← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1326/2015, 15/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1326/2015, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1326/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 15 Μαρτίου,

  1. Για κατηγορούσα αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορούμενο: κα. Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ
  2. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε εντεκα συνολικά κατηγορίες[1]. Αφορούν επικίνδυνη οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής CBA 866, στις 20/12/2011[2] στη Λεμεσό (κατηγορία 1), χωρίς πινακίδες εγγραφής[3] (κατηγορία 2), παράλειψη ακινητοποίησης οχήματος μετά από σήμα αστυνομικού[4] (κατηγορίες 3 και 4), χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[5] (κατηγορία 5), με φιμέ τζάμια[6] (κατηγορία 7), άνευ αδείας μετατροπής του στη μηχανή[7] (κατηγορία 8), οχήματος του οποίου η εγγραφή ακυρώθηκε λόγω μετατροπής[8] (κατηγορία 10), παράβαση σήματος αλτ[9] (κατηγορίες 11 και 12) και της οδήγησης χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια[10] (κατηγορία 13).
  3. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, στις 20/12/2011 και περί ώρα 14:30 ενώ ο Α/Αστ.150 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Χρ. Χατζηπαύλου στη Λεμεσό, έχοντας συνοδηγό του τον Αστ. 2223, εντόπισε προπορευόμενο του διπλοκάμπινο όχημα, χωρίς πινακίδες εγγραφής. Κάλεσε τον οδηγό του, ο οποίος όπως διαφάνηκε αργότερα ότι ήταν ο κατηγορούμενος, να σταματήσει, αυτός όμως ανέπτυξε ταχύτητα. Ενημερώθηκαν τα υπόλοιπα περίπολα της ΑΔΕ Λεμεσού για ανακοπή του εν λόγω οχήματος το οποίο συνέχιζε να οδηγείται αλόγιστα και επικίνδυνα. Λίγη ώρα μετά και ενώ ο Αστ. 3981 οδηγούσε το υπηρεσιακό του όχημα, στην οδό Βασιλέως Παύλου, με συνοδηγό τον Αστ. 2671 εντόπισαν το εν λόγω όχημα να εισέρχεται από αριστερή πάροδο, σύμφωνα με τη πορεία τους. Αμέσως ο Αστ. 2671 κάλεσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει ωστόσο αυτός πάλι ανάπτυξε ταχύτητα αγνοώντας τις υποδείξεις του Αστ. 2671 και συνέχισε την πορεία του. Ο Αστ. 3981 τον καταδίωξε προς τη Λεωφ. Ομονοίας, όπου ο κατηγορούμενος εισήλθε παραβιάζοντας σήμα αλτ και συνεχίζοντας να κινείται επικίνδυνα σε διάφορους δρόμους της Λεμεσού, παραβιάζοντας συνεχόμενη άσπρη γραμμή, ανακόπτοντας την πορεία άλλων οχημάτων ενώ σε κάποιο σημείο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κίνδυνο να προκαλέσει τροχαίο δυστύχημα.
  4. Η καταδίωξη συνεχίστηκε και σε κάποιο σημείο ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε στο δρόμο Λεμεσού-Τραχωνιού. Ο Αστ. 3981 προσέγγισε το όχημα στη δεξιά πλευρά του καλώντας και πάλι τον κατηγορούμενο να σταματήσει. Αυτός έκανε ελιγμό προς τα δεξιά κτυπώντας το αστυνομικό όχημα. Ο Αστ. 3981 ελάττωσε ταχύτητα για να αποφύγει νέα προσπάθεια του να τον κτυπήσει, ο κατηγορούμενος όμως και πάλι συγκρούστηκε με το αστυνομικό όχημα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να συγκρουστεί αρχικά σε δεξιό κιγκλίδωμα και στη συνέχεια και πάλι στο υπηρεσιακό όχημα.
  5. Μετά τη σύγκρουση τα δυο οχήματα ακινητοποιήθηκαν εντός του δρόμου. Ο Αστ. 2671 αμέσως μετά εξήλθε του οχήματος του και πλησίασε τον κατηγορούμενο ο οποίος τον εξύβρισε, και τον έσπρωξε με δύναμη. Ο Αστ.2671 τον συνέλαβε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε: «Φίλε μου εφοήθηκα εν είχα ασφάλεια και έκαμα μετατροπές, συγνώμη». Για την ακινητοποίηση του κατηγορουμένου χρειάστηκε να ασκηθεί βία.
  6. Από περαιτέρω έλεγχο των εγγράφων του οχήματος διαπιστώθηκε ότι ο αρ. εγγραφής του οχήματος ήταν CΒΑ866, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, το οποίο οδηγείτο χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το B' εξάμηνο του 2011 και χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.
  7. Ετοιμάστηκε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 1). Από τη σύγκρουση τα δυο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στον Αστ. Σταθμό Επισκοπής για περαιτέρω έλεγχο. Όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε: «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Όταν ελέγχθηκε το όχημα του κατηγορουμένου διαπιστώθηκε ότι δεν έφερε πινακίδες εγγραφής, είχε «φιμέ» παράθυρα (παράθυρα οδηγού και συνοδηγού) και στη μηχανή είχε εγκατασταθεί συμπιεστής («τούρμπο») χωρίς την έγκριση του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων.
  8. Η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών ο οποίος διαμένει με την μητέρα του. Ο πατέρας του απεβίωσε το
  9. Έχει δύο έγγαμες ενήλικες αδελφές και πέντε ετεροθαλή αδέλφια από προηγούμενο γάμο του πατέρα του. Η οικογένεια του αντιμετώπιζε αρκετά οικονομικά προβλήματα. Οι γονείς του από το 2007 ήταν σε διάσταση. Ο κατηγορούμενος είχε χαμηλή επίδοση στο σχολείο και εν τέλει εγκατέλειψε τη φοίτηση του πριν ολοκληρώσει τη Β' Γυμνασίου. Εργάστηκε ως οικοδόμος και μετά ως επιπλοποιός. Η προβληματική σχέση των γονιών του δημιουργούσε αρκετή αναστάτωση, ενώ σύμφωνα με την λειτουργό που ετοίμασε την έκθεση, ο κατηγορούμενος νιώθει ακόμη αρκετό θυμό έναντι του πατέρα του. Δεν ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, ενώ από τα 17 του παρουσιάζει «χαρακτηριολογική διαταραχή», παρακολουθείται από ψυχίατρο, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και είναι ανίκανος για εργασία. Είναι λήπτης επιδόματος.
  10. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι σήμερα ο κατηγορούμενος, έκτος από κανονική άδεια οδήγησης, απέκτησε και επαγγελματική (1/2/2017 - Τεκμήριο 3) και έχει αποζημιώσει τη Δημοκρατία για τις ζημιές που προκάλεσε (Τεκμήριο 4 - απόδειξη εξόφλησης 1/3/2017). Σκοπός του κατηγορουμένου είναι να εξασφαλίσει εργασία, ως επαγγελματίας οδηγός, και να παύσει να είναι λήπτης επιδόματος. Έχει, ανέφερε, απευθυνθεί σε εργοδότη που είναι πρόθυμος να του δώσει εργασία. Απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό φόβου και της ψυχικής του ασθένειας. Ανέφερε ότι έχει μεσολαβήσει αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος έχει αλλάξει προσωπικότητα και προσπαθεί να αλλάξει τη ζωή του.
  11. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, και δεν έχει βαθμούς ποινής και έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες χωρίς να διεξαχθεί δίκη.
  12. Από τα ενώπιον μου γεγονότα καθίσταται εμφανές ότι η κατηγορία 1, αυτή της επικίνδυνης οδήγησης, είναι η πιο σοβαρή. Οι κατηγορίες 3 και 4 (μη συμμόρφωση με σήμα αστυνομικού), 11 και 12 (παράλειψη συμμόρφωσης με αλτ) και 13 αμελής οδήγηση και πρόκληση της σύγκρουσης) εμπεριέχονται στη σειρά γεγονότων και ενεργειών ή παραλείψεων του κατηγορουμένου που στοιχειοθετούν την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης.
  13. Όσον αφορά την κατηγορία 10 είναι απόρροια της κατηγορίας 8 που αφορά τη μετατροπή του οχήματος χωρίς άδεια.
  14. Σύμφωνα με το άρθρο 7

(1)του Ν. 86/72: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 13. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α 2 (2Α) του ίδιου νόμου, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 3 έως 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του κατηγορουμένου, αναλόγως πάντοτε των γεγονότων της υπόθεσης. Πρόσθετα, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 19
(1)και
(2)του Ν. 86/72, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να αποστερήσει στον καταδικασθέντα, το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού, για οποιοδήποτε διάστημα ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις. 14. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 245[11], ποινή φυλάκισης για επικίνδυνη οδήγηση μπορεί να επιβληθεί όπου τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια άλλων προσώπων ή λόγω των επακόλουθων τέτοιας οδήγησης. Στην Alecou v Police
(1979)2 CLR 218, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 6 μηνών στέρησης της άδειας οδήγησης κατηγορουμένου που προκάλεσε δυστύχημα προσπερνώντας επικίνδυνα άλλα οχήματα. Ο κατηγορούμενος ήταν επαγγελματίας οδηγός, πατέρας 3 ανηλίκων τέκνων με τρεις προηγούμενες τροχαίες καταδίκες.
  1. Η Κυπριακή Νομολογία, πέραν των όσων προανέφερα, έχει εξελιχθεί, κυρίως με αναφορά στην πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων. Οι έννοιες «αλογίστως», «απερισκέπτως» ή «επικινδύνως» συναντώνται και στο αδίκημα που προνοείται από το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα και η ερμηνεία τους πρέπει να γίνεται κατά ανάλογο τρόπο. Οδήγηση που εμπεριέχει το στοιχείο της απερισκεψίας είναι πιο σοβαρή από τη δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης που μπορεί να ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίου σφάλματος κατά την οδήγηση. Σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στο αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή φυλάκισης είναι η επίδειξη αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων κατά την οδήγηση (βλ. Δημοκρατία ν Γερολέμου, Π.Ε. 169/16, 28/2/2017).
  2. Σύμφωνα με τις Αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης[12], οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι σχετικές, γίνεται διαχωρισμός σε βαθμίδες σοβαρότητας ως ακολούθως:
(1)Μεμονωμένο περιστατικό με μικρή ή καθόλου ζημιά ή κίνδυνο πρόκλησης τραυματισμού[13].
(2)Υπερβολική ταχύτητα ή επιδεικτικός τρόπος οδήγησης σε κατοικημένη περιοχή ή πολυσύχναστο δρόμο, ή οδήγηση χωρίς κίνδυνο πρόκλησης βλάβης από άτομο που είχε αποστερηθεί της άδειας οδήγησης του[14].
(3)Παρατεταμένη και εσκεμμένα αδιάφορης προς την ασφάλεια τρίτων οδήγηση, ή οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα ή επιδεικτικός τρόπος οδήγησης σε κατοικημένη περιοχή ή πολυσύχναστο δρόμο από άτομο που είχε αποστερηθεί της άδειας οδήγησης του, ή οδήγηση κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ενώ ο κατηγορούμενος καταδιώκεται από την αστυνομία[15]. 17. Στις περιπτώσεις
(2)και
(3)είναι που εξετάζεται ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης, εκτός από επιβολή ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης. Μάλιστα η περίπτωση
(3)κρίνεται τόσο σοβαρή ώστε παραπέμπεται στο Crown Court και δεν δικάζεται συνοπτικά. 18. Ως προς την σοβαρότητα λαμβάνονται επίσης οι ακόλουθοι παράγοντες:
(1)Παράγοντες που αυξάνουν τον βαθμό υπαιτιότητας[16]. Αδιαφορία προς τις προειδοποιήσεις τρίτων, κατανάλωση αλκοόλης ή χρήση ναρκωτικών ουσιών, ενασχόληση με άλλα πράγματα κατά την οδήγηση (π.χ. η χρήση κινητού), μεταφορά επιβατών ή βαριού φορτίου, κούραση, επιθετική οδήγηση όπως η προσέγγιση οχημάτων σε κοντινή απόσταση, ανταγωνιστική οδήγηση, μη ενδεικνυόμενες προσπάθειες προσπεράσματος ή απότομα προσπεράσματα, οδήγηση ενώ ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι βρίσκεται υπό την επήρεια φαρμάκων που επιδρούν στην οδήγηση και η οδήγηση ασυντήρητου ή επικίνδυνα φορτωμένου οχήματος ειδικά όπου αυτό γίνεται με χρηματικό όφελος.
(2)Παράγοντες που αυξάνουν τον βαθμό τη βλάβης που προκλήθηκε[17] Πρόκληση τραυματισμού ή τραυματισμών σε τρίτους, ή ζημιάς σε άλλα οχήματα ή περιουσία.
  1. Μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να αποτελέσουν, γνήσιο έκτακτο περιστατικό, οδήγηση με μη υπερβολική ταχύτητα και όπου η οδήγηση ήταν αποτέλεσμα απειρίας παρά ανευθυνότητας[18].
  2. Εξετάζοντας την 5η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να παραθέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Αυτό δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός ότι η εξουσία στέρησης της άδειας οδήγησης εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). 21. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329 (με αναφορά στις Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16): «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.»
  1. Οι κατηγορίες που αφορούν τη μετατροπή του οχήματος (κατηγορίες 8 και 10), την μετατροπή τζαμιών σε φιμέ (κατηγορία 7) και την απουσία πινακίδων κυκλοφορίας (κατηγορία 2) τιμωρούνται σύμφωνα με τον κ. 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν, με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτους ή πρόστιμο €1708 ή και τις δύο ποινές. Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση εξετάζει την έκταση, την επικινδυνότητα και τον σκοπό των μετατροπών.
  2. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με την νομολογία, παράμετρο, που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. Sentencing in Cyprus, σελ. 88[19], ανωτέρω). Η νομολογία δεν καθορίζει όριο ηλικίας για κατάταξη ατόμου ως νεαρού. Αυτό πιθανόν να οφείλεται, στο γεγονός, ότι, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, εκτός της ηλικίας, που μπορούν να καθορίσουν το ζήτημα. Όπως είναι, για παράδειγμα, οι, ανεξαρτήτως ηλικίας, εμπειρίες ενός ατόμου της ζωής (βλ. Sentencing in Cyprus, σελ. 89[20], ανωτέρω). Το βέβαιο είναι, ότι, όσο μεγαλώνει κάποιος ηλικιακά, η σημασία του νεαρού της ηλικίας, ως μετριαστικού παράγοντα, μειώνεται[21].
  3. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Andrew John Yeates κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320, είναι γενική αρχή δικαίου, ότι, η ποινή φυλάκισης, αποτελεί ύστατο μέτρο τιμωρίας. Αρχή που, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αποκτά, ακόμη μεγαλύτερη σημασία, στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών, όπου, γενικά, ενδείκνυται, απροθυμία φυλάκιση τους, εφόσον, εναλλακτικοί τρόποι τιμωρίας, κρίνονται επαρκείς. 25. Από την άλλη, το Δικαστήριο, δεν θα αποφύγει την επιβολή ποινής φυλάκισης σε ένα νεαρό παραβάτη, εάν αυτό παρουσιάζεται ως η μόνη, υπό τις περιστάσεις, λύση. Παράγοντες, καθοριστικοί αυτής της επιλογής, είναι, ως υποστηρίζεται και από την νομολογία[22], μεταξύ άλλων, αν ο κατηγορούμενος,
(1)βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες,
(2)αν παρέλειψε να ανταποκριθεί σε άλλες μεθόδους ή προσπάθειες αναμόρφωσης του και
(3)τυχόν, βάσει των περιστατικών της υπόθεσης, επαίσχυντη συμπεριφορά του έναντι άλλου ή άλλων προσώπων που θυματοποιήθηκαν από την συμπεριφορά. 26. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429). 27. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361). 28. Αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). 29. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις Δικαστικές Αρχές, (βλ. Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος όταν διέπραξε το αδίκημα ήταν ηλικίας 21 ετών, σήμερα είναι ηλικίας 27 ετών. Έχοντας κατά νου και την Κυπριακή πραγματικότητα κρίνω ότι συνεχίζει να είναι άτομο νεαρής ηλικίας. Από την άλλη δεν μου διαφεύγει ότι τα αδικήματα αυτής της φύσεως διαπράττονται συχνότερα από άτομα νεαρών ηλικιών ούτε η συμπεριφορά που επέδειξε κατά τη σύλληψη.
  2. Εξέτασα επίσης τον διαρρεύσαντα χρόνο από την διάπραξη αδικημάτων. Διαπιστώνω ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε 4 χρόνια και 1 μήνα μετά τη διάπραξη, στις 21/1/
  3. Η διερεύνηση φαίνεται να είχε ολοκληρωθεί σε σύντομο χρόνο μετά τη διάπραξη. Η καθυστέρηση από πλευράς διωκτικών αρχών δεν δικαιολογείται ούτε επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί.
  4. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 17/2/2015 οπότε και ο κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 8/5/
  5. Ακολούθως, αφού ο κατηγορούμενος διόρισε δικηγόρο, ορίστηκε στις 10/6/2015 και την 1/7/2015 για ακρόαση χωρίς μάρτυρες και ακολούθως στις 27/11/2015 για ακρόαση. Η υπόθεση αναβλήθηκε άλλες δύο φορές λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου και μια φορά λόγω αιτήματος της Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος εν τέλει παραδέχθηκε τις κατηγορίες στις 30/1/2017 και την κατηγορία 10 στις 15/3/
  6. Επομένως μέρος της ευθύνης για την καθυστέρηση μετά την καταχώριση, έστω και μικρής, φέρει και ο κατηγορούμενος.
  7. Από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος η κατηγορία της επικίνδυνης είναι η πλέον σοβαρή. Έλαβα υπόψη όσα ανέφερα πιο πάνω και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, αφενός, το σύνολο των γεγονότων, υπάρχει σωρεία επιβαρυντικών παραγόντων με πιο σημαντικό την προσπάθεια διαφυγής από αστυνομικό έλεγχο και του παρατεταμένου της οδήγησης με αυξημένη ταχύτητα που εν τέλει οδήγησε σε διπλή σύγκρουση του οχήματος του κατηγορουμένου με αστυνομικό όχημα. Η συμπεριφορά εκτός από αδιάφορη και εγωιστική ήταν και άκρως αντικοινωνική και απαράδεκτη.
  8. Η σημασία της καθυστέρησης στην προκειμένη περίπτωση, μέχρι την καταχώριση, είναι μεγάλη. Λαμβάνοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αφετέρου, τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, που εστιάζονται, το λευκό του ποινικό μητρώο, στην παραδοχή του, την μεταμέλεια και απολογία του, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις έχω αποφασίσει, ότι αν και θα πρέπει να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης, βαθμών ποινής και στέρησης της άδειας οδήγησης, αυτή θα πρέπει να είναι σαφώς μειωμένη και μικρής διάρκειας λόγω της καθυστέρησης.
  9. Όσον αφορά τα αδικήματα της ανασφάλιστης οδήγησης και με ακυρωμένη εγγραφή είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση αυτών εξ ου και προσπάθησε να αποφύγει τον έλεγχο. Και σ' αυτά επιβάλω ποινή φυλάκισης.
  10. Αξίζει όμως να αναφερθεί και η σημασία της επιβολής ποινής φυλάκισης μικρής διάρκειας. Όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν σύγγραμμα, Sentencing in Cyprus στη σελ. 85[23], το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό αποφάσεων του αναγνώρισε την σημασία επιβολής ποινών φυλάκισης μικρής διάρκειας για σκοπούς αποτροπής. Ο σκοπός που επιβάλλεται τέτοια ποινή είναι για να έρθει αντιμέτωπος ο κατηγορούμενος με τις συνέπειες της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που επέδειξε και για να προειδοποιηθούν άλλοι ότι τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. επίσης Τσουλόφτας ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 391, 395-396). Η σημασία της παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν έχει ατονήσει όταν το αδίκημα ιδωθεί στην ορθή του διάσταση, επικίνδυνη οδήγηση σε αστυνομική καταδίωξη.
  1. Τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την αναγκαιότητα διατήρησης της άδειας οδήγησης του τα έλαβα υπόψη μου, κρίνω όμως ότι δεν αποτελούν λόγους μη στέρησης της άδειας του και παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Έλαβα όμως υπόψη μου το γεγονός ότι θα επιβληθούν ποινές φυλάκισης και ότι θα πρέπει να δοθεί ευκαιρία επαναδραστηριοποίησης στον κατηγορούμενο με την αποφυλάκιση του.
  2. Επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 30 ημερών και 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 45 μέρες από σήμερα.
(2)Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 ημερών.
(3)Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 45 μέρες από σήμερα.
(4)Στην 7η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 ημερών.
(5)Στην 8η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 ημερών.
(6)Στις κατηγορίες 3, 4, 11, 12 και 13, δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή καθότι εμπεριέχονται τα γεγονότα της κατηγορίας 1.
(7)Στην κατηγορία 10, δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή καθότι είναι απόρροια της κατηγορίας
  1. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν.
  2. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης την οποία ήδη έχω επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[24] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  3. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
  1. Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά και το γεγονός ότι εμφανίζεται μεταμελημένος. Κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, η οποία θα είναι άμεση. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Dangerous Driving/ s. 7 Law 86/72 Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Επικίνδυνη Οδήγηση/ άρθρο 7 Ν. 86/
  2. [1] Από τις δεκατρείς κατηγορίες διακόπηκαν οι κατηγορίες 6 και
  3. [2] Κατά παράβαση των Άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση των κ. 6
(1)
(2)
(5)
(6), 16 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [4] Κατά παράβαση των κ. 58
(4)(θ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [5] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [6] Κατά παράβαση των κ. 2, 50
(20)
(21)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [7] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 55
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [8] Κατά παράβαση των κ. 55
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [9] Κατά παράβαση των κ. 58
(2)(δ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [10] Κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. [11] 'Imprisonment for dangerous driving may be imposed when the safety of others is put at risk or serious consequences follow from it.' [12] Βλ. Guideline on Dangerous driving (www.sentencingcouncil.org.
  1. uk)και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 3, παρ. 3A.14, σελ. 1/1239. [13] Single incident where little or no damage or risk of personal injury. [14] Incident(
  2. s)involving excessive speed or showing off, especially on busy roads or in built-up area; or Single incident where little or no damage or risk of personal injury but offender was disqualified driver. [15] Prolonged bad driving involving deliberate disregard for safety of others; or Incident(
  3. s)involving excessive speed or showing off, especially on busy roads or in built-up area, by disqualified driver; or Driving as described in box above while being pursued by police. [16] Factors indicating higher culpability: 1. Disregarding warnings of others, 2. Evidence of alcohol or drugs, 3. Carrying out other tasks while driving, 4. Carrying passengers or heavy load, 5. Tiredness, 6. Aggressive driving, such as driving much too close to vehicle in front, racing, inappropriate attempts to overtake, or cutting in after overtaking, 7. Driving when knowingly suffering from a medical condition which significantly impairs the offender's driving skills, 8. Driving a poorly maintained or dangerously loaded vehicle, especially where motivated by commercial concerns. [17] Factors indicating greater degree of harm: 1. Injury to others, 2. Damage to other vehicles or property. [18] Factors indicating lower culpability: 1. Genuine emergency, 2. Speed not excessive, 3. Offence due to inexperience rather than irresponsibility of driver. [19] 'Dealing with young offenders is a particularly delicate task. In their case, the need for helping them reform is extraordinarily strong, as their chances of rehabilitation are better in comparison to older persons who are more hardened in their habits and attitudes. The emphasis is on reform rather than punishment.' [20] 'There is no authority establishing the age limit of individuals qualifying as young persons; probably because considerations other than the number of years enter into equation, such as a person's experience in life.' [21] Βλ. Akkarkili v R
(1987)2 CLR 125 και Chanine v R
(1987)2 CLR 183. [22] Βλ. Costakis Michael Christofi v P
(1971)2 CLR 216, Panicos Menelaou a. o. v R
(1971)2 CLR 146 και Antoniou v P
(1975)7 JSC 986 στις οποίες παραπέμπει το σύγγραμμα Sentencing in Cyprus ανωτέρω, στη σελ. 88. [23] 'The principle behind a short sentence of imprisonment is to confront the accused with the consequences of antisocial behaviour and warn others that such conduct cannot be tolerated in a civilised society.' [24] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.