← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιούλα Φρυδά, Αρ. Υπόθεσης: 30838/14, 20/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιούλα Φρυδά, Αρ. Υπόθεσης: 30838/14, 20/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30838/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Γιούλα Φρυδά --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20.03.2017 Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Π. Αβρααμίδης Για την κατηγορούμενη : κ. Παύλου Κατηγορούμενη : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο συνολικά 7 κατηγορίες. Οι κατηγορίες είναι οι εξής: 1η κατηγορία - Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου 2005 και Νοεμβρίου 2005 στη Λεμεσό συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κλοπή. 2η κατηγορία - Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006 στη Λεμεσό έκλεψε το ποσό των €175.985,95.-, περιουσία του Γιώργου Μακρυγιάννη. 3η κατηγορία - Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου 2005 και Νοεμβρίου 2005 στη Λεμεσό συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν απάτη. 4η κατηγορία - Απάτη, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006 στη Λεμεσό, με δόλιο τέχνασμα απέκτησε το ποσό των €175.985,95.-, από τον Γιώργο Μακρυγιάννη (βλ. λεπτομέρειες αδικήματος). 5η κατηγορία - Απάτη κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 303 (α) (γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006 στη Λεμεσό, ενώ ήταν πωλητής περιουσίας, με σκοπό να υποκινήσει τον Γιώργο Μακρυγιάννη να αποδεχθεί τον τίτλο που του προσκόμισε, με σκοπό καταδολίευσης, προέβηκε σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα συναφή με τον τίτλο ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. 6η κατηγορία - Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου 2005 και Νοεμβρίου 2005 στη Λεμεσό συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να εξασφαλίσουν χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. 7η κατηγορία - Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. Κατηγορείται συγκεκριμένα ότι μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Γιώργο Μακρυγιάννη το ποσό των €175.985,95.- (βλ. λεπτομέρειες αδικήματος). Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ουσιαστικά οι κατηγορίες για συνωμοσία πιο πάνω, δηλ. 1, 3 & 6, θα πρέπει να απορριφθούν επειδή δεν είναι επιθυμητή η συμπερίληψη τους στο κατηγορητήριο. Πιο συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης αφού παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία (Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας

(2011)2 ΑΑΔ 221, κ.α.) εισηγήθηκε ότι : ".. Με βάση αυτά, πιστεύω ότι δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος να παραμείνουν οι κατηγορίες της συνωμοσίας εναντίον της κατηγορούμενης, διότι κανένα σκοπό δεν εξυπηρετούν, αντίθετα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μαρτυρία για την όλη υπόθεση αν παραμείνουν αυτές οι κατηγορίες. Γι' αυτό καλώ την Εντιμότητα σας να αποφασίσετε ότι αυτές οι τρείς κατηγορίες θα πρέπει να αποσυρθούν." Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε με τη σειρά του, παραπέμποντας σε πλούσια νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική, ότι το αίτημα υποβλήθηκε σε πρόωρο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει τώρα επί του θέματος που εγείρεται, μη έχοντας ενώπιον του οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό ή στοιχεία. Ούτε είναι σε θέση να αποφασίσει το Δικαστήριο για επηρεασμό ή αδικία σε αυτό το στάδιο αφού δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του που να του επιτρέπει να καταλήξει σε κάτι τέτοιο. Τέλος, ανέφερε ότι η στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων πηγάζει από το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή, εις το οποίο δεν θα γίνει αναφορά σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Συναφώς κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα. Με βάση το Criminal Practice Direction (Preliminary proceedings) 14A
(2013)1 W.L.R. 3164, όταν σε ένα κατηγορητήριο περιλαμβάνονται ουσιαστικές κατηγορίες και μια ή περισσότερες κατηγορίες συνωμοσίας που σχετίζονται με τις πρώτες, αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να δικαιολογήσει τη συνένωση. Σε περίπτωση που αποτύχει να το πράξει, τότε αναμένεται να επιλέξει κατά πόσο θα προχωρήσει με τις ουσιαστικές κατηγορίες ή τις κατηγορίες της συνωμοσίας. Αιτήματα για διαχώριση των κατηγοριών γίνονται συνήθως δεκτά εκεί όπου οι ουσιαστικές κατηγορίες δεν προσθέτουν οτιδήποτε στις κατηγορίες της συνωμοσίας και είναι απλώς 'sample counts' (κατηγορίες δείγμα) που σχετίζονται με την εκτέλεση της συνωμοσίας. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η ουσιαστική κατηγορία αφορά 'sample count' (κατηγορία δείγμα) υπάρχουν περιπτώσεις όπου το αίτημα για διαχώριση των κατηγοριών δυνατόν να απορριφθεί. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, Edition 2007, par. 33-59, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω : «Applications to sever are invariably made when the substantive counts add nothing to the conspiracy allegation but are simply sample counts relating to the carrying out of the conspiracy. Such applications are usually granted and the Crown elects which limb of the indictment it proposes to proceed upon. It should be remembered, however, that the fact that the substantive counts are sample counts is not per se a ground for granting an application to sever. One example of where such an application should be refused is where sample counts do not reflect the overall criminality of the case. A further example arises when (notwithstanding the decision in DPP v. Shannon [1975] A.C. 717, HL, post, §33-70, and section 5
(8)and
(9)of the 1977 Act, ante, §33-35), only two persons are alleged to have conspired together. On the assumption that the conspiracy count is properly included, it is submitted that there can be no objection to sample counts being included to cater for the possibility that one of the alleged conspirators will be acquitted. A similar argument may be advanced where, for example, of three alleged conspirators, two are husband and wife.» Σχετική επί του πιο πάνω θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση R. v. Jones and others 59, Cr.App.R. 120, όπου και εκεί τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις όπου οι ουσιαστικές κατηγορίες δεν αντανακλούν το πραγματικό εύρος της εγκληματικότητας τότε θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι κατηγορίες της συνωμοσίας. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω από τη σελίδα 124: «In our view, the judge was right in his refusal to quash this count. The question whether a conspiracy charge is properly included in an indictment cannot be answered by the application of any rigid rules. Each case must be considered on its own facts. There are, however, certain guiding principles. The offences charged on the indictment should not only be supported by the evidence on the depositions or witness statements, but they should also represent the criminality disclosed by that evidence. It is not desirable to include a charge of conspiracy which adds nothing to an effective charge of a substantive offence. But where charges of substantive offences do not adequately represent the overall criminality, it may be appropriate and right to include a charge of conspiracy.» Ως αναφέρεται και στο πιο πάνω απόσπασμα κατά πόσο σε ένα κατηγορητήριο που περιλαμβάνει κατηγορίες επί ουσιαστικών αδικημάτων μπορούν να συμπεριληφθούν και κατηγορίες συνωμοσίας, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και δεν ρυθμίζεται από αυστηρούς και άκαμπτους κανόνες (Βλ. Επίσης σχετικά το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, edition 2007, par. 33-60, p.3097). Σύμφωνα με το γενικό κανόνα δεν είναι επιθυμητό σε ένα κατηγορητήριο να περιλαμβάνονται και οι δύο πιο πάνω κατηγορίες αδικημάτων, στο γενικό κανόνα όμως υπάρχουν πέραν των εξαιρέσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω και οι ακόλουθες : I. Όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη και είναι αναγκαίο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ολόκληρη η εικόνα γεγονότων, II. Όταν υπάρχει ισχυρή μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας και λιγότερο ισχυρή για το ουσιαστικό αδίκημα. III. Όταν η πράξη της συνωμοσίας αποτελεί πιο ειδεχθές αδίκημα από τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος. Επισημαίνεται ότι δεν χρειάζεται να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο και των αδικημάτων της συνωμοσίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, Edition 2007 par. 33-60, page 3097: «
(2)Τhere are exceptions which include the following. (
  1. a)Cases of complexity in which the interests of justice can only be served by presenting to a jury an overall picture which cannot be achieved by charging a relatively small series of substantive offences: R. v. Hammersley, 42 Cr.App.R. 207, CCA; R. v. Simmonds [1969] 1 Q.B. 685 at 690, 51 Cr.App.R. 316 at 322, 323, CA. The indictment ought to include charges which simplify the issues, shun complexity and avoid a multiplicity of counts. Sometimes, a charge of conspiracy may be the simpler way of presenting the case or reflecting the overall criminality of the case: R. v. Jones (J.), ante, at p. 124. (
  2. b)Cases in which a general conspiracy, e.g., to steal, is likely to be inferred by the jury from the evidence but in which the particular acts constituting the thefts may only be supported by rather nebulous evidence: R. v. Cooper and Compton, 32 Cr.App.R. 102, CCA. Where there is clear evidence of conspiracy but little evidence that any of the conspirators committed any of the overt acts, a count for conspiracy is both justifiable and necessary. Where there is evidence that some, but not all, of the defendants committed a few, but not all of the overt acts, a count for conspiracy is justified: R. v. Greenfield, ante. (
  3. c)Cases where the agreement to commit the offence is itself more wicked than the act. Thus a conspiracy to desecrate a Jewish cemetery (maximum penalty 10 years) could be charged although, when the agreement was carried out, the amount of damage cause rendered the substantive offence of criminal damage triable only summarily (maximum penalty three months): R. v. Ward [1997] 1 Cr.App.R.(S) 442, CA.» Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του θέματος είναι κατά πόσο η συμπερίληψη του αδικήματος της συνωμοσίας θα προκαλέσει αδικία στην υπεράσπιση και θα επηρεάσει τη δίκαιη δίκη. Το θέμα αυτό θα πρέπει να κριθεί σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση R. v. Jones (ανωτέρω) και R. v. Findlay and Francis [1992] Crim. L.R. 372 CA. Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Constantinides v. The Republic
(1977)2 C.L.R.337, Papadopoullos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 και Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 221. Στην τελευταία απόφαση, το Εφετείο επανέλαβε ότι ' ... η συνύπαρξη της κατηγορίας της συνωμοσίας μαζί με το ουσιαστικό αδίκημα δεν είναι επιθυμητή διότι πιθανόν να προκαλέσει επιπλοκές'. Τονίζεται όμως παράλληλα ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων και ο κανόνας δεν είναι άκαμπτος. Στις σελίδες 245 και 246 διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: ' ... το ανεπιθύμητο με βάση τη νομολογία δεν εξισούται με απαγόρευση. Η συμπερίληψη απλώς και μόνο της κατηγορίας της συνωμοσίας δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου σε ακυρότητα της διαδικασίας εκτός εάν, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το δικαστήριο θεωρήσει ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς κατά την υπεράσπιση του ή ήταν γενικότερα άδικη γι' αυτόν.' Προκύπτει με βάση την πιο πάνω απόφαση ότι εκείνο που θα πρέπει τελικά να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η συνύπαρξη των δύο κατηγοριών, της συνωμοσίας και του ουσιαστικού αδικήματος, επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και κατ΄ επέκταση τη δίκαιη δίκη. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αναφέρεται ευθέως ότι το αίτημα της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Με σεβασμό λέω ότι η απλή αναφορά σε μη επιθυμητή συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας διότι δεν εξυπηρετείται κανένας σκοπός και σε επηρεασμό της μαρτυρίας αν παραμείνουν οι κατηγορίες, δεν δικαιολογούν το αίτημα. Δεν έχει τεθεί τίποτε εν πάση περιπτώσει από την Υπεράσπιση ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί, έστω και εκ πρώτης, ότι δυνατόν η παραμονή των κατηγοριών αυτών να επηρεάσει τα δικαιώματα της κατηγορούμενης ή ότι θα προκληθεί κάποια αδικία στο τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας λόγω του γεγονότος αυτού (βλ. Papadopoulos v. Republic
(1980)2 C.L.R. 10). Όπως δε έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί και αναγνωριστεί από τη νομολογία (βλ. Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1) η αόριστη και γενική αναφορά για μη δίκαιη δίκη χωρίς παράθεση των λόγων επί των οποίων βασίζεται η συγκεκριμένη εισήγηση δεν μπορεί να υποστηρίξει τέτοια θέση. Επίσης η κατηγορούσα αρχή θεωρεί ότι στοιχειοθετούνται όλα τα αδικήματα με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό και το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο σε αυτό το στάδιο, χωρίς να έχει οιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του και χωρίς βέβαια σε καμία περίπτωση να διαφεύγει το τεκμήριο της αθωότητας, να απορρίψει τις κατηγορίες περί συνωμοσίας. Με βάση την εικόνα που έχει τη δεδομένη στιγμή ενώπιον του το Δικαστήριο το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την προώθηση της υπόθεσης ως έχει. Τέλος, στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι οι ποινικές υποθέσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία αποφασίζονται από επαγγελματίες δικαστές και όχι από ενόρκους όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι κίνδυνοι δυσμενούς επηρεασμού του Δικαστηρίου από τη συμπερίληψη στο ίδιο κατηγορητήριο και των δύο κατηγοριών αδικημάτων, ήτοι του ουσιαστικού και της συνωμοσίας, είναι πιο απομακρυσμένοι στη προκειμένη περίπτωση λόγω της επαγγελματικής κατάρτισης του Δικαστηρίου. Αυτό τονίσθηκε και στην πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ. Αρτέμη, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Police v. Kyriacou
(1979)1 J.S.C 222, όπου ένα από τα επιχειρήματα που είχαν προωθηθεί ήταν ότι το δικαστήριο θα επηρεαζόταν δυσμενώς αν επέτρεπε τη συμπερίληψη του αδικήματος της συνωμοσίας, καθότι θα άκουγε μαρτυρία η οποία δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε σχέση με το ουσιαστικό αδίκημα. Το Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω εισήγηση στηριζόμενο μεταξύ άλλων στον πιο πάνω παράγοντα, ήτοι στον επαγγελματισμό των Δικαστών. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : '. As regards the prejudice that may be caused by the reception of evidence on a conspiracy count which evidence may be inadmissible on a substantive count, there should be no exaggeration in Cyprus as the judges who try criminal cases have the legal training to enable them to draw the line where necessary'. Εν πάση περιπτώσει, καταληκτικά, κρίνω ότι το ζήτημα αυτό δύναται να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και με το πέρας της δίκης, όταν πλέον το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της αποδοχής ή απόρριψης τέτοιου αιτήματος. Ως εκ των ανωτέρω το αίτημα της Υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση απόφαση - Συνένωση των κατηγοριών περί συνωμοσίας μαζί με τα ουσιαστικά αδικήματα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.