Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Evgenii Minaev, Αρ. Υπόθεσης: 24545/16, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24545/16 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Evgenii Minaev Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31/3/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 284, 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 17/12/2016 στη Λεμεσό επιτέθηκε κατά του Md Saif από τη Μπαγκλατές με σκοπό να κλέψει χρήματα και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά την επίθεση χρησιμοποίησε πραγματική βία στον Md Saif με σκοπό να αποκτήσει τα χρήματα τα οποία απέβλεπε να κλέψει. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α
(2), αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου Α
(1). Κατατέθηκε επίσης από κοινού η κατάθεση του Φοίβου Ανδρέου (Τεκμήριο 6) και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε επίσης από κοινού η κατάθεση του αστυφ. 722 Φ. Ιορδάνου, με παραδεκτό γεγονός ότι ο αστυφύλακας αυτός έλαβε τις πληροφορίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν, οι Md Saif και ο αστυφ. 2097 Σταύρος Αντωνίου, η αστυφ. 4791 Ελπινίκη Ραφίδια και ο Ε/αστυφ. 5259 Γιώργος Γεωργίου (Μ.Κ.1-4). Οι Μ.Κ.1, 2 και 4 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις (Τεκμήρια Α
(1)και Α
(2), Β και Δ αντίστοιχα), τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τoν ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Η δε Μ.Κ.3, κατάθεσε ως μέρος της κύριας της εξέτασης την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε (Τεκμήριο Γ). Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει καμία άλλη μαρτυρία. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι πράγματι εισήλθε δύο φορές στο περίπτερο όπως ήταν και η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ούτε και ότι την δεύτερη, άρπαξε τον Μ.Κ.1 από τον λαιμό. Υποστήριξε όμως ότι σκοπός των επισκέψεων του ήταν για να αγοράσει ποτό και ότι ο λόγος που άρπαξε τον Μ.Κ.1 από τον λαιμό δεν ήταν γιατί ήθελε να κλέψει αλλά γιατί προηγήθηκε κάποια λογομαχία μεταξύ τους. Έδωσε δε διάφορες δικαιολογίες για τις κινήσεις και συμπεριφορά του, στις οποίες δεν θεωρώ αναγκαίο να κάμω αναφορά στο στάδιο αυτό αφού τα όσα ισχυρίσθηκε θα αναφερθούν στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Δεν θεωρώ επίσης αναγκαίο να παραθέσω αναλυτικά όλη την δοθείσα μαρτυρία αφού αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, ξεκινώντας πρώτα από τους αστυφύλακες (Μ.Κ.2, 3 και 4) που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Και οι τρεις, κατέθεσαν με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξαν και περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει την θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς ως μάρτυρες της αλήθειας. Για αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους εκτός μόνο ενός σημείου από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 που αμέσως εκτίθεται πιο κάτω και σχετίζεται με μία διαφορά που εντοπίζεται στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα με αυτήν των Μ.Κ.1 και
- Οι Μ.Κ.1 και 4 υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μεθυσμένος και δεν μύριζε ποτό. Ο Μ.Κ.1 ήταν απόλυτα θετικός επί του σημείου αυτού. Ο δε Μ.Κ.4 υποστήριξε ότι δεν θυμόταν να είχε συμβεί κάτι τέτοιο, τόνισε όμως ότι εάν το είχε εντοπίσει σίγουρα είναι γεγονός που θα σημείωνε στην κατάθεση του. Αντίθετα από αυτούς, ο Μ.Κ.2 ισχυρίσθηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό μύριζε ποτό και ήταν μεθυσμένος. Μεταξύ των δύο διαφορετικών ισχυρισμών θεωρώ ασφαλέστερο να επιλέξω τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και
- Και αυτό λαμβάνοντας υπόψη την άριστη εντύπωση που σχημάτισα για τον Μ.Κ.1 ως μάρτυρα της αλήθειας, ότι αυτός ήταν απόλυτα θετικός επί του σημείου τούτου και επειδή είχε την ευκαιρία και είδε δύο φορές τον κατηγορούμενο το συγκεκριμένο βράδυ. Την πρώτη μάλιστα συνομίλησε μαζί του. Και αυτό συνυπολογίζοντας επίσης ότι ο Μ.Κ.2 δεν μπορούσε να θυμηθεί άλλο πολύ ουσιαστικό γεγονός και συγκεκριμένα σε ποιο σημείο της κεφαλής ο κατηγορούμενος παρουσίαζε το κτύπημα. Αν δηλαδή το κτύπημα ήταν στο μέτωπο, στο μάγουλο ή στο πίσω μέρος της κεφαλής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην δημιουργείται βεβαιότητα ότι θυμόταν καλά τα όσα ανάφερε και επί του θέματος της μέθης, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.1 που όπως προαναφέρεται ήταν απόλυτα θετικός επί του σημείου τούτου. Πρέπει περαιτέρω και αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 να σημειωθεί ότι αυτή κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας και η εμπειρογνωμοσύνη της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσδιορίσθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ
- Αυτή κατάθεσε ως Τεκμήριο 6, ένα dvd που δημιουργήθηκε από τα όσα είχαν καταγραφεί από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένο στο περίπτερο κατά τον επίδικο χρόνο και στα οποία απεικονίζονται σκηνές από το επεισόδιο. Του συγκεκριμένου δίσκου δεν αμφισβητήθηκε ούτε η γνησιότητα, ούτε και το περιεχόμενο με οποιονδήποτε τρόπο. Ουσιαστικότερος μάρτυρας ήταν ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1). Παρακολουθώντας τον να καταθέτει παρατηρώντας το ύφος και την συμπεριφορά του έχω πεισθεί ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Αυτός κατάθεσε με σταθερότητα, ευθύτητα, αυθόρμητα και πηγαία και με τρόπο που με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, εκτός μόνο της άποψης που εξέφρασε στην κατάθεση του (Τεκμήριο Α) σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος εισήλθε στο περίπτερο με σκοπό να τον σκοτώσει και μετά να κλέψει τα χρήματα από την ταμειακή μηχανή. Και αυτό γιατί τούτο αποτελεί άποψη του μάρτυρα η οποία ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά ο σκοπός του κατηγορούμενου, είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασισθεί αποκλειστικά και μόνο από το Δικαστήριο. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι το συγκεκριμένο βράδυ εισήλθε στο περίπτερο δύο φορές και δεν αρνήθηκε ότι τη δεύτερη άρπαξε τον παραπονούμενο από τον λαιμό. Υποστήριξε όμως ότι σκοπός των επισκέψεων του αυτών δεν ήταν για να κλέψει αλλά για να αγοράσει ποτό. Ο λόγος που επιτέθηκε στον παραπονούμενο ήταν γιατί προηγουμένως υπήρξε μια συζήτηση μεταξύ τους και ποτέ δεν είχε πρόθεση να διαπράξει το αδίκημα που του αποδίδεται. Δέχθηκε επίσης ότι κατά την είσοδο του στο περίπτερο τη δεύτερη φορά φορούσε πλαστικά γάντια. Ήταν όμως η θέση του ότι ο λόγος που τα φορούσε ήταν για σκοπούς των εργασιών ανακαίνισης που διεξήγαγαν και γιατί κατέβαζαν από χώρο στον οποίο εργάζονταν διάφορα άχρηστα αντικείμενα. Κάτι ανάλογο υποστήριξε και για το ρούχο που εντοπίσθηκε πάνω του από την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Αντίθετα σχημάτισα την εντύπωση ότι παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια κατασκευασμένη εκδοχή, έχοντας ως απόλυτο στόχο να δικαιολογήσει τις ενέργειες του από την αρχή μέχρι το τέλος. Για όλες του τις πράξεις του, μία προς μία, προέβαλε διάφορες δικαιολογίες οι οποίες όμως δεν ήταν καθόλου πειστικές. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι και η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν καθόλου θετική. Και αυτό γιατί και παρόλο που δεν προκύπτει από τα στυγνά πρακτικά, είχε μεγάλη νευρικότητα, μιλούσε με πάθος και ένταση και σε κάποιες περιπτώσεις θύμωνε και ύψωνε τον τόνο της φωνής του. Για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι εισήλθε δύο φορές στο περίπτερο, προέβαλε διάφορους καθόλου πειστικούς ισχυρισμούς. Ισχυρίσθηκε ότι την πρώτη φορά εισήλθε εκεί μόνος του για να αγοράσει ποτό, αφού έτσι είχαν συμφωνήσει με κάποιον Αλεξέι με τον οποίο όπως είπε εργάζονταν μαζί, αλλά διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει να πάρει μαζί του χρήματα. Έτσι επέστρεψε στο χώρο όπου σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του εργάζονταν και οι δύο. Εκεί θυμήθηκε ότι ο Αλεξέι έπρεπε να πληρώσει το ποτό που θα αγόραζαν και έτσι και οι δύο μαζί και αφού κατέβασαν κάποια άχρηστα αντικείμενα κατευθύνθηκαν προς το περίπτερο για να αγοράσουν ποτό το οποίο θα πλήρωνε σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ο Αλεξέι. Επειδή ο τελευταίος μιλούσε στο τηλέφωνο με την κοπέλα του και καθυστερούσε να προχωρήσει, ο ίδιος εισήλθε μέσα στο περίπτερο, οπόταν και εξελίχθηκαν τα γεγονότα με τον τρόπο βέβαια που ο ίδιος ισχυρίσθηκε και στα οποία αναφορά με περισσότερη λεπτομέρεια θα γίνει πιο κάτω. Όμως όλα όσα προέβαλε, δεν είναι καθόλου πειστικά, αλλά αφήνουν να αιωρούνται πολλές απορίες. Κατ' αρχήν περίεργος φαίνεται ο ισχυρισμός του ότι την πρώτη φορά πήγε στο περίπτερο για να αγοράσει ποτό πληρώνοντας ο ίδιος, όταν όμως και επειδή είχε ξεχάσει να πάρει μαζί του χρήματα επέστρεψε στο χώρο που εργάζονταν, θυμήθηκε ξαφνικά ότι ήταν η σειρά του Αλεξέι να το πληρώσει. Αναχωρώντας μάλιστα από το περίπτερο μόνο όταν ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε και τον ρώτησε αν μπορούσε να τον βοηθήσει σε κάτι και αφού είχε παραμείνει μέσα στο περίπτερο για περίοδο δέκα λεπτών κοιτάζοντας τριγύρω. Πέρα από αυτό, απορίες δημιουργεί και ο ισχυρισμός του ότι τη δεύτερη φορά και οι δύο μαζί κατευθύνθηκαν στο περίπτερο να αγοράσουν ποτό. Και αυτό ενόψει άλλου ισχυρισμού του, ότι ήταν πολύ επείγον να τελειώσουν την ανακαίνιση που έκαναν αφού την επόμενη μέρα θα πήγαιναν άλλοι τεχνίτες να τοποθετήσουν νέα ερμαράκια και θα μετακινούνταν εκεί νέοι ενοικιαστές. Ενώ δηλαδή ήταν τόσο βιαστικοί να τελειώσουν την εργασία τους σε βαθμό που αναγκάσθηκαν να εργάζονται αργά το βράδυ, είχαν χρόνο όχι ο ένας αλλά και οι δύο να καθυστερούν για την αγορά ποτού; Ποτού μάλιστα που η κατανάλωση του σίγουρα δεν βοηθά στην διεκπεραίωση οποιασδήποτε εργασίας. Και μάλιστα καθώς ήταν όπως υποστήριξε και οι δύο αρκετά μεθυσμένοι. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στην προσπάθεια του να καταδείξει το πολύ επείγον των εργασιών που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του διεξήγαγαν δεν δίστασε να ισχυρισθεί ότι είχε σκοπό να κοιμηθεί στο χώρο, ακριβώς για να προλάβει να ολοκληρώσει τις εργασίες. Θέση όμως που και πάλι δημιουργεί ερωτήματα για το που θα κοιμόταν, ενόψει του μεγέθους των εργασιών που ο ίδιος προσπάθησε να παρουσιάσει ότι εκτελούνταν, αλλά και πως θα μπορούσε να τις ολοκληρώσει μέχρι το επόμενο πρωϊ αφού στο μεταξύ θα κοιμόταν. Σημαντικό επίσης ερώτημα που δημιουργείται είναι γιατί ο Αλεξέι δεν τον έψαξε μέσα στο περίπτερο. Γιατί εάν η εκδοχή του ήταν αληθής, ο φίλος του πολύ φυσιολογικά θα εισερχόταν μέσα στο περίπτερο να τον αναζητήσει αφού σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του είχαν μεταξύ τους συμφωνήσει να μεταβούν εκεί για συγκεκριμένο σκοπό, την αγορά ποτού το οποίο μάλιστα θα πλήρωνε ο Αλεξέι. Πρέπει να λεχθεί ότι και για αυτό ακόμα το γεγονός, της παράλειψης δηλαδή του Αλεξέι να τον αναζητήσει, είχε έτοιμη δικαιολογία. Είπε συγκεκριμένα στοχεύοντας προς αυτή την κατεύθυνση ότι προφανώς ο Αλεξέι τον είχε αναζητήσει, αλλά βλέποντας τον ξαπλωμένο στο έδαφος φοβήθηκε και δεν εμφανίσθηκε. Όμως αυτό δεν είναι το αναμενόμενο από ένα μέσο και λογικό άνθρωπο ο οποίος μεταβαίνει με τον φίλο του σε ένα περίπτερο απλώς και μόνο για να αγοράσει κάτι. Αντίθετα από ότι ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, το λογικό θα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Να ανησυχήσει δηλαδή για το τι είχε συμβεί στον φίλο του και να προσπαθήσει να ενημερωθεί και να βοηθήσει και όχι να κρυφτεί όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε σε άλλο σημείο. Στην προσπάθεια του να εξηγήσει το γεγονός ότι την δεύτερη φορά που εισήλθε στο περίπτερο φορούσε γάντια, είπε ότι επειδή εργαζόταν μαζί με τον Αλεξέι στην ανακαίνιση, φορούσε τα γάντια μαζεύοντας τα άχρηστα αντικείμενα. Και πάλι όμως δημιουργείται η απορία γιατί δεν τα είχε πετάξει και αυτά όταν πέταξε και τα άχρηστα αντικείμενα, αφού όπως σε άλλο σημείο ισχυρίσθηκε άλλαζαν τα γάντια που όπως είπε λερώνονταν. Εντελώς ασαφής υπήρξε για το που ακριβώς εργαζόταν το επίδικο βράδυ αλλά και για τις εργασίες που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του διεκπεραίωναν μαζί με τον Αλεξέι. Ακόμα και κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης αναφερόταν μια σε σπίτι και άλλη σε διαμέρισμα. Είπε μάλιστα σε κάποια στιγμή κατά λέξη «Ήταν ένα παλιό διαμέρισμα, ήταν σπίτι; Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν...». Όσο αφορά τις εργασίες που έκαναν εκεί, αρχικά είπε ότι έκαναν ανακαίνιση της κουζίνας και έβγαζαν τα παλιά ερμαράκια γιατί την επόμενη μέρα θα τοποθετούνταν τα καινούργια. Στην συνέχεια όμως είπε ότι θα έβγαζαν ακόμα και κρεββάτια και εντοιχισμένες κορνίζες, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρθηκε και σε αλλαγή σωλήνων που διενεργούσαν, δημιουργώντας εύλογα την απορία τι τελικά έκαναν. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του προέβαλε ότι τα γάντια τα οποία φορούσε (Τεκμήριο 1), δεν είναι εντελώς καθαρά και έχουν και κάποιες τρύπες. Όμως, το γεγονός τούτο δεν ενισχύει την εκδοχή του. Και αυτό γιατί ενώ πράγματι διαπιστώνεται ότι δεν είναι εντελώς καθαρά, από την άλλη δεν είναι και τόσο λερωμένα σε βαθμό που να ενισχύουν την εκδοχή του. Η εκδοχή του αυτή, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται, αλλά αντίθετα κλονίζεται και από την κατάσταση του ρούχου που βρέθηκε στην τσέπη του (Τεκμήριο 2) και στο οποίο δεν παρατηρούνται εμφανείς ακαθαρσίες. Και αυτό γιατί και όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, το ρούχο τούτο, το είχε στην κατοχή του για να σκουπίζει τα χέρια του που λερώνονταν κατά τη διεξαγωγή των εργασιών ανακαίνισης. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε και επιλεκτική μνήμη. Ανάφερε σε κάποιο σημείο ότι δεν θυμόταν όλα τα γεγονότα, παρά μόνο κάποιες «σκηνές» όπως τις χαρακτήρισε. Και αυτό γιατί ήταν μεθυσμένος. Ενώ όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί π.χ. αν φορούσε γάντια την πρώτη φορά που εισήλθε στο περίπτερο και αν είπε στην αστυνομία για κάποιον Sergei, μπορούσε να θυμηθεί ότι μετά το κτύπημα που υπέστη κατά την πτώση του στο πάτωμα, ότι κατά τη μεταφορά του από την αστυνομία με αστυνομικό όχημα είδε τον Αλεξέι να είναι κρυμμένος και να μιλά μάλιστα στο τηλέφωνο, ισχυρισμός που δημιουργεί την απορία πως μπόρεσε τόσο εύκολα να διακρίνει τον Αλεξέι που ήταν μάλιστα όπως είπε κρυμμένος και ενόσω ο ίδιος μεταφερόταν με το αστυνομικό όχημα και ήταν και μεθυσμένος; Με συγκεχυμένο και εντελώς ασαφή τρόπο περιέγραψε τα γεγονότα που σύμφωνα με την δική του εκδοχή είχαν εξελιχθεί μέσα στο περίπτερο τη δεύτερη φορά. Σε ένα σημείο ισχυρίσθηκε ότι σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος στάθηκε μπροστά του λέγοντας του κάτι που ο ίδιος δεν καταλάβαινε και ότι ο παραπονούμενος πήγε από γύρω και ήλθε κοντά του. Ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από τον λαιμό και του ζήτησε να βγουν έξω για να του πει τι θέλει, αυτός αντιστάθηκε, έπεσαν κάτω και χτύπησε. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι όταν ο ίδιος εισήλθε στο περίπτερο ο Μ.Κ.1 ήταν στην ταμειακή μηχανή. Ο ίδιος πέρασε από μπροστά του και πήγε εκεί που ήταν τα προϊόντα. Ο παραπονούμενος τον ακολούθησε, κάτι άρχισε να του λέει και τότε ο κατηγορούμενος στράφηκε προς αυτόν και τον ρώτησε «γιατί μου κολλάς;». Αμέσως στην συνέχεια, αναφέρθηκε σε θητεία του στον Ρωσικό στρατό, σε συμμετοχή του σε πόλεμο στην Τσετσενία, λέγοντας ότι «τύπους» σαν τον παραπονούμενο, δηλαδή μουσουλμάνους και έγχρωμους, όπως είπε, προσλάμβαναν οι Τσετσένοι ως μισθοφόρους και ήταν εχθροί τους κ.λ.π.. Ερωτώμενος μάλιστα στο σημείο αυτό αν αυτός ήταν ο λόγος που έπιασε τον παραπονούμενο από τον λαιμό απάντησε θετικά. Σε άλλο δε σημείο και σε υποβολή που του έγινε ότι τράβηξε τον παραπονούμενο με βία από το λαιμό δεν το αρνήθηκε, αλλά προέβαλε ως λόγο για την πράξη του ότι το έπραξε επειδή ήθελε να τον βγάλει έξω στο δρόμο. Όμως τα όσα περιέχονται στον δίσκο που λήφθηκε από το κλειστό κύκλωμα των καμερών ασφάλειας που βρίσκονταν εγκατεστημένες στο περίπτερο και ο οποίος προβλήθηκε στο Δικαστήριο καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς του και επιβεβαιώνουν τα όσα ο Μ.Κ.1 προέβαλε. Και αυτό γιατί εκεί έστω και με δυσκολία διακρίνεται ο παραπονούμενος να στέκεται στο πλάι του πάγκου όπου βρισκόταν η ταμειακή μηχανή και ο κατηγορούμενος να πηγαίνει από πίσω του και να τον αρπάζει από το λαιμό. Ακόμα όμως και εάν οι ισχυρισμοί του δεν καταρρίπτονταν από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δίσκου, μεγάλα ερωτήματα θα δημιουργούνταν για την αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού του, για το λόγο που ζητούσε από τον παραπονούμενο να βγουν έξω από το περίπτερο να συζητήσουν. Γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος να βγουν έξω να συζητήσουν και να μην το πράξουν εκεί που βρίσκονταν, εντός δηλαδή του περιπτέρου. Τα όσα δε ισχυρίσθηκε ότι γνώριζε για την ύπαρξη των καμερών δεν διαφοροποιούν το πρίσμα εξέτασης του ζητήματος. Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι οι θέσεις της υπεράσπισης δεν ήταν σταθερές σε πολύ σημαντικό σημείο, γιατί δηλαδή ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος. Και αυτό γιατί στον Μ.Κ.1 υποβλήθηκε ότι ενόσω ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.1 «κρατούσαν» ο ένας τον άλλον, κάποιο τρίτο πρόσωπο πήγε από πίσω από τον κατηγορούμενο και τον κτύπησε με αποτέλεσμα να πέσει κάτω αναίσθητος. To ίδιο υποβλήθηκε και στον Μ.Κ.2, με μια όμως προσθήκη. Ότι το τρίτο πρόσωπο κτύπησε τον κατηγορούμενο στο κεφάλι με βαρύ αντικείμενο και πολύ δυνατά. Όμως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε ότι κτυπήθηκε από άλλο πρόσωπο. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 17/12/2016 το βράδυ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στο περίπτερο του αδελφού του με την ονομασία H&K Banglar Jamin που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α΄, στην πολυκατοικία Sea Gate, Μπλοκ Α, κατάστημα 105 στην περιοχή Γερμασόγειας. Γύρω στις 10.30 μ.μ. και ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στο περίπτερο μαζί με τον αδελφό του, ιδιοκτήτη του περιπτέρου, ο κατηγορούμενος εισήλθε μέσα στο περίπτερο και για χρονικό διάστημα 10 περίπου λεπτών κοίταζε τριγύρω μέσα σε αυτό. Ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε και τον ρώτησε στα Αγγλικά αν μπορούσε να τον βοηθήσει σε κάτι. Ο κατηγορούμενος του απάντησε μόνο ότι δεν καταλάβαινε την Αγγλική γλώσσα και έφυγε από το περίπτερο. Γύρω στις 11.00 μ.μ. ο Μ.Κ.1 βρισκόταν μόνος μέσα στο περίπτερο καθότι ο αδελφός του μετέβη στην τουαλέτα που βρισκόταν στον πάνω όροφο. Ο Μ.Κ.1 στεκόταν στο πλάι του πάγκου όπου βρισκόταν η ταμειακή μηχανή. Ο κατηγορούμενος εισήλθε μέσα στο περίπτερο από την κύρια είσοδο, έκανε γύρο μέσα σε αυτό και πήγε πίσω από τα ράφια με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.1 να μην μπορεί να τον βλέπει. Ενόσω ο Μ.Κ.1 εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια θέση κοιτάζοντας προς την είσοδο του περιπτέρου, ο κατηγορούμενος πήγε πίσω από τον Μ.Κ.1, χωρίς αυτός να τον αντιληφθεί και τον άρπαξε από το λαιμό με τρόπο που δεν μπορούσε να αναπνεύσει και χωρίς να του πει οτιδήποτε. Κατά το χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος φορούσε άσπρα πλαστικά γάντια. Ο κατηγορούμενος κρατούσε τον Μ.Κ.1 σφικτά από το λαιμό και ο τελευταίος προσπαθούσε να ξεφύγει. Στην προσπάθεια του αυτή, έπεσαν και οι δύο στο έδαφος. Κατά την πτώση ο κατηγορούμενος χτύπησε το κεφάλι του στο έδαφος με αποτέλεσμα να το τραυματίσει. Από το κτύπημα δεν μπορούσε να μετακινηθεί, διατηρούσε όμως τις αισθήσεις του. Στο έδαφος υπήρχε λίγο αίμα. Τα μάτια του κατηγορούμενου ήταν ανοιχτά και σε κάποια στιγμή προσπάθησε να αρπάξει τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 πήρε πλαστικό σχοινί που υπήρχε στο περίπτερο και έδεσε τον κατηγορούμενο στο σημείο όπου βρισκόταν. Εκείνη την ώρα ήλθε και ο αδελφός του Μ.Κ.1 και ειδοποίησαν την αστυνομία η οποία μετέβη στο μέρος. Εκεί βρήκαν τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο έδαφος, δεμένος χειροπόδαρα και τραυματισμένος στο κεφάλι. Κατά τον χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος είχε τις αισθήσεις του, τα μάτια του ήταν ανοιχτά και με τις κινήσεις του έδειχνε να αντιλαμβάνεται τι γίνεται. Στα χέρια του φορούσε πλαστικά γάντια. Οι αστυφύλακες σήκωσαν τον κατηγορούμενο, αυτός περπάτησε μέχρι το αστυνομικό όχημα και μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας. Ο Μ.Κ.4 στις 18/12/2016 παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τα πλαστικά γάντια που φορούσε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Από σωματική έρευνα που ο Μ.Κ.4 έκαμε στον κατηγορούμενο εντόπισε στην τσέπη του παντελονιού του ένα κομμάτι μαύρο ρούχο, ικανό να αποκρύψει χαρακτηριστικά του προσώπου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κουκούλα. Ο Μ.Κ.4 το παρέλαβε, επέστησε στον κατηγορούμενο την προσοχή του στο Νόμο στην Αγγλική γλώσσα και ο κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε. Εντόπισε επίσης στην τσέπη του παντελονιού του ένα φωτοαντίγραφο διαβατηρίου, από το οποίο και διαπιστώθηκε η ταυτότητα του. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Ανακρινόμενος εκεί αρνήθηκε ότι πήγε στο περίπτερο για να κλέψει και ισχυρίσθηκε ότι μετέβη εκεί για να αγοράσει ποτό. Προέβαλε δε ότι άρπαξε τον Μ.Κ.1 από τον λαιμό, γιατί τον παρακολουθούσε μέσα στο περίπτερο. Ο χώρος του περιπτέρου καλυπτόταν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, στο οποίο και καταγράφηκαν οι σκηνές του περιστατικού και μεταφέρθηκαν σε ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 6). Η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με ορθό και νομότυπο τρόπο. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και το οποίο είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την βαρύνει εξ' ολοκλήρου (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας, δυνάμει των άρθρων 284, 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 284 προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου µε σκοπό κλοπής και κατά ή αµέσως πριν ή αµέσως µετά το χρόνο της επίθεσης, χρησιµοποιεί ή απειλεί να χρησιµοποιήσει πραγµατική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, µε σκοπό απόκτησης του πράγµατος στο οποίο αποβλέπει η κλοπή, ή µε σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής αυτού, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισµένος µε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αµέσως πριν ή αµέσως µετά το χρόνο της επίθεσης, τραυµατίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιµοποιήσει οποιαδήποτε άλλη µορφή σωµατικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου». Ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο και άσκησε εναντίον του πραγματική βία, δεν έχει και όπως πιο πάνω αναφέρεται αμφισβητηθεί. Αμφισβητήθηκε όμως έντονα ο σκοπός της άσκησης βίας από τον κατηγορούμενο. Σημαντικός για το ζήτημα, είναι ο λόγος της απόφασης Π. Ι. Μενελάου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407 όπου αποφασίστηκε ότι «Η ύπαρξη πρόθεσης συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης ― Το συμπέρασμα για την ύπαρξη πρόθεσης δεν πρέπει να είναι ένα λογικό γενικά συμπέρασμα αλλά πρέπει να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα». Εξετάζοντας το ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή όπου η εναντίον του κατηγορούμενου κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της απόπειρας φόνου, ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : «Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόπειρας φόνου (άρθρο 214(α)* του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης δολοφονίας του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται. Η έννοια της απόπειρας σαφώς εμπεριέχει το στοιχείο της πρόθεσης για την ολοκλήρωση του εγκλήματος. Στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη ύπαρξης του εν λόγω στοιχείου μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Επεται, ότι η ύπαρξη της πρόθεσης, συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης όπως είναι το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν. Όπου η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και για την απόδειξή της προσάγεται περιστατική μαρτυρία, το συμπέρασμα για την ύπαρξη της πρόθεσης δεν πρέπει να είναι ένα λογικό γενικά συμπέρασμα αλλά πρέπει να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα. Βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 257. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την πρόθεση του κατηγορούμενου είναι μόνο περιστατική. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδιέστερη αρχή μαρτυρίας από την άμεση, από μαρτυρία δηλαδή η οποία από μόνη της τείνει να αποδείξει το αδίκημα, π.χ. μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Η περιστατική αυτή μαρτυρία όχι μόνο δεν είναι υποδιέστερη αλλά αντίθετα όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα λάθους. Η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η περιστατική μαρτυρία είναι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα (βλ. Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41 και Πέτρου v. Δημοκρατίας,
(2006)2 ΑΑΔ 331. Στην Παφίτης, πιο πάνω, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Foyrnides v. Republic
(1986)2 CLR 73, p. 79 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Στην εξεταζόμενη όμως περίπτωση στην οποία θα πρέπει να κριθεί κατά πόσον υπήρξε πρόθεση του κατηγορούμενου να διαπράξει το αδίκημα που του αποδίδεται και σύμφωνα με τον λόγο της απόφασης Αθηνής πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα (βλ. επίσης Μενελάου πιο πάνω και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 257). Θα πρέπει λοιπόν η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή. Αυτή είναι η ακόλουθη. Οι ώρες που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο περίπτερο δύο φορές το ίδιο βράδυ, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη φορά κατά την οποία άσκησε και βία εναντίον του παραπονούμενου, ήταν νυχτερινές, 10.30 μ.μ. και 11.00 μ.μ. αντίστοιχα. Την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο περίπτερο, μισή δηλαδή ώρα πριν την δεύτερη, κατά την οποία άρπαξε τον παραπονούμενο από τον λαιμό, παρέμεινε εκεί για χρονικό διάστημα 10 περίπου λεπτών, κοιτάζοντας τριγύρω και αναχώρησε χωρίς να αγοράσει οτιδήποτε και χωρίς καν να ενδιαφερθεί για κάτι τέτοιο ή να ζητήσει έστω οποιαδήποτε πληροφορία. Την πρώτη φορά που εισήλθε στο περίπτερο και όταν ο παραπονούμενος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν χρειάζεται κάποια βοήθεια, αμέσως εγκατέλειψε το μέρος, λέγοντας απλώς ότι δεν αντιλαμβανόταν την Αγγλική γλώσσα στην οποία ο παραπονούμενος του είχε απευθύνει τον λόγο. Την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του περιπτέρου, ο παραπονούμενος δεν ήταν μόνος του στο χώρο, αλλά εκεί βρισκόταν και ο αδελφός του, ιδιοκτήτης του περιπτέρου. Επέστρεψε στο περίπτερο μισή ώρα μετά την πρώτη φορά. Την δεύτερη φορά που εισήλθε μέσα στο περίπτερο, έκανε γύρο μέσα σε αυτό και πήγε πίσω από τα ράφια με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην μπορεί να τον βλέπει. Επιτέθηκε στον παραπονούμενο από πίσω και όταν αυτός δεν μπορούσε να τον δει. Του επιτέθηκε ενώ ο παραπονούμενος στεκόταν στο πλάι του πάγκου όπου βρισκόταν και η ταμειακή μηχανή. Άρπαξε τον παραπονούμενο από το λαιμό και με τρόπο που να μην μπορεί να αναπνεύσει και χωρίς να του πει οτιδήποτε. Επιτέθηκε στον παραπονούμενο τη δεύτερη φορά που εισήλθε στο περίπτερο και όταν στο μέρος δεν βρισκόταν κανένα άλλο πρόσωπο. Κατά το χρόνο της επίθεσης ο κατηγορούμενος φορούσε στα χέρια του πλαστικά γάντια. Από σωματική έρευνα που του έγινε όταν μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό ανευρέθηκε στην τσέπη του παντελονιού του ένα κομμάτι μαύρο ρούχο, ικανό να αποκρύψει χαρακτηριστικά του προσώπου. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι αυτός ενήργησε στοχευμένα, με προπαρασκευή και με μοναδικό σκοπό να κλέψει. Την πρώτη φορά εισήλθε στο περίπτερο γύρω στις 10. 30 μ.μ. και παρέμεινε εκεί για 10 λεπτά επιθεωρώντας το χώρο. Αποχώρησε από το μέρος μετά που ο παραπονούμενος τον ρώτησε αν χρειαζόταν κάποια βοήθεια και αφού είχε παραμείνει εκεί για δέκα λεπτά, κατά τα οποία εξέταζε τον χώρο. Έφυγε δηλαδή μόνο όταν ρωτήθηκε από τον παραπονούμενο αν χρειαζόταν κάτι, χωρίς να του πει τι έψαχνε, λέγοντας απλώς ότι δεν μιλούσε Αγγλικά. Δεν προχώρησε στην εκτέλεση του σκοπού του γιατί εντός του περιπτέρου βρίσκονταν δύο άτομα. Την δεύτερη φορά που εισήλθε στο περίπτερο, ώρα 11.00 μ.μ. και διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος ήταν μόνος του κινήθηκε με τρόπο που ο τελευταίος να μην μπορεί να τον αντιληφθεί, προφανώς για να τον αιφνιδιάσει. Εισήλθε στο περίπτερο, πήγε πίσω από τα ράφια και του επιτέθηκε από πίσω όταν ο τελευταίος στεκόταν πλάι στον πάγκο που βρισκόταν η ταμειακή μηχανή αιφνιδιάζοντας τον παραπονούμενο ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα να τον δει. Όλες οι πιο πάνω κινήσεις του σε συνδυασμό με όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, οδηγούν στο μοναδικό λογικό συμπέρασμα ως προς τον σκοπό του κατηγορούμενου και που δεν ήταν άλλος από την κλοπή των χρημάτων που βρίσκονταν στην ταμειακή μηχανή και η οποία βρισκόταν εκεί που στεκόταν και ο Μ.Κ.1 κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε. Για αυτό και επιτέθηκε στον παραπονούμενο ασκώντας εναντίον του πραγματική βία και συγκεκριμένα αρπάζοντας τον από τον λαιμό και σφίγγοντας τον, με τρόπο που αυτός δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν κατάφερε όμως να ολοκληρώσει τον σκοπό του, γιατί όταν ο παραπονούμενος αντέδρασε, έπεσαν και οι δύο στο έδαφος με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να τραυματισθεί, να μην μπορεί να αντιδράσει, ο παραπονούμενος να τον δέσει και να ειδοποιήσει την αστυνομία η οποία και τον συνέλαβε. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε την κατηγορία και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/final Subject/ apopira listias