← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. S.G.S. STYLLA BROS LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 25949/13, 10/3/2017

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. S.G.S. STYLLA BROS LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 25949/13, 10/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 25949/13 Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. S.G.S. STYLLA BROS LIMITED
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΥΛΛΑ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενη 1: κ. Ν. Σαβεριάδης --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση, αφορά αδικήματα παράληψης πληρωμής μισθών, κατά παράβαση του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/
  3. Αρχικά η υπόθεση στρεφόταν εναντίον, τόσο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όσο και του κατηγορούμενου 2 διευθυντή της. Στις 14/10/16, η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 αναστάληκε και αυτός απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Μετά από τροποποίηση του κατηγορητηρίου και διακοπής αριθμού κατηγοριών, η κατηγορούμενη 1, η οποία απέμεινε να αντιμετωπίζει την παρούσα υπόθεση, κατηγορείται για παράλειψη πληρωμής 13ου μισθού καθώς και υπολοίπων και αναλογίας τέτοιου μισθού, σε σχέση με τους εξής δέκα εργοδοτούμενους της (οι παραπονούμενοι):
  4. Μαρία Παναγιώτου για τα έτη 2012 και 2013 (31η και 32η κατηγορία)
  5. Χρυστάλλα Ανδρέου για τα έτη 2011 και 2012 (25η και 26η κατηγορία)
  6. Δέσπω Ηροδότου Κωνσταντίνου για τα έτη 2011, 2012 και 2013 (23η και 24η κατηγορία)
  7. Γεωργία Ιωαννίδου για τα έτη 2011, 2012 και 2013 (15η και 16η κατηγορία)
  8. Πόλα Παναγιώτου για τα έτη 2011 και 2012 (29η και 30η κατηγορία)
  9. Μιχάλη Πέτσα για τα έτη 2011 και 2012 (33η και 34η κατηγορία)
  10. Αντιγόνη Δημητρίου για τα έτη 2011 και 2012 (27η και 28η κατηγορία)
  11. Ανδρούλα Σπύρου για τα έτη 2011 και 2012 (39η και 40η κατηγορία)
  12. Μαρία Ευαγγέλου για τα έτη 2011, 2012 και 2013 (21η και 22η κατηγορία)
  13. Αντιγόνη Σπύρου για τα έτη 2011 και 2012 (41η και 42η κατηγορία). Σημειώνεται ότι οι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο δέκα εκ του συνόλου των εργοδοτουμένων της κατηγορούμενης. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, με τη σύμφωνο γνώμη των συνηγόρων και την έγκριση της κατηγορούμενης, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι νομότυπα εγγεγραμμένη, ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 και ότι οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο, παραπονούμενοι, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης
  14. Για τα πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δώδεκα μάρτυρες, ήτοι τους Ε. Ευσταθίου (ΜΚ1), Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων της Επαρχίας Λεμεσού (το Τμήμα), Χ. Νικολάου (ΜΚ2), προϊστάμενο του Τμήματος και τους δέκα παραπονούμενους (Μ.Κ.3 - Μ.Κ.12 αντίστοιχα). Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση της, εκ μέρους της κατέθεσε ενόρκως, η Ε. Στύλλα, εκτελεστική διευθύντρια της τελευταίας (Μ.Υ.1). Επειδή σε μεγάλο βαθμό, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είτε δεν αμφισβητούνται είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πρώτα, τα εν λόγω γεγονότα. Η κατηγορούμενη εταιρεία, ήταν δραστηριοποιημένη στον τομέα της βιομηχανίας ένδυσης με πολυετή πείρα, και ήταν μέλος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ενδύσεως - εφ' εξής ο Σύνδεσμος. Οι υπάλληλοι της εταιρείας, όπως και οι υπάλληλοι άλλων εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο τομέα, ανήκαν σε συντεχνίες και συγκεκριμένα στην Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου ΟΒΙΕΚ (ΣΕΚ) και στη Συντεχνία Εργατοϋπαλλήλων Βιομηχανίας Εμπορίου, Τύπου-Τυπογραφείων και Γενικών Υπηρεσιών Κύπρου ΠΕΟ (Σ.Ε.Β.Ε.Τ.Τ.Υ.Κ.) - εφ' εξής οι Συντεχνίες. Μεταξύ Συνδέσμου και Συντεχνιών, υπογράφονταν και ανανεώνονταν κατά καιρούς, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούσαν στα εργασιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις τόσο των εργοδοτών όσο και των εργοδοτουμένων. Μέχρι και την τελευταία συλλογική σύμβαση, η οποία να σημειωθεί υπογράφηκε το 2008, με αναδρομική ισχύ από 1/1/07, οι υπάλληλοι της εταιρείας, είχαν, μεταξύ άλλων, δικαίωμα σε μισθό, όχι κατώτερου από το κατώτατο όριο που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση, δικαίωμα σε συγκεκριμένες και σταθερές αυξήσεις μισθού, δικαίωμα σε καθορισμένο ωράριο εργοδότησης, δικαίωμα σε καθορισμένη ετήσια άδεια και άδεια ασθενείας, δικαίωμα σε ταμείο προνοίας και τέλος, δικαίωμα σε «ΦΙΛΟΔΩΡΗΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ» (σχετικά κατατέθηκε το Τεκ. 4 - Συλλογική Σύμβαση). Σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση, το «φιλοδώρημα Χριστουγέννων», καταβάλλετο, στην μεν περίπτωση εβδομαδιαίου προσωπικού, με τη μορφή τεσσάρων εβδομαδιαίων μισθών, στην δε περίπτωση μηνιαίου προσωπικού, ως «13ος μισθός (Βασικός + τιμαριθμικό). σαν επιπρόσθετος μισθός τα Χριστούγεννα» (Βλ. άρθρο 13 - Τεκ. 4). Την 1/7/07 ο Σύνδεσμος, λόγω της κρίσης που αντιμετώπιζε η βιομηχανία ένδυσης, έπαυσε να υφίσταται και η προαναφερόμενη σύμβαση, η οποία ήταν και η τελευταία που υπογράφτηκε, έληξε το
  15. Έκτοτε, η σύμβαση δεν ανανεώθηκε και καμία άλλη τέτοια συλλογική σύμβαση υπογράφτηκε μεταξύ βιομηχάνων εργοδοτών και εργοδοτουμένων. Παρά τη λήξη της σύμβασης, οι εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης εταιρείας, μέχρι το 2011, συνέχισαν να απασχολούνται στην εταιρεία κανονικά και χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με τους όρους εργοδότησης τους. Τόσο η μισθοδοσία τους όσο και το «φιλοδώρημα Χριστουγέννων», καταβάλλονταν κανονικά όπως και προηγουμένως. Περί το 2011, όμως η συρρίκνωση του κλάδου ένδυσης σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, επέφερε τεράστια οικονομικά προβλήματα στην κατηγορούμενη εταιρεία. Τα εν λόγω προβλήματα, αξιολογούμενα από εργοδοτικής πλευράς, ήτοι της ηγεσίας της κατηγορούμενης, ανάγκασαν τους διευθυντές της εταιρείας να σταθμίσουν, αφενός την ανάγκη για επιβίωση της εταιρείας και αποφυγή τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού και αφετέρου τον περιορισμό των εξόδων της εταιρείας με το λιγότερο δυσμενή τρόπο τόσο για την εταιρεία όσο και για τους εργοδοτούμενους. Μετά από αξιολόγηση όλων των δεδομένων, η κατηγορούμενη εταιρεία αποφάσισε ότι, η λύση, η οποία θα εξασφάλιζε καλύτερα τα συμφέροντα τόσο του εργοδότη όσο και των εργοδοτουμένων, ήταν να διατηρηθεί όλο το υφιστάμενο προσωπικό, με τον ίδιο μισθό αλλά το φιλοδώρημα Χριστουγέννων να καταβάλλετο μόνο αν το επέτρεπαν οι οικονομικές συνθήκες της εταιρείας και αυτό σταδιακά. Συνεπεία αυτής της απόφασης της εταιρείας, καταβλήθηκε μέρος του φιλοδωρήματος σε σχέση με το έτος 2011 ενώ για τα έτη 2012 και 2013 δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε σχετικό ποσό. Κάποια ποσά που καταβλήθηκαν μετά το 2011, αφορούσαν το φιλοδώρημα του
  16. Εν τω μεταξύ, για το θέμα αυτό, όπως και για τα υπόλοιπα οικονομικά θέματα της εταιρείας, έγιναν συναντήσεις της εταιρείας με τις συντεχνίες καθώς και με τους ίδιους τους υπαλλήλους. Σε αυτές τις συναντήσεις, η εργοδοτική πλευρά, ενημέρωσε τους συντεχνιακούς και το προσωπικό για τις οικονομικές δυσκολίες και τα «διλήμματα» που αντιμετώπιζε, καθώς και για τις αποφάσεις που αναγκάζετο να λάβει. Περί τον Ιούλιο του 2012, η κατηγορούμενη εταιρεία μη έχοντας άλλη επιλογή, προχώρησε σε τερματισμό λόγω πλεονασμού αρκετών υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
  17. Σε παρόμοιο πλεονασμό προέβη και περί τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2013, σε σχέση με το εναπομείναν προσωπικό, μεταξύ των οποίων ήταν οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.3, Μ.Κ.
  18. και Μ.Κ.
  19. Ακολούθως, με την εμπλοκή και των συντεχνιών, οι παραπονούμενοι, υπέβαλαν γραπτά παράπονα στο Τμήμα Εργασίας, αναφορικά με τη μη καταβολή σε αυτούς του «13ου μισθού» που τους αναλογούσε από το 2011 μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης τους. Με εξαίρεση τις Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10, οι οποίες υπέβαλαν παράπονο στις 13/5/13 (Τεκ. 2.Μ και 2.Ν), οι υπόλοιποι παραπονούμενοι, Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9, υπέβαλαν το σχετικό παράπονο τους στις 19/4/13 (Βλ. Τεκ. 2.Θ, 2.ΣΤ, 2.Ε, 2.Α, 2.Η, 2.Ι, 2.Ζ, 2.Δ αντίστοιχα). Τα ποσά που αντιστοιχούν στην περίπτωση του κάθε παραπονούμενου και για τα οποία υπεβλήθει σχετικό παράπονο, είναι αυτά που αναφέρονται στο αντίστοιχο παράπονο που ο κάθε παραπονούμενος υπέβαλε. Προς επίλυση του όλου θέματος, μετά και την υποβολή των γραπτών παραπόνων, έλαβαν χώρα πολλές συναντήσεις μεταξύ του Τμήματος και της ηγεσίας της κατηγορούμενης, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες. Για όλα τα πιο πάνω, κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές. Τόσο η Μ.Κ.1, επιθεωρήτρια που χειρίστηκε από πλευράς του Τμήματος Εργασίας την παρούσα υπόθεση, όσο και ο Μ.Κ.2 προϊστάμενος της, αναφέρθηκαν ουσιαστικά στη θέση του Τμήματος ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το δικαίωμα των παραπονουμένων σε «φιλοδώρημα Χριστουγέννων», ήταν ουσιαστικά δικαίωμα σε 13ο μισθό, δικαίωμα που προστατεύεται από τη σχετική νομοθεσία. Στην απουσία οποιασδήποτε ρητής συμφωνίας με τους παραπονούμενους, η κατηγορούμενη εταιρεία, ο εργοδότης δηλαδή, δε μπορεί να αρνείται, σύμφωνα με τους μάρτυρες, να καταβάλει τον εν λόγω μισθό αφού, έστω και αν η συλλογική σύμβαση είχε λήξει, το δικαίωμα σε 13ο μισθό, διατηρείται αυτόματα και στο ακέραιο, όπως όλα τα άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προέκυπταν από τη σύμβαση εφόσον συνιστούσαν κεκτημένα δικαιώματα. Ως τέτοια δικαιώματα, ο εργοδότης δεν μπορεί να τα καταργήσει μονομερώς. Ήταν η θέση τόσο της ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 ότι, στην περίπτωση συλλογικών συμβάσεων, το έθιμο και η πρακτική, θέλουν τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων, μέχρι την υπογραφή νέας συμφωνίας, να συνεχίζουν να ισχύουν, ανεξάρτητα του ότι η προηγούμενη σύμβαση δεν ανανεώθηκε. Η μαρτυρία των Μ.Κ.3 έως Μ.Κ.12, αφορούσε ουσιαστικά τις συνθήκες και τους όρους εργοδότησης τους, από την πρόσληψη του κάθε ενός εξ΄ αυτών μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης τους. Υπάλληλοι όπως οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.10 εργάζονταν στην εταιρεία για πέραν των είκοσι χρόνων, ενώ οι υπόλοιποι παραπονούμενοι εργάζονταν από 6 έως και 15 χρόνια. Οι εν λόγω μάρτυρες, αφού υιοθέτησαν τα αντίστοιχα παράπονα που υπέβαλαν στο Τμήμα Εργασίας, έκαμαν αναφορά στο γεγονός ότι μέχρι και το 2009 που έληξε η συλλογική σύμβαση, αυτοί ήταν πλήρως ευχαριστημένοι από τους εργοδότες τους, οι οποίοι ανταποκρίνονταν πλήρως στις υποχρεώσεις τους. Το ίδιο ευχαριστημένοι δήλωσαν να είναι και για την περίοδο μετά τη λήξη της συλλογικής σύμβασης μέχρι και το 2011, αφού όπως όλοι τους ανέφεραν, μέχρι τότε, οι εργοδότες τους φρόντισαν όπως μην υπάρξει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα δικαιώματα που είχαν αρχικά διασφαλιστεί με τη σύμβαση και αυτό, παρά το ότι δεν υπήρξε ανανέωση της σύμβασης. Κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας όλων των παραπονουμένων, ήταν ότι, από το 2011 και μετά, όπως οι ίδιοι προσωπικά αντιλήφθηκαν αλλά και από πληροφόρηση που είχαν από τους εργοδότες τους, η εταιρεία, και η βιομηχανία ένδυσης γενικότερα, αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα για τα οποία καταβάλλονταν προσπάθειες προς επίλυση τους. Σύμφωνα πάντα με τους παραπονούμενους, μεταξύ των θεμάτων που έφεραν σε γνώση τους οι εργοδότες τους, ήταν η οικονομική αδυναμία των τελευταίων να καταβάλουν το 13ο μισθό, όπως τέτοιος μισθός καταβάλλετο ανελλιπώς, από την αρχή της εργοδότησης. Σε μία προσπάθεια τους να βοηθήσουν τους εργοδότες τους, ούτως ώστε να βοηθηθούν και οι ίδιοι, έδειξαν κατανόηση στο να τους καταβληθεί σταδιακά ο 13ος μισθός από το 2011 και μετά, χωρίς όμως ποτέ, να έχουν αποδεχτεί ή συμφωνήσει ότι αποποιούντο του εν λόγω δικαιώματος ή ότι δεν επιθυμούσαν να λάβουν τέτοιο μισθό. Μετά που τερματίστηκε η εργοδότηση τους και δεν είχαν λάβει τους αναλογούντες 13ους μισθούς, άλλοι, κατόπιν προτροπής των συντεχνιών και άλλοι από μόνοι τους σε συνεννόηση με τις συντεχνίες, υπέβαλαν σχετικό παράπονο στο Τμήμα Εργασίας. Η μη πληρωμή των εν λόγω μισθών μετά και την υποβολή των παραπόνων, είναι που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Υ.1 στη μαρτυρία της, πέραν των γεγονότων που αναφέρονται πιο πάνω ως κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ανέφερε ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η εταιρεία κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στους εργοδοτούμενους της. Όταν δε προέκυψαν τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ενημερώθηκαν σχετικά οι υπάλληλοι της εταιρείας και επιδιώχθηκαν συναντήσεις τόσο με τους συντεχνιακούς όσο και με το προσωπικό, ούτως ώστε να εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση ώστε να εξακολουθήσει να καταβάλλεται ο εβδομαδιαίος ή μηνιαίος μισθός στο ακέραιο, χωρίς να χρειαστεί να απολυθεί προσωπικό. Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τη μάρτυρα, η εταιρεία ανέφερε τόσο στους συντεχνιακούς όσο και στο προσωπικό της εταιρείας, ότι θα έπρεπε να μειωθούν τα άλλα έξοδα της εταιρείας, ήτοι το φιλοδώρημα των Χριστουγέννων και η εισφορά του εργοδότη στο ταμείο προνοίας. Σύμφωνα με τη Μ.Υ.1, οι διαπραγματεύσεις για τα θέματα αυτά, άρχισαν το 2010, πλην όμως μέχρι και το 2012 που αναγκάστηκαν να προβούν στις πρώτες απολύσεις λόγω πλεονασμού, δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση. Σχετικά με την εισφορά εργοδότη στο ταμείο προνοίας, η μάρτυς ανέφερε ότι, εν τέλει, περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2012, κατέστη δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία με τις συντεχνίες που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους και η εν λόγω εισφορά, μειώθηκε. Όσον αφορά το «φιλοδώρημα Χριστουγέννων» η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι, τόσο στο προσωπικό όσο και στις συντεχνίες, αναφέρθηκε από την εταιρεία ότι «δεν μπορεί να καταβάλει φιλοδώρημα αλλά θα προσπαθήσει να το πράξει σταδιακά . αν αυτά το επιτρέψουν . οι οικονομικές συνθήκες». Είναι γι΄ αυτόν το λόγο που σύμφωνα με τη μάρτυρα, η εταιρεία, για το 2011, κατέβαλε μόνο αυτό που μπορούσε και όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν, κατέβαλε ακόμα κάποιο ποσό τον επόμενο χρόνο. Όπως ανέφερε η Μ.Υ.1 «ζητήσαμε να κάνουμε καινούργια σύμβαση μαζί με τους συντεχνιακούς και την εργοδοτική πλευρά για αυτό τους καλούσαμε και λέγαμε εμείς από τη στιγμή που δεν υπάρχει θέλουμε να κάνουμε καινούργιες συμβάσεις και με το προσωπικό μέσα στις καινούργιες συμβάσεις ήταν η μείωση εισφοράς του ταμείου προνοίας ή ο 13ος ή το φιλοδώρημα, ο 13ος για τους μηνιαίους και φιλοδώρημα για τους εβδομαδιαίους. Τις προφορικές απαντήσεις τις είχαμε, απλά θεωρήσαμε ότι από τη στιγμή που το περισσότερο προσωπικό υποστήριζε αυτήν τη θέση θα κάναμε κάτι γραπτό και για κάποιους λόγους οι οποίοι συντεχνιακοί τους έλεγαν εάν γίνει και εάν δεν γίνει. ροκανίζαμε τον χρόνο μέχρι που φτάσαμε στη μέρα που έγινε ο τελικός πλεονασμός.» Στις προσπάθειες αυτές της εταιρείας, η Μ.Υ.1, ανέφερε ότι αρκετοί από τους υπάλληλους της εταιρείας έδειξαν κατανόηση και θετική ανταπόκριση. Σύμφωνα πάντα με την ΜΥ1, μερικοί από τους υπαλλήλους, όχι όμως οι παραπονούμενοι, της ανέφεραν ότι αν και δεν προτίθεντο να υπογράψουν οποιαδήποτε συμφωνία αναφορικά με αποδοχή τους για μη καταβολή του φιλοδωρήματος, ήταν εντούτοις διατεθειμένοι, όπως δεχτούν να μη λάβουν τέτοιο φιλοδώρημα. Στη βάση αυτής της «γενικής κατανόησης», η Μ.Υ.1, αντιλήφθηκε ότι ουσιαστικά, όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένων και των παραπονουμένων, συμφώνησαν όπως «. το φιλοδώρημα, ο 13ος για τους μηνιαίους και φιλοδώρημα για τους εβδομαδιαίους.» μην καταβληθεί εκτός εάν τα οικονομικά της εταιρείας το επιτρέψουν και στον ανάλογο βέβαια βαθμό. Προς επίρρωση των όσων ανέφερε, η μάρτυς κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 σχετική επιστολή που απέστειλε στο Μ.Κ.2 στις 4/7/13, μετά που η Μ.Κ.1 ειδοποίησε την εταιρεία γραπτώς για τα παράπονα που είχαν υποβληθεί. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης, υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ήταν ουσιαστικά η θέση του κύριου Σαβεριάδη ότι, στην παρούσα περίπτωση, μέχρι το 2009, η υποχρέωση καταβολής ποσού ως «13 μισθού», ήταν συμβατική υποχρέωση δυνάμει της συλλογικής σύμβασης. Όταν η σύμβαση αυτή έληξε, το αν τέτοιος μισθός ή φιλοδώρημα θα καταβάλλετο από την κατηγορούμενη, αυτό, ήταν πλέον θέμα διακριτικής ευχέρειας της εργοδοτικής πλευράς (discretionary). Το ότι μπορεί κάποιο μικρό ποσό να κατέστη δυνατό να δοθεί σε μία χρονιά, δεν το καθιστά, υποστήριξε ο συνήγορος, κεκτημένο δικαίωμα των υπαλλήλων των παραπονουμένων. Σύμφωνα με τον κύριο Σαβεριάδη, για να μπορεί κάτι να θεωρείται ως κεκτημένο δικαίωμα, θα πρέπει να δίνεται επί συστηματικής βάσης, μετά όμως που λήγει η σύμβαση εργοδότησης, αφού μέχρι τη λήξη της, το εν λόγω δικαίωμα είναι καθαρά συμβατικό. Στην αντίπερα όχθη, ο κύριος Προδρόμου, υποστήριξε ότι το «κεκτημένο δικαίωμα» στην πληρωμή του επίμαχου ωφελήματος, δημιουργήθηκε με τη σύμβαση και συνέχισε να ισχύει μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης του κάθε υπαλλήλου, χωρίς να επηρεαστεί από τη μη ανανέωση της σύμβασης. Ο μόνος τρόπος, υποστήριξε ο κύριος Προδρόμου, που τέτοιο ωφέλημα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τερματίστηκε, είναι, αν ο εργοδοτούμενος συμφώνησε ρητά με τον εργοδότη του για το σκοπό αυτό. Μόνο με τη σύμφωνο γνώμη και συγκατάθεση του εργοδοτούμενου, μπορεί, σύμφωνα με τον κύριο Προδρόμου να μεταβληθούν δυσμενώς για τον εργοδοτούμενο, οι όροι εργοδότησης. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος, αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι, το δικαίωμα σε 13ο μισθό, διότι περί τέτοιου μισθολογικού δικαιώματος πρόκειται, σύμφωνα με το συνήγορο, εξακολούθησε να ισχύει και μετά τη λήξη της σύμβασης και ουδέποτε οι παραπονούμενοι το αποποιήθηκαν. Συνεπώς, κατέληξε ο κύριος Προδρόμου, η μη καταβολή του εν λόγω μισθού από την κατηγορούμενη, είναι που συνιστά και το αδίκημα αντικείμενο των κατηγοριών της παρούσας υπόθεσης. Οι λόγοι που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος είναι, σύμφωνα με το συνήγορο, άνευ σημασίας, αφού το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Υπενθυμίζω ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι, τα επίμαχα ποσά, καταβάλλονταν μέχρι το 2009 στα πλαίσια της συλλογικής σύμβασης, και από το 2009 και μετά, αυτά καταβλήθηκαν εξ' ολοκλήρου για το 2010, εν μέρει για το 2011 και καθόλου για το 2012 και
  20. Υπενθυμίζω επίσης ότι, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι δεν υπήρχε η υποχρέωση καταβολής των εν λόγω ποσών μετά τη λήξη της σύμβασης, είτε διότι τέτοια υποχρέωση ουδέποτε αφορούσε σε «κεκτημένο» δικαίωμα, είτε διότι οι παραπονούμενοι, ουσιαστικά συμφώνησαν όπως μη λάβουν τον εν λόγω μισθό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, οι θέσεις των εν λόγω μαρτύρων σχετικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, τα οποία οι ίδιοι, ως Λειτουργοί του Τμήματος Εργασίας, βίωσαν από την εμπλοκή τους στην υπόθεση ως τέτοιοι Λειτουργοί, δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Πέραν του ότι τα όσα σχετικά με τα επίμαχα γεγονότα ανέφεραν οι εν λόγω μάρτυρες, συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Αυτό που αμφισβήτησε η υπεράσπιση σε σχέση με τους εν λόγω μάρτυρες ήταν καθαρά η «νομική» ερμηνεία που οι μάρτυρες αυτοί έδωσαν στα γεγονότα της υπόθεσης κάτι όμως που αμφότεροι οι συνήγοροι αλλά και οι ίδιοι οι μάρτυρες δέχτηκαν, μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να το αποφασίσει. (βλ Anastassiades v The Republic 1977 2 CLR 97 και Σιακόλα ν Αστυνομιας, Ποιν.Έφ. 53/2011, 24/1/2013 και η νομολογία που η εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Συνεπώς, στο βαθμό που η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αφορά μόνο στα γεγονότα της υπόθεσης, αποδέχομαι την μαρτυρία τους ως αξιόπιστη. Ούτε η μαρτυρία των ΜΚ3-ΜΚ12 (παραπονούμενοι), έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής αμφισβήτησης, τουλάχιστο ως προς τα επίμαχα γεγονότα που περιέβαλλαν την εργοδότηση και της συνθήκες αυτής. Άλλωστε, ούτε κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων αλλά ούτε και κατά την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι, οι εν λόγω μάρτυρες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο να πουν την αλήθεια. Δεν παραγνωρίζω ότι αναφορικά με το βαθμό που οι εν λόγω μάρτυρες «υποκινήθηκαν» από τις συντεχνίες να υποβάλουν τα επίμαχα παράπονα τους, υπήρξε διαφωνία μεταξύ υπεράσπισης και παραπονουμένων και αυτό συνεπεία της «αδράνειας» που κατά την υπεράσπιση παρατηρήθηκε στην υποβολή των επίμαχων παραπόνων. Με δεδομένο όμως πρώτο ότι τα εν λόγω παράπονα υιοθετήθηκαν και προωθήθηκαν τόσο στο Τμήμα Εργασίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου από ένα έκαστο των παραπονουμένων, δεύτερο, ότι η ουσία της υπόθεσης εδράζεται ουσιαστικά επί νομικών θεμάτων και τέλος ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι συντεχνίες είχαν ενεργό εμπλοκή στην όλη υπόθεση, το θέμα καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας. Στη βάση των πιο πάνω, καθώς και στην καλή εντύπωση που κάθε ένας εκ των ΜΚ3-ΜΚ12 μου έκαμε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, καταθέτοντας με γνησιότητα, αυθεντικότητα και ειλικρίνεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία του κάθενος από αυτούς ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης μέσω της ΜΥ
  21. Η απογοήτευση και γενικά η «ενόχληση» που η μάρτυς ένιωθε για την ύπαρξη αυτής της υπόθεσης ήταν διάχυτη στη μαρτυρία της. Ένιωθε πικραμένη ως ανέφερε, γιατί οι παραπονούμενοι, πρώην υπάλληλοι της, καταχώρησαν παράπονα εναντίον της εταιρείας της, τη στιγμή που η εταιρεία, τους είχε συμπεριφερθεί άψογα καθ' όλη την εργοδότηση και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αποφάσιζε με γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων τόσο του εργοδότη όσο και των δικών τους. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτή η συναισθηματικά φορτισμένη εικόνα της ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα υποδηλοί πρόσωπο μη ειλικρινή. Άλλωστε, η πλειοψηφία των θέσεων της μάρτυρος συνιστούσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, εξ' ου και δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Σημείο αμφισβήτησης της μαρτυρίας της ΜΥ1 αποτέλεσε η θέση της μάρτυρος ότι όλοι οι υπαλλήλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένων και των παραπονουμένων, συμφώνησαν για τη μη καταβολή του 13ου μισθού εκτός αν το επέτρεπαν οι οικονομικές συνθήκες της εταιρείας. Η θέση όμως αυτή της ΜΥ1, όπως και η ίδια δέχτηκε κατά την αντεξέταση και διαφαίνεται και από το σύνολο της μαρτυρίας της, συνιστά καθαρά τη δική της ερμηνεία ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, με βάση την προσωπική εντύπωση που αυτή αποκόμισε, από την κατανόηση που γενικά επέδειξαν οι υπάλληλοι της εταιρείας στις προσπάθειες που καταβάλλονταν για αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που είχαν προκύψει και όχι συνεπεία ρητής και χωριστής συμφωνίας με τον κάθε παραπονούμενο-υπάλληλο, όπως έγινε σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας της εταιρείας. Εξαιρουμένης επομένως της θέσης της ΜΥ1 ως προς την ισχυριζόμενη «συμφωνία» των παραπονουμένων, κάτι το οποίο αποτελεί θέμα καθαρά νομικής ερμηνείας των γεγονότων και κατ' επέκταση αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, στο βαθμό που η μαρτυρία της ΜΥ1 αφορά μόνο στα γεγονότα που η ίδια βίωσε και τα οποία δεν αμφισβητούνται και συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει, από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας προκύπτουν περαιτέρω τα εξής: Α) Επιπρόσθετα των 12 μηνιαίων μισθών, καταβάλλετο στους παραπονούμενους από την κατηγορούμενη εργοδότρια, ποσό ως είχε αρχικά «συμφωνηθεί», τόσο κατά τη διάρκεια ισχύος της συλλογικής σύμβασης όσο και μετά τη λήξη της, για τον επόμενο τουλάχιστο χρόνο. Β) Μετά που η συλλογική σύμβαση έληξε το 2009, ούτε η κατηγορούμενη εργοδότρια εταιρεία αλλά ούτε και οι παραπονούμενοι, αντιλήφθηκαν ή θεώρησαν ότι η εργοδότηση τους ή οι όροι της είχαν επηρεαστεί ή μεταβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο συνεπεία της μη ανανέωσης της σύμβασης. Αντίθετα, αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι συνέχισαν την μεταξύ τους σχέση εργοδότησης έστω και αν δεν υπήρχε πλέον σχετική συλλογική σύμβαση, θεωρώντας ότι τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους παρέμειναν αναλλοίωτα. Άλλωστε, ακόμα και αυτή καθ' αυτή η εργοδότηση συνεχίστηκε κανονικά, έστω και αν ήταν το αντικείμενο της σύμβασης που έληξε. Γ) Συνεπεία καθαρά της απρόσμενης οικονομικής δυσχέρειας στην οποία η κατηγορούμενη εργοδότρια περιέπεσε και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο, η τελευταία, βρέθηκε ανήμπορη να ανταποκριθεί τόσο σε σχέση με την καταβολή του επίμαχου πρόσθετου ποσού όσο και σε σχέση με την εισφορά στο Ταμείο Προνοίας. Δ) Η κατηγορούμενη η ίδια επεδίωξε, λόγω αυτής της οικονομικής αδυναμίας, να συνάψει νέες συμβάσεις με το προσωπικό, για «επανακαθορισμό» των υποχρεώσεων της σε σχέση με το επιπρόσθετο αυτό ποσό και το Ταμείο Προνοίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ΜΥ1, «ζητήσαμε να κάνουμε καινούργια σύμβαση μαζί με τους συντεχνιακούς και την εργοδοτική πλευρά ... από τη στιγμή που δεν υπάρχει...(και) μέσα στις καινούργιες συμβάσεις ήταν η μείωση εισφοράς του ταμείου προνοίας ή ο 13ος ή το φιλοδώρημα, ο 13ος για τους μηνιαίους και φιλοδώρημα για τους εβδομαδιαίους.» Ε) Η «πρόταση» της εταιρείας, σε σχέση με τον τρόπο επανακαθορισμού της πληρωμής του επίμαχου πρόσθετου ποσού ήταν ουσιαστικά, όπως η εν λόγω πληρωμή τεθεί πλέον σε διακριτική βάση - discretionary. Στ) Από την ίδια την κατηγορούμενη, είναι που επιδιώχθηκε, συζήτηση με το προσωπικό για τα θέματα του Ταμείου Προνοίας και της πληρωμής του επίμαχου επιπρόσθετου ποσού και στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων ζητήθηκε η κατανόηση και συνάμα η συγκατάθεση των εργοδοτουμένων. Ζ) Αν και οι συγκεκριμένοι παραπονούμενοι επέδειξαν κατανόηση στις προσπάθειες που κατέβαλλε η εταιρεία και αποδέχτηκαν όπως ο 13ος μισθός, τους καταβληθεί έστω αποσπασματικά και καθυστερημένα, ουδέποτε αποποιήθηκαν του δικαιώματος σε πληρωμή του εν λόγω ποσού και ουδέποτε τους δόθηκε η εντύπωση ότι δεν θα τους καταβάλλετο το εν λόγω ποσό. Η) Αντίθετα με την πληρωμή του επίμαχου ποσού, για το θέμα του Ταμείου Προνοίας, οι παραπονούμενοι συμφώνησαν γραπτώς, μέσω των συντεχνιών τους, για μεταβολή των ανάλογων υποχρεώσεων του εργοδότη και των δικών τους δικαιωμάτων. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω περαιτέρω ευρήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το υπό εξέταση αδίκημα, αντικείμενο όλων των κατηγοριών, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/
  22. Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-

(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Δοθέντος ότι, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, αφορούν τόσο την περίοδο πριν την τροποποίηση του Νόμου όσο και μετά, θα προσεγγίσω την υπόθεση με γνώμονα το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Τα ερωτήματα επομένως που προκύπτουν στην παρούσα υπόθεση είναι πρώτο, το κατά πόσο η πληρωμή του επίμαχου «13ου ποσού» συνιστούσε δικαίωμα των παραπονουμένων, και κατ΄ επέκταση, δικαίωμα που εμπίπτει στις προστατευτικές πρόνοιες του Ν.35(Ι)/07 (ο Νόμος) και θέσμια υποχρέωση της κατηγορούμενης και δεύτερο, σε περίπτωση που η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο η κατηγορούμενη εταιρεία νομιμοποιείτο να μην καταβάλει τα εν λόγω ποσά. Αν και η πλευρα της υπεράσπισης απέφευγε, για ευνόητους λόγους, να χρησιμοποιεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης, τη φράση «13ος μισθός», προτιμώντας τη φράση «φιλοδώρημα Χριστουγέννων», σημειώνω ότι, η συλλογική σύμβαση αναφέρεται στο εν λόγω «ποσό» ως ο «μισθός», που καταβάλλεται επιπρόσθετα των δώδεκα μηνιαίων μισθών που λάμβαναν οι παραπονούμενοι, κάτι το οποίο η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε. Σημειώνω επίσης ότι ούτε το γεγονός ότι κατά το χρόνο που ίσχυε η σύμβαση, το εν λόγω ποσό καταβάλλετο ως τέτοιος πρόσθετος μισθός πάνω σε σταθερή και συμφωνηθείσα βάση, αμφισβητείται. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω για να καταδειχθεί ότι η πληρωμή του επίμαχου επιπρόσθετου ποσού, τουλάχιστο μέχρι και το 2009, συνιστούσε πληρωμή «μισθού» εν τη εννοία του Νόμου (Βλ. άρθρο 2) και δη 13ου μισθού. Ως τέτοιος «μισθός» επομένως, μέχρι και το 2009, ενέπιπτε, στις προστατευτικές πρόνοιες του Ν.35(Ι)/07. Η «διαφωνία» στην παρούσα υπόθεση εδράζεται στο κατά πόσο οι παραπονούμενοι, μετά τη λήξη της συλλογικής σύμβασης, δικαιούνταν σε πληρωμή αυτού του μισθού, με την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία να στρέφεται γύρω από το τι συνιστά «κεκτημένο δικαίωμα» που αποκτάται συνεπεία εθίμου ή συγκεκριμένης πρακτικής. Ο κύριος Σαβεριάδης, ανέφερε ότι από την έρευνα του δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει οποιαδήποτε νομολογία σε σχέση με το θέμα αυτό. Ο κύριος Προδρόμου από την άλλη, τόνισε το γεγονός ότι η ιδιομορφία της εργασιακής σχέσης φέρει ένα υπάλληλο να μη χάνει μονομερώς τα δικαιώματα που απολαμβάνει κατά την εργοδότηση, ανεξάρτητα απο το αν εξακολουθεί ή όχι να υπάρχει σύμβαση εργοδότησης σε ισχύ. Αν και ούτε η δική μου έρευνα οδήγησε σε οποιοδήποτε νομολογιακό προηγούμενο, ως προς το πότε ένα εργασιακό δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ως κεκτημένο δικαίωμα, συνεπεία εθίμου ή πρακτικής, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί θεωρώ να αντληθεί, από την αγγλική νομολογία επί του θέματος, καθώς και από την κυπριακή νομολογία που αφορά σε «κεκτημένα» δικαιώματα δημοσίων υπαλλήλων. Στην υπόθεση Quinn v Calder Industrial Materials [1996] IRLR 139 το Employment Appeal Tribunal τόνισε ότι το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει εθιμική υποχρέωση, δεν απαντάται με το πόσες φορές ή για πόσο καιρό υιοθέτησε ο εργοδότης μια συγκεκριμένη πρακτική αλλά κατά πόσο από την πρακτική που ακολουθείτο από τον εργοδότη μπορεί να εξαχθεί η πρόθεση του εργοδότη να είναι συμβατικά υποχρεωμένος να ακολουθήσει αυτή την πρακτική. Στην υπόθεση REPUBLIC ν. MENELAOU,
(1982)3 Α.Α.Δ. 419, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεδριάζοντας υπό την αναθεωρητική της δικαιοδοσία, εξέτασε τη δημιουργία κεκτημένων δικαιωμάτων ενός δημόσιου υπάλληλου, τα οποία προέκυπταν από σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, οι οποίες στη συνέχεια καταργήθηκαν, στερώντας έτσι τα εν λόγω δικαιώματα από τον υπάλληλο. Στην ομόφωνη απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η έννοια του κεκτημένου δικαιώματος (vested right), αφορά πρωτίστως σε δικαιώματα που προκύπτουν από το Νόμο, τα οποία, με την ικανοποίηση των ανάλογων προϋποθέσεων του Νόμου, αποκρυσταλλώνονται και καθίστανται κεκτημένα. Με δεδομένη την εν λόγω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο, υπέδειξε ότι η σαφήνεια της νομικής διαδικασίας και ο σεβασμός στο Νόμο, επιβάλλουν ότι τα εν λόγω αποκτηθέντα δικαιώματα θα πρέπει να παραμένουν «ανενόχλητα» εκτός μόνο εκεί όπου υπάρχει ξεκάθαρα πρόθεση από όλους τους εμπλεκόμενους όπως αυτά μεταβληθούν ή τερματιστούν. Παραλληλίζοντας τα κεκτημένα δικαιώματα που προκύπτουν από ένα Νόμο με τα δικαιώματα που προκύπτουν από μια σύμβαση, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι το κράτος, δεσμεύεται απέναντι στα προσωπικά δικαιώματα που καθορίζει ένας Νόμος, με τον ίδιο τρόπο που ένα πρόσωπο δεσμεύεται από τους όρους μιας σύμβασης. Ως εκ τούτου, κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο, το κράτος, όπως και το οποιοδήποτε μέρος σε μια δεσμευτική σχέση, δε μπορεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτά τα «κεκτημένα δικαιώματα» χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου τους, έστω και αν στη συνέχεια ο Νόμος που έδινε αυτά τα δικαιώματα, καταργήθηκε. Κοντολογίς, εφόσον τα δικαιώματα αποκρυσταλλώθηκαν, αυτά θεωρούνταν κεκτημένα. Από τις πιο πάνω αποφάσεις, προκύπτει ότι, το κατά πόσο ένας εργοδοτούμενος αποκτά, στα πλαίσια της εργοδότησης του, συγκεκριμένο «κεκτημένο δικαίωμα», αυτό είναι θέμα που εξαρτάται τόσο από τη συγκεκριμένη πρακτική που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και την αντίληψη όλων των εμπλεκόμενων μερών ως προς τους όρους της εργασιακής σχέσης όσο και από την ίδια τη φύση του υπό κρίση δικαιώματος. Παράγοντες όπως η διάρκεια χορήγησης του δικαιώματος και η ύπαρξη σύμβασης εργοδότησης, είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εξακριβωθούν οι συνθήκες που περιβάλλουν το εν λόγω δικαίωμα, δεν είναι όμως παράγοντες που εξετάζονται απομονωμένα και ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο. Άλλωστε, κεκτημένα δικαιώματα μπορούν να δημιουργηθούν και στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει σύμβαση εργοδότησης ή ακόμη και στην περίπτωση όπου ενώ υπάρχει τέτοια σύμβαση, το συγκεκριμένο θέμα δεν καλύπτεται από αυτήν (Βλ. Quinn ανωτέρω). Στην Menelaou μάλιστα, το «κεκτημένο δικαίωμα» που έδωσε ο Νόμος, επιχειρήθηκε να καταργηθεί μεταγενέστερα με κατάργηση του Νόμου και το Δικαστήριο δεν το επέτρεψε. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και υπό το φως των προαναφερόμενων νομικών αρχών, κρίνω ότι το δικαίωμα των παραπονουμένων σε 13ο μισθό, εξακολούθησε να υφίσταται και μετά που η συλλογική σύμβαση έληξε καθώς και ότι αυτή ήταν και η αντίληψη τόσο της κατηγορούμενης εργοδότριας όσο και των παραπονουμένων. Άλλωστε προς τι η επιδίωξη από την ίδια την εργοδότρια κατηγορούμενη η σύναψη νέας σύμβασης για «επανακαθορισμό» του εν λόγω δικαιώματος, αν τέτοιο δικαίωμα δεν υφίστατο πλέον και η εργοδότρια κατηγορούμενη δεν ένιωθε και η ίδια υποχρεωμένη να καταβάλει το εν λόγω ποσό, ως 13ο μισθό; Σημειώνω εδώ ότι, πριν τη δημιουργία των οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας, κανένα πρόβλημα υπήρχε με την πληρωμή του εν λόγω μισθού και αν δεν ήταν καθαρά λόγω των οικονομικών προβλημάτων, ο συγκεκριμένος μισθός θα συνέχιζε να καταβάλλεται στους παραπονούμενους με την ίδια συχνότητα και στο ακέραιο, και αυτό παρά την απουσία συλλογικής σύμβασης. Εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τα όσα λέχθηκαν στη Menelaou ανωτέρω, η πληρωμή 13ου μισθού στους παραπονούμενους συνιστούσε ένα από τα δικαιώματα που αποκρυσταλλώθηκαν μέσω της συλλογικής σύμβασης. Μετά που η σύμβαση έληξε, όπως όλα τα υπόλοιπα δικαιώματα που προέκυψαν από τη σύμβαση, έτσι και αυτό το δικαίωμα, έπρεπε να παραμείνει αναλλοίωτο και αμετάβλητο όπως και έμεινε, έστω για σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό καταδεικνύει και η συμπεριφορά των μερών να συνεχίσουν την εργοδότηση, ωσάν να και η σύμβαση ουδέποτε καταργήθηκε και υπό αυτή την κοινή αντίληψη θα συνέχιζαν, αν δεν προέκυπταν τα αναπάντεχα οικονομικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Η μεταγενέστερη επιδίωξη, από πλευράς κατηγορούμενης, για σύναψη νέας σύμβασης, μέσω της οποίας θα εξασφαλίζετο η ρητή συγκατάθεση των παραπονουμένων, για «περιορισμό» ουσιαστικά του εν λόγω δικαιώματος, όπως έγινε σε σχέση με το δικαίωμα σε Ταμείο Προνοίας, καταδεικνύει ότι και η κατηγορούμενη αλλά και οι εργοδοτούμενοι θεωρούσαν ότι επρόκειτο για «κεκτημένο δικαίωμα», το οποίο, μπορούσε πλέον να μεταβληθεί, μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας και συγκατάθεσης του άμεσα επηρεαζόμενου δικαιούχου του, ήτοι του κάθε παραπονούμενου εργοδοτούμενου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, το ερώτημα που θα πρέπει τώρα να απαντηθεί, είναι αν οι παραπονούμενοι αποποιήθηκαν του εν λόγω δικαιώματος τους ή συγκατατέθηκαν ρητά να μην τους δοθεί ο εν λόγω μισθός στο ακέραιο, όπως τέτοια συγκατάθεση δύναται να συνιστά υπεράσπιση με βάση το Νόμο. Από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει ανωτέρω, δεν διαπιστώνω να είχε ποτέ δοθεί οποιαδήποτε τέτοια ρητή συγκατάθεση από τους συγκεκριμένους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση. Σίγουρα οι τελευταίοι επέδειξαν κατανόηση στην καθυστέρηση ή στην αποσπασματική καταβολή του εν λόγω 13ου μισθού, ουδέποτε όμως τον αποποιήθηκαν. Η αντίληψη της εταιρείας ότι τέτοια συγκατάθεση δόθηκε, συνεπεία μιας γενικότερης «κατανόησης» των υπαλλήλων ότι είναι προς το συμφέρον όλων, όπως βοηθηθεί η εταιρεία για να ανταπεξέλθει των οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν, δεν μπορεί να αχθεί σε ρητή συμφωνία του κάθε παραπονούμενου χωριστά, να αποποιηθεί του συγκεκριμένου κεκτημένου δικαιώματος του, όπως απαιτεί ο Νόμος. Εξάλλου, εφόσον το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμφωνίας, είναι ο άμεσος και δραστικός επηρεασμός των προσωπικών συμφερόντων του κάθε υπάλληλου ξεχωριστά, τίποτα λιγότερο από την προσωπική και ξεχωριστή συγκατάθεση του κάθε επηρεαζόμενου υπαλλήλου, θα μπορούσε να ικανοποιήσει την υπεράσπιση που επιτρέπει ο Νόμος. Το ότι δεν υπήρχε πλέον εκπροσώπηση από συλλογικά όργανα, καθιστά εντονότερη την ανάγκη για επίτευξη συμφωνίας με τον κάθε υπάλληλο χωριστά και αυτό ανεξάρτητα του αν κάποιοι ή οι περισσότεροι υπάλληλοι αποδέχτηκαν εν τέλει την πρόταση της εταιρείας. Κατανοώ ότι από πλευράς των διευθυντών και ιδιοκτητών της κατηγορούμενης εταιρείας υπάρχει έντονο το αίσθημα της πικρίας και της απογοήτευσης από την τροπή που πήρε τελικά η πολύχρονη σχέση της με τους εργοδοτούμενους της, ιδιαίτερα όταν καθ' όλη την εργασιακή σχέση, η συμπεριφορά της κατηγορούμενης εργοδότριας μόνο ως υποδειγματική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μάλιστα δε, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πει κανείς ότι τέτοιου είδους εξαίρετη διαγωγή από έναν εργοδότη απέναντι στους εργοδοτούμενους του σπανίζει στη σύγχρονη εποχή. Το υπό κρίση αδίκημα όμως είναι αυστηρής ευθύνης και τα κίνητρα του εργοδότη, όσο καλόπιστα και γνήσια και να είναι δεν τον απαλλάττουν από την ποινική ευθύνη που του επιβάλλει ο Νόμος. Στη βάση των πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/07, δεν κατέβαλε στους παραπονούμενους υπαλλήλους της ως όφειλε, το 13ο μισθό που τους αναλογούσε ως ακολούθως: 1. Στη Μαρία Παναγιώτου €815 για το 2012 και €174 για το 2013 2. Στη Χρυστάλλα Ανδρέου υπόλοιπο €297 για το 2011 και €536 για το 2012 3. Στη Δέσπω Ηροδότου Κωνσταντίνου υπόλοιπο €255 για το 2011 και €870 για το 2012 και 2013 4. Στη Γεωργία Ιωαννίδου υπόλοιπο €262 για το 2011 και €892 για το 2012 και 2013 5. Στη Πόλα Παναγιώτου υπόλοιπο €257 για το 2011 και €484 για το 2012 6. Στο Μιχάλη Πέτσα υπόλοιπο €585 για το 2011 και €804 για το 2012 7. Στην Αντιγόνη Δημητρίου υπόλοιπο €271 για το 2011 και €372 για το 2012 8. Στην Ανδρούλα Σπύρου υπόλοιπο €262 για το 2011 και €360 για το 2012 9. Στη Μαρία Ευαγγέλου υπόλοιπο €272 για το 2011 και €928 για το 2012 και 2013 10. Στην Αντιγόνη Σπύρου υπόλοιπο €281 για το 2011 και €386 για το 2012 Σημειώνω εδώ ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της 28ης κατηγορίας, σε σχέση με την παραπονούμενη Αντιγόνη Σπύρου, αναφέρεται, προφανώς λόγω τυπογραφικού λάθους, το ίδιο ποσό και έτος με την 27η κατηγορία ήτοι το ποσό των €271 και το έτος 2011, ενώ το σχετικό παράπονο (Τ.2Ζ) που υιοθετήθηκε ενόρκως από τη Μ.Κ.7 και δεν αμφισβητήθηκε ως προς αυτή του την πτυχή καθώς και τα ευρήματα μου, καταλήγουν σε απόδειξη του ποσού των €271 για το 2011 και του ποσού των €372 για το 2012. Ενόψει του ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας φάνηκε να προκαλείται οποιαδήποτε παραπλάνηση αναφορικά με το γεγονός ότι στην 28η κατηγορία, επαναλαμβάνεται το ίδιο ποσό και έτος με την 27η κατηγορία, αντί για το ποσό των €372 και το έτος 2012 που αναφέρονται στο αντίστοιχο παράπονο και στο οποίο, αμφότερες οι πλευρές αντιλαμβάνονταν την εν λόγω κατηγορία να αφορά, κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ως εκ τούτου η 28η κατηγορία τροποποιείται ανάλογα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης εταιρείας και αυτή κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, υπό την διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με το ποσό και το έτος της 28ης κατηγορίας. (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π., Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών - παρουσίασης εγγράφων

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.