Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες ν. Στέλλα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 22378/15, 6/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22378/15 Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες Παραπονούμενοι - εναντίον - Στέλλα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη ------------------------------- Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κ. Θρασυβούλου Η κατηγορούμενη εμφανίζεται προσωπικά -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη, η οποία να σημειωθεί επέλεξε να χειριστεί προσωπικά την υπεράσπιση της, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, οι οποίες εδράζονται στο αρ. 305Α
(2)Κεφ. 154 και αφορούν την άνευ ευλόγου αιτίας, πρόκληση μη εξόφλησης, δύο επιταγών για το ποσό των €100 έκαστη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η κατηγορούμενη, στις 24/9/14, εξέδωσε προς όφελος και για λογαριασμό των παραπονουμένων, δύο επιταγές για το προαναφερόμενο ποσό των €100 η κάθε μια, οι οποίες, αν και ήταν πληρωτέες στις 10/6/15 και 10/10/15 αντίστοιχα, όταν παρουσιάστηκαν κατά τις εν λόγω ημερομηνίες για πληρωμή, σε τραπεζικό ίδρυμα, δεν τιμήθηκαν, εφόσον είχαν, χωρίς εύλογη αιτία, ανακληθεί προηγουμένως από την κατηγορούμενη. Σημειώνω εδώ, ότι η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για εκδίκαση, μετά που η αδελφή Δικαστής ενώπιον της οποίας είχε αρχικά τεθεί η υπόθεση, αναγκάστηκε να εξαιρεθεί, ένεκα του ότι εκδίκασε άλλη υπόθεση, συνδεδεμένη με την παρούσα, η οποία επίσης αφορούσε δύο «ακάλυπτες επιταγές» που αντηλλάγηκαν μεταξύ των εδώ εμπλεκομένων. Οι παραπονούμενοι, οι οποίοι να σημειωθεί είναι δικηγορικός οίκος, παρά την απλότητα της εκδοχής τους αλλά και της φύσης του αδικήματος, έκριναν ορθό όπως για να αποδείξουν την υπόθεση τους, καλέσουν τρεις μάρτυρες και καταθέσουν ως Τεκμήρια στη διαδικασία σωρεία εγγράφων. Ως ΜΚ1, κατέθεσε ο τραπεζικός Χ. Φραντζής, ως ΜΚ2, η δικηγόρος στους παραπονούμενους, Α. Παύλου και ως ΜΚ3, ο επίσης δικηγόρος και ένας εκ των συνεταίρων των παραπονουμένων, Δ. Μιχαήλ. Η κατηγορούμενη, μετά που κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση της, επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα της, να καταθέσει ενόρκως, μόνο η ίδια. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά, είκοσι δύο
(22)Τεκμήρια. Κρίνω ορθό όπως επισημάνω εδώ ότι, ο ευπαίδευτος συνήγορος που χειρίστηκε την υπόθεση για τους παραπονούμενους, ανέλαβε την υπόθεση μόλις πριν την έναρξη της ακρόασης και αυτό γιατί, τον όλο χειρισμό της υπόθεσης και την ετοιμασία της μαρτυρίας μέχρι το σημείο εκείνο, την χειρίζονταν οι ίδιοι οι παραπονούμενοι και συγκεκριμένα οι ΜΚ2 και ΜΚ3, οπόταν, μετά από σχετική επισήμανση του Δικαστηρίου, αντιλήφθηκαν, το ασυμβίβαστο του να κατέχουν ταυτόχρονα και την ιδιότητα του παραπονούμενου και του μάρτυρα αλλά και του δικηγόρου. Αν και, όπως ανάφερα, προσκομίστηκε εκτεταμένη μαρτυρία από αμφότερες τις πλευρές, εντούτοις σε μεγάλο βαθμό τα επίμαχα γεγονότα, είτε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, είτε δεν αμφισβητούνται. Θεωρώ σκόπιμο όπως προτού παραθέσω την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία παραθέσω τα γεγονότα που συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Οι παραπονούμενοι από το 2010 μέχρι και το 2014 ενεργούσαν ως δικηγόροι της κατηγορουμένης και την εκπροσώπησαν σε τρεις δικαστικές διαδικασίες. Οι δύο από αυτές ήταν διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και αφορούσαν την Αίτηση Διατροφής με αριθμό 327/10 και την Αίτηση Διαζυγίου με αριθμό 455/
- Τις εν λόγω αιτήσεις, η κατηγορούμενη της καταχώρησε, μέσω των παραπονουμένων, εναντίον του πρώην συζύγου της, στις 18/1/10 και 4/9/12 αντίστοιχα. Η τρίτη διαδικασία, αφορούσε την Αίτηση που η εταιρεία του πρώην πεθερού της κατηγορούμενης καταχώρησε στις 18/3/11 εναντίον της τελευταίας, στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, με αριθμό Ε58/
- (Τεκμήρια 6, 7 και 8Α και 8Β) Όσον αφορά τις διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο, στη μεν πρώτη, εκδόθηκε διάταγμα διατροφής υπέρ της κατηγορούμενης, στη δε δεύτερη, εκδόθηκε το αιτούμενο διαζύγιο. Αναφορικά με την Αίτηση του Ενοικιοστασίου, αυτή, απορρίφθηκε κατόπιν ακρόασης, όπως απορρίφθηκε και η ανταπαίτηση που η κατηγορούμενη μέσω των παραπονουμένων, καταχώρησε εναντίον της εταιρείας του πρώην πεθερού της. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις, η κάθε πλευρά θα έπρεπε να επωμιστεί τα έξοδα της και εξέδωσε ανάλογη διαταγή. (Τεκμήριο 9) Μέχρι τότε, η κατηγορούμενη, καθ΄ όλο το χρόνο που εκπροσωπήθηκε από τους παραπονούμενους στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται πιο πάνω, τους κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι της αντίστοιχης αμοιβής τους. Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενοικιοστασίου, περί τον Ιούλιο του 2014, η κατηγορούμενη επισκέφθηκε το γραφείο των παραπονουμένων για να διευθετήσει την αμοιβή τους αναφορικά με την εργασία τους στην Ε58/
- Εκεί της αναφέρθηκε από το Μ.Κ.3, ότι από ένα πρόχειρο υπολογισμό που αυτός είχε κάνει και τον οποίο κατέγραψε σε ένα «άτυπο κοστολόγιο» το οποίο της παρέδωσε, τα έξοδα του, ανέρχονταν στις €5.222,33 (Τεκ. 15). Ο ΜΚ3, υπενθύμισε επίσης την κατηγορούμενη ότι στο παρελθόν, αυτή του είχε καταβάλει και το ποσό των €500 ως προκαταβολή και επομένως, το ποσό αυτό θα αφαιρείτο από το συνολικό ποσό των εξόδων του. Η κατηγορούμενη τότε, έναντι της αμοιβής των παραπονουμένων, κατέβαλε στο Μ.Κ.3 €1600 ήτοι €1.000 σε μετρητά και τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές των €200 έκαστη, πληρωτέες το Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2014, αντίστοιχα. Περί τις 24/9/14, η κατηγορούμενη προσήλθε εκ νέου στο γραφείο των παραπονουμένων όπου είχε και πάλι συνάντηση με το Μ.Κ.
- Αντικείμενο της συνάντησης ήταν τόσο τα θέματα που προέκυπταν μετά και την απόφαση στην Ε58/11 όσο και η διευθέτηση της σχετικής αμοιβής των παραπονουμένων. Μαζί της η κατηγορούμενη, είχε ένα φάκελο, ο οποίος στη συνέχεια διαπιστώθηκε να περιείχε 13 μεταχρονολογημένες επιταγές, οι 12 για το ποσό των €100 η κάθε μια, πληρωτέες ανά μήνα από Δεκέμβριο του 2014 μέχρι και Ιούνιο 2015 και από Σεπτέμβριο 2015 μέχρι και Ιανουάριο 2016 και μία, για το ποσό των €50, πληρωτέα το Φεβρουάριο
- Στην πορεία της συζήτησης, το όλο θέμα έλαβε διαστάσεις, αφού η κατηγορούμενη εξέφρασε την άποψη ότι τα δικαιώματα της δεν έτυχαν της καλύτερης εκπροσώπησης από το Μ.Κ.3, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του τελευταίου, ο οποίος την έδιωξε από το γραφείο του. Κατά την αποχώρηση της, η κατηγορούμενη άφησε στη γραμματέα των παραπονουμένων το φάκελο με τις 13 μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και οι δύο επίμαχες (Τεκ.1 και 2). Το συνολικό ποσό στο οποίο ανέρχονταν τα μετρητά και οι επιταγές που η κατηγορούμενη έδωσε στους παραπονούμενους από τον Ιούλη 2014 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2016 που θα πληρωνόταν η τελευταία επιταγή, πρόσθετα του ποσού των €500 που έδωσε ως προκαταβολή, ανερχόταν στις €
- Οι παραπονούμενοι επικοινώνησαν με την κατηγορούμενη αναφέροντας της ότι τα χρήματα που τους κατέβαλε δεν κάλυπταν ολόκληρο το ποσό της αμοιβής τους και της ζήτησαν όπως τους φέρει ακόμη €
- Αντιδρώντας, η κατηγορούμενη, κατήγγειλε γραπτώς τους παραπονούμενους στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο στις 10/10/14, ισχυριζόμενη τόσο επαγγελματική αμέλεια εκ μέρους των τελευταίων στο χειρισμό της Ε58/11 όσο και υπέρμετρες και αδικαιολόγητες χρεώσεις αναφορικά με τα έξοδα που την χρέωσαν. Με την ίδια επιστολή, η κατηγορούμενη κατήγγειλε τους παραπονούμενους ότι παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της, αυτοί αρνούνται και αποφεύγουν να της εκδώσουν αποδείξεις για τα λεφτά που τους κατέβαλε ή να προβούν σε ψήφιση των σχετικών εξόδων τους ούτως ώστε να ξέρει και η ίδια τι ποσό να τους καταβάλει (Τεκ.12). Ζήτησε μεταξύ άλλων όπως «παγοποιηθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές, ώστε να αναγκαστεί (ο Μ.Κ.3), να ψηφίσει τα πραγματικά έξοδα στο Δικαστήριο και να πληρωθεί μόνο με τα πραγματικά ποσά.». Στην εν λόγω καταγγελία της, η οποία διαβιβάστηκε στους παραπονούμενους στις 17/3/15, οι τελευταίοι απάντησαν γραπτώς στις 17/4/15, αρνούμενοι κάθε ισχυρισμό που η κατηγορούμενη τους καταλόγιζε (Τεκ.13). Εν τω μεταξύ, οι παραπονούμενοι προχώρησαν σε ψήφιση των σχετικών τους εξόδων εναντίον της κατηγορούμενης πελάτιδος τους, ενώπιον του Ανώτερου Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο οποίος, με σχετική απόφαση του ημερομηνίας 1/12/14, η οποία εκδόθηκε στην παρουσία τόσο των παραπονουμένων όσο και της κατηγορούμενης, πιστοποίησε τα έξοδα των πρώτων, να ανέρχονται περί τις €3.900 (συμπ. Φ.Π.Α.) - Τεκ.
- Στις 6/6/15, η κατηγορούμενη, η οποία εν τω μεταξύ διόρισε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει σε σχέση με τις εν λόγω διαφορές της με τους παραπονούμενους, απέστειλε εκ νέου γραπτή καταγγελία εναντίον των τελευταίων στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο (Τεκ.14). Με την εν λόγω καταγγελία, η κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε ότι οι παραπονούμενοι, οι οποίοι από το Νοέμβριο του 2010, της είχαν «αποσπάσει» πάνω από «€3.250 ευρώ σε επιταγές και άλλα 1.800 μετρητά για υπόθεση της κλίμακας €2.000 - €10.000» - θα εισέπραταν από αυτή, μέχρι και τις 10/2/16 που ήταν πληρωτέα και η τελευταία μεταχρονολογημένη επιταγή, συνολικά €5.050, ποσό «αστρονομικό» για την ίδια. Ζήτησε όπως, «εφόσον το ποσόν που έχει ψηφιστεί από τον Προτοκολλητή ολοκληρώνεται την 10η μέρα αυτού του τράχοντως μήνα του 5ου δηλαδή να σταματήσει να πληρώνεται περαιτέρω γιατί ήδη έχει πάρει (ο ΜΚ3) το ποσόν που έπρεπε να πάρει και μάλιστα 32 ευρώ επιλέων τα οποία και θεωρώ σωστό να μου επιστραφούν αφού υπερβαίνουν το ψηφησμένο ποσόν». (Διατηρήθηκε αυτούσια η ορθογραφία της επιστολής-καταγγελίας). Με την ίδια επιστολή, η κατηγορούμενη ενημέρωσε τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, ότι έχει ήδη ανακαλέσει τις δύο επιταγές που ήταν πληρωτέες κατά τις 10/10/14 και 10/11/14 για το ποσό των €200 έκαστη, και ότι προτίθεται να ανακαλέσει όλες τις μεταχρονολογημένες επιταγές που έδωσε στους παραπονούμενους από τον Ιούνη του 2015 και μετά «εφ΄ όσον (ο ΜΚ3) έχει ήδη εισπράξει το ποσό που έπρεπε να εισπράξει σύμφωνα πάντα με το ψήφισμα». Από τις επιταγές που η παραπονούμενη εξέδωσε και παρέδωσε στους παραπονούμενους από τον Σεπτέμβριο 2014, οι μόνες που τιμήθηκαν, ήταν η επιταγή Σεπτεμβρίου 2014 για το ποσό των €200, οι πέντε επιταγές της περιόδου 10/12/2014 μέχρι και 10/05/2015 για το ποσό των €100 η κάθε μία και η επιταγή της 10/9/15 για το ποσό των €
- Αναφορικά με τις επίμαχες επιταγές ημερομηνίας 10/6/15 και 10/10/15, για το ποσό των €100 έκαστη, αυτές ανακλήθηκαν γραπτώς από την κατηγορούμενη πριν να πληρωθούν, με την αιτιολογία ότι, το ποσό στο οποίο αφορούν έχει ήδη πληρωθεί (Τεκ. 3 και 5). Πέραν της παρούσας υπόθεσης για όλες τις επιταγές που η κατηγορούμενη ανακάλεσε, οι παραπονούμενοι καταχώρησαν τέσσερις ακόμη ξεχωριστές δικαστικές διαδικασίες, τόσο ποινικής όσο και αστικής φύσης, τόσο στη Λεμεσό όσο και σε άλλες επαρχίες. Για όλα τα πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μ.Κ.1 (κ. Χρ. Φραντζής) Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού από το 1980, τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο η κατηγορούμενη διατηρεί το λογαριασμό στον οποίο αφορούν οι επίμαχες επιταγές. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 1 και 2 τις επίμαχες επιταγές και ως τεκμήρια 3 και 5, τη γραπτή εντολή της κατηγορούμενης για μη πληρωμή τους. Μ.Κ.2 (κα. Α. Παύλου) Η μάρτυς ανέφερε ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο των παραπονουμένων από το Φεβράρη του 2014 και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά, τουλάχιστον αυτά που έλαβαν χώρα από την ημερομηνία πρόσληψης της στους παραπονούμενους και μετέπειτα. Τα όσα γεγονότα προηγήθηκαν της πρόσληψης της, η μάρτυς ανέφερε ότι τα γνωρίζει από όσα σχετικά της ανέφερε ο Μ.Κ.3 καθώς και από τα όσα τηρούνται στο φάκελο των παραπονουμένων αναφορικά με τις υποθέσεις της κατηγορούμενης. Η μάρτυς ανέφερε ότι περί τον Ιούλιο του 2014, όταν η κατηγορούμενη ήρθε στο γραφείο των παραπονουμένων για να διευθετήσει την αμοιβή των τελευταίων σε σχέση με την Ε58/11, ο Μ.Κ.3 έδωσε στην κατηγορούμενη το άτυπο κοστολόγιο για το ποσό των €5.222,33 πλην όμως της ανέφερε ότι λόγω της φιλικής σχέσης που είχαν, δε θα τη χρέωνε το εν λόγω ποσό, αλλά θα περιόριζε την αμοιβή του στις €3.
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα, κατά την ίδια συνάντηση, ο Μ.Κ.3 υπενθύμισε στην κατηγορούμενη ότι επειδή είχε ήδη δώσει ως προκαταβολή για την εν λόγω διαδικασία, το ποσό των €500, το ποσό που αυτή απέμενε να καταβάλει προς εξόφληση της αμοιβής τους, ανερχόταν στις €3.
- Επειδή διαπιστώθηκε, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ότι με τις επιταγές που η κατηγορούμενη έφερε το Σεπτέμβριο 2014, το συνολικό ποσό που θα τους κατέβαλε αν εξοφλούνταν οι εν λόγω επιταγές, θα ήταν κατά €500 λιγότερα από το συμφωνηθέν ποσό των €3.850, την κάλεσαν να τους φέρει και το υπόλοιπο ποσό των €
- Η μάρτυς ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά που ο Πρωτοκολλητής πιστοποίησε την αμοιβή των παραπονουμένων, με σχετική απόφαση ημερομηνίας 1/12/14, αυτή, κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.3, απέστειλε στις 18/12/14, ηλεκτρονικό μήνυμα στην κατηγορούμενη, ενημερώνοντας την τόσο ως προς το συνολικό ποσό που ψηφίστηκε ήτοι €3.972,36 όσο και ως προς το συνολικό ποσό των €1.800 που τους πλήρωσε μέχρι τότε και το οποίο αφορούσε τα €500 προκαταβολή, τα €1.000 μετρητά του Ιουλίου του 2014 και τις επιταγές των €200 και €100, του Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014 αντίστοιχα, οι οποίες είχαν ήδη εξαργυρωθεί (Τεκ.11). Με το ίδιο μήνυμα, η μάρτυς ενημέρωσε την κατηγορούμενη ότι, με βάση το ποσό του ψηφίσματος, αν εξαργυρώνονταν οι μεταχρολογημένες επιταγές που ήταν πληρωτέες από τον Ιανουάριο του 2015 έως και το Φεβρουάριο του 2016 για το συνολικό ποσό των €1.150, θα απέμενε υπόλοιπο €1022,36 καθώς οι επιταγές του Οκτώβρη 2014 και του Νοέμβρη 2014, για το ποσό των €200 έκαστη, είχαν ανακληθεί. ΜΚ3 - (Δ. Μιχαήλ) Η μαρτυρία του μάρτυρα κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τη μαρτυρία της ΜΚ2, με τη διαφορά ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που ενεπλάκηκε προσωπικά με την κατηγορούμενη. Σύμφωνα με το μάρτυρα, μέχρι και το περιστατικό στο γραφείο του το Σεπτέμβριο 2014 όταν και «έβγαλε με τις κλωτσιές» την κατηγορούμενη από το γραφείο του, ουδέποτε η τελευταία έδειξε να έχει οποιοδήποτε παράπονο με τις χρεώσεις του ή με το ποσό που συμφώνησαν ως την τελική αμοιβή του για την Ε58/11, ήτοι το ποσό των €3.
- Οι ισχυρισμοί που η κατηγορούμενη προέβαλε στις καταγγελίες της προς τον Παγκύπριο αλλά και στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ τους, είναι σύμφωνα με το μάρτυρα, αποκυήματα της φαντασίας της τελευταίας και προβάλλονται μόνο διότι αυτή «ενοχλήθηκε» από το περιστατικό του Σεπτεμβρίου
- Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, ουδέποτε οι παραπονούμενοι αρνήθηκαν να εκδώσουν οποιαδήποτε απόδειξη για τα λεφτά που εισέπραξαν από την κατηγορούμενη και μόλις αυτή τις απαίτησε, έστω μέσω των καταγγελιών της, αυτοί της τις απέστειλαν. Τη μόνη απόδειξη που δεν μπορούσαν να βρουν στο γραφείο τους οι παραπονούμενοι, ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ3, η αρχική απόδειξη για τα €500 που δόθηκαν ως προκαταβολή και την οποία απόδειξη, όταν η κατηγορούμενη τους «απείλησε» ότι θα τους καταγγείλει στο ΦΠΑ, έσπευσαν να την επανεκδώσουν και να της την αποστείλουν. Επειδή όμως μέχρι τότε, η κατηγορούμενη τους είχε καταβάλει και το ποσό των €1000 σε μετρητά, η σχετική απόδειξη που εξέδωσαν, αφορούσε το συνολικό ποσό των €
- Όταν σε κατοπινότερο στάδιο, ανευρέθηκε η αρχική απόδειξη των €500, ακύρωσαν την απόδειξη των €1500 και εξέδωσαν καινούρια απόδειξη για τα €1000 μόνο και της την απέστειλαν μαζί με την αρχική απόδειξη των €
- Σύμφωνα με το ΜΚ3, αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης Διατροφής, η κατηγορούμενη, κατέβαλε τα ποσά των €150 και €300 στις 18/11/10 και των €250 στις 28/08/
- Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης Διαζυγίου, η κατηγορούμενη, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, κατέβαλε δύο φορές το ποσό των €500, στις 18/12/10 και 28/08/12 αντίστοιχα. Αναφορικά με την Ε.58/11, η κατηγορούμενη, σύμφωνα με το ΜΚ3, κατέβαλε συνολικά με μετρητά και επιταγές το ποσό των €2400 ήτοι €500 και €1000 μετρητά στις 7/10/11 και περί τον Ιούλιο-Αύγουστο 2014 αντίστοιχα και €900 σε επιταγές. Το υπόλοιπο επομένως σύμφωνα με το μάρτυρα, ανέρχεται περί τα €
- Τέλος, ο ΜΚ3, ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη, «κατασκεύασε» όλη αυτή την ιστορία περί υπερχρέωσης και υπερπληρωμής των δικηγορικών εξόδων αναφορικά με την Ε58/11, προσθέτοντας αυθαίρετα στις πληρωμές της και τις πληρωμές που έκαμε σε σχέση με τις άσχετες διαδικασίες του Οικογενειακού Δικαστηρίου και είναι με αυτό τον τρόπο που προσπαθεί να παραποιήσει την αλήθεια και να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αδικημένη. Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη, η οποία, κατέθεσε ενόρκως, ισχυρίστηκε ότι έπεσε θύμα του ΜΚ3 ο οποίος ουσιαστικά την «έκλεψε» χρεώνοντας την δυσανάλογα ποσά, για απλές διαδικασίες και ο οποίος, με αθέμιτη ψυχολογική πίεση και απειλές κατάφερε να αποσπάσει από αυτή ποσό πέραν των €
- Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, καθ' όσο εκκρεμούσε η Ε58/11, αυτή κατέβαλλε στους παραπονούμενους, κατόπιν απαίτησης και πιέσεων του ΜΚ3, σε τακτά χρονικά διαστήματα, διάφορα ποσά σε μετρητά και επιταγές χωρίς όμως ποτέ να της δίνεται οποιαδήποτε απόδειξη και αυτό παρά το ότι ζητούσε τέτοιες αποδείξεις. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς αυτής του ΜΚ3, ήταν, σύμφωνα με την κατηγορούμενη,τα ο ότι ο τελευταίος, την πίεζε να του δίνει επιταγές ούτως ώστε να την έχει υπό το καθεστώς φόβου ποινικής δίωξης σε περίπτωση που αποφάσιζε να αρνηθεί να του δώσει άλλα χρήματα. Μη έχοντας άλλη επιλογή και εφόσον δεν μπορούσε πλέον να αντέξει αυτή την «οικονομική αφαίμαξη» από τον ΜΚ3, ο οποίος ήταν, κατ' εκείνη, και ένοχος για επαγγελματική αμέλεια αναφορικά με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση της στην Ε58/11, αναγκάστηκε να τον καταγγείλει στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο τόσο στις 10/10/14 (Τεκ. 12), όσο και στις 6/6/15 (Τεκ. 14). Εκπρόσωπος του Συλλόγου ανέφερε, της υπέδειξε ότι υπάρχουν κανονισμοί αναφορικά με τα έξοδα που δικαιούται ένας δικηγόρος και ότι αυτή θα μπορούσε να ζητήσει όπως τα έξοδα των παραπονουμένων ψηφιστούν ούτως ώστε να επιλυθεί η μεταξύ τους διαφορά. Επειδή στην κατοχή της, μέχρι εκείνου του σημείου, δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το «άτυπο κοστολόγιο» των €5022, όλα τα μετρητά και επιταγές που έδωσε στον ΜΚ3, αποσκοπούσαν στην εξόφληση εκείνου του ποσού. Όταν τα έξοδα ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή την 1/12/14 και ανήλθαν στο ποσό των €3900, η ίδια, αν και δεν είχε οποιεσδήποτε αποδείξεις αναφορικά με τα ποσά που κατέβαλε κατά καιρούς στον ΜΚ3, ήταν πεπεισμένη ότι του είχε ήδη καταβάλει το ποσό των €5.050 και επομένως υπερπληρώσει το ποσό των εξόδων του. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο, περί το Μάιο και Ιούνιο του 2015, ο Μ.Κ.3 απέστειλε στην τότε δικηγόρο της, διάφορες αποδείξεις πληρωμής, αυτή αντιλήφθηκε ότι το συνολικό ποσό που του κατέβαλε ανερχόταν στις €5.
- Παραπέμποντας στις καταγγελίες της Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 14 και στους πίνακες των πληρωμών που εκεί παρατίθενται, η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι, αναφορικά με την αμοιβή των παραπονουμένων για την Ε58/11, η ίδια κατέβαλε, πέραν των ποσών που αφορούν σε επιταγές και μετρητά για την περίοδο 10/9/14 έως και 10/2/16, επιπλέον μετρητά και επιταγές συνολικού ποσού €2.200 ήτοι €150 και €300 στις 18/11/10, €250 στις 18/12/10, και €500 στις 18/12/10, 7/10/11 και 28/08/
- Αρνήθηκε υποβολή του συνηγόρου των παραπονουμένων, ότι τα εν λόγω «επιπλέον» ποσά, πλην του ποσού των €500 που δόθηκε στις 7/10/11, αφορούσαν τις διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι την Ε58/
- Είναι στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων της που προχώρησε και ανακάλεσε τόσο τις επίμαχες όσο και τις υπόλοιπες επιταγές πλην της επιταγής με ημερομηνία 10/9/15, την οποία, λόγω οικονομικής αδυναμίας της να καταβάλει το ποσό των €12 τραπεζικά έξοδα, δεν πρόλαβε να ανακαλέσει, οπόταν και εξαργυρώθηκε. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των παραπονουμένων ρωτήθηκε αναφορικά με το ποια κατά τη γνώμη της, ήταν η τελευταία επιταγή που θα έπρεπε να πληρωθεί ο Μ.Κ.3, ούτως ώστε να εξοφληθεί πλήρως η αμοιβή των παραπονουμένων. Η θέση της ήταν ότι: «κανονικά αν εξαργυρωνόταν η επιταγή 10/10 θα ολοκληρώνετο η εξόφληση». Της υπεδείχθη ακολούθως, η διαφορετική θέση που προέβαλε στις καταγγελίες της προς τον Παγκύπριο (Τεκ. 12 και Τεκ. 14), όπου είχε ισχυριστεί σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις ότι, η αμοιβή των παραπονουμένων θα εξοφληθεί πλήρως, όταν πληρωθεί η επιταγή 10/5/15 και επομένως, οι υπόλοιπες επιταγές από 10/6/15 έως και 10/2/16, δε δικαιολογείται να πληρωθούν. Η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι όταν συνέτασσε τις εν λόγω επιστολές δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα της πραγματικής κατάστασης πραγμάτων και επομένως τα όσα σχετικά αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές, συμπεριλαμβανομένων των ποσών και των μαθηματικών υπολογισμών που εκεί παραθέτει, ενδεχομένως να είναι λάθος. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια, ποιο ποσό τελικά θεωρούσε ότι οφείλει στους παραπονούμενους όταν συνέτασσε και την τελευταία καταγγελία της προς τον Παγκύπριο στις 6/6/15, αφού στην εν λόγω καταγγελία αναφερόταν σε υπερπληρωμή ποσού περί τα €32, αντίθετα με την αναφορά της στην προηγούμενη καταγγελία της, 10/10/14, σε €27,64, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η εν λόγω καταγγελία δεν φέρει υπογραφή, η ίδια δεν την αναγνωρίζει, ούτε θυμάται να τη συνέταξε ή να την απέστειλε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούμενη, τα μέρη προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Από πλευράς του ο κύριος Θρασυβούλου, υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με την κατηγορούμενη, η μαρτυρία της οποίας ήταν κατά το συνήγορο διάχυτη από αντιφάσεις και αοριστίες, η πλευρά των παραπονουμένων, παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία που αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή της κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τον κύριο Θρασυβούλου, εφ΄ όσον ούτε η έκδοση αλλά ούτε και η ανάκληση των επίμαχων επιταγών αμφισβητείται από την κατηγορούμενη, το βάρος απόδειξης της εύλογης αιτίας που η τελευταία ισχυρίστηκε με τις γραπτές παραστάσεις της προς την τράπεζα (Τεκ. 2 και 5), ήτοι προηγούμενη εξόφληση του επίμαχου ποσού, έπεσε στους ώμους της, όμως δεν κατάφερε να το αποσείσει. Στην αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη, επανέλαβε τη θέση της ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ξεκάθαρα ότι, η όλη συμπεριφορά, ενέργειες και πράξεις του Μ.Κ.3, φανερώνουν έντονα τον τρόπο με τον οποίο αυτός της έκλεψε και προσπαθεί ακόμη να της κλέψει τα χρήματα της. Είναι με τον ίδιο δόλιο τρόπο που ο Μ.Κ.3, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, μέχρι και σήμερα συνεχίζει να την καταδιώκει για να της αποσπάσει χρήματα, αφού εναντίον της έχει καταχωρήσει πέντε συνολικά δικαστικές διαδικασίες, τόσο στη Λεμεσό όσο και σε άλλες επαρχίες, γνωρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο, θα της προκαλέσει και τη μέγιστη δυνατή ταλαιπωρία και έξοδα. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, η πεποίθηση της ότι είχε υπερκαλύψει την όποια αμοιβή ο Μ.Κ.3 τυχόν δικαιούτο, ήταν όχι μόνο εύλογη και γνήσια αλλά και πλήρως δικαιολογημένη. Κρίνω σκόπιμο όπως προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, να παραθέσω τη νομική πτυχή που διέπει το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)Κεφ. 154. Στην υπόθεση TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016 το Ανώτατο Δικαστήριο, συνοψίζοντας τις νομικές αρχές που διέπουν το υπό κρίση αδίκημα, ανέφερε τα εξής: «...τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Για χάριν πληρότητας παραθέτουμε το μέρος του Άρθρου 305Α, εδάφια
(1)και
(2)που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους.» Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το βάρος που μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου, αφορά στην απόδειξη του κατά πόσο ο κατηγορούμενος, είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της επίμαχης επιταγής, με την εύλογη αιτία να «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με το λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής». Ως εκ τούτου, το αν ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή, θα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη, του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές του για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου, εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της «υπεράσπισης της ύπαρξης εύλογης αιτίας σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα.» Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και ως τέτοιο αποτέλεσε και εύρημα μου, ότι, οι επίμαχες επιταγές, εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη στις 24/9/14, ήταν πληρωτέες προς όφελος των παραπονουμένων στις 10/6/15 και 10/10/15 αντίστοιχα, και πριν την ημερομηνία πληρωμής τους, ανακλήθηκαν με γραπτή εντολή της κατηγορούμενης με την αιτιολογία ότι το ποσό στο οποίο αφορούν είχε ήδη πληρωθεί. Το μόνο επομένως που παραμένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, η κατηγορούμενη, είχε εύλογη αιτία ανάκλησης των επίμαχων επιταγών «επί τη βάσει της προταθείσας δικαιολογίας» που αυτή έδωσε στην τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτοι ότι το ποσό στο οποίο αφορούν είχε ήδη πληρωθεί. Η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι, πριν τις 10/9/14, κατέβαλε αναφορικά με την Ε58/11, το συνολικό ποσό των €2.200, ήτοι τα ποσά των €150 και €300 στις 18/11/10, των €250 στις 18/12/10, και των €500 στις 18/12/10, 7/10/11 και 28/08/12 αντίστοιχα. Όταν στη συνέχεια κατέβαλε επιπρόσθετα το ποσό των €1.000 σε μετρητά, το υπόλοιπο που παρέμενε να εξοφληθεί, στη βάση του ψηφίσματος του Πρωτοκολλητή, θα εξοφλείτο πλήρως, με τις επιταγές της περιόδου 10/9/14 έως 10/5/15 και επομένως το ποσό των υπολοίπων επιταγών που εξέδωσε, περιλαμβανομένων και των επίμαχων, ουσιαστικά είχε ήδη πληρωθεί. Δεν δέχεται τη θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ότι τα ποσά που δόθηκαν πριν τις 7/10/11 καθώς και το ποσό των €500 που δόθηκε στις 28/8/12, δεν αφορούσαν την Ε58/11, αλλά τις διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η πιο πάνω θέση της κατηγορούμενης όμως, είναι τρωτή, για τους εξής λόγους: (α) Για τα ποσά που αποτελούν τη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της, η ίδια, μέχρι και την αντεξέταση της, παρέπεμπε στους πίνακες που αυτή κατέγραψε στις καταγγελίες της Τεκμήρια 12 και
- Κατά την αντεξέταση της όμως, όχι μόνο αναίρεσε τα εν λόγω ποσά και τους σχετικούς υπολογισμούς που έκαμε στις καταγγελίες της, στη βάση των εν λόγω ποσών, αλλά μάλιστα, υποστήριξε ότι αυτά, ενδεχομένως να ήταν λανθασμένα. (β) Ενώ η όλη υπόθεση της εδραζόταν στα όσα αυτή κατέγραψε στις καταγγελίες Τεκμήρια 12 και 14, στη βάση των οποίων και υπέβαλε τις θέσεις της κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, κατά τη δική της αντεξέταση, επικαλέστηκε όχι μόνο άγνοια του περιεχομένου των εν λόγω τεκμηρίων, αλλά και άγνοια αν αυτά, όντως πρόκειται για τις καταγγελίες που είχε κάμει. (γ) Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στις καταγγελίες της Τεκμήρια 12 και 14, το ποσό που ενδεχομένως να δικαιούντο οι παραπονούμενοι, αναφορικά με την αμοιβή τους για την Ε58/11, θα εξοφλείτο με την εξαργύρωση των επιταγών μέχρι και την 10/5/
- Κατά την αντεξέταση της όμως, αφού αναίρεσε τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω καταγγελίες της, ισχυρίστηκε ότι, με βάση την «ξεκάθαρη» εικόνα που έχει τώρα, η εξόφληση των παραπονουμένων για την αμοιβή τους σε σχέση με την Ε58/11, θα επιτυγχάνετο με την εξαργύρωση των επιταγών που ήταν πληρωτέες μόλις μέχρι τις 10/10/
- Επισημαίνω εδώ ότι τις επιταγές 10/10/14 και 10/11/14, η κατηγορούμενη της είχε ήδη ανακαλέσει. (δ) Η θέση ότι οι επίμαχες πληρωμές που έγιναν πριν τις 7/10/11 για το συνολικό ποσό των €1.200, αφορούν την Ε58/11, στερείται πειστικότητας αλλά και λογικού ερείσματος, εφ΄ όσον η εμπλοκή των παραπονουμένων στην Ε58/11, έγινε με την καταχώρηση σχετικής «υπεράσπισης» μόλις στις 11/10/
- Δε μπορεί να θεωρηθεί ως λογικοφανής θέση, η θέση της κατηγορούμενης ότι, για την εργασία των παραπονουμένων στην Ε58/11, αυτοί έλαβαν από ένα σχεδόν χρόνο προηγουμένως ποσό €1.200 και μάλιστα, όταν τότε, η Ε58/11 δεν υπήρχε καν. (ε) Παρά το ότι, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, περί τον Ιούνιο 2015, όταν έλαβε τις σχετικές αποδείξεις από τους παραπονούμενους, είχε μια πιο ξεκάθαρη «εικόνα» των πληρωμών της οπόταν και αντιλήφθηκε, ως ισχυρίστηκε, ότι είχε καταβάλει περισσότερα χρήματα από αυτά που είχε υπόψη της όταν υπέβαλε την πρώτη της καταγγελία τον Οκτώβριο 2014, ήτοι €5315, εντούτοις, στην καταγγελία της τον Ιούνιο 2015, όχι μόνο δεν κάμνει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα ισχυριζόμενα ποσά που παραθέτει αλλά μάλιστα καταλήγει και στο αρχικό συνολικό ποσό των €
- Εν΄ όψει των πιο πάνω δε μπορώ να δεχτώ την επί του προκειμένου θέση της κατηγορούμενης και την απορρίπτω. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, όπως έχω ήδη αναφέρει, η πλειοψηφία των θέσεων τους αφορούσε στην έκδοση και ανάκληση των επίμαχων επιταγών, θέμα το οποίο, ούτως η άλλως συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Αναφορικά με το ποιες οφειλές της κατηγορούμενης είναι που κάλυψαν οι πληρωμές που αυτή έκανε μέχρι και τις 28/08/12, υπενθυμίζω ότι το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο το κατά πόσο η κατηγορούμενη εύλογα θεωρούσε ότι με τις εν λόγω πληρωμές, το ποσό των επίμαχων επιταγών, είχε ήδη πληρωθεί. Η εκδοχή των ΜΚ2 και ΜΚ3 επί τούτου του θέματος, είναι κρίνω, και πειστική και αληθοφανής. Ενόψει και της κατάληξης μου ανωτέρω, ως προς το αναξιόπιστο της επί του προκειμένου εκδοχής της κατηγορούμενης, η περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό ή την εκδοχή των ΜΚ2 και ΜΚ3, καθίσταται θεωρητικής, καθαρά, σημασίας. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία των μαρτύρων των παραπονουμένων, ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, βρίσκω ότι, μέχρι και τις 10/10/15, όταν ανακλήθηκε η τελευταία επίμαχη επιταγή, κανένα από τα ποσά στα οποία αφορούσαν οι υπό κρίση επιταγές δεν είχε προηγουμένως πληρωθεί από την κατηγορούμενη, ως αυτή παρίστανε γραπτώς στην Τράπεζα όταν της ανακάλεσε. Βρίσκω επίσης ότι, η κατηγορούμενη, καμία εύλογη αιτία είχε, ως ισχυρίστηκε, είτε για να ανακαλέσει τις εν λόγω επιταγές είτε, για να προκαλέσει τη μη εξόφληση τους και τη μη πληρωμή του αντίστοιχου ποσού στους παραπονούμενους. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι, η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο για εκείνη βαθμό, ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της «ευλόγου αιτίας» του αρ.305Α
(2)Κεφ.154. Κρίνω συνεπώς ότι, οι παραπονούμενοι, πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η κατηγορούμενη, κατά παράβαση των προνοιών του αρ.305Α
(2)Κεφ.154, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε τη μη εξόφληση δύο επιταγών για το ποσό τωμν €100 έκαστη, ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ανάκληση επιταγής