MOLVI ESTATES LTD ν. Λεωνίδα Κίμωνος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22636/15, 8/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22636/15 MOLVI ESTATES LTD Παραπονούμενη - ν -
- Λεωνίδα Κίμωνος
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
- WINDPORT LIMITED
- Αρίστης Χριστοφίδου
- Ανδρέα Σωκράτους Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 8 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα Αριστοτέλους για Κ.Μελά &Σια ΔΕΠΕ Για Κατηγορούμενη 2: κος. Σαβεριάδης ---------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, αρχικά οι κατηγορούμενοι ήταν πέντε και αντιμετώπιζαν, οι 1ος και 2ος, από μια κατηγορία για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του αρ.122(β) Κεφ.154 (1η και 4η κατηγορία) και από μια κατηγορία, για συνομωσία τους με την κατηγορούμενη 3 για καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 Κεφ.154 (2η κατηγορία) και ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση του αρ.121(α) Κεφ.154 (3η κατηγορία). Οι 4η και 5ος, αντιμετώπιζαν από μια κατηγορία για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του αρ.122(β) Κεφ.154 (5η και 6η κατηγορία). Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η ποινικές διώξεις εναντίον των κατηγορουμένων 4 και 5 ανεστάλησαν από το Γενικό Εισαγγελέα, ενώ η υπόθεση για την 3η κατηγορούμενη αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως ανεπίδοτη. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η υπόθεση σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Συνεπεία των πιο πάνω, η διαδικασία προχώρησε μόνο σε σχέση με την 2η κατηγορούμενη Τράπεζα (εφεξής η κατηγορούμενη), η οποία απέμεινε να αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, ήτοι, την κατηγορία της συνομωσίας για καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 Κεφ.154 (2η κατηγορία), την κατηγορία της συνωμοσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση του αρ.121(α) Κεφ.154 (3η κατηγορία) και την κατηγορία της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του αρ.122(β) Κεφ.154 (4η κατηγορία). H ουσία της εκδοχής των παραπονουμένων, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες αδικήματος και τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι δικηγόροι τους, Λ. Χ"Ξενοφώντος και Β.Ιατρού ως ΜΚ1 και ΜΚ2 αντίστοιχα, είναι η εξής. Η παραπονούμενη εταιρεία, είχε δανειστεί από την κατηγορούμενη τράπεζα, ποσό περί τα €6.000.
- Μεταξύ των εξασφαλίσεων που δόθηκαν σε σχέση με το εν λόγω δάνειο ήταν διάφορα ακίνητα καθώς και ένα ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί της περιουσίας των παραπονουμένων (εφ' εξής το ομόλογο). Στις 26/8/13, λόγω «προβλημάτων» που ανέκυψαν στη σχέση πιστωτή-οφειλέτη, η κατηγορούμενη τράπεζα, διεκδικώντας από τους παραπονούμενους και άλλα πρόσωπα, οφειλές περί τα €10.000.000, καταχώρησε την πολιτική αγωγή 3571/13 στο Ε.Δ. Λ/σου. Παράλληλα, η κατηγορούμενη, επικαλούμενη το ομόλογο, διόρισε, στις 3/11/14, τον πρώην κατηγορούμενο 1, Λεωνίδα Κίμωνος, να ενεργεί ως διαχειριστής-παραλήπτης των παραπονουμένων (εφ' εξής ο παραλήπτης). Στις 25/1/15, ο παραλήπτης δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», ότι ζητούσε «προσφορές για την πώληση» των ακινήτων των παραπονουμένων θέτοντας ως προθεσμία υποβολής των προσφορών, την 19/2/
- Δύο μήνες αργότερα, ήτοι στις 24/03/15, οι παραπονούμενοι καταχώρησαν στο Ε.Δ./Λσου, εναντίον του παραλήπτη και της κατηγορούμενης, την πολιτική αγωγή υπ.αρ 1201/15, με την οποία αξίωναν, μεταξύ άλλων, ακύρωση του διορισμού του παραλήπτη ως άκυρο και παράτυπο. Ταυτόχρονα με την αγωγή τους, οι παραπονούμενοι, αιτήθηκαν μονομερώς, την έκδοση διαταγμάτων που να απαγόρευαν στον παραλήπτη να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία των παραπονουμένων. Το αίτημα τους για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν εγκρίθηκε μονομερώς. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση τους επιδοθεί, τόσο στον παραλήπτη όσο και στην κατηγορούμενη, πράγμα το οποίο και έγινε. Παράλληλα οι δικηγόροι των παραπονουμένων απέστειλαν σχετική ενημερωτική επιστολή στον παραλήπτη. Τόσο ο παραλήπτης όσο και η κατηγορούμενη καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των παραπονουμένων και μετά από διάφορες δικαστικές διαδικασίες, η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση και στις 10/9/15, η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Επτά μέρες αργότερα, ήτοι στις 17/9/15, το πολιτικό δικαστήριο έκδωσε την απόφαση του, με την οποία και απέρριψε την αίτηση των παραπονουμένων. Εναντίον της εν λόγω απόφασης οι παραπονούμενοι έχουν ασκήσει έφεση. Στο μεταξύ, εκκρεμούσης της αίτησης των παραπονουμένων για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ο παραλήπτης, μεταξύ 21/7/15 - 05/08/15, προχώρησε με την πώληση κάποιων ακινήτων των παραπονουμένων και αφού η κατηγορούμενη ήρε τις υποθήκες για το σκοπό αυτό, τα ακίνητα πωλήθηκαν στην πρώην κατηγορούμενη 3 εταιρεία και το αντίστοιχο τίμημα πώλησης, αφού εισπράχθηκε από τον παραλήπτη, πιστώθηκε προς όφελος των παραπονουμένων, έναντι της οφειλής των τελευταίων προς την κατηγορούμενη. Τόσο η αγωγή 3571/13 που καταχώρησε η κατηγορούμενη, όσο και η αγωγή υπ. αρ. 1201/15 που καταχώρησαν οι παραπονούμενοι, όπως και η έφεση που καταχώρησαν οι τελευταίοι εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης, εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον των αντίστοιχων Δικαστηρίων. Το παράπονο των παραπονουμένων, για το οποίο καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση θεωρώντας ότι η κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα που της καταλογίζονται στο κατηγορητήριο, όπως αυτό συνοψίζεται από την ευπαίδευτη συνήγορο τους στα πλαίσια των αγορεύσεων της για το εκ πρώτης όψεως στάδιο, «δεν είναι ότι ο Λεωνίδας Κίμωνος πώλησε τα ακίνητα...αλλά ότι τα πώλησε εν όσο εκείνα ήταν πιθανά αντικείμενα προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης των» και έτσι, «...κατέστησε μάταιη την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ,... κατέστρεψε το αντικείμενο της, ... κατέστησε τη δίκη της αίτησης αλυσιτελή (χωρίς νόημα, χωρίς τέλος (=σκοπό) ... και ... καταστρατήγησε το ρόλο του Δικαστή που εκδίκαζε την Αίτηση» Η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων, διευκρίνισε κατά την προφορική αγόρευση της σε σχέση με την εισήγηση που υπεβλήθηκε από την κατηγορούμενη για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ότι οι παραπονούμενοι, δεν έχουν παράπονο για απώλεια της ευκαιρίας τους να κερδίσουν την αίτηση τους, αλλά, για «αποστέρηση» της ευκαιρίας να «τη δικάσουν». Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε η συνήγορος, η πράξη του παραλήπτη, είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί το στοιχείο του «δικάζειν» από τη διαδικασία. Να σημειωθεί ότι πέραν της προφορικής της αγόρευσης, η κα Αριστοτέλους κατέθεσε και εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, στην οποία αναπτύσσει τη θέση της ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Η εισήγηση του κ. Σαβεριάδη ήταν ότι, δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης σε καμιά κατηγορία και αυτό γιατί, έστω και αν δεν αμφισβητείται ότι οι συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες έλαβαν χώρα όπως και η πώληση των ακινήτων, το μόνο που καταδεικνύει η προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι μεταξύ των μερών, υπάρχουν αστικής φύσεως διαφορές, οι οποίες αναμένουν την επίλυση τους από το πολιτικό Δικαστήριο που είναι και το μόνο αρμόδιο να τους επιληφθεί. Ήταν η θέση του κ. Σαβεριάδη ότι, η όλη μαρτυρία που προσκομίστηκε αποκλειστικά από τους δικηγόρους των παραπονουμένων, δεν δικαιολογεί την κλήση της κατηγορούμενης να προβάλει την υπεράσπιση της, αφού η προσπάθεια για στοιχειοθέτηση των απαιτούμενων συστατικών στοιχείων από τους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση, εδράζεται καθαρά, στη βάση υποθετικών συμπερασμάτων, πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Επισημαίνω στο παρόν στάδιο, ότι οι παραπονούμενοι, μέσω της συνηγόρου τους, δήλωσαν κατά τις αγορεύσεις τους ότι δεν επιθυμούν να προωθήσουν τη 2η και 3η κατηγορία (συνομωσία για καταδολίευση και συνομωσία για ανατροπή της δικαιοσύνης αντίστοιχα) αλλά μόνο την 4η κατηγορία (παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία). Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υποβλήθηκε και έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι η αγόρευση της κας Αριστοτέλους, ως ήταν και η δήλωση της στο Δικαστήριο, καταπιάνεται μόνο με το αδίκημα του αρ. 122(β) Κεφ.154 - αδίκημα στο οποίο η συνήγορος αναφέρεται ως το αδίκημα του «perverting the course of public justice». Η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της συνηγόρου όμως, παρά την κατά τ' άλλα πλούσια νομολογία που παρατίθεται στην αγόρευση της, εδράζεται στην αγγλική νομολογία και νομοθεσία όπου το αδίκημα του «perverting the course of public justice», αδίκημα του κοινοδικαίου - common law offence - καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών και συμπεριφοράς (βλ. Halsbury's Laws of England/CRIMINAL LAW (VOLUME 25
(2016), PARAS 1-418; VOLUME 26
(2016), PARAS 419-860)/11. OFFENCES RELATING TO THE ADMINISTRATION OF JUSTICE/
(3)OBSTRUCTING THE COURSE OF JUSTICE/795. Perversion of the course of justice, ηλεκτρονική έκδοση). Στην Κύπρο όμως ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, δημιούργησε δύο ξεχωριστά αδικήματα στο Κεφ.154. Το ένα είναι το αδίκημα του αρ. 121, το οποίο στην αυθεντική αγγλική του μορφή έχει ως εξής Conspiracy to defeat justice and interference with witnesses (έμφαση δική μου) Any person commits a misdemeanour who (
- a)conspires with any other person to accuse any person falsely of any crime or to do anything to obstruct prevent, pervert or defeat the course of justice ; or (
- b)in order to obstruct the due course of justice, dissuades, hinders or prevents any person lawfully bound to appear and give evidence as a witness from so appearing and giving evidence or endeavours to do so ; or (
- c)obstructs or in any way interferes with or knowingly prevents the execution of any legal process, civil of criminal. Το άλλο, είναι το αδίκημα του αρ.122 το οποίο στην αυθεντική αγγλική του μορφή έχει ως εξής: «Deterrence of judges etc., and interference with judicial proceedings «122. Any person who does any act - (
- a)calculated, or which is likely, to deter any person from acting in any judicial capacity or in any manner as counsel, witness or party in any judicial proceedings; (
- b)calculated, or which is likely, to obstruct, or in any way interfere with, any judicial proceedings, is guilty of a misdemeanour and is liable to imprisonment for three years.» (έμφαση δική μου) Το ότι πρόκειται περί δύο εντελώς διαφορετικών αδικημάτων, με εξ' ίσου εντελώς διαφορετικά συστατικά στοιχεία και «σκοπό», προκύπτει ξεκάθαρα από την υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας Γεώργιος ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 494. Σε εκείνη την υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα του αρ.122, επειδή όμως έκρινε ότι είχε αποδειχτεί το αδίκημα του αρ.121, επικαλούμενο τις πρόνοιες του αρ.85
(4)Κεφ.155, τροποποίησε από μόνο του το κατηγορητήριο και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για εκείνο το αδίκημα. Κατ' έφεση, τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, ήταν της άποψης ότι η ενέργεια αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τη διαδικασία, αφού επρόκειτο, για δύο εντελώς χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, τα οποία προαπαιτούσαν την απόδειξη διαφορετικών συστατικών στοιχείων. Στη συνέχεια όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο, αρνήθηκε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στη βάση του αρχικού αρ.122, όπως ήταν η εισήγηση του Γ.Ε., ενόψει του σοβαρού «...παράγοντα της αθώωσης και απαλλαγής του εφεσείοντα επί της κατηγορίας στην οποία μας καλεί τώρα να τον καταδικάσουμε, στην άσκηση των εξουσίων που μας παρέχονται από το άρθρο 145
(1)(γ) του Κεφ. 155, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση κατά την αθωωτικής απόφασης». Η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων, όπως προκύπτει από την Πουλλαούας και τη νομολογία που παραθέτω πιο κάτω, έγκειται στις αντίστοιχες φράσεις «defeat justice και interference with judicial proceedings» Αναφέρω τα πιο πάνω διότι όλη η νομολογία και επιχειρηματολογία της κας Αριστοτέλους, η οποία περιορίστηκε με τη δήλωση της ότι, οι παραπονούμενοι, μόνο το αδίκημα του αρ.122(β), αντικείμενο της 4ης κατηγορίας, επιθυμούν να προωθήσουν στην παρούσα υπόθεση, στρέφεται γύρω από το αδίκημα του «obstruct, pervert or defeat the course of public justice» (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.4062) και το οποίο στη Κύπρο, είναι το αδίκημα του αρ.121(α) και όχι του αρ.122(β). Παρά τον «περιορισμό» των κατηγοριών ως η δήλωση της συνηγόρου των παραπονουμένων, θεωρώ ότι, εφόσον η μαρτυρία που προσκομίστηκε αφορά και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και ο «ιδιώτης» κατήγορος, δεν έχει τις εξουσίες αναστολής του Γενικού Εισαγγελέα, θα πρέπει να εξετάσω, ως άλλωστε είναι καθήκον μου, κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με όλες τις κατηγορίες, ήτοι για τα αδικήματα, τόσο του αρ. 122(β) Κεφ.154 όσο και των αρ.121(α) και 302 Κεφ.
- Οι επίμαχες πρόνοιες του αρ. 121(α) στις οποίες εδράζεται η 3η κατηγορία και του αρ.302 στις οποίες εδράζεται η 2η κατηγορία έχουν ως εξής: «Αρ.
- Διαπράττει πλημμέλημα όποιος- (α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν ο,τιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης ...» «Αρ.302 Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» (έμφαση δική μου) Είναι προφανές πως βασικό συστατικό στοιχείο και των δύο αυτών αδικημάτων είναι η συνωμοσία. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδειξη της «συνομωσίας» τελεί υπό την άμεση προϋπόθεση απόδειξης «συμφωνίας» μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Αν και η απόδειξη αυτής της συμφωνίας είναι από μόνη της αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν αρκεί. Το αν εν τέλει οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο, εφόσον κατέληξαν σε συμφωνία. Το mens rea της συνομωσίας βέβαια δεν είναι άλλο από την πρόθεση του προσώπου που συνάπτει τη συμφωνία, να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη συμφωνηθείσα «δράση», για την προώθηση του προτιθέμενου και συμφωνημένου αξιόποινου σκοπού. Για τα πιο πάνω σχετικές είναι οι Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL καθώς και Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Όσον αφορά τα ξεχωριστά για το κάθε αδίκημα συστατικά στοιχεία, ξεκινώντας πρώτα με το αδίκημα του αρ.121(α), όπως συνάγεται από το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω, την αγγλική αλλά και κυπριακή νομολογία (βλ. R v Kenny - [2013] EWCA Crim 1, R v Kellett [1975] 3 All ER 468, R v Machin [1980] 3 All ER 151 και Πουλλαούας ανωτέρω), το αδίκημα επιδιώκει την απαγόρευση της παράνομης συμπεριφοράς η οποία δύναται και σκοπείται να οδηγήσει σε μη ορθή απονομή της δικαιοσύνης είτε τελικά προκύψει τέτοια κακοδικία είτε όχι, αφού το υπό κρίση αδίκημα αφορά την πορεία της δικαιοσύνης και όχι μόνο τους σκοπούς της. Το μόνο που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω αδικήματος είναι απόδειξη της γνώσης όλων των ουσιωδών περιστάσεων και η εκ προθέσεως διενέργεια πράξης η οποία έχει την τάση και ροπή προς εκτροπή της πορείας της δικαιοσύνης. Όσον αφορά το αδίκημα του αρ.302 και την «πρόθεση καταδολίευσης» που απαιτείται να αποδειχθεί πέραν της «συνομωσίας», ο όρος αυτός, έχει νομολογηθεί να σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης, βλάβη όμως η οποία, ούτε συνεπάγεται αλλά ούτε και περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. βλ. GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14, Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861, Welham v. D.P.P. [1960]) Στην παρούσα υπόθεση, οι λεπτομέρειες της 2ης και 3ης κατηγορίας, καταλογίζουν στην κατηγορούμενη τράπεζα ότι «συμφώνησε» ουσιαστικά, με τους πρώην κατηγορούμενους 1 (παραλήπτη) και κατηγορούμενη 3 (WINDPORT LIMITED - εταιρεία που προφανώς αγόρασε τα ακίνητα όπως φαίνεται από το Τ.1) αντίστοιχα, να ανατρέψουν την πορεία της δικαιοσύνης και να καταδολιεύσουν τους παραπονούμενους. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης, που να παραπέμπει σε σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας, μεταξύ της κατηγορούμενης και οποιωνδήποτε εκ των πρώην κατηγορούμενων 1 και 3 για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, που τους καταλογίζονται στη 2η και 3η κατηγορία και δη συνομωσίας εναντίον των παραπονουμένων. Για τη μεν εταιρεία WINDPORT LIMITED, ουσιαστικά καμιά μαρτυρία προσκομίσθηκε, πέραν από μια απλή αναφορά στο πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου που κατατέθηκε, ότι είναι η νυν ιδιοκτήτρια των ακινήτων. Για τον παραλήπτη δε, το ότι αυτός ενεργούσε στα πλαίσια του διορισμού του δυνάμει του ομολόγου που εδόθη στην κατηγορούμενη από τους παραπονούμενους προς εξασφάλιση του δανείου τους δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμφωνία μεταξύ του και της κατηγορούμενης και μάλιστα συμφωνίας που να ανάγεται σε συνομωσία για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Εξ' άλλου, όπως έχει αναγνωρίσει τόσο η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, ο παραλήπτης που διορίζεται δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, επιβαρύνεται με τα δικά του καθήκοντα και υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από αυτά του πιστωτή που τον διόρισε, εκτός βέβαια εκεί όπου αποδεικνύεται ότι οι συγκεκριμένες του ενέργειες έγιναν κατόπιν ρητών οδηγιών του τελευταίου, βλ. Ελλ. Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 68 όπου μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά στην αγγλική Standard Chartered Bank v. Walker [1982] 3 All E.R. 938 από την οποία παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα «The debenture holder, the bank, is not responsible for what the receiver does except in so far as it gives him directions or interferes with his conduct of the realisation. If it does so, then it too is under a duty to use reasonable care towards the company and the guarantor.». Στην παρούσα υπόθεση, η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενη, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε τέτοια «επέμβαση» της κατηγορούμενης στις ενέργειες του παραλήπτη. Αντίθετα, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι το μόνο που έπραξε η κατηγορούμενη, ήταν να άρει τις υποθήκες και να συγκατατεθεί στην πώληση των ακινήτων, ως άλλωστε είχε καθήκον από το Νόμο να πράξει, νοουμένου ότι το προϊόν πώλησης θα πιστώνετο προς όφελος των παραπονουμένων-οφειλετών της, όπως και έγινε. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η κλήση της κατηγορούμενης να προβάλει την υπεράσπιση της σε σχέση με τα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας, ήτοι της συνομωσίας προς καταδολίευση και ανατροπής της δικαιοσύνης. Στρέφομαι τώρα στην 4η κατηγορία ήτοι αυτή της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του αρ. 122(β). Το εν λόγω αδίκημα, απασχόλησε τη κυπριακή νομολογία σε δύο τουλάχιστον υποθέσεις, την Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249 και την Αθανασίου Αθανάσης ν. Αστυνομίας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 367. Οι σχετικές αρχές που αφορούν στο actus reus και στο mens rea του αδικήματος, συνοψίζονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Αθανασίου. «Η πιο πάνω διάταξη ερμηνεύθηκε αναλυτικά στην Κωνσταντίνα Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Η πράξη για την οποία γίνεται λόγος στην πιο πάνω διάταξη είναι πράξη η οποία έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση εφόσον πρόκειται για πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να ................ ». Στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια τάση από πλευράς εφεσείοντα «........ να παρεμποδίσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα ................». .... Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος, ... προδήλως συνοδευόταν από την πρόθεση παρεμπόδισης της αστυνομικής έρευνας τα αποτελέσματα της οποίας ... ο τελευταίος ήθελε να αποφύγει. Αυτή ακριβώς η νοητική κατάσταση, συνιστά την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος η οποία, συνόδευε κάθε πτυχή της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) του αδικήματος, εν γνώσει πάντοτε του εφεσείοντα ότι η πράξη του ήταν μεμπτή. Στην Ακκελίδου (ανωτέρω) το Εφετείο με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παρα. 1141e έδωσε συνοπτική περιγραφή της έννοιας της πρόθεσης. Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή της απόφασης: «Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράση είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει· και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στην Hyam v. D.P.P. [1974] 2 All E.R.
- Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράσης τί θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα· δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη.» (έμφαση δική μου) Στην παρούσα υπόθεση, οι λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, λεπτομέρειες οι οποίες άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), αποδίδουν στην κατηγορούμενη ότι, «υπό την ιδιότητα τους ως εντολέων του...» παραλήπτη, «...συνήργησαν και/ή κατέστησαν δυνατή και/ή υποβοήθησαν και/ή παρεκίνησαν και/ή συμβούλεψαν και/ή προήξαν...» τον παραλήπτη να ενεργήσει με τον τρόπο που αυτός ενήργησε. Όπως ανέφερα ανωτέρω, καμιά μαρτυρία προς απόδειξη οποιασδήποτε τέτοιας «εντολής» από την κατηγορούμενη προς τον παραλήπτη παρουσιάστηκε, «εντολή» η οποία ούτως ή άλλως απαιτείται για να συνδεθούν οι πράξεις του παραλήπτη με αυτή του προσώπου που τον διόρισε (βλ. Walker ανωτέρω). Όπως ούτε και μαρτυρία που να καταδεικνύει την απαιτούμενη «πρόθεση» της κατηγορούμενης να επέμβει στη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε παρουσιάστηκε, όπως ο όρος «πρόθεση» ερμηνεύτηκε για σκοπούς του εν λόγω αδικήματος, στις Ακκελίδου και Αθανασίου ανωτέρω. Συνεπώς, εν τη απουσία μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί είτε το απαιτούμενο actus reus, είτε το απαιτούμενο mens rea της κατηγορούμενης 2 πάντοτε, ούτε και για την 4η κατηγορία δικαιολογείται η κλήση της τελευταίας να προβάλει την υπεράσπιση της. Πέραν τούτου όμως, και οι τρεις κατηγορίες (2η, 3η και 4η), είναι έκθετες προς απόρριψη και για τον εξής λόγο. Η κα Αριστοτέλους με παρέπεμψε στην αγόρευση της στην αγγλική υπόθεση R v Kenny - [2013] EWCA Crim 1, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως μία εκ των αυθεντιών επί του θέματος στο αγγλικό δίκαιο. Στην εν λόγω απόφαση, γίνεται αναφορά στις υποθέσεις, R v Kellett [1975] 3 All ER 468, R v Machin [1980] 3 All ER 151, Justin Michel v the Attorney General of Jersey [2011] JCA 145 και R v Ludlam (unreported, 11 October 2011), στις οποίες η συνήγορος επίσης με παρέπεμψε. Έστω και αν όλες οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν στο αγγλικό αδίκημα του «perverting or obstructing the course of justice», στο βαθμό που αφορούν ενέργειες που δύναται να εμπίπτουν είτε στο αρ.121 είτε στο αρ.122, παρατηρώ τα εξής: Στην υπόθεση Kenny, στην οποία να σημειωθεί το αγγλικό Εφετείο εξέταζε το υπό κρίση αδίκημα στα πλαίσια, μεταξύ άλλων ισχυριζόμενης παρακοής διατάγματος, το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής: «The state of the law concerning the offence of perverting the course of justice could be summarised as follows: (
- i)there was no closed list of acts which might give rise to the offence; (
- ii)that said, any expansion of the offence should only take place incrementally and with caution, reflecting both common law reasoning and the requirements of art 7 of the Convention; (iii) so far as concerned the offence generally, neither authority nor principle supported confining the requisite acts to those giving rise to some other independent criminal wrongdoing; and (
- iv)if there was no such limitation generally, then there was no basis for importing such a restriction, as a matter of law, into the elements of the offence where it arose in the context of a breach of a restraint order. Accordingly, a breach of a restraint order made under POCA involving no illegality beyond the breach of the order itself was capable, without more, of constituting the offence of perverting the course of justice (see [35], [41] of the judgment). ... The defendant's actions had formed part of a carefully orchestrated and planned series of measures designed to frustrate the intended effect of the restraint order. That had been determined and sophisticated criminal conduct...» Συμφωνώ με την η κα Αριστοτέλους ότι δεν υπάρχει εξαντλητική λίστα με το τι είδους πράξεις ή ενέργειες δύναται να αποτελέσουν βάση για το αδίκημα. Η κάθε υπόθεση όμως θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της περιστατικά, εφόσον είναι από τις περιβάλλουσες συνθήκες που δύναται να «χρωματιστεί», η συγκεκριμένη πράξη ως αξιόποινη. («...take their colour from the surrounding circumstances», βλ. Michel ανωτέρω). Στην Kenny, εναντίον του κατηγορούμενου είχε εκδοθεί «περιοριστικό διάταγμα - restraining order» σε σχέση με την περιουσία του, στη βάση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, ο κατηγορούμενος, αποξένωσε περιουσία, κατά τρόπο που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως «μια προσεγμένα ορχηστρωμένη και μελετημένη σειρά μέτρων σχεδιασμένων να ματαιώσουν το προτιθέμενο αποτέλεσμα του περιοριστικού διατάγματος» (ελεύθερη μετάφραση). Αυτή κρίθηκε ως «αποφασισμένη και εξειδικευμένη αξιόποινη συμπεριφορά» από πλευράς κατηγορούμενου. Ομοίως, στην Michel, ο κατηγορούμενος, δικηγόρος στο επάγγελμα, βοήθησε τον λογιστή πατέρα του, να αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία, μετά που ο τελευταίος καταδικάστηκε για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων και η περιουσία του υπόκειτο σε δήμευση - confiscation order. Το επιχείρημα του δικηγόρου κατηγορούμενου ήταν ότι, η «απλή» πώληση περιουσιακών στοιχείων δεν συνιστά αδίκημα. Το Δικαστήριο όμως, απέρριψε το επιχείρημα αυτό, στη βάση του ότι, ναι μεν η «απλή» πώληση περιουσίας δεν είναι αξιόποινη, όμως οι συνθήκες και ο λόγος για τον οποίο έλαβε χώρα τέτοια πώληση στην εν λόγω υπόθεση, ήτοι για να καταστρατηγηθεί το επικείμενο διάταγμα δήμευσης της περιουσίας του πατέρα του, «χρωμάτιζαν» τις πράξεις του ως αξιόποινες. Ο πατέρας του κατηγορούμενου είχε ήδη καταδικασθεί και η δήμευση της περιουσίας του ήταν φυσικό επακόλουθο της καταδίκης. Στην παρούσα υπόθεση όμως, τίποτα τέτοιο δεν ισχύει. Σύμφωνα με την εκδοχή των ίδιων των παραπονουμένων, ο παραλήπτης διορίστηκε στις 3/11/14. Για 5 περίπου μήνες, ήτοι μέχρι τις 24/03/15 που καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον του, κανένας δεν αμφισβήτησε είτε το διορισμό του, είτε τις ενέργειες του ως τέτοιος παραλήπτης και αυτό, παρά το ότι για ένα μήνα τουλάχιστο, «διαφήμιζε» την πρόθεση του να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, δίδοντας μάλιστα και συγκεκριμένη ημερομηνία ως προθεσμία υποβολής προσφορών (19/2/15) (βλ.Τ.6). Ούτε όμως μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, όταν και πλέον θα προχωρούσε με πώληση στη βάση των προσφορών που έλαβε, επιχειρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, η παρεμπόδιση του. Αντίθετα, η έκδοση «απαγορευτικού διατάγματος» επιχειρήθηκε ένα μήνα αργότερα και το πολιτικό Δικαστήριο τελικά αρνήθηκε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μονομερώς. Η συνέχεια όμως είναι εξίσου σημαντική. Ανταλλάσσεται αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των παραπονουμένων και των δικηγόρων του παραλήπτη, στην οποία ο τελευταίος, έστω και αν γνωρίζει για την αποτυχημένη προσπάθεια των πρώτων να εξασφαλίσουν μονομερώς διάταγμα «παγοποίησης», δεν αποκρύβει τις ενέργειες του αλλά ενημερώνει πλήρως τους παραπονούμενους για την επικείμενη πώληση και τους καλεί να «συνεργαστούν» άμεσα μαζί του, χωρίς όμως αυτοί να ανταποκρίνονται θετικά.(βλ. Τ.3 και 4) Με αυτά τα δεδομένα, οι παραπονούμενοι θεωρούν ότι, επειδή η αίτηση τους ακόμη εκκρεμούσε, ο παραλήπτης «όφειλε» ουσιαστικά να ενεργήσει ωσάν να και είχε εκδοθεί το «απαγορευτικό διάταγμα» και μάλιστα «επεκτείνουν» αυτή του την υποχρέωση, και για σκοπούς της έφεσης που στη συνέχεια καταχώρησαν (βλ. αναφορά της ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της). Με κάθε σεβασμό προς τους παραπονούμενους, η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το επιχείρημα τους ότι, επειδή κάποιος καταχωρεί μια αίτηση για «απαγορευτικό διάταγμα», η οποία αίτηση δεν εγκρίνεται και αυτό λαμβανομένου υπόψη και των προϋποθέσεων του αρ.32 Ν.14/60 και της σχετικής νομολογίας, η άλλη πλευρά, ουσιαστικά θα πρέπει να ενεργήσει ωσάν να και το διάταγμα όντως εκδόθηκε και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, μέχρι να εκδικαστεί και η έφεση, χωρίς πάλι να έχει εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό «απαγορευτικό» διάταγμα και με την έφεση να μην έχει, σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και τη νομοθεσία, ανασταλτικό χαρακτήρα, να συνεχίσει να ενεργεί υπό την ίδια «υποχρέωση», υποσκάπτει το όλο θεμέλιο της πολιτικής διαδικασίας και της σπουδαιότητας της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει «απαγορευτικά» διατάγματα. Ότι μπορεί να στάληκε και «προειδοποίηση» σε περίπτωση «μη συμμόρφωσης» δεν μεταβάλει την κατάσταση. Επέκταση (increment) των αδικημάτων των αρ.121 και 122, υπό αυτές τις περιστάσεις, ουδόλως αντανακλά την προσοχή και φειδώ (caution), που επιβάλλει η Kenny και η κυπριακή νομολογία. Άλλωστε ούτε το κοινοδίκαιο ούτε και η ΕΣΔΑ, επιτρέπουν οποιαδήποτε τέτοια επέκταση, («...any expansion of the offence should only take place incrementally and with caution, reflecting both common law reasoning and the requirements of art 7 of the Convention», βλ. Kenny ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 2 σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον πρόκειται για ποινική υπόθεση και το θέμα, διέπεται από τα αρ.167-169 Κεφ.155 και τη σχετική νομολογία (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), με δεδομένο ότι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, διατάσσω όπως τα έξοδα της υπόθεσης επιδικασθούν μόνο υπέρ της κατηγορούμενης 2 και εναντίον των παραπονουμένων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία - Ανατροπή της δικαιοσύνης - Καταδολίευση