Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μανώλης Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4949/14, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4949/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Μανώλης Αντωνίου
- Δημήτρης Σιαμαρκού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29/3/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο 1 : κα Κ. Πιερούδη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Αρμεύτης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Από κοινού αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (1η Κατηγ.) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου της ίδιας τάξης, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (2η Κατηγ.). Αντιμετωπίζουν επίσης ο καθένας, από μία κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου της ίδιας τάξης (3η και 4η Κατηγορία αντίστοιχα για τους κατηγορούμενους 1 και 2.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 19/6/2012 στη Λεμεσό, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή 29,4236 γραμμάρια κοκαίνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (1η Κατηγ.), με σκοπό να προμηθεύσουν την ποσότητα αυτή σε άλλα πρόσωπα (2η Κατηγ.) και ότι στις 19/6/2012 και στις 29/5/2012 αντίστοιχα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 χρησιμοποίησαν ελεγχόμενο φάρμακο της τάξης αυτής (3η και 4η Κατηγ.). Ο κατηγορούμενος 1 πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας παραδέχθηκε την 1η και 3η κατηγορία και η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με αυτόν διεξήχθη μόνο για την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της προμήθειας. Ο κατηγορούμενος 2 όμως, δεν παραδέχθηκε ενοχή σε καμία από τις κατηγορίες με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία για αυτόν, να προχωρήσει για όλες. Κατά τη διάρκεια της δίκης τα ακόλουθα έγγραφα κατατέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι τα ακόλουθα. Η κατάθεση του αστυφ. 2690 Α. Παντελή, έντυπο του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής, έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του κράτους ημερομ. 23.1.13, κατάθεση του αστυφ. 2075 Χρ. Χριστοφή, έκθεση με Αναφορά ΥΠΕΓΕ 3936/12, κατάθεση του αστυφ. 620 Μ. Αρτεμίου και έκθεση με Αρ. Αναφορά ΥΠΕΓΕ 3936/12 (Τεκμήρια 17-23 αντίστοιχα). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 βρέθηκε στο εξωτερικό μέρος του ρολού του χαρτιού υγείας μέσα στο οποίο εντοπίσθηκε η κοκαίνη. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν οι αστυφ. 3490 Γ. Γερολέμου, ο 1947 Μ. Πάφιος και ο 3521 Π. Παπαντωνίου (Μ.Κ.1-3), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης. Μετά δε από την κλήση των κατηγορούμενων 1 και 2 σε απολογία, ο μεν πρώτος, προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Τον Δρ Αργύρη Αργυρίου και την Άννα Στυλιανού. Ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει καμία άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Όπως προαναφέρεται οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας είναι οι αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο ανακριτής και οι Μ.Κ.2 και 3 οι αστυφύλακες στους οποίους την επίδικη ημερομηνία είχε ανατεθεί η παρακολούθηση των κινήσεων των δύο κατηγορούμενων. Τους έχω παρακολουθήσει όλους με ιδιαίτερη προσοχή και έχω πεισθεί ότι μαρτύρησαν μόνο όσα πραγματικά έγιναν και περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς σε καμία στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς και έτσι η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο της άποψης που ο Μ.Κ.3 εξέφρασε ότι δηλαδή το κομμάτι του νάιλον σακουλιού μέσα στο οποίο ήταν τοποθετημένα η άσπρη συμπαγής ουσία που εντοπίσθηκε στην σκηνή, αποτελεί μέρος του νάιλον σακουλιού που εντοπίσθηκε στην θήκη μεταξύ των θέσεων οδηγού και συνοδηγού και η οποία ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 γίνεται χωρίς να μου διαφεύγει ότι σε αυτή παρουσιάζονται κάποιες αδυναμίες. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια πράγματα για τα οποία ερωτάτο, πέραν αυτών που καταγράφει στις καταθέσεις του (Τεκμήρια Β και Γ) και κυρίως γιατί σε κάποιες άλλες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, αρνείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Μια τέτοια περίπτωση παρατηρείται όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει στην γλώσσα των ναρκωτικών η έκφραση «μαγειρεύω κοκαίνη» ή όταν αρχικά αρνήθηκε να απαντήσει σε ερώτηση αν κατά την ώρα της ανακοπής υπήρχαν στο μέρος και άλλα αυτοκίνητα εκτός εκείνου στο οποίο επέβαιναν οι δύο κατηγορούμενοι. Όμως, επειδή οι αρνήσεις του αυτές δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, επί των οποίων υπήρξε σαφής και σταθερός και κυρίως γιατί η μαρτυρία του συμβαδίζει με αυτήν του Μ.Κ.3 ο οποίος ήταν απόλυτα σταθερός και θετικός, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία ((βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, 2007
(2)ΑΑΔ359) Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση, δεν έχει καμία απολύτως πειστική αξία και δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη θεώρηση της αμφισβητούμενης μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Και αυτό λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή και η οποία για τους λόγους που προαναφέρονται έγινε αποδεκτή, καθώς και τη γραμμή υπεράσπισης. Από την ανώμοτη αυτή δήλωση, γίνεται μόνο αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι για χρόνια χρήστης σκληρών ναρκωτικών, αφού τούτο αποτελεί γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο κατηγορούμενος 1 κάλεσε ως μάρτυρα τον ψυχίατρο ο οποίος το 2012, την επίδικη δηλαδή χρονιά, παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο 1 όταν υπηρετούσε ως ψυχίατρος στο νοσοκομείο της Λεμεσού. Ο τελευταίος, ήταν ασθενής του για 15 περίπου χρόνια λόγω προβλημάτων σοβαρής μορφής ουσιοεξάρτησης, με πολλή ανθεκτικότητα στις προσπάθειες που κατέβαλε για απεξάρτηση. Όπως είπε αυτός έκανε χρήση ποικιλίας ουσιοεξαρτήσεων, κυρίως ηρωίνης, κοκαίνης και άλλων διεγερτικών και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Περιστασιακά χρησιμοποιούσε και κάνναβη. Ήταν η θέση του γιατρού ότι ποσότητα 30 γραμμαρίων κοκαίνης το 2012 ήταν ικανοποιητική για τον κατηγορούμενο 1 για περίοδο μόνο μερικών ημερών. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι επειδή ο κατηγορούμενος 1 έπαιρνε μεγάλες ποσότητες «μπορεί» αυτή η ποσότητα να ήταν για δική του χρήση. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 ήταν για χρόνια χρήστης σκληρών ναρκωτικών, μεταξύ αυτών και κοκαίνης και ότι έκανε χρήση μεγάλων ποσοτήτων γίνεται αποδεκτή. Και αυτό γιατί ο ιατρός μαρτύρησε με αντικειμενικότητα και επάρκεια όσον αφορά την κατάσταση του κατηγορούμενου 1, τον οποίο παρακολουθούσε για πολλά χρόνια περιγράφοντας την κατάσταση του ως είχε τότε. Η άποψη όμως που εξέφρασε ότι η συγκεκριμένη ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 «μπορεί» να ήταν για δική του χρήση δεν γίνεται αποδεκτή γιατί είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί αποκλειστικά και μόνο από το Δικαστήριο. Η Μ.Υ.2 είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και υπεύθυνη του ποινικού τμήματος. Ζητήθηκε από αυτήν και παρουσίασε την απόφαση (Τεκμήριο 25) που εκδόθηκε στις 11/10/2010 στην Υπόθεση Αρ. 15595/08 με κατηγορούμενο τον Μανώλη Αντωνίου, δηλαδή κατηγορούμενο 1 στην παρούσα υπόθεση και αφορούσε αδικήματα κατά παράβαση και πάλι του ίδιου Νόμου, με σοβαρότερο αυτό της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Η μαρτυρία της περιορίσθηκε στην κατάθεση της αναφερόμενης απόφασης, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την κατηγορούσα αρχή και για το λόγο αυτό γίνεται αποδεκτό ότι εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ο κατηγορούμενος 2 κατά τη διάρκεια της ένορκης του κατάθεσης του, προσπάθησε να πείσει πρώτο, ότι δεν γνώριζε, τουλάχιστον από την αρχή ότι μαζί τους στο αυτοκίνητο μετέφεραν την ανευρεθείσα ποσότητα κοκαίνης και δεύτερο ότι σκοπός της μετάβασης τους στο χώρο ήταν απλώς και μόνο για να αγοράσουν κοκαίνη και όχι να την προμηθεύσουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του δεν έχω πεισθεί ότι τα όσα κατάθεσε προφορικά στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η μαρτυρία του δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και σαφήνεια, ενώ ο ισχυρισμός του ότι μετέβησαν στον χώρο για να αγοράσουν ναρκωτικά, δεν συνάδει με την κοινή λογική. Και αυτό γιατί είχαν μαζί τους και μετέφεραν μια σημαντική ποσότητα κοκαίνης και συνεπώς δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μεταβούν οπουδήποτε για να αγοράσουν, αλλά άνετα θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτή που κατείχαν και μάλιστα στο σπίτι του κατηγορούμενου 1 από το οποίο λίγο προηγουμένως τον είχε παραλάβει. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ενόρκως, διαφοροποιούνται από αυτά που είπε στην κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 1). Για να δικαιολογήσει την διαφοροποίηση αυτή, προσπάθησε να δώσει διαφορετική σημασία στα όσα ανάφερε στην κατάθεση του. Στην προσπάθεια του αυτή προέβαλε εντελώς αστήρικτους και καθόλου πειστικούς ισχυρισμούς. Στο Τεκμήριο 1 δέχεται ότι όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 που είναι επίσης χρήστης κοκαίνης κάποια ποσότητα για δική του χρήση, συμφώνησαν όπως ο κατηγορούμενος 2 μεταφέρει τον πρώτο κοντά στην υπεραγορά Ορφανίδη για να κάνουν «μια δουλειά με κόκα» και ότι σε αντάλλαγμα ο ίδιος θα έπαιρνε κάποια μικρή ποσότητα κοκαίνης για δική του χρήση. Παρά την προφανέστατη σημασία των πιο πάνω λεχθέντων ο κατηγορούμενος 2, καταθέτοντας ενόρκως, προσπάθησε να δώσει διαφορετική σημασία σε αυτά. Προσπάθησε στην ένορκη του μαρτυρία να πείσει ότι με την αναφορά του να κάμουν «μια δουλειά με κόκα», εννοούσε απλώς ότι θα πήγαιναν εκεί για να αγοράσουν, να «πιάσουν» όπως είπε κατά λέξη, κοκαίνη και ότι αυτή είναι η σημασία της συγκεκριμένης έκφρασης όταν χρησιμοποιείται από χρήστες. Δεν έδωσε επίσης καμία εξήγηση για το τι θα μπορούσε να εννοεί λέγοντας στην κατάθεση του για το αντάλλαγμα που θα έπαιρνε, κάτι βέβαια που δεν μπορεί να έχει καμία άλλη σημασία από την προφανή. Με εντελώς ασαφή και αστήρικτο τρόπο προσπάθησε επίσης να δώσει άλλη σημασία και σε άλλους ισχυρισμούς που προέβαλε στην κατάθεση του. Μια τέτοια προσπάθεια εντοπίζεται όταν ερωτώμενος τι εννοούσε με την φράση «ήταν να βγάλουμε από μέσα λλίη κοκαίνη που θα κάμναμε χρήση μαζί», απάντησε κατά λέξη «Εν η ποσότητα που αντιστοιχούσε του καθενού, τα λεφτά που ήταν να βάλουμε». Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός εκτός της ασάφειας που τον χαρακτηρίζει, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι μετέβησαν στο μέρος για να αγοράσουν κοκαίνη για να την χρησιμοποιήσουν. Προσπάθησε με τη μαρτυρία του να δείξει ότι δεν είχε γνώση για τη φύση των ουσιών που εντοπίσθηκαν παρά μόνο το πληροφορήθηκε όταν πλησίασαν στην σκηνή. Όμως και επί του συγκεκριμένου σημείου δεν ήταν καθόλου πειστικός. Στην ένορκη του μαρτυρία ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε ότι είχαν την κοκαίνη μαζί τους στο αυτοκίνητο, αλλά το πληροφορήθηκε μόνο όταν βρίσκονταν 50 με 100 μέτρα μακριά από την υπεραγορά και όταν ο κατηγορούμενος 1 του έδειξε τα ναρκωτικά και ενόσω ο ίδιος οδηγούσε. Και αυτό προφανώς στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την ανεύρεση του γενετικού του υλικού στο ρολό του χαρτιού υγείας εντός του οποίου ήταν συσκευασμένη η κοκαίνη. Στην κατάθεση του όμως αναφέρει ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ο ίδιος ή ο κατηγορούμενος 1 είχε βάλει το σακούλι με τα ναρκωτικά μέσα στο ρολό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το ερώτημα πότε έγινε αυτό και κάτω από ποιες συνθήκες και ιδιαίτερα αν αυτό μπορούσε να γίνει ενώ οδηγούσε, τον χρόνο δηλαδή που πρωτοείδε την κοκαίνη όπως ήταν ο ισχυρισμός του. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις κινήσεις του όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και οι οποίες σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ήταν ύποπτες, αφού κοίταζε δεξιά και αριστερά, προέβαλε και πάλι μη πειστικούς ισχυρισμούς λέγοντας ότι απλώς κοίταζε να δει που θα πήγαινε ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είχε κατέβει από το αυτοκίνητο μιλώντας στο τηλέφωνο. Και όλα αυτά όπως προαναφέρεται, σε αντίθεση με τα όσα προέβαλε στην κατάθεση του. Σε σχέση με την αξιολόγηση κατάθεσης κατηγορούμενου καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Xρ. Κ. Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693. «Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω),που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Στη σελ. 112 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.» Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω αρχές, όλα όσα περιέχονται στην κατάθεση του κατηγορούμενου 2 και αποτελούν επιβαρυντικά για αυτόν και μόνο στοιχεία γίνονται αποδεκτά, ενώ όλα κατάθεσε ενόρκως απορρίπτονται. Τα όσα δε εμπεριέχονται στην κατάθεση του και εμπλέκουν τον κατηγορούμενο 1 δεν θα ληφθούν υπόψη σύμφωνα και με το νομικό κανόνα ότι αυτά που λέει στην κατάθεση του ο ένας από τους κατηγορούμενους, δεν είναι μαρτυρία εναντίον του άλλου κατηγορούμενου (βλ. Κίτα v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212 και Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, 45). N. M. Mahmoud v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 36, 45). Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 19/6/2012 και κατόπιν πληροφορίας ότι στην περιοχή που βρίσκεται η υπεραγορά «Ορφανίδη» στην περιοχή Πολεμιδίων θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών, οι Μ.Κ. 2 και 3 μαζί με άλλους συναδέλφους τους, μετέβησαν εκεί και έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση. Περί ώρα 16.45, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΥΧ478 στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, με τον πρώτο να είναι συνοδηγός και τον δεύτερο οδηγό, εισήλθε σε ανοικτό χώρο μεταξύ των οδών Μ. Δαμασκηνού και Κατσαντωνέων όπου και στάθμευσε. Ο κατηγορούμενος 1, κατέβηκε από το αυτοκίνητο από τη θέση του συνοδηγού σκυφτός και κρατώντας ένα αντικείμενο άσπρου χρώματος το οποίο και πέταξε στο έδαφος, αριστερά της πόρτας του συνοδηγού. Ακολούθως και ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και στάθηκε μπροστά από αυτό ελέγχοντας την γύρω περιοχή, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά. Ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε πεζός ανατολικά προς τη οδό Κατσαντωνέων. Τότε, επενέβησαν τα μέλη της ΥΚΑΝ που είχαν θέσει το μέρος υπό παρακολούθηση. Ανέκοψαν τον κατηγορούμενο 1 και τον οδήγησαν στο σημείο όπου προηγουμένως είχε σκύψει και πετάξει το αντικείμενο. Την ίδια στιγμή ανακόπηκε και ο κατηγορούμενος 2 από άλλους αστυφύλακες και οδηγήθηκε επίσης στο ίδιο σημείο. Στο σημείο αυτό, που βρισκόταν σε απόσταση ενός μέτρου από την πόρτα του συνοδηγού, εντοπίσθηκε ένα ρολό χαρτιού υγείας. Μέσα στην μέση του ρολού υπήρχαν κρυμμένα μικρά κομμάτια άσπρης συμπαγούς ουσίας που έμοιαζε με κοκαίνη, τυλιγμένα σε κομμάτι διαφανούς σακουλιού. Από την άλλη μεριά του ρολού, υπήρχε σφηνωμένο ένα τεμάχιο χαρτιού υγείας. Ο Μ.Κ.2 το παρέλαβε και ανάφερε στους δύο κατηγορούμενους ότι είχε εύλογες υποψίες ότι η άσπρη συμπαγής ουσία ήταν κοκαίνη η κατοχή της οποίας απαγορεύεται από το Νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε «εν ηξέρω τίποτε» και ο κατηγορούμενος 2 «εν έχω ιδέα τι εν τζείνο το πράμα». Στην συνέχεια και μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 2, οι αστυφύλακες προχώρησαν σε έρευνα του αυτοκινήτου του, στην παρουσία του ίδιου και του Αντωνίου. Κατά την έρευνα, ο Μ.Κ.2 βρήκε και παρέλαβε σε θήκη ανάμεσα στα καθίσματα του οδηγού και του συνοδηγού ένα σκισμένο άσπρο νάιλον σακούλι με την επιγραφή «Sunfresh» από το οποίο έλειπε ένα κομμάτι. Τότε ο Μ.Κ.2, πληροφόρησε τους δύο κατηγορούμενους ότι είχε εύλογες υποψίες ότι μέρος του σακουλιού αυτού, χρησιμοποιήθηκε για την συσκευασία των ανευρεθέντων ναρκωτικών και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «εν ηξέρω τίποτε» και ο κατηγορούμενος 2 δεν απάντησε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.2 βρήκε και παρέλαβε στην θήκη της πόρτας του οδηγού ένα πλαστικό άσπρο κυλινδρικό δοχείο το οποίο περιείχε ποσότητα μαγειρικής σόδας με την επιγραφή «natural life». Αμέσως πληροφόρησε τους δύο κατηγορούμενους ότι είχε εύλογες υποψίες ότι αυτή η μαγειρική σόδα χρησιμοποιήθηκε για ανάμιξη της με ναρκωτικά και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε οτιδήποτε, ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι «ήταν να την μαειρέψω με την κόκα». Στο αυτοκίνητο δεν βρέθηκε οτιδήποτε άλλο παράνομο. Ο αστυφ. 1742 και καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2 φωτογράφησε την σκηνή και τα τεκμήρια. Στην συνέχεια της ίδιας μέρας και με τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 2 και στην παρουσία του οι Μ.Κ.2 και 3 μαζί με άλλους συναδέλφους τους ερεύνησαν το διαμέρισμα του κατηγορούμενου
- Εκεί βρέθηκε και παραλήφθηκε πάνω σε έπιπλο βιβλιοθήκης στο υπνοδωμάτιο του ένα νάιλον σακούλι μέσα στο οποίο υπήρχαν 39 κροτίδες χρώματος καφέ και 6 κροτίδες χρώματος καφέ και πράσινου. Όταν ο κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.3 ότι η κατοχή κροτίδων απαγορεύεται από το Νόμο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «εμείναν μου που το Πάσχα». Τότε ο αστυφ. 3521 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 για αυτόφωρο αδίκημα, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «εντάξει». Μετά ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 προφορικά για τα νομικά του δικαιώματα. Στην συνέχεια της έρευνας την ίδια μέρα, ο Μ.Κ.2 βρήκε και παρέλαβε πάνω στην ίδια βιβλιοθήκη μια ασημένια ηλεκτρονική ζυγαριά μάρκας Diamod πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη άσπρης ουσίας που έμοιαζε με κοκαίνη. Αμέσως ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι είχε εύλογες υποψίες ότι τα ίχνη της άσπρης ουσίας ήταν κοκαίνη και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «εν δική μου η ζυαρκά, έχω την για να ζυάζω την κοκα μου». Στην συνέχεια της έρευνας, ο Μ.Κ.2 εντόπισε μέσα σε συρταράκι μικρού κουτιού το οποίο βρισκόταν πάνω από ερμάρι στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου 2, ένα σακουλάκι μέσα στο οποίο υπήρχαν ίχνη άσπρης ουσίας που έμοιαζε με κοκαίνη. Αμέσως ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε ότι είχε εύλογες υποψίες ότι τα ίχνη άσπρης ουσίας είναι κοκαίνη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «εξήασα το που παλιά τζαμέ». Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 2, οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1, έρευνα έγινε και στο σπίτι του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε παράνομο. Ο Μ.K.1 την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Στην συνέχεια τον συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα για όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εντάξει». Στην συνέχεια τον πληροφόρησε για τα νομικά του δικαιώματα. Στη συνέχεια ο Μ.Κ. 1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 με δικαστικό ένταλμα για όλα τα υπό διερεύνηση εναντίον του αδικήματα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός δεν απάντησε. Στην συνέχεια τον πληροφόρησε γραπτώς για τα νομικά του δικαιώματα. Την ίδια μέρα έλαβε ο Μ.Κ.1 παρειακά επιχρίσματα των δύο κατηγορούμενων κατόπιν γραπτής τους συγκατάθεσης, τα συσκεύασε και τα σφράγισε. Ακολούθως έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω ανευρεθέντα τεκμήρια παραλήφθηκαν, συσκευάσθηκαν και σφραγίσθηκαν δεόντως και μεταφέρθηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας καθώς επίσης και στο Γενικό Χημείο του κράτους για επιστημονικές εξετάσεις. Οι εξετάσεις αυτές κατέδειξαν ότι η άσπρη συμπαγής ουσία που βρέθηκε στην σκηνή ήταν κοκαίνη βάρους 29,4236 γραμμαρίων, όπως κοκαίνη ήταν και τα ίχνη άσπρης σκόνης που εντοπίσθηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 πάνω στην ζυγαριά και σε συρταράκι μικρού κουτιού που βρισκόταν πάνω από το ερμάρι στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου
- Γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2, εντοπίσθηκε στο εξωτερικό μέρος του ρολού του χαρτιού υγείας μέσα στο οποίο βρισκόταν η κοκαίνη. Η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με ορθό και νομότυπο τρόπο. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι για πολλά χρόνια χρήστες σκληρών ναρκωτικών συμπεριλαμβανομένης και κοκαίνης και γνωστοί στην ΥΚΑΝ για την δράση τους αυτή. Ποσότητα 30 γραμμαρίων κοκαίνης το 2012 ήταν ικανοποιητική για τον κατηγορούμενο 1 για περίοδο μερικών ημερών. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και το οποίο είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το οποίο την βαρύνει εξ' ολοκλήρου (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Το είδος και οι ποσότητες των ανευρεθέντων ουσιών και ότι αυτές αποτελούν ναρκωτικά μέσα στην έννοια του Νόμου, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αλλά αντίθετα αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός αφού και όπως προαναφέρεται η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους και στην οποία αναφέρεται το είδος των ναρκωτικών και η ποσότητα τους κατατέθηκε εκ συμφώνου και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του (Τεκμήριο 19). Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτή, οι ουσίες που ανευρέθηκαν είναι κοκαίνη βάρους 29,4236 γραμμαρίων, η οποία και σύμφωνα με το Νόμο αποτελεί ναρκωτικό τάξεως Α. Τα πιο πάνω λοιπόν αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Για απόδειξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 που δεν παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία αυτή, θα πρέπει να εξετασθεί εάν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της κατοχής. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής v. Δημοκρατίας 2008
(2)ΑΑΔ 256, στην οποία και υιοθετήθηκε αυτούσιο από το Ανώτατο Δικαστήριο, το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Κακουργιοδικείου. «Επειδή συμφωνούμε με τη νομική ανάλυση, με αναφορά μάλιστα στη νομολογία που κάνει επί του θέματος το Κακουργιοδικείο, θα την παραθέσουμε πάλιν αυτούσια: «Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Η έννοια της κατοχής έχει ευρύτητα τέτοια ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, 416-417). Η έννοια του όρου «κατοχή», όπως την έχουμε ήδη διαγράψει, στηρίζεται και νομοθετικά από τη Διάταξη 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν.29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί: Αναφέρεται: «
(3)Δια τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (R. v. Blake 68 Cr.R.1, R.v. Peaston 69 Cr.App.R.203 και Χαράλαμπου Χαραλάμπους [ανωτέρω]). Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση ότι αφού ο Εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από την στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν.» Σε σχέση με το ζήτημα του φυσικού ελέγχου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(3)του Ν. 29/77, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει την κατοχή, όταν τα αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο του, έστω και εάν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου και λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Έτσι και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, (Βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211) ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss πιο πάνω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Συμπεραίνεται δηλαδή από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα, κάποτε μάλιστα, με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Με βάση τα πιο πάνω και εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι το συστατικό στοιχείο της κατοχής έχει αποδειχθεί και για τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία της κατοχής. Και αυτό γιατί συνυπάρχουν και τα δύο στοιχεία που την συνιστούν. Ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 είχαν στον φυσικό τους έλεγχο την κοκαίνη την οποία και μετέφεραν με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2 στο οποίο και οι δύο επέβαιναν, ο κατηγορούμενος 1 ως συνοδηγός και ο κατηγορούμενος 2 ως οδηγός του αυτοκινήτου. Ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση της φύσης τους, προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Ο ίδιος ήταν χρήστης κοκαίνης για πολλά χρόνια. Οδήγησε το αυτοκίνητο με το οποίο μεταφέρθηκε η κοκαίνη. Οι κινήσεις του όταν ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έριξε στο έδαφος το ρολό στο οποίο ήταν συσκευασμένη η κοκαίνη ήταν ύποπτες αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά και καταδεικνύουν ότι ήλεγχε την περιοχή. Δικό του γενετικό υλικό εντοπίσθηκε στο εξωτερικό ρολό του χαρτιού υγείας στο οποίο βρέθηκε συσκευασμένη η κοκαίνη. Όλα τα πιο πάνω σωρευτικά ιδωμένα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κανένα άλλο συμπέρασμα παρά μόνο ότι αυτός είχε γνώση της φύσης των ουσιών. Η γνώση αυτή και πέρα από όλα τα πιο πάνω προκύπτει και από την ίδια την κατάθεση του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 1), στην οποία εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση και στην οποία ουσιαστικά δέχεται ότι ως αντάλλαγμα κάποιας ποσότητας κοκαίνης που χρειαζόταν για δική του χρήση, δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια «δουλειά με κόκα». Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι το συστατικό στοιχείο της κατοχής έχει αποδειχθεί, αφού και τα δύο στοιχεία που την συνιστούν συνυπάρχουν. Ο κατηγορούμενος 2 είχε την φυσική κατοχή και έλεγχο των ναρκωτικών αφού τα μετέφερε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και με το αυτοκίνητο του το οποίο ο ίδιος οδηγούσε σε συγκεκριμένο χώρο, έχοντας πλήρη γνώση τι ακριβώς αυτά συνιστούσαν. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το στοιχείο της κατοχής και συνακόλουθα το αδίκημα της 1ης κατηγορίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος είχε δηλώσει στην κατηγορία αυτή μη παραδοχή. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί τα αδίκημα της 2ης κατηγορίας, της παράνομης δηλαδή κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 29,4236 γραμμαρίων κοκαίνης με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Συνάγεται από τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, όπως επίσης και η κατοχή των ναρκωτικών, έχει και όπως προαναφέρεται αποδειχθεί και για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία της κατοχής σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 1. Παραμένει λοιπόν προς εξέταση εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει και την πρόθεση της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Αναφορικά με αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σχετικό είναι το άρθρο 30Α του Νόμου με το οποίο δημιουργείται μαχητό τεκμήριο εφόσον αποδειχθεί ότι η ποσότητα που παράνομα κατέχεται, καλλιεργείται ή μεταφέρεται, υπερβαίνει συγκεκριμένη ποσότητα που καθορίζεται στην στήλη αυτή. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, η κατοχή παρασκευασµένης κοκαΐνης ή παραγώγων αυτής 10 ή περισσότερων γραµµαρίων, θεωρείται ότι κατέχονται με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ο κατηγορούμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Αναφορικά με το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α τα όσα πιο πάνω αναφέρονται θα πρέπει να ιδωθούν μέσα από τα όσα λέχθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 87: «Η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων, ως προς τις προθέσεις και ενέργειες του κατηγορούμενου, καθώς και η εναπόθεση οποιουδήποτε αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο πρέπει να είναι συμβατά με το τεκμήριο της αθωότητας. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι δεν αποκλείεται, εκ προοιμίου, η καθιέρωση από το νόμο μαχητών τεκμηρίων ή η εναπόθεση αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά περιορίζονται σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν αντιμάχονται το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορούμενου - (βλ. μεταξύ άλλων Salabiaku v. France
(1988)13 EHRR 379, H. v. UK App No 15023/89 (4 April 1990, unreported), Bates v. UK App No 26280/95 (16 January 1996, unreported). Αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γίνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην R. v. DPP, ex p Kebeline
(1999)4 All E.R. 801. Άποψή μας είναι ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβασθεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητας, εφόσον - (α) Τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων, συναρτώνται άμεσα και αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών οπόταν, με την καθιέρωσή τους, ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός. (β) Το αποδεικτικό βάρος, το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσεισή τους (των επίμαχων συμπερασμάτων), δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακóλουθων και (γ) Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας - (το αποδεικτικό βάρος) - παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται, με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του». Στην υπόθεση Νίκος Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359 λέχθηκε, ότι σε ποινικές υποθέσεις η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, δεν μπορεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο. Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι όπου μεταφέρεται αποδεικτικό βάρος στον κατηγορούμενο εξαιτίας μαχητού τεκμηρίου, τότε, το βάρος αυτό αποσείεται με απόδειξη γεγονότων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 ΑΑΔ 97, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 250 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2003 σελ. 2006-07, Παρ. F 3.19). Σχετική είναι και η υπόθεση Hurbanek κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 524, στην οποία τονίστηκε ότι στην περίπτωση του τεκμηρίου που αναφύεται από το άρθρο 30Α, όταν διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά πέραν της καθορισθείσας από τον Νόμο ποσότητας, δέον να καταδείξει σε επίπεδο πιθανολόγησης ή εύλογης αμφιβολίας πως δεν τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να κλονίσει το τεκμήριο αυτό, υποστηρίζοντας ότι την ποσότητα αυτή θα την χρησιμοποιούσε ο ίδιος, καθότι την επίδικη περίοδο έκανε χρήση μεγάλων ποσοτήτων κοκαίνης. Όμως και παρά το ότι αυτό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου δεν έχω καμία αμφιβολία ότι την ποσότητα αυτή δεν την κατείχε μόνο για χρήση από τον ίδιο. Και αυτό γιατί εάν αυτή ήταν πράγματι η πρόθεση του, δεν θα είχε κανένα απολύτως λόγο να την μεταφέρει εκτός του σπιτιού του σε ανοικτό χώρο, να την ρίξει στο έδαφος, ενώ παράλληλα ο κατηγορούμενος 2 και κατά τον χρόνο αυτό, να ελέγχει την περιοχή κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά. Για όλα τα πιο πάνω ούτε ο κατηγορούμενος 1, ούτε και ο κατηγορούμενος 2 δεν κατάφεραν να δώσουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με την επιβεβαίωση της πληροφορίας που δόθηκε στην ΥΚΑΝ, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενοι 1 και 2 κατείχαν την ποσότητα αυτή της κοκαίνης με σκοπό να την προμηθεύσουν σε τρίτα πρόσωπα. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας εναντίον και των δύο κατηγορούμενων. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει πρόσθετα κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή κοκαίνης, στις 29/5/2012. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί προς απόδειξη της κατηγορίας αυτής. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή. Και αυτό γιατί ο πελάτης του με την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) δέχεται ότι η τελευταία φορά που έκανε χρήση της ουσίας αυτής ήταν στις 29/5/2012 όταν είσπραξε όπως λέει κάποια επιταγή. Με βάση λοιπόν την ίδια την παραδοχή του που γίνεται στην κατάθεση του και δεδομένης της αξιολόγησης της κατάθεσης αυτής όπως πιο πάνω αναλύεται, ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος και στην κατηγορία αυτή. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέσεισε το βάρος απόδειξης που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 1, 2 και 4. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/final Narkotika/promithia