Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. A.H.S. COFFEE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 6162/13, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 6162/13 Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- A.H.S. COFFEE ENTERPRISES LTD
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΜΙΤΣΗ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Χρ. Περίκου (κα Πέτρου για να ακούσει απόφαση Κατηγορούμενος 2 παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο του κατηγορητήριου της παρούσας υπόθεσης είναι πέντε κατηγορίες. Όλες αφορούν παραβάσεις της εργασιακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Νόμου περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας του 2000, Ν.100(Ι)/2000 και του περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Νόμου του 1968, Ν.80/68, ως αυτοί μεταγενέστερα τροποποιήθηκαν, όπως και των σχετικών τους Κανονισμών. Τέσσερεις από τις εν λόγω κατηγορίες (1η, 3η, 4η και 5η), στρέφονται εναντίον της κατηγορουμένης 1 μόνο ενώ η μία (2η κατηγορία), στρέφεται εναντίον και των δύο κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 1, κατηγορείται ότι κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.100(Ι)/2000, παρέλειψε να ενημερώσει γραπτώς τον παραπονούμενο για τους βασικούς όρους απασχόλησης του Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3, 4 και 5, η κατηγορούμενη 1, κατηγορείται ότι, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών και Κανονισμών του Ν.80/1968 δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο αποζημίωση με την αναλογία 1:1,5 για υπερωρίες και 1:2, για εργασία κατά ημέρα που ήταν αργία, καθώς και ότι δεν παραχώρησε στον παραπονούμενο μία ημέρα αργίας μετά πληρωμής για κάθε εβδομάδα εργασίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, την οποία υπενθυμίζω ότι αντιμετωπίζουν από κοινού αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, αυτοί κατηγορούνται ότι, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.100(Ι)/00 παρέλειψαν να προσκομίσουν από τις 18/12/12 έως τις 24/12/12 στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης του παραπονούμενου για τους βασικούς όρους απασχόλησης του, όπως τους είχε ζητήσει ο αρμόδιος λειτουργός. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ήταν και είναι εγγεγραμμένη κυπριακή εταιρεία, ότι ο κατηγορούμενος 2, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1, ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 και τέλος ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, η κατηγορούμενη 1, λειτουργούσε το καφεστιατόριο με την επωνυμία «Café Marrone Rosso». Για τα εν λόγω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι την Ε. Παπαμιλτιάδους Νικολάου, Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (Μ.Κ.1) και τον παραπονούμενο (Μ.Κ.2). Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, προς υπεράσπιση τους κατέθεσαν ενόρκως, ο κατηγορούμενος 2 (Μ.Υ.1), ο Σ. Ζαφείρης γραμματέας και αρχιλογιστής της κατηγορούμενης 1 (Μ.Υ.2) και η Α. Κωνσταντίνου, υπάλληλος του λογιστηρίου της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο (Μ.Υ.3). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Παραπονούμενος - ΜΚ2 Ο παραπονούμενος, Μ.Κ.2, υιοθετώντας το γραπτό παράπονο που υπέβαλε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας στις 17/12/12 (Τεκμήριο 3), ανέφερε ότι εργοδοτήθηκε στην καφετέρια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας περί τον Ιούλιο 2012, πάνω σε δοκιμαστική βάση, αρχικά ως «Baristas», δηλαδή ως ο υπάλληλος, όπως διευκρινίστηκε, που ετοιμάζει τους καφέδες πίσω από το μπαρ, με μισθό €1.500 και σταθερό ωράριο εργασίας, οκτώ ώρες ημερησίως, έξι μέρες την εβδομάδα. Σε περίπτωση που οι ανάγκες των εργασιών της καφετέριας απαιτούσαν όπως ο παραπονούμενος εργαστεί επιπλέον ώρες ή μέρες, συμφωνήθηκε η καταβολή του αναλογούντος πρόσθετου ποσού υπερωριών. Η εργοδότηση του παραπονούμενου έγινε στη βάση προφορικής συμφωνίας, τους όρους της οποίας ο παραπονούμενος, διαπραγματεύτηκε με τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίο ήταν οικογενειακοί φίλοι. Ουδέποτε δόθηκαν στον παραπονούμενο, οι όροι εργοδότησης του γραπτώς. Δύο περίπου εβδομάδες μετά την εργοδότηση του, ο παραπονούμενος, «προήχθη» σε υπεύθυνο της καφετέριας, με αυξημένα πλέον καθήκοντα, μεταξύ των οποίων ήταν, η επίβλεψη του προσωπικού, οι παραγγελίες, ο καταρτισμός των προγραμμάτων εργασίας για το προσωπικό της καφετερίας και γενικά η εποπτεία της καφετέριας. Τα προγράμματα εργασίας για το προσωπικό της καφετερίας, περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, καταρτίζοντο προσωπικά από τον παραπονούμενο και υποβάλλοντο από τον ίδιο για έλεγχο και έγκριση, στους λογιστές της εταιρείας και στον κατηγορούμενο
- Ουδέποτε, είτε το λογιστήριο είτε ο 2ος κατηγορούμενος, παραπονέθηκαν στον παραπονούμενο, είτε για τον τρόπο που αυτός κατήρτιζε τα προγράμματα εργασίας είτε για το περιεχόμενο τους. Στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας που ο παραπονούμενος ετοίμαζε, καταχωρούνταν, τόσο οι συγκεκριμένες ώρες και μέρες που ο κάθε υπάλληλος, περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, θα εργαζόταν για την εβδομάδα στην οποία το πρόγραμμα αφορούσε, όσο και το σύνολο των εβδομαδιαίων ωρών του κάθενος. Ενώ όμως για τον κάθε υπάλληλο, ο παραπονούμενος καταχωρούσε αριθμητικά και το σύνολο των ωρών που ο υπάλληλος θα εργαζόταν, για τον εαυτό του, κατέγραφε ως συνολικό αριθμό των ωρών που θα εργαζόταν, τον αριθμό «μηδέν»
(0). Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που προέβαινε στη συγκεκριμένη για τον εαυτό του καταγραφή του «μηδέν», ως το σύνολο των ωρών που θα εργαζόταν, ήταν διότι του το ζήτησε ο κατηγορούμενος
- Συγκεκριμένα, του αναφέρθηκε ότι, επειδή το λογισμικό σύστημα του λογιστηρίου της εταιρείας χρησιμοποιούσε το σύνολο των ωρών του κάθε υπαλλήλου για να υπολογίσει τα τα «κόστα» της καφετέριας, η καταγραφή του συνόλου και των δικών του ωρών, θα παρουσίαζε τα «κόστα» της καφετέριας αυξημένα και η επιχείρηση θα έδειχνε ζημιά. Αυτό η εταιρεία ήθελε να το αποφύγει. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι, επειδή ήταν ο μόνος υπεύθυνος της καφετέριας, εργαζόταν περισσότερες ώρες από το υπόλοιπο προσωπικό ήτοι περί τις 12 - 14 ώρες την ημέρα, ενώ κάποιες φορές που υπήρχε πολλή δουλειά στην καφετέρια, μπορούσε να εργαστεί και περισσότερο. Αναφορικά με το δικαίωμα του σε μία ημέρα ανάπαυσης (off) την εβδομάδα, o παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι, λόγω φόρτου εργασίας, σπάνια εξάσκησε το εν λόγω δικαίωμα. Αναφορικά με την αμοιβή του για τις επιπλέον ώρες και μέρες που εργαζόταν στην καφετέρια, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι, συζήτησε το θέμα με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος το διαβεβαίωσε ότι η πληρωμή του θα διευθετηθεί εξ' ου και ο παραπονούμενος δεν έθιξε το θέμα ξανά. Παρά ταύτα, ο παραπονούμενος ουδέποτε πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό για τις επιπλέον ώρες που εργάστηκε. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων, υπεδείχθη στον παραπονούμενο, έγγραφο που έφερε τίτλο «όροι εργοδότησης», το οποίο φέρεται να είναι το «συμβόλαιο» εργοδότησης του, ως υπεύθυνου καφετέριας, με ισχύ από 30/7/12 (Τεκμήριο 6). Ο παραπονούμενος αρνήθηκε ότι του δόθηκε ποτέ τέτοιο έγγραφο, επιμένοντας στην αρχική του θέση ότι η όλη εργοδότηση του ήταν στη βάση προφορικής συνεννόησης. Από την ευπαίδευτη συνήγορο των κατηγορουμένων, υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο και οι πιο κάτω θέσεις, τις οποίες ο τελευταίος απέρριψε, ισχυριζόμενος ότι η επιλογή του να διακόψει την εργοδότηση του ήταν αποκλειστικά λόγω του ότι δεν πληρωνόταν για τις επιπλέον ώρες που εργάστηκε: (α) Αντίθετα με τους άλλους υπαλλήλους που πληρώνονταν με βάση τις ώρες που εργάζονταν, αυτός εργαζόταν με σταθερό ωράριο 48 ωρών την εβδομάδα και σταθερό μισθό €1.500 και επομένως δεν τίθετο θέμα υπερωριών. (β) Ουδέποτε ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να μην καταχωρεί στα προγράμματα εργασίας το σύνολο των ωρών που θα εργάζετο κάθε εβδομάδα. Το «0» που παρουσιάζεται στα προγράμματα αναφορικά με το σύνολο των ωρών του, ήταν ουσιαστικά εφεύρημα του ιδίου ώστε να μην γίνει αντιληπτός αναφορικά με το σύνολο των ωρών που στη πραγματικότητα εργαζόταν έτσι ώστε με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά να παραπλανεί την εταιρεία. (γ) Επειδή ο μισθός του ήταν σταθερός και δεν εξαρτάτο από τις ώρες που εργαζόταν, κανένας δεν ασχολείτο με τις ώρες που καταχωρούνταν στα προγράμματα εργασίας που έστελλε για έγκριση. (δ) Ουδέποτε εργάστηκε τις υπερωρίες που ισχυρίζεται, αφού πέραν του ότι, λάμβανε το μισθό του κάθε μήνα αδιαμαρτύρητα, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο για κάποιον να εργαστεί τις ώρες που αυτός ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε. Ο παραπονούμενος παρέπεμψε επίσης, στη σχετική απαίτηση που παρέθεσε στην γραπτή παραίτηση που υπέβαλε περί το Νοέμβριο του 2012, την οποία οι κατηγορούμενοι δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν οι κατηγορούμενοι προσκόμιζαν στο Δικαστήριο το εν λόγω έντυπο θα αποδεικνύετο η αλήθεια των ισχυρισμών του. Η Μ.Κ.1, η οποία υιοθέτησε τη γραπτή έκθεση της ημερομηνίας 22/1/13 (Έγγραφο Α), ήταν η λειτουργός που ανέλαβε να εξετάσει το γραπτό παράπονο που ο παραπονούμενος υπέβαλε στις 17/12/12 στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού. Το εν λόγω παράπονο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, αφορούσε ισχυρισμούς του παραπονούμενου ότι δεν του είχε καταβληθεί από την κατηγορούμενη 1 εργοδότρια του, η ανάλογη αποζημίωση, για την εργασία του στην καφετέρια της εταιρείας και συγκεκριμένα για τις υπερωρίες του κατά τις συνήθεις μέρες καθώς και για την εργασία του κατά τις αργίες. Στα πλαίσια των ενεργειών στις οποίες προέβη για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου, η μάρτυς ανέφερε ότι, στις 18/12/12, απέστειλε σχετική ενημερωτική επιστολή στην κατηγορούμενη 1, σε προσοχή του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 1). Η παραλαβή της επιστολής της από τους κατηγορούμενους επιβεβαιώθηκε τηλεφωνικώς την ίδια μέρα, από την η Α. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3) λογίστρια της εταιρείας. Με την εν λόγω επιστολή της, η μάρτυς, επισημαίνοντας στους κατηγορούμενους τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση τους με τα αιτήματα της συνεπάγετο, ζήτησε από τους τελευταίους όπως, για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου, την εφοδιάσουν «εντός πέντε ημερών», ήτοι μέχρι τις 24/12/12 με : (α) Αρχείο Μισθοδοσίας ή/και αποδείξεις πληρωμής του παραπονούμενου για την περίοδο 01/07/12 - 08/11/
- (β) Τη γραπτή ενημέρωση του παραπονούμενου σε σχέση με τους βασικούς όρους απασχόλησης του. (γ) Το πρόγραμμα εργασίας του παραπονούμενου για την περίοδο 02/07/12 - 08/11/
- (δ) Το αρχείο που τηρείται σχετικά με την ετήσια άδεια του παραπονούμενου για την περίοδο από 02/07/12 - 08/11/
- Σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, οι κατηγορούμενοι ανταποκρίθηκαν γραπτώς στην επιστολή της, αποστέλλοντας της στις 21/12/12, δέσμη εγγράφων, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 και τα οποία, σύμφωνα με τη συνοδευτική επιστολή των κατηγορουμένων, η οποία φέρεται να υπογράφεται από τον κατηγορούμενο 2, ήταν τα εξής: (α) Αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του παραπονούμενου για την περίοδο 7/7/12 - 8/11/
- (β) «Όροι απασχόλησης» ημερομηνίας 9/7/
- (γ) Προγράμματα εργασίας για περίοδο 9/7/12 - 8/11/12 (Week 28 - Week 45). (δ) Αρχείο της εταιρείας αναφορικά με την ετήσια άδεια του παραπονούμενου, για την περίοδο 9/7/12 - 8/11/
- Μελετώντας τα εν λόγω έγγραφα που οι κατηγορούμενοι της απέστειλαν, η μάρτυς ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι, αφενός της είχαν αποσταλεί μόνο οι «όροι» που αφορούσαν την αρχική θέση πρόσληψης του παραπονούμενου ως «Barista» ενώ δεν της είχε αποσταλεί το σχετικό «συμβόλαιο» για τη θέση του υπεύθυνου που ο παραπονούμενος κατείχε από τις 30/7/12 μέχρι και τις 8/11/12 που τερματίστηκε η εργοδότηση του. Η μάρτυς διαπίστωσε επίσης ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αυτό το «συμβόλαιο» που της έστειλαν οι κατηγορούμενοι, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία, ως την ορθή γραπτή ενημέρωση που θα πρέπει να δίνεται σε ένα εργοδοτούμενο για τους βασικούς όρους εργοδότησης. Περαιτέρω, η μάρτυρας διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με τα προγράμματα εργασίας του παραπονούμενου και τις σχετικές πληρωμές μισθού που της απέστειλαν οι κατηγορούμενοι, ο παραπονούμενος φαίνεται να λάμβανε σταθερό μηνιαίο μισθό και να «.εργαζόταν περισσότερο από 8 ώρες την ημέρα και 48 ώρες την εβδομάδα χωρίς να αμείβεται επιπλέον και εργαζόταν ως επί το πλείστον σε επταήμερη βάση χωρίς να του δίδεται μια μέρα ως αργία. Επίσης εργάστηκε κάποιες αργίες και δεν είχε αμειφθεί υπερωριακά με την αναλογία 1 : 2». Η μάρτυρας ανέφερε ότι από τους υπολογισμούς της ο παραπονούμενος φαίνεται να εργάστηκε περί τις 352 ώρες περισσότερο από ότι έπρεπε. Για τις εν λόγω διαπιστώσεις της, η μάρτυς ενημέρωσε τηλεφωνικά στις 4/1/13, τη ΜΥ3, η οποία και την πληροφόρησε ότι τα προγράμματα εργασίας, ετοιμάζονταν από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Παράλληλα η ΜΥ3 της ανέφερε ότι θα προβεί η ίδια σε σχετικούς υπολογισμούς και αφού διαβουλευτεί με τους διευθυντές και τους δικηγόρους της εταιρείας θα επανέλθει. Στις 8/1/13, η μάρτυς ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι, έλαβε επιστολή από την εταιρεία (Τεκμήριο 4), την οποία φέρεται να υπογράφει ο κατηγορούμενος 2 και στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα πιο κάτω: «Στα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας φαίνεται ότι άρχιζε δουλειά στις 8:00 π.μ. και τελείωνε στις 00:00 π.μ. κάτι το οποίο αφορά τις ώρες λειτουργίας της καφετέριας και όχι του ιδίου προσωπικά. Κατηγορηματικά δηλώνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν εργαζόταν τις ώρες που ανέγραφε ο ίδιος στα προγράμματα απλά ερχόταν δουλειά στις 08:00 π.μ. μετά αποχωρούσε και επανερχόταν αργότερα τελειώνοντας την ώρα που αναφέρει στο πρόγραμμα. Συνολικά εργαζόταν όχι περισσότερο από 8 ώρες ημερησίως.» Μετά τη λήψη της πιο πάνω επιστολής, η Μ.Κ.1 επικοινώνησε εκ νέου με την Μ.Υ.3, στην οποία ανέφερε ότι τα όσα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν στην επιστολή τους, αναφορικά με την εικόνα που παρουσιάζουν τα προγράμματα εργασίας, δεν ανταποκρίνονται στα ίδια τα προγράμματα, αφού η αναφορά του ονόματος του παραπονούμενου δίπλα από το κάθε ωράριο καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για το ωράριο λειτουργίας της καφετέριας, όπως αρχικά ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι και ότι ήταν ευθύνη της εταιρείας να ελέγχει τα εν λόγω προγράμματα αλλά και τις ώρες εργασίας που δήλωνε ο παραπονούμενος. Η Μ.Υ.3, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, της ανέφερε ότι την όλη υπόθεση χειρίζετο πλέον ο Μ.Υ.2, ο οποίος αφού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Μ.Κ.1, της ανέφερε ότι θα εξέταζε το θέμα και θα της απαντούσε στις 14/1/
- Εν τέλει η απάντηση της εταιρείας ήταν ότι αρνούνται κατηγορηματικά τα όσα τους καταλογίζει ο παραπονούμενος και ότι δεν προτίθενται να προβούν σε οποιαδήποτε αποζημίωση του. Ενόψει της τελευταίας απάντησης των κατηγορουμένων, η Μ.Κ.1, εισηγήθηκε τη δίωξη των τελευταίων, εξ΄ ου και η παρούσα υπόθεση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ 2ος Κατηγορούμενος (ΜΥ1) Ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ως ΜΥ
- Η κύρια εξέταση του έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης, Έγγραφο Β. Σύμφωνα με το κατηγορούμενο 2, θέματα σχετικά με την εργοδότηση ή τη μισθοδοσία του προσωπικού όπως και θέματα που αφορούσαν στα προγράμματα εργασίας, ήταν εκτός εμβέλειας των δικών του καθηκόντων ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορούμενης
- Τα εν λόγω θέματα τύγχαναν χειρισμού αποκλειστικά από τους υφισταμένους του και συγκεκριμένα από το λογιστήριο της εταιρείας και δη τον αρχιλογιστή Σάββα Ζαφείρη (Μ.Υ.2) και τη λογίστρια Α. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3) στους οποίους τα προγράμματα εργασίας αποστέλλοντο από τον εκάστοτε υπεύθυνο της καφετερίας, για έλεγχο και έγκριση. Αναφορικά με τις επιστολές που η εταιρεία απηύθυνε προς το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, οι οποίες φέρονται να έχουν υπογραφεί από τον μάρτυρα, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι αυτές, ετοιμάστηκαν από τους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, οι οποίοι ήταν εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν εκ μέρους του. Ο ίδιος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών εκ των υστέρων, αναγνωρίζει όμως ότι αυτές τον δεσμεύουν πλήρως και εκείνον και την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Ο λόγος που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, δεν περιλήφθηκε στην αρχική επιστολή προς το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, το συμβόλαιο του παραπονούμενου σχετικά με τη θέση του τελευταίου ως υπεύθυνου καφετέριας, δηλαδή το Τ.6, ήταν διότι η επιστολή - απαίτηση του τμήματος, δεν ήταν ξεκάθαρη ως προς τι ακριβώς είναι που ζητείτο από την εταιρεία να πράξει. Όταν αυτό ξεκαθάρισε κατά την ακρόαση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, το εν λόγω έγγραφο προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο 2, αυτός ουδέποτε έδωσε οδηγίες στον παραπονούμενο είτε να εργάζεται περισσότερες ώρες είτε να σημειώνει τον αριθμό «μηδέν
(0)» στα προγράμματα εργασίας, αφού κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα ήταν παράνομο αλλά και παράλογο, εφόσον ο παραπονούμενος, εργάζετο στη βάση σταθερού ωραρίου και μισθού. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι λογιστές της κατηγορούμενης 1, «ουδεμία», σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, σημασία, έδιναν στις ώρες που σύμφωνα με τα προγράμματα εργασίας, ο παραπονούμενος εργάστηκε, γιατί αυτός εργαζόταν με σταθερές ώρες και μισθό. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε τέλος ότι, από την εικόνα που παρουσιάζουν τα προγράμματα εργασίας, «.προκύπτει αβίαστα ότι ο Μαρίνος Κωνσταντίνου αυθαίρετα και αυτοβούλως άλλαξε την φόρμουλα του υπολογιστή ούτως ώστε να μην απαριθμούνται οι ισχυριζόμενες του υπερωρίες. Σε αντίθετη περίπτωση εάν ο Μαρίνος Κωνσταντίνου δεν μετέβαλε την φόρμουλα όσον αφορά το δικό του ωράριο και απαριθμούνταν οι σημειωμένες ώρες τότε θα διαφαίνετο ξεκάθαρα ότι σημείωνε για τον εαυτό του υπερωρίες κατά το δοκούν και αναπόφευκτα θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις για την αναγκαιότητα των δήθεν υπερωριών του ως επίσης θα δεχόταν επίπληξη για τη συγκεκριμένη ενέργεια. Πιο συγκεκριμένα, με το «0» που τοποθετούσε ο Μαρίνος Κωνσταντίνου στα προγράμματα απασχόλησης (μέρος του Τεκμηρίου 2) που ετοίμαζε ο ίδιος, ουσιαστικά κατάφερε να αποσπάσει την προσοχή των λογιστών στις ώρες που ο ίδιος σημείωνε.» Σ. Ζαφείρης (ΜΥ2) Ο Μ.Υ.2, του οποίου η κύρια εξέταση επίσης έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης - Έγγραφο Γ - αναφέρθηκε στη διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλων γενικά ως επίσης και στη διαφοροποίηση που έγινε στην περίπτωση του παραπονούμενου, λόγω της γνωριμίας που ο τελευταίος είχε με το κατηγορούμενο
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, επειδή ο παραπονούμενος είχε πολύχρονη πείρα σε καφετέριες, ο μάρτυρας αποφάσισε όπως, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους υπαλλήλους, εργοδοτήσει τον παραπονούμενο στη βάση σταθερού μισθού €1500 και σταθερού ωραρίου ήτοι οχτώ ώρες τη μέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Αρχικά, σύμφωνα με το μάρτυρα, ο παραπονούμενος εργοδοτήθηκε ως υπάλληλος στην καφετέρια - Baristas - με γενικά καθήκοντα, ενώ λίγες εβδομάδες μετά, ένεκα της αποχώρησης της μέχρι τότε υπεύθυνης καταστήματος, η εταιρεία αποφάσισε να τον προάξει στην εν λόγω θέση, με αυξημένα καθήκοντα, όμως με τον ίδιο μισθό και ωράριο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η πρακτική της εταιρείας αναφορικά με την πρόσληψη προσωπικού, είναι να δίνονται στους υπαλλήλους οι όροι απασχόλησης γραπτώς αλλά να μην τους ζητείται να υπογράψουν ότι τους αποδέχονται. Έτσι έγινε, σύμφωνα με τον ΜΥ2 και στην περίπτωση του παραπονούμενου, όπου του δόθηκαν αρχικά οι όροι για τη θέση «Barista» (βλ. έντυπο στο Τεκ. 2) και στις 30/7/12, οι όροι για τη θέση του υπεύθυνου (Τεκ. 6). Σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ2, με την εκπνοή της δοκιμαστικής περιόδου, περίοδος η οποία συνήθως διαρκεί 6 μήνες, ετοιμάζεται «κανονικό συμβόλαιο» το οποίο δίνεται στον υπάλληλο για να το υπογράψει. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του συνήγορου της κατηγορούσας αρχής ότι ούτε το Τ.2 αλλά ούτε και το Τ.6 δόθηκαν ποτέ στον παραπονούμενο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο παραπονούμενος είχε αρκετά ευέλικτο ωράριο. Ερχόταν στη δουλειά στις 0800, αποχωρούσε ύστερα από κάποια ώρα και επέστρεφε αργότερα τελειώνοντας την ώρα που αναφέρεται στο πρόγραμμα. Οι οδηγίες όμως που του είχαν δώσει, ήταν όπως ποτέ να μην εργάζεται πέραν των 8 ωρών τη μέρα. Μεταξύ των καθηκόντων του παραπονούμενου, ήταν και η ετοιμασία των εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας του προσωπικού της καφετέριας, τα οποία, ο παραπονούμενος, αφού ετοίμαζε, τα έστελλε τόσο στον ίδιο όσο και στην ΜΥ3, υπάλληλο του λογιστηρίου, για σκοπούς ελέγχου και έγκρισης. Επειδή ο παραπονούμενος εργαζόταν επί σταθερού ωραρίου και μισθού, ούτε ο ίδιος, ούτε η ΜΥ3, προσέδιδαν οποιαδήποτε σημασία είτε στον αριθμό «0» που ο παραπονούμενος σημείωνε ως το άθροισμα των ωρών του είτε στις ώρες ή μέρες, που ο παραπονούμενος, «αυθαίρετα» σύμφωνα με το μάρτυρα, σημείωνε ότι θα εργαστεί. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι, ο παραπονούμενος, «αυθαίρετα και αυτοβούλως άλλαξε την φόρμουλα του υπολογιστή ώστε να μην απαριθμούνται οι ισχυριζόμενες υπερωρίες». Με τον τρόπο αυτό, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο παραπονούμενος, κατάφερνε να σημειώνει υπερωρίες κατά το δοκούν, αφού ενώ καταγράφονταν οι ώρες που κατ' ισχυρισμό αυτός θα εργαζόταν, δεν γινόταν αντιληπτό πόσες πραγματικά ήταν οι ώρες αυτές. Ήταν επίσης η θέση του μάρτυρα ότι, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος λάμβανε το μηνιαίο μισθό του αδιαμαρτύρητα και χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση για υπερωρίες, αποδεικνύει, το αναληθές των ισχυρισμών του τελευταίου. Αναφορικά με τις άδειες του παραπονούμενου και τις πληρωμές που ο τελευταίος δικαιούτο για την εργασία του κατά τις αργίες, ο μάρτυρας, παραπέμποντας στη σχετική απόδειξη πληρωμής 30/11/12 στο Τ.2, ανέφερε ότι με την αποχώρηση του παραπονούμενου στις 8/11/12, δόθηκαν οδηγίες και πληρώθηκε για 16 συνολικά μέρες, ήτοι τις 6 μέρες που εργάστηκε κατά τον Νοέμβριο 2012, τις 2 μέρες του Οκτώβρη 2012 που εργάστηκε σε δημόσια αργία καθώς τις 8 μέρες αναλογία της ετήσιας άδειας του. Αναφορικά με την αλληλογραφία που αντηλλάγει με το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, υπεύθυνος για την ετοιμασία και αποστολή των αιτούμενων στοιχείων προς το Τμήμα ήταν ο ίδιος και ότι στο έργο του αυτό τον βοηθούσε η ΜΥ
- Ισχυρίστηκε όμως ότι τις συγκεκριμένες επιστολές, ετοίμασε και υπέγραψε η ΜΥ3, ενώ ο ίδιος τις είδε μετά που αυτές στάληκαν και μετά που προέκυψε το θέμα με τις διαπιστώσεις της ΜΚ
- Α. Κωνσταντίνου - ΜΥ3 Ως τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση, κατέθεσε η ΜΥ3, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζετο στο λογιστήριο της εταιρείας και ήταν υπεύθυνη για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων. Η μάρτυς περιόρισε τη δική της εμπλοκή στην όλη υπόθεση, στον έλεγχο των προγραμμάτων εργασίας που ο παραπονούμενος ετοίμαζε και υπέβαλλε κάθε βδομάδα. Αναφορικά με τις ώρες του παραπονούμενου που καταγράφονταν στο πρόγραμμα, δεν δινόταν σημασία, επειδή η εργοδότηση του τελευταίου ήταν, σύμφωνα με τη μάρτυρα, επί σταθερού ωραρίου και μισθού. Εξ' άλλου, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ο παραπονούμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Η μάρτυς ανέφερε επίσης ότι με την αποχώρηση του παραπονούμενου, καταβλήθηκαν σε αυτόν τόσο ο μισθός που του αναλογούσε για τον μήνα Νοέμβριο και για τις δύο μέρες που εργάστηκε σε αργία τον Οκτώβριο, όσο και για τις άδειες που του αναλογούσαν μέχρι τη μέρα της αποχώρησης του. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αυτή ήταν που ετοίμασε τις απαντητικές επιστολές προς το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων, σε συνεργασία πάντα με τον ΜΥ2 και τις υπέγραψε εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 αφού πρώτα ο τελευταίος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο τους και της ενέκρινε. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Η κα Περίκου στην εμπεριστατωμένη αγόρευση της καταπιάστηκε τόσο με θέματα ουσίας όσο και με διαδικαστικά θέματα. Σε συντομία, οι θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου, η οποία υποστήριξε την αξιοπιστία των μαρτύρων της υπεράσπισης σε αντίθεση με αυτή των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, ήταν οι εξής: α) Αναφορικά με την 1η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι εκπλήρωσαν στο ακέραιο τη σχετική υποχρέωση τους με το να δώσουν στον παραπονούμενο τα Τεκμήρια 2 και
- β) Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, η συνήγορος ισχυρίστηκε, αφ' ενός ότι η εν λόγω κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα, διότι, εκτός από τις πρόνοιες του αρ.10ΣΤ Ν.100(Ι)/00, η κατηγορία εδράζεται και στο αρ.20 Κεφ.154 και αφ' ετέρου, ότι ο μόνος λόγος που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αυτή την κατηγορία είναι διότι, ενώ απέστειλαν στο Τμήμα όλα τα σχετικά έγγραφα δεν περιέλαβαν το συμβόλαιο για τη θέση του υπεύθυνου καφετέριας. Αυτή όμως η παράλειψη, σύμφωνα με τη συνήγορο, οφείλετο στην ασάφεια που χαρακτήριζε τη σχετική επιστολή του Τμήματος. Όπως υποστήριξε η συνήγορος, επειδή η αναφορά σε «γραπτή ενημέρωση» στην επιστολή του Τμήματος είναι στον «ενικό αριθμό», προκλήθηκε καλόπιστη σύγχυση στους κατηγορούμενους ως προς τι έπρεπε να στείλουν στο Τμήμα, εξ΄ού και απέστειλαν μόνο το ένα από τα δύο σχετικά έγγραφα. Στο βαθμό που η εν λόγω κατηγορία στρέφεται και εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, η συνήγορος υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαφάνηκε ότι αυτός καμία ανάμειξη ή εμπλοκή είχε στην ετοιμασία ή αποστολή των επιστολών προς το Τμήμα και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπραξε το αδίκημα που του καταλογίζεται. γ) Αναφορικά με τη 3η, 4η και 5η κατηγορία, η συνήγορος υποστήριξε τα εξής: Η 3η κατηγορία είναι γενική και αόριστη εφόσον δεν καθορίζει τη περίοδο στην οποία αφορά. Εν πάσει περιπτώσει, υπάρχει διάσταση στη σχετική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Πέραν τούτου όμως, η συνήγορος υποστήριξε ότι, η «ύπαρξη υπερωριών» στα επίμαχα προγράμματα εργασίας οφείλεται καθαρά στο τέχνασμα του παραπονούμενου να σημειώνει τον αριθμό «0», το οποίο τέχνασμα, σε συνδυασμό με την αδιαμαρτύρητη λήψη από μέρους του παραπονούμενου, των μισθών του κάθε μήνα, καταδεικνύει το ανυπόστατο της κατηγορίας. Αναφορικά με τη 4η κατηγορία, η συνήγορος υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, διαφάνηκε ότι οι μόνες αργίες που εργάστηκε ο παραπονούμενος ήταν η 1η και 28η Οκτωβρίου και ότι για τις εν λόγω ημερομηνίες, ο παραπονούμενος, με την αποχώρηση του αποζημιώθηκε πλήρως. Όσον αφορά την 5η κατηγορία, η συνήγορος υποστήριξε ότι όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, τα προγράμματα εργασίας του παραπονούμενου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι ο τελευταίος λάμβανε κανονικά την μία ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Προδρόμου, επικαλούμενος το αξιόπιστο των θέσεων των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, απέρριψε τις θέσεις της υπεράσπισης και υποστήριξε ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ως κοινά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα μεταξύ των μερών, προκύπτουν από τη μαρτυρία, και τα πιο κάτω. Ο παραπονούμενος εργοδοτήθηκε στην καφετέρια της κατηγορούμενης 1, αρχικά ως baristas - υπάλληλος με γενικά καθήκοντα και στη συνέχεια προήχθη σε υπεύθυνο της καφετέριας. Το βασικό του ωράριο συμφωνήθηκε να είναι 8 ώρες τη μέρα, 6 μέρες τη βδομάδα και ο μισθός του συμφωνήθηκε να ανέρχεται στα €
- Μεταξύ των καθηκόντων του ως τέτοιος υπεύθυνος, ήταν η ετοιμασία των προγραμμάτων εργασίας του προσωπικού της καφετέριας, τα οποία, αφού ετοίμαζε για την κάθε βδομάδα, τα απέστελλε στους αρμόδιους προϊσταμένους του για επιθεώρηση και έγκριση. Τα εν λόγω προγράμματα επιθεωρούνταν από τους ΜΥ2 και ΜΥ3 οι οποίοι και τα ενέκριναν. Στα εν λόγω προγράμματα αν και ο παραπονούμενος κατέγραφε τις ώρες και τις μέρες που θα εργαζόταν στην καφετέρια, εντούτοις, ως σύνολο των εβδομαδιαίων του ωρών κατέγραφε τον αριθμό «μηδέν». Ο παραπονούμενος εργάστηκε στην καφετέρια από την 28η εβδομάδα (W.28) μέχρι και την 45η εβδομάδα (W.45) ήτοι από τις 9/7/12 μέχρι και τις 8/11/12 και μέχρι και τον Οκτώβριο 2012 λάμβανε το ποσό των €1500 μηνιαίως. Κατά την αποχώρηση του στις 8/11/12, ο παραπονούμενος πληρώθηκε το ποσό των €860,31 το οποίο αντιστοιχεί σε 128 εργάσιμες ώρες. Στις 17/12/12, ο παραπονούμενος υπέβαλε γραπτό παράπονο εναντίον των κατηγορουμένων για μη πληρωμή υπερωριών που εργάστηκε στην καφετέρια καθώς και για μη πληρωμή 16 ημερών που εργάστηκε ενώ θα έπρεπε να λάβει άδεια. Τη διερεύνηση του παραπόνου ανέλαβε η ΜΚ1, η οποία, αφού ενημέρωσε γραπτώς τους κατηγορούμενους με το Τ.1 στις 18/12/12, τους ζήτησε όπως μέχρι τις 24/12/12, της προσκομίσουν συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούσαν την εργοδότηση και τη μισθοδοσία του παραπονούμενου. Οι κατηγορούμενοι ανταποκρίθηκαν γραπτώς και απέστειλαν στις 21/12/12, το Τ.2 ήτοι διάφορα έγγραφα συνοδευόμενα από επιστολή που ενώ φερόταν να υπογράφεται από τον 2ο κατηγορούμενο στην πραγματικότητα είχε υπογραφτεί από την ΜΥ
- Στα εν λόγω έγγραφα, περιλαμβάνετο και έγγραφο με τίτλο «όροι εργοδότησης», το οποίο όμως, αφορούσε την εργοδότηση του παραπονούμενου ως barista ενώ κανένα αντίστοιχο έγγραφο αναφορικά με τη θέση του παραπονούμενου ως υπεύθυνου καφετέριας προσκομίστηκε. Η ΜΚ1 ενημέρωσε για τούτο τους κατηγορούμενους καθώς και για κάποιες άλλες διαπιστώσεις της και οι τελευταίοι απάντησαν, στέλλοντας εκ νέου επιστολή στις 8/1/13 ήτοι το Τ.4, το οποίο και πάλι, ενώ φερόταν να υπογράφεται από τον 2ο κατηγορούμενο, στην πραγματικότητα είχε υπογραφτεί από την ΜΥ
- Με την εν λόγω επιστολή, οι κατηγορούμενοι περιορίστηκαν απλά σε απάντηση στην ΜΚ1 και κανένα άλλο έγγραφο προσκομίστηκε. Και για τα πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όπως προκύπτει από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, η διαφωνία των δύο πλευρών εστιάζεται στο κατά πόσο ο παραπονούμενος εργάστηκε κατά τις μέρες και ώρες που αναφέρονται στα προγράμματα εργασίας που περιλαμβάνονται στο Τ.
- Αυτό είναι και το πραγματικό υπόβαθρο των κατηγοριών 1, 3, 4 και 5 εφόσον η 2η κατηγορία, αφορά παράλειψη των κατηγορουμένων να συνεργαστούν με τη ΜΚ1 για σκοπούς διερεύνησης του επίμαχου παραπόνου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου και αυτό γιατί είναι στη βάση της δικής του μαρτυρίας που εδράζονται βασικά οι κατηγορίες. Η θέση του παραπονούμενου ήταν ουσιαστικά ότι, οι ώρες και μέρες που παρουσιάζονται στα εν λόγω προγράμματα να εργάστηκε ο παραπονούμενος και τα οποία έτυχαν της έγκρισης των κατηγορουμένων, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα εν λόγω προγράμματα, ο παραπονούμενος εμφανίζεται, καθ' όλη την περίοδο που διετέλεσε υπεύθυνος της καφετέριας, ήτοι από την W.31 - W.45, άλλοτε να προσέρχεται στην εργασία του το πρωί, μεταξύ των ωρών 0800-1000, να παραμένει κάποιες ώρες και να αποχωρεί και στη συνέχεια να επιστρέφει αργότερα εντός της ημέρας και να παραμένει εκεί μέχρι να κλείσει η καφετέρια στις 2300-0000 και άλλοτε, να προσέρχεται στην καφετέρια το πρωί, είτε στις 0800 είτε στις 0900 είτε στις 1000 και να παραμένει εκεί, είτε μέχρι τις 2100 ή τις 2200 ή τις 2300 ή τις
- Άλλες φορές, ο παραπονούμενος εμφανίζεται είτε να προσέρχεται στην καφετέρια είτε να αποχωρεί από αυτή, στο μέσο της ημέρας, ήτοι στις 1530 ή στις
- Κοντολογίς, ο παραπονούμενος εμφανίζεται από τα προγράμματα να είχε ένα πολύ ευέλικτο ωράριο, αντίθετα με το υπόλοιπο προσωπικό που δούλευε συνήθως επί σταθερών και προκαθορισμένων ωρών βάρδιας. Τα του ευέλικτου ωραρίου εργασίας του παραπονούμενου, δεν είναι μόνο αυτός που το ισχυρίστηκε αλλά και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι. Επί του προκειμένου, παραπέμπω τόσο στη μαρτυρία του ΜΥ2 όσο και στην επιστολή των κατηγορουμένων, Τ. 4, σύμφωνα με την οποία ο παραπονούμενος «...ερχόταν δουλειά στις 08:00 π.μ. μετά αποχωρούσε και επανερχόταν αργότερα τελειώνοντας την ώρα που αναφέρει στο πρόγραμμα». Επίσης, από την εν λόγω επιστολή των κατηγορουμένων, προκύπτει ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του αληθούς των θέσεων του παραπονούμενου αλλά και των προγραμμάτων εργασίας, ήτοι ότι, η ώρα που ο παραπονούμενος τελείωνε την εργασία του είναι όντως η ώρα που αναφέρεται στα εν λόγω προγράμματα ως ήταν και η θέση του. Πέραν των πιο πάνω όμως, επισημαίνω και ότι εκείνο που ουσιαστικά η υπεράσπιση αμφισβήτησε σε σχέση με τα επίμαχα προγράμματα εργασίας και την επί του προκειμένου εκδοχή του παραπονούμενου, ήταν η καταχώρηση του «0» στο σύνολο των εργάσιμων ωρών, παρά τα ακριβή ωράρια και μέρες εργασίας που καταγράφονταν. Άλλωστε, όπως ήταν και η θέση της υπεράσπισης, το λογιστήριο της εταιρείας, δεν έδινε σημασία στα ωράρια που ο παραπονούμενος κατέγραφε ότι θα εργαστεί. Αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος κατέγραφε «κατά το δοκούν υπερωρίες», για τους πιο κάτω λόγους, δεν μπορώ να τη δεχτώ. Κατά πρώτο, το αν η μεταξύ των μερών συμβατική σχέση επέτρεπε την εργασία και «χρέωση» υπερωριών, είναι άνευ σημασίας για σκοπούς της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Κατά δεύτερο, αδυνατώ να αντιληφθώ το «σφάλμα» που αποδίδεται στον παραπονούμενο. Ουσιαστικά, το μόνο στο οποίο ο παραπονούμενος προέβαινε, ήταν να θέτει σε υπηρεσία τον εαυτό του κατά τον τρόπο που αυτός θεωρούσε ορθό, ως ο μοναδικός υπεύθυνος της καφετέριας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση του, «...όσοι δουλεύουν σε μια θέση που διευθύνουν μαχαζί χρειάζεται να εργάζονται παραπάνω». Το αν η απόφαση του αυτή ήταν ορθή και σύμφωνη με τις οδηγίες των εργοδοτών του αυτό ήταν θέμα της διοίκησης ήτοι των προσώπων που ήταν επιφορτισμένα με τον έλεγχο και την έγκριση των εν λόγω αποφάσεων. Τα πρόσωπα αυτά, ήτοι ο ΜΥ2, η ΜΥ3 και κατ' επέκταση ο 2ος κατηγορούμενος, όχι μόνο έλεγχαν τα προγράμματα που τους υπέβαλλε ο παραπονούμενος αλλά και τα ενέκριναν. Ο παραπονούμενος απλά τα εκτελούσε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Επισημαίνω τέλος και το εξής σημαντικό. Κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες της απασχόλησης του (W.28, 29 και 30), ο παραπονούμενος, εργάστηκε ως υπάλληλος στην καφετέρια με γενικά καθήκοντα. Καθήκοντα «υπεύθυνου» τότε εκτελούσε η Αργυρώ Σκούρα, η οποία είχε ετοιμάσει τα προγράμματα εργασίας για τις εν λόγω εβδομάδες, χωρίς την εμπλοκή του παραπονούμενου και τα οποία η «διοίκηση» ενέκρινε. Από τα εν λόγω προγράμματα όμως, προκύπτει ότι σε τρεις τουλάχιστο περιπτώσεις (βλ. 14/7/12, 21/7/12 και 28/7/12), η υπεύθυνη Α.Σκούρα, χρειάστηκε να εργαστεί κατά τις εν λόγω ημερομηνίες 10, 11 και 12 ώρες αντίστοιχα. Το ίδιο όμως αυξημένο ωράριο χρειάστηκε να εργαστεί και ο παραπονούμενος, ο οποίος κατά τις εν λόγω ημερομηνίες εργάστηκε 10 ώρες την κάθε μέρα. Πέραν του ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν την «ανάγκη» που ένιωθε ο παραπονούμενος ως υπεύθυνος να εργάζεται περισσότερο, προκύπτει και το εξής. Το γεγονός ότι τα εν λόγω προγράμματα εργασίας, ετοιμάστηκαν από την τότε υπεύθυνη της καφετέριας, τα κίνητρα της οποίας δεν αμφισβητήθηκαν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η διοίκηση ενέκρινε τα εν λόγω προγράμματα παρά το ότι ο παραπονούμενος είχε από την αρχή της εργοδότησης του εργοδοτηθεί με σταθερό ωράριο και μισθό, «καταρρίπτει» την εκδοχή της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος, από την W.31 και μετέπειτα, «εκμεταλλεύτηκε» ουσιαστικά τη θέση του ως υπεύθυνος και «αυθαίρετα» κατέγραφε για τον εαυτό του, ώρες και μέρες εργασίας όπως και τη θέση ότι οι ώρες που αυτός ισχυρίζεται ότι εργάστηκε, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να εκτελεστούν. Αναφορικά με την εισήγηση ότι ο παραπονούμενος λάμβανε το μισθό του κάθε μήνα και δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη πληρωμή των κατ' ισχυρισμό υπερωριών του, κρίνω την εξήγηση του παραπονούμενου καθόλα γνήσια και πειστική, «είπαν μου θα τα κανονίσουμε, εν το ξανασυνάφερα...εθεώρησα το αντροπή». Το ίδιο όμως γνήσια και αυθόρμητη ήταν και η απάντηση του παραπονούμενου στην υποβολή ότι δεν είναι λογικό για κάποιον να περιμένει τόσο καιρό και να μην ζητά συνεχώς να πληρωθεί, «Γιατί δεν είναι λογικό?...που ακούμε ανθρώπους να δουλεύουν 4 με 5 μήνες χωρίς πληρωμή και δουλεύκουν ακόμα. Γιατί δουλεύκουν. Εν θέλουν να πληρωθούν?» Ενόψει των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε ο παραπονούμενος ως μάρτυρας, καταθέτοντας με αληθοφάνεια, ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό, κρίνω τη μαρτυρία του αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της ΜΚ
- Η ουσία της μαρτυρίας της ΜΚ1 στο βαθμό που αφορούσε τις ενέργειες που αυτή προέβη ως Επιθεωρήτρια, στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου που υπέβαλε ο παραπονούμενος, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα δε, αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι η ΜΚ1 είχε και προφορική και γραπτή επικοινωνία με τους κατηγορούμενους για το θέμα αυτό. Αυτό που η υπεράσπιση αμφισβήτησε σε σχέση με τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, ήταν οι διαπιστώσεις της αναφορικά με τις ώρες και μέρες που εργάστηκε ο παραπονούμενος, ως επίσης και αναφορικά με την παράλειψη των κατηγορουμένων, αφ' ενός να ενημερώσουν τον παραπονούμενο για τους βασικούς όρους απασχόλησης του, ως επιβάλλει η νομοθεσία και αφ' ετέρου, να της προσκομίσουν όλα τα έγγραφα που τους ζήτησε. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, επισημαίνω ότι η μάρτυς ανέφερε ότι οι διαπιστώσεις της βασίζονταν επί των προγραμμάτων εργασίας που οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι της έστειλαν. Όντως, τα εν λόγω προγράμματα παρουσιάζουν τον παραπονούμενο να «εργαζόταν περισσότερο από 8 ώρες την ημέρα και 48 ώρες την εβδομάδα χωρίς να αμείβεται επιπλέον και (να) εργαζόταν ως επί το πλείστον σε επταήμερη βάση χωρίς να του δίδεται μια μέρα ως αργία.» Το ότι οι κατηγορούμενοι στη συνέχεια έσπευσαν να αμφισβητήσουν την ορθότητα του περιεχομένου των εν λόγω προγραμμάτων, αποδίδοντας αλλότρια κίνητρα στον παραπονούμενο, ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία της ΜΚ1, ως προς την εικόνα που αυτή διαπίστωσε να αναδύεται από τα εν λόγω προγράμματα. Αντίθετα την ενισχύει. Αν οι διαπιστώσεις της ΜΚ1 ως προς το θέμα αυτό δεν ήταν εύλογες και γνήσιες, τότε προς τι η αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω προγραμμάτων; Αναφορικά με τις διαπιστώσεις της μάρτυρος αναφορικά με τις παραλείψεις των κατηγορουμένων, σημειώνω ότι τα ουσιώδη με το θέμα αυτό γεγονότα, στα οποία έκαμε αναφορά η μάρτυς, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Η μάρτυς ζήτησε από τους κατηγορούμενους συγκεκριμένα έγγραφα και οι τελευταίοι ανταποκρίθηκαν, αποστέλλοντας της μόνο το αρχείο μισθοδοσίας και αδειών, τα προγράμματα εργασίας και τους «όρους απασχόλησης» του παραπονούμενου ως «barista». Ούτε το ότι δεν της αποστάληκε οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με την απασχόληση του παραπονούμενου ως υπεύθυνου, αμφισβητήθηκε. Αυτό που αμφισβήτησε η υπεράσπιση σε σχέση με αυτές τις διαπιστώσεις της μάρτυρος, ήταν καθαρά η «νομική» ερμηνεία που η μάρτυς έδωσε στα γεγονότα της υπόθεσης κάτι όμως που μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να το αποφασίσει. (βλ Anastassiades v The Republic 1977 2 CLR 97 και Σιακόλα ν Αστυνομιας, Ποιν.Έφ. 53/2011, 24/1/2013 και η νομολογία που η εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Επίσης, η μάρτυς μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ως το πρόσωπο που διερεύνησε το επίμαχο παράπονο, είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν άφησε να νοηθεί ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή ότι επιχειρούσε να ευνοήσει είτε τη μια πλευρά είτε την άλλη. Κατέθεσε με ειλικρίνεια και αμεροληψία και δεν επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής, όπως ήταν για παράδειγμα το αν όντως εργάστηκε ο παραπονούμενος κατά τις μέρες και ώρες που τον παρουσιάζουν τα προγράμματα. Δεν δίστασε μάλιστα να δεχθεί ότι, για το θέμα αυτό, ο μόνος αρμόδιος να καταθέσει είναι ο ίδιος ο παραπονούμενος. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς υπεράσπισης. Η εκδοχή της υπεράσπισης ως προς τις μέρες και ώρες που όντως εργάστηκε ο παραπονούμενος κατά την περίοδο που εργοδοτήθηκε στην καφετερία της 1ης κατηγορούμενης, όπως προβλήθηκε μέσω του κατηγορούμενου 2, του ΜΥ2 και της ΜΥ3, ήταν ασαφής και συγκεχυμένη. Κατά πρώτο, κανένας από αυτούς δεν γνώριζε προσωπικά πότε και πόσες ώρες όντως εργάστηκε ο παραπονούμενος. Οι 2ος κατηγορούμενος και ΜΥ3, περιόρισαν την εμπλοκή τους στην όλη υπόθεση, αποκλειστικά στα ειδικά καθήκοντα που ο καθένας τους είχε στην εταιρεία. Ο 2ος κατηγορούμενος, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, δεν ασχολείτο, όπως ο ίδιος ανέφερε, με θέματα προσωπικού. εφόσον τα θέματα αυτά τα χειρίζονταν οι υφισταμένοι του, ενώ η ΜΥ3, περιορίζετο στα γραφειακά της καθήκοντα, ως υπάλληλος του λογιστηρίου και πάντοτε υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του ΜΥ
- Ο τελευταίος, πλην κάποιων περιπτώσεων που έτυχε, ως ανέφερε, να περάσει από τη καφετέρια και να δει τον παραπονούμενο, καμία άλλη προσωπική γνώση είχε περί του θέματος. Κατά δεύτερο, ενώ αρχικά η θέση των κατηγορουμένων ήταν ότι, σύμφωνα με τις επιστολές που ετοίμασαν και απέστειλαν στο Τμήμα ο ΜΥ2 και η ΜΥ3 με την έγκριση του 2ου κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος εργάστηκε τις ώρες και μέρες που φαίνεται στα προγράμματα εργασίας που οι ίδιοι απέστειλαν στο Τμήμα, στη συνέχεια, επιχείρησαν να αμφισβητήσουν την ορθότητα των εν λόγω προγραμμάτων, ισχυριζόμενοι «παραποίηση» της αλήθειας από τον παραπονούμενο. Κατά τρίτο, αν και όλοι οι μάρτυρες της υπεράσπισης, παρουσίασαν τον εαυτό τους να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν ο παραπονούμενος, η επί του προκειμένου γνώση τους και ιδιαίτερα η γνώση τους ως προς το πώς ακριβώς λειτουργούσε η καφετέρια και το προσωπικό, ήταν καθαρά στη βάση υποθέσεων παρά άμεσης γνώσης, με την μαρτυρία τους να στηρίζεται αποκλειστικά στις οδηγίες που σύμφωνα με τους ιδίους είχαν δώσει στο προσωπικό. Σημειώνω εδώ την θέση και των τριών μαρτύρων ότι, «ουδεμία σημασία» έδιναν στις ώρες και μέρες που ο παραπονούμενος τους ενημέρωνε ότι θα εργαστεί όπως και την απάντηση του ΜΥ3 σε ερώτηση κατά την αντεξέταση αν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι ο παραπονούμενος δεν εργάζετο πέραν των 8 ωρών ημερησίως, ήτοι ότι, «...οι οδηγίες που του δόθηκαν ήταν να μην εργάζεται πέραν των 8 ωρών». Τέλος, ενώ όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης ισχυρίστηκαν ότι ο παραπονούμενος ουσιαστικά τους «ξεγέλασε» και ήταν μάλιστα πεπεισμένοι ότι ο τελευταίος, άλλαξε τη φόρμουλα στο λογιστικό λογισμικό της εταιρείας, εντούτοις, καμιά μαρτυρία για το πως κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό για ένα υπάλληλο της καφετέριας, προσκομίστηκε, ούτε και εξήγησαν πώς εν τέλει το «0», στα προγράμματα εργασίας, τους επηρέασε. Θέση τους, θέση την οποία μάλιστα υπερασπίσθηκαν έντονα, ήταν ότι ουδόλως τους επηρέασαν τα προγράμματα εργασίας ή το τι ο παραπονούμενος καταχωρούσε σε αυτά. Οι πιο πάνω αλληλοσυγκρουόμενες, αντιφατικές και γενικές θέσεις του κατηγορούμενου 2 και των ΜΥ2 και ΜΥ3, σε συνδυασμό με το ότι, οι εν λόγω θέσεις τους, αναιρούνται πλήρως από τα προγράμματα εργασίας που οι ίδιοι αρχικά επικαλέστηκαν, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να κριθεί αξιόπιστη αυτή η πτυχή της εκδοχής της υπεράσπισης, στο βαθμό και στην έκταση βέβαια, που αυτή, αντικρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονούμενου και της ΜΚ
- Ως εκ των πιο πάνω, αυτή η πτυχή της εκδοχής της Υπεράσπισης απορρίπτεται. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράλειψη των κατηγορουμένων να συμμορφωθούν πλήρως με τα αιτήματα της ΜΚ1, η εκδοχή της υπεράσπισης που προβλήθηκε από τον 2ο κατηγορούμενο, εδράζετο σε, κατ' ισχυρισμό καλόπιστη σύγχυση που προκλήθηκε συνεπεία του λεκτικού της επιστολής της ΜΚ
- Αναφορικά με τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας της υπεράσπισης, παρατηρώ τα πιο κάτω. Πρώτο, ο ισχυρισμός περί καλόπιστης «σύγχυσης», προβλήθηκε μόνο από τον 2ο κατηγορούμενο που ήταν όμως και το μόνο πρόσωπο, που σύμφωνα με τον ίδιο αλλά και τους ΜΥ2 και ΜΥ3, δεν ενεπλάκηκε καθόλου στην αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε με το Τμήμα. Δεύτερο, η καλόπιστη σύγχυση σύμφωνα με τον 2ο κατηγορούμενο, οφείλετο στο ότι, η επιστολή Τ.1, αναφερόταν σε «γραπτή ενημέρωση», χρησιμοποιώντας τον ενικό αριθμό, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτό ότι θα έπρεπε να σταλούν, όλες οι ενημερώσεις αν υπήρχε πέραν της μίας. Με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση, η δικαιολογία αυτή δεν πείθει. Με την επιστολή της Τ.1, η ΜΚ1 ήταν ξεκάθαρη ως προς το τι ζητούσε, ήτοι, πληροφορίες αναφορικά με όλη την περίοδο εργοδότησης του παραπονούμενου από τον Ιούλιο 2012 - Νοέμβριο 2012 και ειδικότερα τη γραπτή ενημέρωση που του έγινε για τους βασικούς όρους της απασχόλησης του. Ευνόητο και εύλογο είναι ότι, ο μόνος που μπορεί να γνωρίζει ποια και πόσες ενημερώσεις έγιναν στον παραπονούμενο, είναι ο εργοδότης, ο οποίος άλλωστε έχει καθήκον να τηρεί και σχετικό αρχείο. Δεν εναπόκειται στην Επιθεωρήτρια να γνωρίζει αυτές τις πληροφορίες εξ' ου και ζητά από τον εργοδότη να τις προσκομίσει. Έστω όμως και αν αρχικά οι κατηγορούμενοι «συγχίστηκαν», η μετέπειτα τηλεφωνική ενημέρωση που έτυχαν από την ΜΚ1, ότι η τελευταία απαιτούσε όπως την εφοδιάσουν και με την γραπτή ενημέρωση που έγινε αναφορικά με τη θέση του υπεύθυνου της καφετέριας, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για δικαιολογίες. Ούτε όμως τότε υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση από πλευράς κατηγορουμένων. Τρία και πλέον χρόνια αργότερα και μάλιστα κατά την ακρόαση, αυτοί εμφάνισαν, για πρώτη φορά, το Τ.6 ισχυριζόμενοι ότι το είχαν από το 2012 και ότι το έδωσαν στον παραπονούμενο. Ούτε όμως και η εκδοχή τους αναφορικά με την ετοιμασία των απαντητικών επιστολών που απέστειλαν στο Τμήμα δύναται να θεωρηθεί ως αξιόπιστη. Ο 2ος κατηγορούμενος, ανέφερε ότι τις εν λόγω επιστολές τις είδε μετά που αυτές απεστάλησαν, αφού τόσο ο ΜΥ2 όσο και η ΜΥ3 που χειρίζονταν το θέμα, ήταν εξουσιοδοτημένοι από τον ίδιο να υπογράφουν τέτοιες επιστολές. Η ΜΥ3 όμως, ήταν κατηγορηματική ως προς το ότι, προτού να στείλει τις επιστολές ενημέρωσε τον 2ο κατηγορούμενο για το περιεχόμενο τους και μόνο μετά που αυτός τις ενέκρινε, προχώρησε με την υπογραφή και αποστολή τους. Ομοίως, ο ΜΥ2 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι τις εν λόγω επιστολές τις ετοίμασε, τις υπέγραψε και τις απέστειλε η ΜΥ3 και ότι και αυτός τις είδε εκ των υστέρων. Η ΜΥ3 όμως, κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσε τη θέση αυτή. Σύμφωνα με την ίδια, τις εν λόγω επιστολές τις ετοίμασε με τη συνεργασία και τις οδηγίες του ΜΥ3, ο οποίος γνώριζε για το περιεχόμενο τους προτού αυτή να προχωρήσει και να τις αποστείλει στο Τμήμα. Ούτε και αυτή η εκδοχή της υπεράσπισης δύναται επομένως να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας προκύπτουν τα εξής: (α) Από 9/7/12 μέχρι και 8/11/12, ο παραπονούμενος σε αρκετές περιπτώσεις εργάστηκε πέραν των 48 ωρών σε μία εβδομάδα, με το σύνολο των επιπρόσθετων αυτών ωρών για την εν λόγω περίοδο, να ανέρχεται στις 352 ώρες. Για τις εν λόγω επιπρόσθετες ώρες δεν έλαβε οποιαδήποτε πληρωμή. (β) Κατά την περίοδο εργοδότησης του, ο παραπονούμενος, πλην των εβδομάδων W.28, 29, 30, 33 και 34, εργάστηκε εφτά ημέρες για κάθε εβδομάδα εργοδότησης, χωρίς να λάβει μία καθαρή μέρα άδεια. (γ) Κατά την περίοδο εργοδότησης του παραπονούμενου, προέκυψαν τρεις δημόσιες αργίες, ήτοι η 15η Αυγούστου 2012, η 1η και η 28η Οκτωβρίου
- Ο παραπονούμενος ήταν με άδεια στις 15 Αυγούστου ενώ εργάστηκε κατά τις άλλες δύο αργίες. (δ) Αναφορικά με τις θέσεις που θα είχε στην καφετέρια, αρχικά ως barista και στη συνέχεια ως υπεύθυνος της καφετέριας και ειδικότερα, αναφορικά με το μισθό και το βασικό του ωράριο εργασίας καθώς και για τα καθήκοντα που θα εκτελούσε, έτυχε προφορικής ενημέρωσης. Ουδέποτε όμως έτυχε οποιασδήποτε γραπτής ενημέρωσης αναφορικά με τη διάρκεια της άδειας μετ' απολαβών που δικαιούτο, τον τρόπο και χρόνο χορήγησης τέτοιας άδειας ή αναφορικά με τις προθεσμίες που θα έπρεπε να τηρήσουν αμφότεροι κατηγορούμενοι και παραπονούμενος σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργοδότησης. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω επίσης ανάλογα ευρήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η κατηγορία - Παράλειψη γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων των ουσιωδών όρων της σύμβασης ή σχέσης εργασίας Αναφορικά με το αδίκημα της υπό κρίση κατηγορίας, το οποίο αντιμετωπίζει μόνο η 1η κατηγορούμενη, οι επίμαχες πρόνοιες του Ν.100(Ι)/00, έχουν ως εξής: «Αρ.4.—
(1)Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργοδοτούμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας.
(2)Η πληροφόρηση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα: (α) Τα στοιχεία ταυτότητας των μερών· (β) τον τόπο παροχής της εργασίας και την εγγεγραμμένη έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη· (γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργοδοτουμένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του· (δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και την προβλεπόμενη διάρκεια αυτής αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο· (ε) τη διάρκεια της άδειας μετ' απολαβών που δικαιούται ο εργοδοτούμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο της χορήγησής της· (στ) τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή σχέσης εργασίας με καταγγελία· (ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και την περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής του· (η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργοδοτουμένου, και (θ) την αναφορά τυχόν συλλογικών συμβάσεων που διέπουν τους όρους ή και τις συνθήκες εργασίας του εργοδοτουμένου.
(3)Κανένας όρος της σύμβασης ή σχέσης εργασίας δεν μπορεί να είναι δυσμενέστερος για τον εργοδοτούμενο από ότι προνοεί η νομοθεσία στο οικείο θέμα. Αρ.5. Η ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 γίνεται με- (α) Γραπτή σύμβαση εργασίας· (β) επιστολή πρόσληψης· ή (γ) άλλο έγγραφο, υπογραμμένο από τον εργοδότη, εφόσον τούτο περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4: Νοείται ότι η ενημέρωση για τα στοιχεία που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, μπορεί να γίνεται με γραπτή παραπομπή σε Νόμους, Κανονισμούς, Διατάγματα ή συλλογικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά. Αρ.6.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8, η ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 πρέπει να γίνεται εντός ενός μηνός το αργότερο από την έναρξη της εργασίας.
(2)Αν η σύμβαση ή σχέση εργασίας για οποιοδήποτε λόγο διαρκέσει λιγότερο από ένα μήνα, οποιοδήποτε έγγραφο από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παραδίδεται στον εργοδοτούμενο κατά τη λήξη της.
(3)Για τη μεταβολή των στοιχείων που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4, εκτός αν, και στο βαθμό που, η μεταβολή προέρχεται από Νόμο ή άλλο κείμενο στο οποίο αναφερόταν η αρχική ενημέρωση σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 5, ο εργοδότης πρέπει να συντάσσει σχετικό έγγραφο και να το παραδίδει στον εργοδοτούμενο το αργότερο εντός ενός μηνός από την πραγματοποίηση της μεταβολής.
(4)Η παράλειψη του εργοδότη να χορηγήσει στον εργοδοτούμενο τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω δε συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης ή σχέσης εργασίας. Για σκοπούς του αρ.4, η προβλεπόμενη πληροφόρηση του υπαλλήλου θα πρέπει να περιλαμβάνει, «τουλάχιστο», τα όσα αναφέρονται στα υπό στοιχεία 2(α)-(θ) του εν λόγω άρθρου. Παράλειψη του εργοδότη να ενημερώσει τον υπάλληλο του γραπτώς για οποιοδήποτε από τα εν λόγω στοιχεία, συνιστά παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου, «το βάρος απόδειξης για το γεγονός της ενημέρωσης του εργοδοτούμενου», ως προς τους όρους της εργασιακής σχέσης, το φέρει ο εργοδότης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου, ο εργοδότης που χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τις επιτακτικές διατάξεις του Νόμου, περιλαμβανομένων και αυτών των αρ. 4, 5 και 6, διαπράττει ποινικό αδίκημα. Και σε αυτή την περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι η «παράλειψη έγινε με εύλογη αιτία», είναι στους ώμους του εργοδότη. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, το βάρος αυτό αποσείεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπιτής ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220). Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη εταιρεία, παρέλειψε να ενημερώσει γραπτώς τον παραπονούμενο, εντός ενός μηνός από την εργοδότηση του καθώς επίσης και εντός ενός μηνός από την προαγωγή του σε υπεύθυνο καφετέριας, τουλάχιστον ως προς τα απαιτούμενα υπό (ε) και (στ) στοιχεία, που αναφέρονται στο άρθρο 4
(2)του Νόμου, παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες των αρ. 4,5 και 6 του Νόμου. Βρίσκω επίσης ότι, η κατηγορούμενη εταιρεία, καμία εύλογη αιτία έδειξε, ως προς την παράλειψη της αυτή και συνεπώς, απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που είχε. Κρίνω συνεπώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στην πρώτη κατηγορία, η οποία και κρίνεται ένοχη στην εν λόγω κατηγορία. 2η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αντιγράφων γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων κατά παράβαση του Ν.100(Ι)/2000 Η σχετική πρόνοια για το υπό εξέταση αδίκημα, το οποίο αντιμετωπίζουν από κοινού και οι δύο κατηγορούμενοι είναι το αρ.10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2000: «10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - (α) Παρεμποδίζει επιθεωρητή κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ΄αυτόν από το Νόμο˙ (β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο˙ (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙ (δ) παρεμποδίζει, ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιαστεί ενώπιον επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.» Το λεκτικό του αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/00, δεν απαιτεί προσδιορισμό της ιδιότητας του παρανομούντα εφόσον το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ήθελε κληθεί από τον επιθεωρητή. Σχετικές επί τούτου είναι οι πρόνοιες του αρ. 10Β
(1)(δ) του Νόμου[1]. Όταν όμως πρόκειται για την ευθύνη διευθυντή εταιρείας, εκεί όπου ο άμεσα υπεύθυνος είναι νομικό πρόσωπο, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.10ΣΤ
(2). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ο διευθυντής μιας εταιρείας, δεν καθίσταται αυτόματα ένοχος για το ίδιο αδίκημα με την εταιρεία αλλά ούτε και μετατίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του. Προσεκτική ανάγνωση του αρ. 10ΣΤ
(2), καταδεικνύει ότι για να αποδειχθεί η ενοχή του διευθυντή, θα πρέπει, πέραν της διάπραξης από το νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.10ΣΤ
(1), να αποδειχθεί η συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή τέτοιου διευθυντή. Πρόκειται επομένως περί χωριστού αδικήματος και συνεπώς ο παραβάτης του δεν μπορεί να διώκεται στα πλαίσια κοινής με το νομικό πρόσωπο κατηγορίας αφού η αντίστοιχη ποινική ευθύνη τους εδράζεται επί διαφορετικών στοιχείων (βλ. σχ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 και πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 όπου η διαφορετικότητα εδράζετο στον όρο «εργοδότης»). Εκεί όπου ο νομοθέτης έκρινε ότι ο διευθυντής θα πρέπει να φέρει αυτόματα την ίδια ευθύνη με την εταιρεία, χρησιμοποίησε ρητά, το ανάλογο λεκτικό στο Νόμο. (βλ. π.χ. αρ. αρ.20
(5)περί Προστασίας Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/07[2]. Ούτε όμως η συμπερίληψη του αρ.20 Κεφ.154 στην έκθεση αδικήματος μεταβάλλει την κατάσταση αφού, ναι μεν «...το άρθρ. 20 δε δημιουργεί αφευατού αδίκημα, απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του...» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9), η ειδική όμως πρόνοια που υπάρχει στο Ν.100(Ι)/00 αναφορικά με την ευθύνη ενός διευθυντή, εντάσσει το όλο θέμα στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται η ύπαρξη ξεχωριστής κατηγορίας έστω και αν η κατηγορία εδράζεται και επί του αρ.20 Κεφ.154 (βλ. Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και την αναφορά που γίνεται σε εκείνη την απόφαση στην υπόθεση Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (H.L)). Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων σε σχέση με τη 2η κατηγορία, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από τις 18/12/12 από την αρμόδια Επιθεωρήτρια να προσκομίσει αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων της στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, μέχρι και την 24/12/12 δεν το έπραξε, παραλείποντας να προσκομίσει αντίγραφο τέτοιας ενημέρωσης αναφορικά με την εργοδότηση του παραπονούμενου ως «υπεύθυνου καφετέριας», παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2000 ως αυτό τροποποιήθηκε. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην 2η κατηγορία και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ένοχη και στην 2η κατηγορία. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 όμως, η απουσία ξεχωριστής κατηγορίας εναντίον του, αναφορικά με το αδίκημα που δύναται να διαπραχθεί από διευθυντή εταιρείας δυνάμει του αρ.10ΣΤ του Ν.100(Ι)/00, σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εναντίον του εν λόγω κατηγορούμενου σε σχέση με την 2η κατηγορία η οποία και απορρίπτεται. Επομένως ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία. 3η κατηγορία - Μη καταβολή αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση Οι επίμαχες πρόνοιες σε σχέση με την υπό εξέταση κατηγορία, είναι οι πρόνοιες του Κανονισμού 3, του επισυνημμένου στο Ν.80/1968 Πίνακα, οι οποίες έχουν ως εξής: Κ.3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού ουδείς εργοδότης απασχολεί οιονδήποτε εργοδοτούμενον και υφ' οιανδήποτε ιδιότητα πέραν των σαράντα οκτώ ωρών συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών καθ' οιανδήποτε εβδομάδα ή πέραν των οκτώ ωρών καθ' οιανδήποτε ημέραν, εξαιρουμένου του χρόνου του απαιτουμένου διά γεύματα ή εις ώρας πλην των αναφερομένων εις το ωράριον εργασίας το οποίον επιβάλλεται όπως παραμένη ανηρτημένον συμφώνως προς τας διατάξεις της υποπαραγράφου (α) της παραγράφου
(1)του Κανονισμού 9.
(2)Η εργάσιμος εβδομάς δεν αριθμεί πλέον των εξ ημερών η δε εργάσιμος ημέρα δεν περιλαμβάνει πλέον της μιας διακοπής.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού- (α) ουδείς εργοδοτούμενος εργάζεται υπερωριακώς πέραν των 8 ωρών καθ' οιανδήποτε εργάσιμον εβδομάδα: Νοουμένου ότι εις εξαιρετικάς περιπτώσεις αύται δύνανται να αυξηθούν μέχρι 10 (β) εργασία μετά την συμπλήρωσιν του ημερησίου ωραρίου λογίζεται ως υπερωρία, εκάστη δε ώρα τοιαύτης εργασίας πληρώνεται ως μία και ημίσεια.
(4)...
(5)... Από το λεκτικό των προνοιών του πιο πάνω Κανονισμού, προκύπτουν οι πιο κάτω υποχρεώσεις ενός εργοδότη, παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε από αυτές, συνιστά αδίκημα με βάση τον Κανονισμό 15 του Πίνακα ως αυτός τροποποιήθηκε την 4/12/09 με την ΚΔΠ 398/09.[3] : α) Εργασία που διεκπεραιώνει ένας υπάλληλος μετά που συμπληρώνονται οι βασικές ώρες της ημέρας λογίζεται ως υπερωρία και πληρώνεται με αναλογία 1:1.
- β) Κανένας υπάλληλος δεν πρέπει να εργάζεται για περισσότερες από 8 ώρες την ημέρα. γ) Κανένας υπάλληλος δεν πρέπει να εργάζεται για περισσότερες από 6 μέρες τη βδομάδα δ) Κανένας υπάλληλος δεν πρέπει να εργάζεται υπερωριακώς για περισσότερο από 8 ή 10 ώρες τη βδομάδα αναλόγως της περίπτωσης. ε) Κανένας υπάλληλος δεν πρέπει να εργάζεται περισσότερο από 48 ώρες τη βδομάδα συμπεριλαμβανομένων τυχόν υπερωριών. Το μέγιστο επομένως που δύναται, σύμφωνα με το Νόμο, να εργαστεί ένας εργοδοτούμενος σε κέντρο αναψυχής, είναι οι 8 ώρες τη μέρα για 6 μέρες τη εβδομάδα. Σε τέτοια περίπτωση όμως δεν επιτρέπονται οι υπερωρίες. Αν το βασικό ωράριο του υπαλλήλου είναι για λιγότερες από 6 μέρες ή για λιγότερες από 8 ώρες τη μέρα ή και τα δύο, τότε ο υπάλληλος, δύναται να εργαστεί υπερωρίες οπόταν και θα πληρωθεί με αναλογία 1:1,
- Η δυνατότητα όμως για υπερωριακή απασχόληση, είναι πάντα υπό την προϋπόθεση ότι οι ημερήσιες ώρες εργασίας του υπάλληλου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν υπερωριών, δεν υπερβαίνουν τις 8 και το σύνολο των υπερωριών του σε μια εβδομάδα δεν υπερβαίνει τις 8 ή τις 10 ώρες. Σε κάθε περίπτωση, ο υπάλληλος δεν πρέπει να εργαστεί για επτά συνεχόμενες μέρες για μια εβδομάδα. Καθοριστικής σημασίας επομένως, είναι οι «βασικές» ώρες και μέρες που ένας υπάλληλος εργάζεται, τόσο επί καθημερινής βάσης όσο και επί εβδομαδιαίας, και αυτό διότι, σκοπός του νομοθέτη είναι προφανώς να προστατέψει τον υπάλληλο, από φυσική ουσιαστικά εξόντωση, η οποία δύναται να προκληθεί τόσο από τον εργοδότη όσο και από τον ίδιο τον υπάλληλο, με βασικό κίνητρο το χρηματικό όφελος. Η πρόθεση αυτή του Νομοθέτη, είναι σε πλήρη αρμονία με το ευρωπαϊκό δίκαιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις, όπως μπορεί ξεκάθαρα να διαφανεί από τις πανομοιότυπες σχεδόν πρόνοιες της Οδηγίας 2003/88/EΚ η οποία ενοποίησε και αντικατέστησε τις Οδηγίες 2000/34/EΚ και 93/104/EΚ, στις οποίες ο Ν.80/1968 κάμνει ρητή αναφορά (βλ. προοίμιο τροποποιητικού Νόμου Ν. 65(I)/2002)). Σύμφωνα με την ερμηνευτική των προαναφερόμενων Οδηγιών νομολογία του Δ.Ε.Ε., τόση είναι η σημασία προστασίας του δικαιώματος και της ανάγκης ενός υπαλλήλου να απουσιάσει από την εργασία του για να ξεκουραστεί, που δεν δύναται να επιτραπεί ούτε η αποστέρηση αλλά ούτε και η απεμπόληση του δικαιώματος αυτού, ακόμη και με ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών για εύλογη και ικανοποιητική αποζημίωση του υπαλλήλου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Federatie Nederlandse Vakbeweging (FNV) v Netherlands (C-124/05) [2006] All E.R. (EC) 913 «...the important element was for the worker to have a period of rest away from work and a payment in lieu ran the risk of creating an incentive not to take leave that was contrary to the meaning of the Directive » - «.το σημαντικό στοιχείο είναι όπως ο υπάλληλος λάβει περίοδο απουσίας από την εργασία και η πληρωμή αντί άδειας ενέχει το κίνδυνο να δημιουργεί κίνητρο να μη λαμβάνεται τέτοια άδεια κάτι που αντίκειται στο νόημα της Οδηγίας». (σχετικές με το θέμα είναι επίσης οι αποφάσεις Stringer v Revenue and Customs Commissioners (C-520/06) [2009] All E.R. (EC) 906 και Asociación Nacional de Grandes Empresas de Distribución (ANGED) v Federación de Asociaciones Sindicales (FASGA) and Others Case C-78/11, Reference for a preliminary ruling, Judgment 21 June 2012). Είναι στα πλαίσια αυτού του πνεύματος, που ο κύπριος Νομοθέτης έχει καταστήσει με τον Κανονισμό 3
(1)του Νόμου, ως γενική υποχρέωση, την μη απασχόληση υπαλλήλου πέραν των επιτρεπόμενων ωρών και ημερών. Το αδίκημα για παράλειψη πληρωμής εύλογης αποζημίωσης για υπερωρίες που καθορίζει ο Νόμος στον Κανονισμό 3
(3)(β) δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει ότι ο εργοδότης, συμμορφώνεται με αυτή τη γενική υποχρέωση του Κ.3
(1)αφού σε αντίθετη περίπτωση, είναι για παράλειψη συμμόρφωσης με τη γενική υποχρέωση που θα πρέπει αυτός να διωχθεί και όχι γιατί δεν πλήρωσε τις υπερωρίες που παράνομα άφησε τον υπάλληλο του να εργαστεί. Η αναφορά στον Κανονισμό 3
(3)ότι οι πρόνοιες της εν λόγω παραγράφου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για καταβολή αντιμισθίας για υπερωρίες είναι, «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού...» (subject to), καταδεικνύουν του λόγου το αληθές. Η κατάληξη μου όμως αυτή αναφορικά με το επίμαχο ποινικό αδίκημα της μη πληρωμής υπερωριών, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο υπάλληλος δεν δικαιούται να πληρωθεί για τις επιπλέον ώρες που εργάστηκε, αν όντως εργάστηκε εκείνες τις ώρες. Άλλωστε ένας εργοδότης δεν δύναται να επωφεληθεί της παρανομίας του. Αυτό όμως που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο το αν ο εργοδότης, δύναται να θεωρηθεί ότι διέπραξε το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα της μη πληρωμής υπερωριών, όπως ο Νόμος προνοεί και όχι το ποια είναι η αποζημίωση που ενδεχομένως να δικαιούται ο υπάλληλος, θέμα το οποίο μόνο ως αστική διαφορά ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου δύναται να επιλυθεί. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, αν και βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης του Κ.3
(1)απασχολούσε τον παραπονούμενο πέραν των 48 ωρών την εβδομάδα, δεν είναι με αυτό το αδίκημα που κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. Το αδίκημα, αντικείμενο της 3ης κατηγορίας, είναι αυτό του Κ.3
(3)(β) και το οποίο, ως ήδη ανέφερα, προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος εργάστηκε «επιτρεπόμενες» υπερωρίες, ως προνοεί ο Κ.3
(1), κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ενοχή της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με το αδίκημα του Κ.3
(3)(β). Η κατηγορούμενη συνεπώς θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από την 3η κατηγορία. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο στη βάση του αρ.85
(4)Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου παρέχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, να προβεί κατά την έκδοση της τελικής απόφασης του στην προσθήκη κατηγοριών οι οποίες κατά τη κρίση του έχουν αποδειχθεί και να προβεί στην καταδίκη του κατηγορούμενου χωρίς άλλη ενέργεια (βλ. σχ. Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών,
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, κατηγορείται για το συγκεκριμένο αδίκημα του Κ.3
(3)(β), στη βάση συγκεκριμένης συμπεριφοράς την οποία ουδέποτε αποδέχτηκε, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τέτοια τροποποίηση θα προκαλούσε αδικαιολόγητο δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα της και ως εκ τούτου δεν κρίνω ορθό και δίκαιο να προβώ σε τέτοια τροποποίηση. 5η Κατηγορία - Μη παραχώρηση κάθε εβδομάδα μιας μέρας αργίας μετά πληρωμής Το υπό κρίση αδίκημα εδράζεται στον Κανονισμό 4 του Πίνακα του Ν.80/
- Οι πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού έχουν ως εξής: «Κ.
- Έκαστος εργοδοτούμενος απολαύει καθ' εκάστην εβδομάδα μιας ημέρας αργίας μετά πληρωμής καθ' ην ούτος υπό ουδεμίαν ιδιότητα απασχολείται.» Παράλειψη του εργοδότη να συμμορφωθεί με αυτή την υποχρέωση συνιστά αδίκημα με βάση τον Καν.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης, υποστήριξε ότι η κατηγορία πάσχει λόγω ασάφειας εφόσον, στις λεπτομέρειες αδικήματος δεν προσδιορίζονται οι εβδομάδες που κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατ' πρώτο, ουδέποτε ζητήθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες από πλευράς υπεράσπισης αναφορικά με το θέμα αυτό. Κατά δεύτερο, σε κανένα σημείο της ακρόασης, φάνηκε να παραπλανείται η υπεράσπιση ή να αδυνατεί να αντιληφθεί τι ακριβώς της καταλογίζετο με την εν λόγω κατηγορία. Μάλιστα δε, η πλευρά της υπεράσπισης, όχι μόνο αντεξέτασε εκτενώς τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής επί των σχετικών εβδομάδων που παρουσιάζονταν στα προγράμματα εργασίας αλλά και οι μάρτυρες που προσκόμισε η υπεράσπιση, έκαμαν ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές τις εβδομάδες, προβάλλοντας τις δικές τους θέσεις και ισχυρισμούς. Η επί του προκειμένου εισήγηση της συνηγόρου επομένως,δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι, κατά παράβαση του Κ.4, καθ' όλη την περίοδο των 18 εβδομάδων που η κατηγορούμενη εργοδότησε τον παραπονούμενο (9/7/12-8/11/12), ο τελευταίος, εργάστηκε τις 13 από αυτές χωρίς να λάβει μία μέρα άδεια μετά πληρωμής για κάθε εβδομάδα. Δεν παραγνωρίζω ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δικαιούτο να λάβει τέτοια άδεια. Το αδίκημα όμως, δεν περιορίζεται στην απλή παραχώρηση του δικαιώματος σε τέτοια άδεια αλλά αφορά στο κατά πόσο, όντως ο εργοδοτούμενος έλαβε την εν λόγω άδεια κάτι το οποίο στην παρούσα υπόθεση δεν έγινε. Τα όσα ανέφερα ανωτέρω αναφορικά με το πνεύμα και το σκοπό του Νόμου ισχύουν και για το υπό εξέταση αδίκημα. Κρίνω συνεπώς ότι, η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στην 5η κατηγορία και επομένως η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην εν λόγω κατηγορία. 4η κατηγορία - Μη καταβολή αποζημίωσης με την αναλογία 1:2 για εργασία κατά τις αργίες Η υπό εξέταση κατηγορία εδράζεται στις πρόνοιες του Κ.3
(6)του Ν.80/1968 ως οι εν λόγω πρόνοιες εισήχθηκαν στους Κανονισμούς την 4/12/09 με την ΚΔΠ 398/
- Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, σε περίπτωση που υπάλληλος κέντρου αναψυχής απασχολείται σε οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στον Κανονισμό αργίες, καταβάλλεται σε αυτόν, χρηματική αποζημίωση, όχι μικρότερη της αναλογίας 1:
- Παράλειψη του εργοδότη να συμμορφωθεί με αυτή του την υποχρέωση, συνιστά αδίκημα με βάση τον Κ.
- Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, με βάση τα ευρήματα μου, οι αργίες που συνέπεσαν με την περίοδο εργοδότησης του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 1, ήταν η 15η Αυγούστου, η 1η Οκτωβρίου και η 28η Οκτωβρίου. Ο παραπονούμενος δεν εργάστηκε κατά την 15η Αυγούστου και εφόσον, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απαιτείται όπως ο εργοδοτούμενος απασχοληθεί κατά την επίμαχη αργία, κρίνω ότι σε σχέση με την αργία της 15ης Αυγούστου, δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα που της καταλογίζεται. Αναφορικά με την 1η και 28η Οκτωβρίου, αργίες κατά τις οποίες ο παραπονούμενος όντως εργάστηκε, παρατηρώ τα εξής. Ο παραπονούμενος εργάστηκε μέχρι τις 8/11/12 όταν και η εργοδότηση του τερματίστηκε. Σύμφωνα με τα προγράμματα εργασίας, μέχρι και τις 7/11/12, ο παραπονούμενος εργάστηκε 59 ώρες για το μήνα Νοέμβριο. Κατά την αποχώρηση του, σύμφωνα με το Τ.2, έλαβε το ποσό των €860,
- Το εν λόγω ποσό, σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, υπολογίστηκε να αντιστοιχεί σε 128 εργάσιμες ώρες ήτοι σε 16 εργάσιμες μέρες με οχτάωρο ωράριο, (6 ημερομίσθια οχταώρου εργασίας (48 ώρες), 8 ημερών άδειας (64 ώρες) και των δύο επιπρόσθετων ημερομισθίων για τις αργίες της 1ης και 28ης Οκτωβρίου που ο παραπονούμενος εργάστηκε αλλά έλαβε μόνο ένα ημερομίσθιο για την κάθε αργία (16 ώρες)). Το υπό εξέταση αδίκημα, αφορά σε παράλειψη πληρωμής συγκεκριμένης αναλογίας μισθού, για συγκεκριμένες ημερομηνίες και όχι το κατά πόσο ο παραπονούμενος έλαβε πλήρως το σύνολο των ποσών που θεωρεί ότι του οφείλονται ή το πώς αυτός καταλόγισε τις πληρωμές που του έγιναν. Υπό το φως της προαναφερόμενης διαπίστωσης μου ως προς τις ώρες που εργάστηκε ο παραπονούμενος κατά τον μήνα Νοέμβριο, την τελευταία πληρωμή που του έγινε και την αναντίλεκτη θέση της υπεράσπισης ως προς τις συγκεκριμένες οφειλές που η εν λόγω πληρωμή κάλυψε, κρίνω ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία επί αυτού του θέματος, δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια και στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη, δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο την αναλογία που επιβάλλει ο Νόμος αναφορικά με την εργασία του κατά τις αργίες της 1ης και 28ης Οκτωβρίου. Η δημιουργηθείσα αυτή αμφιβολία, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη κατάληξη, παρά την αθώωση της κατηγορουμένης στην συγκεκριμένη κατηγορία. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή της κατηγορούμενης στην 4η κατηγορία. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η, 2η και 5η κατηγορία ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3η και 4η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία. (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π., Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής υπερωριών - παροχής άδειας - παρουσίασης εγγράφων [1] 10Β.-
(1)Κάθε επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται - (α) ... (β)... (γ) ... (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο, για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως - (
- i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
- ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου˙ (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει. [2] Αρ.5 - Ν.35(Ι)/07 - Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο [3] Κ.15.—Εάν οιοσδήποτε εργοδότης παραβεί ή παραλείψει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις των Κανονισμών 3, 4, 5, 9 και 11 είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης τους τρεις
(3)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο ποινές μαζί