Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Suleiman Kemal κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21268/16, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21268/16 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Suleiman Kemal
- Kemal Κemal Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27/4/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο 1: κα Σ. Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία για το αδίκημα της άσκησης βίας στο τέκνο του, ο 1ος κατηγορούμενος και στην αδελφή του, ο 2ος κατηγορούμενος, που της προκάλεσαν άμεσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί (1η και 2η Κατηγ. αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει πρόσθετα ακόμα δύο κατηγορίες τις οποίες όμως παραδέχθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Μία, για το αδίκημα της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του ή του περιβόλου της και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (3η και 4η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 16/10/2016 στην Λεμεσό, άσκησαν βία στην θυγατέρα και αδελφή τους αντίστοιχα Salihe Kemal, που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά. Αυτά είναι τα ακόλουθα. Ότι στο Τεκμήριο Β που αποτελεί το δακτυλογραφημένο κείμενο των όσων η Μ.Κ.2 ανάφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, καταγράφονται τα όσα η μάρτυρας προέβαλε στην οπτικογραφημένη αυτή κατάθεση της. Ότι, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6(Β) και 7(Β) αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου των Τεκμηρίων 6(Α) και 7(Α). Ότι η εξέταση της Salihe από γιατρό έγινε στις 18/10/
- Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν επίσης από κοινού και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι οι καταθέσεις των λοχία 627 Σ. Μαλαχτού, αστυφ. 4699 Σ. Παπουή, λοχία 2209 Λ. Ζηνοβίου, αστυφ. 4096 Π. Παναγιώτου και αστυφ. 746 Ι Ματζιαρή (Τεκμήρια 1-4 και 11 αντίστοιχα). Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 12 ιατρική έκθεση ημερομηνίας 3/11/2016 με παραδεκτές τις σωματικές βλάβες που εκτίθενται σε αυτό. Κατατέθηκαν επίσης από κοινού, οι καταθέσεις που λήφθηκαν από τους δύο κατηγορούμενους. Δηλαδή, η κατάθεση του κατηγορούμενου 1 στην μητρική του γλώσσα, την Τουρκική και η μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια 6(Α) και 6(Β) αντίστοιχα), καθώς και η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 5), με παραδεκτό γεγονός μόνο τη λήψη των καταθέσεων αυτών. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες στο Δικαστήριο τον αστυφ. 570 Κυριάκο Βρόντη, την Salihe Kemal και την Μαίρη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1-3). Μετά την κλήση των κατηγορούμενων 1 και 2 σε απολογία, ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι η κατάθεση του δεν εξελίχθηκε απρόσκοπτα. Όταν ξεκίνησε η μαρτυρία του και σε πολύ αρχικό στάδιο της κύριας εξέτασης, εξέφρασε την δυσαρέσκεια του για την μετάφραση που γινόταν από την Ελληνική γλώσσα στην Τουρκική και ζήτησε να μαρτυρήσει στην Ελληνική, γλώσσα την οποία δήλωσε ότι κατανοεί, κάτι που επιβεβαίωσε και η συνήγορος του. Έτσι έγινε προσπάθεια να συνεχιστεί η κύρια εξέταση του στην Ελληνική. Παρόλο όμως που διαφάνηκε ότι αυτός ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα όσα λέγονταν ενώπιον του Δικαστηρίου στην Ελληνική γλώσσα, ο τρόπος που εκφραζόταν δεν ήταν πλήρως κατανοητός. Για αυτό και το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να διακόψει τη διαδικασία σε μια προσπάθεια μέσω του Πρωτοκολλητή για εξεύρεση άλλου μεταφραστή. Επειδή αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει την ίδια μέρα, η διαδικασία διακόπηκε και δόθηκε άλλη ημερομηνία για συνέχιση της ακρόασης. Την επόμενη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για να συνεχισθεί η κύρια εξέταση του κατηγορούμενου 1, δηλώθηκε από την συνήγορο του ότι ο πελάτης της επιθυμούσε να αποσύρει τα όσα είχε καταθέσει ενόρκως. Μετά από επισήμανση του Δικαστηρίου ότι κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό, η συνήγορος του δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα άλλαζε θέση και θα παρέμενε σιωπηλός. Όταν το Δικαστήριο επεσήμανε ότι εφόσον αυτός είχε δώσει έστω και μικρής έκτασης μαρτυρία, η κατηγορούσα αρχή θα είχε το δικαίωμα να τον αντεξετάσει, η συνήγορος δήλωσε ότι ο πελάτης της δεν επιθυμούσε να δώσει περαιτέρω μαρτυρία. Αυτό ανάφερε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 και έτσι ακολούθησε η αντεξέταση του από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Ο δε κατηγορούμενος 2, προχώρησε και έδωσε ανώμοτη δήλωση, ενώ στην συνέχεια κανένας από τους κατηγορούμενους δεν κάλεσε μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, προχωρώντας πολύ περιληπτικά να αναφέρω την εκδοχή της κάθε πλευράς. Από την μια η παραπονούμενη, η Salihe, υποστήριξε προφορικά ότι την επίδικη ημερομηνία τόσο ο πατέρας όσο και ο αδελφός της, κατηγορούμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, την κτύπησαν όπως συνηθίζουν να το κάνουν συχνά. Αντίθετα οι δύο κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι κανένας από αυτούς δεν την κτύπησε. Όπως ισχυρίσθηκαν την συγκεκριμένη μέρα απλώς υπήρξε μεταξύ τους και της παραπονούμενης μια συζήτηση στην προσπάθεια τους να της εξηγήσουν και να την συμβουλεύσουν ότι λόγω της ηλικίας της δεν πρέπει να κυκλοφορεί νυχτερινές ώρες και να κάνει παρέα με άνδρες. Ο Μ.Κ.1 είναι ο αστυφύλακας που παρέλαβε και φύλαξε τις δύο πρωτότυπες βιντεοκασέτες και μία κασέτα ήχου που περιέχουν την οπτικογραφημένη κατάθεση που λήφθηκε από την Salihe. Ο μάρτυρας αυτός καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενου 1, ενώ η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενου 2, ήταν πολύ περιορισμένη. Εν πάση περιπτώσει αυτός μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη μαρτυρία του η οποία και γίνεται πλήρως αποδεκτή. Η Μ.Κ.3 εργάζεται στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και μεταξύ των καθηκόντων της είναι η επίβλεψη οικογενειών που αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα είτε οικονομικής, είτε οικογενειακής φύσης. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, είδε μία φορά και την παραπονούμενη. Η αξία της μαρτυρίας της είναι πολύ περιορισμένη, καθότι ήταν φανερό ότι δεν γνώριζε τίποτε ουσιαστικό για τα όσα είχαν εκτυλιχθεί, αλλά απλώς παρέθεσε κάποιες πληροφορίες που άντλησε κυρίως από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και αποτελούν συνεπώς εξ' ακοής μαρτυρία. Η μαρτυρία αυτή σχετίζεται με τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Salihe, τι αυτή ισχυρίσθηκε στην κατάθεση της, καθώς και για την ύπαρξη μιας άλλης ποινικής υπόθεσης με αριθμό 5519/16 που κατά το χρόνο που η μάρτυρας έδιδε τη μαρτυρία της εκκρεμούσε και αφορά άλλη μία περίπτωση άσκησης βίας εναντίον της Salihe και του αδελφού της Οσμάλ από τον πατέρα τους, κατηγορούμενο 1, στην παρούσα υπόθεση. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση στην προσαχθείσα αυτή εξ' ακοής μαρτυρία θα αποδοθεί πλήρης βαρύτητα, αφού τα όσα η μάρτυρας προέβαλε, είναι στοιχεία που έχει αντλήσει από το φάκελο της υπόθεσης που έχει στην κατοχή της μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της και η οποία δεν διαφάνηκε να έχει κανένα απολύτως λόγο να τα αλλοιώσει ή να τα παραποιήσει προς όφελος ή εναντίον οιουδήποτε. Ουσιαστικής σημασίας ήταν βέβαια η μαρτυρία της παραπονούμενης, ηλικίας 15 χρόνων (Μ.Κ.2). Αυτή, υιοθέτησε ως μέρος της κύριας της εξέτασης της, το περιεχόμενο του δακτυλογραφημένου κειμένου της οπτικογραφημένης κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία και στην συνέχεια αντεξετάσθηκε από τις ευπαίδευτες συνηγόρους των δύο κατηγορουμένων. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία της και έχω παρατηρήσει επίσης με μεγάλη προσοχή την όλη στάση και συμπεριφορά της όταν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω πεισθεί ότι τα όσα προέβαλε ενόρκως ήταν μόνο η αλήθεια και τα όσα τραγικά βίωσε λόγω της συμπεριφοράς των δύο κατηγορούμενων. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι παρατηρούνται αδυναμίες στη μαρτυρία της, με πιο βασική αυτήν που αφορά την άσκηση βίας από τον κατηγορούμενο 1 την επίδικη ημερομηνία. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 18/10/206 (Τεκμήριο Β), είπε ότι αυτός συνηθίζει να την κτυπά από τον καιρό που γεννήθηκε. Αναφερόμενη όμως στην επίδικη ημερομηνία δεν προέβαλε ότι την κτύπησε και αυτός. Είπε μόνο ότι όταν την κτυπούσε ο κατηγορούμενος 2, ο κατηγορούμενος 1 φώναζε και ο κατηγορούμενος 2 την κτυπούσε περισσότερο. Κατά την προφορική της όμως κατάθεση, ισχυρίσθηκε ότι όχι μόνο ο 2ος κατηγορούμενος αλλά και ο κατηγορούμενος 1 άσκησε βία εναντίον της την συγκεκριμένη ημερομηνία. Ως προς την συμπεριφορά του 1ου, είπε ότι αυτός την τράβηξε από τα μαλλιά και την έσπρωξε προς τον κατηγορούμενο 2 ενθαρρύνοντας τον με φωνές, να συνεχίσει να την κτυπά. Αντεξεταζόμενη γιατί δεν το είπε και στην οπτικογραφημένη κατάθεση της προέβαλε ως λόγο, τον φόβο που ένοιωθε αφού όπως ισχυρίσθηκε την απειλούσε. Είπε σε κάποια στιγμή ερωτώμενη πως την απειλούσε «Εν να μου κάνει ζημιά, απειλούσεν με, ξαναέγινε, ότι εάν, όταν μπει ο αδελφός μου τζιαι ότι τζείνος εν θα μπει τζιαι εννα μου κάμει ζημιά». Παρά τη διαφοροποίηση αυτή στους ισχυρισμούς της ως προς την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 που δεν μου διαφεύγει ότι είναι ουσιαστική, αποδέχομαι τα όσα προέβαλε και σε σχέση με αυτήν καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί παρά το ότι ο φόβος που την διακατείχε δεν μπορεί να διαφανεί από τα στυγνά πρακτικά, ήταν εμφανέστατος και κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ανήλικη ήταν πολύ ταραγμένη και φοβισμένη καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, σε κάποιες περιπτώσεις έκλαιγε και με δυσκολία προσπαθούσε και συνέχιζε την κατάθεση της. Σε κάποιες περιπτώσεις έτρεμε ολόκληρη, ενώ ο φόβος αυτός φαινόταν ακόμα και μέσα από το βλέμμα και την έκφραση των ματιών της. Παρά τον φόβο που την διακατείχε, κατάφερε να περιγράψει στο Δικαστήριο τα όσα βίωσε με αφοπλιστικά αυθόρμητο, απλό και πηγαίο τρόπο. Έχοντας συνυπολογίσει όλα τα πιο πάνω, την μεγάλη ένταση στην οποία ήταν ολοφάνερο ότι βρισκόταν, τον φόβο που την κυριαρχούσε και ήταν όπως προαναφέρεται εμφανέστατος από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της, καθώς και την ηλικία της αφού πρόκειται για ένα πολύ νεαρό κορίτσι που βρίσκεται στην εφηβεία και από το οποίο δεν είναι αναμενόμενο ότι θα μπορούσε να εκθέσει τα γεγονότα με τον τρόπο που αναμένεται από ενήλικες μάρτυρες, έχω πεισθεί για την αλήθεια των όσων εξέθεσε καταθέτοντας ενόρκως. Η ζώσα μαρτυρία της δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως και η δυναμική της επιτρέπει στο Δικαστήριο να την κρίνει αξιόπιστη παρά τις αδυναμίες που όπως προαναφέρεται εντοπίζονται σε αυτήν. Για αυτό, τα όσα προφορικά κατάθεσε στο Δικαστήριο γίνονται πλήρως αποδεκτά. Και αυτό χωρίς επίσης να μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη σε πολλές περιπτώσεις δεν περιοριζόταν να αναφέρει μόνο τα γεγονότα που αφορούσαν το επίδικο περιστατικό, αλλά περιέγραφε και πως οι δύο κατηγορούμενοι της συμπεριφέρονταν και σε προηγούμενες περιπτώσεις ασκώντας βία εναντίον της, κάτι που όπως διαφάνηκε αποτελεί δυστυχώς σύνηθες γεγονός. Ο κατηγορούμενος 1, επέμενε ότι ούτε ο ίδιος, ούτε και ο κατηγορούμενος 2 κτύπησαν την Salihe την επίδικη ημερομηνία. Ήταν η θέση του ότι με ήρεμο τρόπο την συμβούλευσαν, προσπαθώντας να της εξηγήσουν ότι δεν πρέπει να κυκλοφορεί τα βράδια λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Έχω παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο 1 με μεγάλη προσοχή και έχω παρατηρήσει επίσης με μεγάλη προσοχή, την όλη στάση και συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης. Η εντύπωση που σχημάτισα είναι ότι δεν είπε την αλήθεια, ούτε στην κατάθεση του στην αστυνομία, ούτε και στο Δικαστήριο. Αντίθετα εμφανέστατη ήταν η προσπάθεια του να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που θα βοηθούσαν τόσο τον ίδιο, όσο και τον γιο του, κατηγορούμενο 2, να απαλλαγούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα ήρεμο και στοργικό πατέρα που απλώς προσπάθησε να νουθετήσει την κόρη του. Όμως η όλη στάση του και συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης κατέδειξε ένα άτομο που όχι μόνο δεν είναι ήρεμος ως χαρακτήρας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της δίκης, ιδιαίτερα κατά τον χρόνο που η Salihe κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο αυτός όσο και ακόμα περισσότερο ο κατηγορούμενος 2 θύμωνε, φώναζε και διέκοπτε τη διαδικασία. Οι παρεμβάσεις του ήταν αρκετές και σε μία μάλιστα περίπτωση το Δικαστήριο αναγκάσθηκε να διατάξει την μεταφορά τόσο του ίδιου όσο και του κατηγορούμενου 2 εκτός της αίθουσας και την συνέχιση της διαδικασίας στην απουσία τους. Και αυτό γιατί και οι δύο, φώναζαν και δημιουργούσαν μεγάλη ένταση και φασαρία, παρεμποδίζοντας την Salihe στη μαρτυρία της. Ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε όπως προαναφέρεται σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας ουσιαστικά ότι την συγκεκριμένη μέρα δεν χτύπησε την αδελφή του, αλλά απλώς την συμβούλευσε και ότι όλα έγιναν όπως τα περιέγραψε στην κατάθεση του. Όπως έχει νομολογηθεί η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, 2007
(2)ΑΑΔ359). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση, δεν έχει καμία απολύτως πειστική αξία και δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Και αυτό λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης αυτής δήλωσης, σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης και τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή και η οποία για τους λόγους που προαναφέρονται έχει γίνει αποδεκτή. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) και ο κατηγορούμενος 2 είναι αδέλφια και πατέρας τους είναι ο κατηγορούμενος
- Στις 16/10/2016 ο κατηγορούμενος 2 παρέλαβε την Μ.Κ.2 από το σπίτι της μητέρας της και την μετέφερε στο σπίτι που συνήθως διαμένουν για να παραλάβει κάποια ρούχα ένδυσης. Ενώ η Μ.Κ.2 και οι δύο κατηγορούμενοι βρισκόντουσαν εκεί, ο κατηγορούμενος 1, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε μέσα στα χέρια του κατηγορούμενου 2, ενθαρρύνοντας τον τελευταίο με φωνές να συνεχίσει να την κτυπά. Ο κατηγορούμενος 2 την κτυπούσε με πλαστικά μπουκάλια στη δεξιά πλευρά του σώματος της. Κατά το χρόνο αυτό στο σπίτι βρίσκονταν και τα μικρότερα αδέλφια της Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.2 στις 18/10/2016 μετέβη στο νοσοκομείο όπου και εξετάσθηκε από ιατρικό λειτουργό και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε αιμάτωμα τριχωτού της κεφαλής, δεξιού αντιβραγχιονίου και εκδορά δεξιάς ωμοπλάτης και παραπονείτο για αυχεναλγία και άλγος δεξιών πλευρών. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη από την αστυνομία στις 20/10/2016 και αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «εν έκαμα τίποτε». Στην συνέχεια λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση αφού πρώτα πληροφορήθηκε για την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Την ίδια απάντηση έδωσε και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Την 1/11/2016 λήφθηκε πληροφορία στην αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος 2 εναντίον του οποίου εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης για διερευνώμενη υπόθεση επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, βρισκόταν στο σπίτι του. Επί καθήκοντι αστυνομικοί μετέβησαν εκεί όπου στην αυλή της οικίας εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος 2 να συζητά σε έντονο ύφος με τον κατηγορούμενο
- Μόλις ο κατηγορούμενος 2 αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας στο μέρος, προσπάθησε να τραπεί σε φυγή, όμως ανακόπηκε και συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Κατά την σύλληψη του, ο κατηγορούμενος 1 αντιστεκόταν και χρησιμοποιήθηκε από τους αστυφύλακες η ανάλογη βία για να γίνει κατορθωτή η τοποθέτηση χειροπέδων. Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και απάντησε εντάξει. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της αστυνομίας Λεμεσού, όπου κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έγινε, εντοπίστηκε στην κατοχή του ένα μαχαίρι μήκους 10 εκατοστών περίπου που καταλήγει σε μυτερή άκρη. Πληροφορήθηκε ότι διέπραττε το αδίκημα της μαχαιροφορίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εν δικό μου». Ακολούθως ο κατηγορούμενος 2 έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι που περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και το παρέδωσε στην αστυνομία, λέγοντας ότι επρόκειτο για την δόση του και ότι είναι χρήστης. Την ίδια μέρα λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση για την υπόθεση και δεν παραδέχτηκε ενοχή. Ακολούθησαν διάφορες άλλες ενέργειες της αστυνομίας μεταξύ των οποίων έρευνα στο σπίτι των δύο κατηγορούμενων και στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJC 402 την 1/11/2016 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε ύποπτο. Η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με τον ορθό και νομότυπο τρόπο. Την ίδια μέρα λήφθηκε επίσης από τον κατηγορούμενο 2 ανακριτική κατάθεση αφού αυτός προηγουμένως πληροφορήθηκε για την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κάθε κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βέβαια βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Όπως προαναφέρεται και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το ίδιο αδίκημα, το οποίο προκύπτει από το άρθρο 3
(1)
(4)του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... ... ... ... ...
(3). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα :
- Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία,
- εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του,
- και αυτή να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης. Ξεκινώντας από το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και σύμφωνα και με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, διαπιστώνεται ότι η Salihe και οι δύο κατηγορούμενοι αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας, αφού η πρώτη και ο κατηγορούμενος 2 είναι αδέλφια και ο κατηγορούμενος 1 πατέρας τους. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 έναντι της Salihe να την αρπάξει δηλαδή από τα μαλλιά φωνάζοντας και να την ρίξει μέσα στα χέρια του κατηγορούμενου 2, ενθαρρύνοντας τον τελευταίο να συνεχίσει να την κτυπά αποτελεί πράξη άσκησης βίας. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και τούτο να μην γινόταν αποδεκτό, η ενθάρρυνση που αυτός παρείχε στον κατηγορούμενο 2 με τις φωνές του γεγονός που από την πρώτη στιγμή η Salihe προέβαλε στην κατάθεση της και η παράλειψη του κατηγορούμενου 1 να την βοηθήσει κατά την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 την κτυπούσε με πλαστικά μπουκάλια, αποτελεί σίγουρα παράλειψη και συμπεριφορά που εμπίπτει στον ορισμό της βίας, όπως ορίζεται στο Νόμο. Αναμφίβολα δε η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2, να κτυπά την παραπονούμενη με πλαστικά μπουκάλια στη δεξιά πλευρά του σώματος της, αποτελεί πράξη άσκησης βίας. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι από τη βίαιη αυτή συμπεριφορά των δύο κατηγορουμένων προκλήθηκαν στην Salihe οι σωματικές βλάβες που εκτίθενται στο Τεκμήριο 12 και που δηλώθηκαν παραδεκτές και αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η Salihe εξετάσθηκε από γιατρό δύο μέρες μετά το συμβάν, δεν μεταβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτή προσδιόρισε στην μαρτυρία της ότι κτυπήθηκε στη δεξιά πλευρά του σώματος της όπου και παρουσιάζει τραυματισμούς. Ούτε και το γεγονός ότι παρουσίασε τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, δεν κρίνεται ικανό να μεταβάλει την κρίση του Δικαστηρίου όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Και αυτό γιατί υπάρχει η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος 1 την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στα χέρια του κατηγορούμενου
- Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 άσκησαν εναντίον της Salihe θυγατέρας και αδελφής τους, βία η οποία προκάλεσε σε αυτήν σωματικές βλάβες. Συνεπώς τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας έχουν αποδειχθεί. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην κατηγορία που ο καθένας αντιμετωπίζει, δηλαδή στην 1η κατηγορία ο κατηγορούμενος 1 και στην 2η κατηγορία ο κατηγορούμενος
- (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής subject: criminal/final via stin ikogenia