του δικηγόρου του κατηγορούμενου αλλά και η υπερβολή και οι μη λογικές θέσεις, συνέθεσαν μια αρνητική εικόνα για τη συγκεκριμένη μάρτυρα. Εάν δε μαζί με αυτά συνυπολογιστούν η προσπάθεια της να αποκρύψει την αλήθεια και οι αντιφάσεις εν σχέση με την κατάθεση της αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα πως έχει ενώπιον του μια αναξιόπιστη μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συγκεκριμένα:
- Ερωτώμενη αν οποτεδήποτε προηγουμένως είπε ότι δεν έχει παράπονο για την παρούσα υπόθεση και δεν θέλει να προχωρήσει, ανέφερε ότι την ημέρα που θα εκδιδόταν το δεύτερο διάταγμα επικοινωνίας την πλησίασε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου και εκβιαστικά της έδωσε δύο έγγραφα να υπογράψει προκειμένου να δεχτούν τα αιτήματα της και αναγκαστικά υπέγραψε διότι ένιωθε ότι εξαναγκαζόταν να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Δεν ήταν δική της απόφαση. Είπε δε ότι αργότερα με επιστολή της στο Γενικό Εισαγγελέα ζήτησε να αποσυρθούν τα δύο έγγραφα. Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και γενικότερα επί του θέματος όμως κανένας εκβιασμός δεν προκύπτει να έγινε και κανένα έγγραφο δεν υπόγραψε παρά τη θέληση της. Ουδεμία σχέση είχε η θέση της με την πραγματικότητα και κατά την κρίση μου μετά την υπογραφή των τεκμηρίων 3 και 4, που και τα δύο οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα δηλαδή στην απόσυρση του παραπόνου της για την παρούσα ανεξάρτητα σημειώνεται ότι στο τεκμήριο 4 η υπογραφή της τέθηκε στο όνομα Ανδρέας Νεοκλέους, για δικούς της λόγους και αφού πέτυχε προφανώς ότι ήθελε στη διαδικασία επικοινωνίας, αποφάσισε να αναιρέσει την απόσυρση του παραπόνου της. Προσθέτω δε ότι για το θέμα αυτό είχε πριν υπογράψει τα τεκμήρια 3 και 4 λάβει και νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που την εκπροσωπούσε στην αναφερθείσα διαδικασία και με βάση αυτό αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η ίδια περιέγραψε ότι υπόγραψε η θέση της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θεωρώ δε ότι η θέση της περί εκβιασμού είναι εντελώς παράλογη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Σε κάποια στιγμή ο συνήγορος του κατηγορούμενου της υπόβαλε ότι οι αναφορές της σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της σε καταγγελίες της στην Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου ήταν επειδή ο τελευταίος καθυστερούσε να φέρει το μωρό 5-10 λεπτά ή μισή ώρα. Εδώ η μάρτυρας έδειξε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την τάση της να υπερβάλλει λέγοντας, χωρίς να αρνείται την βάση των καταγγελιών, ότι ακόμη και 1 λεπτό μετρούσε. Είπε δε στη συνέχεια ότι έπαιρνε τηλέφωνο όταν αργούσε 15 λεπτά και αναφέρθηκε σε αμέτρητες καταγγελίες. Βεβαίως ως Δικαστήριο που απονέμει δικαιοσύνη δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να επικροτήσω την παραβίαση ενός διατάγματος. Όμως όλη αυτή η υπερβολή από τη μάρτυρα και η όλη στάση της έναντι του κατηγορούμενου, πατέρα του παιδιού της, με τον οποίο το παιδί προκύπτει από τη μαρτυρία της να έχει μια πολύ καλή σχέση, με συνεχείς καταγγελίες εναντίον του όπως παραδέχτηκε η ίδια επειδή καθυστερεί λίγο να πάρει πίσω το παιδί, δίνει την εντύπωση ότι θέλει να δημιουργεί προβλήματα στον κατηγορούμενο και βεβαίως αυτό είναι ένα στοιχείο που δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το γνήσιο του παραπόνου της στην παρούσα.
- Είπε στη μαρτυρία της ότι προσπαθώντας ο κατηγορούμενος να φτάσει στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 την έσπρωχνε, ενώ στην κατάθεση της τεκμ.1 αναφέρει πως την έσπρωχνε μετά που άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να πιάσει το μωρό και η ίδια δεν τον άφηνε.
- Είπε στη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα πίσω από τον οδηγό και επειδή δεν τα κατάφερε κλώτσησε το αυτοκίνητο. Είπε ακόμη ότι μετά την εν λόγω αποτυχημένη προσπάθεια του να ανοίξει την πόρτα πίσω από τον οδηγό, άνοιξε την πόρτα του οδηγού και τότε κατέβηκε ο ΜΚ2 κάτω. Δεν ανέφερε όμως ποτέ αυτά τα πράγματα στην κατάθεση της.
- Επίσης οι απαντήσεις της για τον λόγο που δεν ανέφερε συγκεκριμένα πράγματα στην κατάθεση της ενώ τα ανέφερε στη μαρτυρία της, όπως για παράδειγμα ότι ήθελε να αποφύγει επαφή του κατηγορούμενου με τον ΜΚ2 και ότι ο κατηγορούμενος φώναζε (για τον ΜΚ2) ότι «Εν τζιείνος που τα φταίει ούλλα», σε συνάρτηση με ότι δεν θεωρεί αυτό το πράγμα μια απλή λεπτομέρεια και περαιτέρω η θέση της ότι γράφτηκαν κάποια γεγονότα στην κατάθεση της και δεν γράφτηκαν όλα, σε καμία περίπτωση δεν με έπεισαν. Θεωρώ δε ότι ακριβώς επειδή δεν έλεγε την αλήθεια προέκυψαν αυτές οι διαφορές στη μαρτυρία της εν σχέση με όσα ανέφερε στην κατάθεση της.
- Η προσπάθεια της επίσης να αποκρύψει την αλήθεια προκύπτει και από το εξής. Είπε ότι δεν θυμάται τι ώρα επέστρεψε από τη Λευκωσία την επίδικη μέρα. Μετά την επιστροφή της όμως την παρέλαβε από το σπίτι της ο ΜΚ2 και πήγαν μαζί με το μωρό σε φιλικά γενέθλια στην οδό Σαριπόλου όπου παρέμειναν 10-15 λεπτά. Επέστρεψε στο σπίτι 18:
- Παρά την προσπάθεια σημειώνω του συνηγόρου του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση για να αναφέρει τι ώρα επέστρεψε από τη Λευκωσία η μάρτυρας δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι με βάση τον ΜΚ2 (βλ.τεκμ.5) ήρθε στη Λεμεσό και παρέλαβε την ΜΚ1 περί τις 15:30, πήγαν στην κοινωνική υποχρέωση που είχαν και επέστρεψαν σπίτι περί τις 18:
- Συνεπώς με βάση τη μαρτυρία του τελευταίου έλειπαν ουσιαστικά για σκοπούς της κοινωνικής τους υποχρέωσης 3 ώρες. Με αυτά υπόψη προκύπτει ότι η μάρτυρας απέκρυψε σκόπιμα την ώρα που επέστρεψε από τη Λευκωσία και το πραγματικό χρονικό διάστημα που διήρκησε η επίσκεψη τους ακριβώς για να μην φανερωθεί ότι έστω για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα απ' όταν επέστρεψε μέχρι τις 17:00 που έληγε το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορούμενου την επίδικη μέρα θα μπορούσε με βάση το διάταγμα ο κατηγορούμενος να πάρει το παιδί του και κατ' επέκταση ότι η απόφαση της να μην δώσει το παιδί ήταν αδικαιολόγητη.
- Και βεβαίως σημειώνω εδώ επιπρόσθετα και τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία της εν σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ2, με την οποία την έχω αντιπαραβάλει, σε πολύ ουσιώδη σημεία σημειώνεται που αναμφίβολα πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της. Πέραν αναφέρεται της αντίφασης που έχει ήδη σημειωθεί αμέσως πιο πάνω υπό σημείο
- Οι αντιφάσεις αυτές είναι οι εξής: (α) Η πιο ουσιώδης αντίφαση αφορά τον ισχυρισμό περί σπρωξίματος του ΜΚ2 και κτυπήματος του στο στήθος, ενώ αυτός είχε κατέβει από το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ2 περιέγραψε μια σκηνή εντελώς διαφορετική, σε βαθμό σημειώνεται που αυτό από μόνο του ίσως να με οδηγούσε στην απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 είπε, χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε σπρώξιμο, ότι ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, μπήκε στο αυτοκίνητο και σε κάποια στιγμή τον κτύπησε με πλαινή γροθιά στο αριστερό χέρι και στο αριστερό στήθος. Δεν υπήρξε καμία επαφή μεταξύ τους έξω από το αυτοκίνητο. (β) Ο κατηγορούμενος είπε την κτύπησε με πλαινή γροθιά στο στήθος, δηλαδή μία μόνον φορά, ενώ ο ΜΚ2 μίλησε ουσιαστικά για επανειλημμένα κτυπήματα (βλ. τεκμήριο 5 ήτοι την κατάθεση του ΜΚ2 όπου αναφέρει ότι « . έσπρωξε και κτύπησε επανειλημμένα την Άντρη . ». Ανδρέας Νεοκλέους - παραπονούμενος (ΜΚ2) Ο μάρτυρας αυτός κατ' αρχήν σημειώνεται παρουσίασε τον εαυτό του ουσιαστικά σαν ένα ανεξάρτητο μάρτυρα που ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι παραπονούμενος (βλ. κατηγορία 2). Κατά ένα περίεργο τρόπο όμως δήλωσε άγνοια για τούτο. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω σε κάθε περίπτωση ότι δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να αποδεχτώ τη μαρτυρία του αφού εμπεριέχει το στοιχείο της προκατάληψης. Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και λαμβάνοντας υπόψη τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του περί δόλιων και πονηρών χειρισμών από μέρους του κατηγορούμενου, τις γενικές και αόριστες αναφορές σε άλλες υποθέσεις που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος, τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό του περί υπογραφής του τεκμ.4 με δόλιο τρόπο παραπλάνησης της ΜΚ1 και γενικότερα όσα ανέφερε, εντοπίζω στη μαρτυρία του έντονα το στοιχείο αυτό, κάτι που βεβαίως δεν αφήνει άλλη επιλογή παρά την απόρριψη της μαρτυρίας του αφού με αυτή τη διαπίστωση η μαρτυρία του ελέγχεται ως μη αντικειμενική. Ανεξάρτητα τούτου όμως αναφέρω περαιτέρω εδώ ότι οι αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στη μαρτυρία του εν σχέση με τη μαρτυρία της ΜΚ1 και αναφέρθηκαν πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ1 είναι σαφές ότι δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στα πραγματικά γεγονότα εν σχέση με την παρούσα υπόθεση και πλήττουν και τη δική του αξιοπιστία ή εν πάση περιπτώσει δημιουργούν σε κάθε περίπτωση αμφιβολία ως προς την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Συναφώς δεν κάνω αποδεκτή ούτε τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Υιοθετώ όσα είχα πει στην γραπτή μου κατάθεση και θέλω να πω ότι δεν επιτέθηκα ούτε κτύπησα κανέναν, πράγμα το οποίο δεν θα έκανα μπροστά στο παιδί μου." Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Με αυτά υπόψη και μη έχοντας το Δικαστήριο ενώπιον του οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να προσδοθεί καμία αξία στη δήλωση του κατηγορούμενου πιο πάνω ή και στην γραπτή του κατάθεση ως προς τα γεγονότα της επίδικης ημέρας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 2 - παραπονούμενων, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και ασφαλή συμπεράσματα επί της ουσίας. Ελλείπει θα έλεγα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο το οποίο να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Κοινή επίθεση / άρθρα 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 και άρθρο 242 του Κεφ.154 .