ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ALLAN JOHN HUDD, Αρ. Υπόθεσης: 12930/14, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12930/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ALLAN JOHN HUDD Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αφορούν επικίνδυνη οδήγηση[1] του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΕΥ 059 από τον κατηγορούμενο στις 4/9/2013 στην λεωφόρο Γεωργίου Α' στη Λεμεσό (1η κατηγορία), και παράλειψη ακινητοποίησης οχήματος μετά από σήμα αστυνομικού με στολή[2] (2η κατηγορία).
- Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, η Γ/Αστ. 3961, Λευκή Κυριάκου (ΜΚ 1), ο Αστ. 468, Αδάμος Αδάμου (ΜΚ 2) και ο Αστ. 3143, Πέτρος Κωνσταντίνου (ΜΚ 3). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Γ/Αστ. 3961, Λευκή Κυριάκου (ΜΚ 1)
- Η ΜΚ 1 υιοθέτησε αστυνομική της κατάθεση ημερομηνίας 6/12/2013 (Τεκμήριο 1) στην οποία ανέφερε ότι στις 6/12/2013 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της αμελούς και επικίνδυνης οδήγησης και παράλειψης ακινητοποίησης οχήματος μετά από σήμα αστυνομικού με στολή (Τεκμήριο 2, η γραπτή κατηγορία). Ο κατηγορούμενος απάντησε: "I didn't see a police sign. I don't accept the charges." Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε υποβολή του κατηγορουμένου ότι του είπε όταν έφευγε από τον σταθμό: «δεν θέλω να σε ξαναδώ». Αστ. 468, Αδάμος Αδάμου (ΜΚ 2)
- Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερομηνίας 4/9/2013 (Τεκμήριο 3). Στις 04/09/2013 περί ώρα 01:40 ενώ βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στην λεωφόρο Γεωργίου Α' στη Γερμασόγεια, παρά του χώρου στάθμευσης του «ΚΟΤ», έκανε σήμα σε όχημα που ερχόταν από Γερμασόγεια προς Λιμάνι (από ανατολικά προς δυτικά) να σταματήσει. Ο οδηγός του οχήματος, που βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, παρέλειψε να σταματήσει, ανέπτυξε ταχύτητα και έστριψε το όχημα του δεξιά περνώντας σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ΜΚ 2 με κίνδυνο να τον κτυπήσει. Στη συνέχεια επανήλθε απότομα στην αριστερή λωρίδα προσπερνώντας όχημα που προπορευόταν αυτού στη δεξιά λωρίδα. Ο οδηγός του οχήματος ήταν άνδρας ηλικίας περίπου 60 ετών και ο αρ. εγγραφής του οχήματος ήταν ΚΕΥ 059, τύπου Mercedes.
- Προφορικά συμπλήρωσε ότι φορούσε στολή, φωσφορούχο γιλέκο, στο οποίο αναγραφόταν, μπροστά με μικρά γράμματα και πίσω με μεγάλα γράμματα, η λέξη «αστυνομία». Κρατούσε κόκκινο αναλάμποντα φανό. Στάθηκε στην άκρη, από τη μέση προς το πεζοδρόμιο, της αριστερής λωρίδας του δρόμου. Ανύψωσε το αριστερό του χέρι και με το δεξί χρησιμοποιώντας τον φανό έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος. Όταν έκανε το σήμα η μεταξύ τους απόσταση ήταν 70 - 80 μ. Μόλις το όχημα τον προσέγγισε σε απόσταση 50 μ. ο οδηγός του έστριψε απότομα το τιμόνι δεξιά και πέρασε δίπλα του υποχρεώνοντας τον να κάνει κίνηση προς τα πίσω. Μόλις πέρασε από δίπλα του είδε τον οδηγό και αντιλήφθηκε από την φυσιογνωμία του ότι ήταν περίπου 60 ετών, ακολούθως γύρισε πίσω και είδε και τον αρ. εγγραφής του. Η κίνηση ήταν αραιή και υπήρχε επαρκής φωτισμός από πάσσαλο της ΑΗΚ. Εντόπισε τα στοιχεία του οχήματος από τον προσωπικό του υπολογιστή (Τεκμήριο 4, η ηλεκτρονική εκτύπωση στοιχείων οχήματος).
- Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα, αρνήθηκε όμως ότι μπορούσε να προκληθεί σύγχυση λόγω των φώτων καταστημάτων με τον κόκκινο αναλάμποντα φανό. Επανέλαβε ότι όταν πέρασε από δίπλα του το όχημα είδε τον οδηγό και ακολούθως είδε τις πινακίδες. Αστ. 3143, Πέτρος Κωνσταντίνου (ΜΚ 3)
- Ο ΜΚ 3 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση 6/12/2013 (Τεκμήριο 5). Στις 6/12/2013, περί ώρα 12:20, συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης (Τεκμήριο 6) τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της αμελούς και επικίνδυνης οδήγησης και παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του ο κατηγορούμενος απάντησε: "ok sir". Προφορικά συμπλήρωσε ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως τον είχε σταματήσει για τροχονομικό έλεγχο και είδε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης. Τον οδήγησε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας όπου εκτέλεσε το ένταλμα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε στον σταθμό. Η Μαρτυρία του Κατηγορουμένου
- Ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι στις 4/9/13 οδήγησε στην εν λόγω λεωφόρο περί ώρα 01:40 το όχημα ΚΕΥ 059 και ότι πέρασε από το σημείο που ανέφερε ο ΜΚ
- Κατευθυνόταν από ανατολικά προς δυτικά και είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα. Δεν αμφισβήτησε ότι ο ΜΚ 2 ασκούσε τροχονομικό έλεγχο στην περιοχή ή ότι φορούσε στολή. Η θέση του ήταν ότι δεν είδε αστυνομικό και αρνήθηκε ότι πέρασε από δίπλα κατά τρόπο που έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του. Νομική Πτυχή
- Η επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.»
- Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προσομοιάζει με αυτό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα. Άντλησα επομένως καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη[3] ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 230). Στην προκειμένη περίπτωση οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αφορούν επικίνδυνη οδήγηση και όχι απερίσκεπτη οπότε και θα περιοριστώ στην ερμηνεία που δόθηκε στην επικίνδυνη οδήγηση. 12. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[4]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Κατηγορούμενος δύναται να κριθεί ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 86/72, έστω και αν δεν προκλήθηκε δυστύχημα (βλ. Police v Stephanou
(1973)JSC 1400[5]). 16. Ο κ. 58
(4)(θ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν προνοεί τα ακόλουθα: «58.
(4)- Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - ....... (θ) να σταματήσει το όχημα, εφόσον κληθεί να πράξει τούτο από αστυνομικό με στολή και να επιτρέψει στον αστυνομικό αυτόν να εξετάσει το όχημα και υποβάλει αυτό σε κάθε αναγκαία εξέταση για να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του με τις διατάξεις των παρόντων κανονισμών και σε τέτοια περίπτωση οφείλει να οδηγήσει το όχημα υπό την εποπτεία του αστυνομικού αυτού, ο οποίος καθορίζει ταυτόχρονα και την απόσταση, το χρόνο και την ταχύτητα της οδήγησης.»
- Αντίστοιχη Αγγλική διάταξη (αρχικά s. 159[6] του Road Traffic Act 1972 και ακολούθως s. 169[7] του Road Traffic Act 1988) ερμηνεύθηκε στην Keane v McSkimming 1983 S.C.C.R. 220[8] όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 223: "It is not of course for the Crown in a case such as this to establish that a driver did see a signal to halt. It is quite sufficient that the Crown leads evidence that a signal was given at a time and in circumstances which ought to make it obvious to an approaching driver. If such evidence is led then in the absence of explanation the case for the Crown is made out upon a prima facie basis and if the driver in question fails to react to the signal and that is established the court is entitled to proceed to conviction, and the Crown prosecution of a motorist in these circumstances is entitled to succeed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεν είναι, ασφαλώς, για την Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι οδηγός είδε το σήμα για να σταματήσει. Είναι επαρκές η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από τέτοιες περιστάσεις ώστε αυτό να ήταν εμφανές σε προσεγγίζοντα οδηγό. Εάν παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία, τότε στην απουσία εξήγησης στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και εάν ο οδηγός όντως παραλείψει να αντιδράσει στο σήμα, τότε το Δικαστήριο, δύναται να καταδικάσει και η δίωξη της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του οδηγού να επιτύχει.»
- Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο δεχθεί ότι με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καταδείχθηκε ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που θα έπρεπε να το καταστήσουν εμφανές σε προσεγγίζοντα οδηγό, και αυτός δεν ανταποκριθεί, στην απουσία εξήγησης, δύναται να καταδικάσει τον οδηγό. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι υπόχρεη να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είδε το σήμα. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, vol. 1, παρ. 6.24, σελ. 489[9] αναφέρεται ότι κατηγορούμενος μπορεί να αθωωθεί αν ο λόγος που δεν είδε το σήμα δεν αφορούσε δική του παράλειψη[10] (βλ. και Harding v Price [1948] 1 All E.R. 220). Αξιολόγηση
- Η μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 3 ήταν τυπικής φύσεως και δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω τους ΜΚ 1 και ΜΚ 3 αξιόπιστους. Δέχομαι ότι ο ΜΚ 3 στις 6/12/13 συνέλαβε τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως τον είχε σταματήσει για τροχονομικό έλεγχο. Ακολούθως η ΜΚ 1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα τις επικίνδυνης οδήγησης και παράλειψης ακινητοποίησης οχήματος μετά από σήμα αστυνομικού. Δέχομαι ότι όταν κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ο κατηγορούμενος έδωσε την απάντηση που σημειώθηκε.
- Ο ΜΚ 2 ήταν συνεπής στις θέσεις του η αντέξεταση δεν κλόνισε καθόλου την αξιοπιστία του. Δέχομαι την μαρτυρία του την ολότητα της.
- Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε την παρουσία του αστυνομικού στον δρόμο ούτε και την οδήγηση του εν λόγω οχήματος την ημέρα και ώρα εκείνη. Τα όσα ανέφερε όμως για την πιθανότητα σύγχυσης του φανού με φώτα καταστημάτων δεν με έπεισαν και δεν δέχομαι την εκδοχή του. Ευρήματα και Συμπεράσματα
- Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Ο κατηγορούμενος στις 4/9/13 περί ώρα 01:40 οδηγούσε στην λεωφόρο Γεωργίου Α' το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΥ 059 με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά.
(2)Ο ΜΚ 2 την ίδια μέρα και ώρα ασκούσε καθήκοντα τροχονομικού ελέγχου στην εν λόγω λεωφόρο σε σημείο πλησίον του χώρου στάθμευσης του «ΚΟΤ».
(3)Ο ΜΚ 2 φορούσε στολή και φωσφορούχο γιλέκο στο οποίο αναγραφόταν, μπρος και πίσω, η λέξη «αστυνομία». Κρατούσε κόκκινο αναλάμποντα φανό.
(4)Ο ΜΚ 2 στάθηκε στην άκρη, από τη μέση προς το πεζοδρόμιο, της αριστερής λωρίδας του δρόμου ανύψωσε το αριστερό του χέρι και με το δεξί χρησιμοποιώντας τον φανό έκανε σήμα στον κατηγορούμενο, το όχημα του οποίου βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα. Όταν έκανε το σήμα η μεταξύ τους απόσταση ήταν 70 - 80 μ. Μόλις το όχημα τον προσέγγισε σε απόσταση 50 μ. ο κατηγορούμενος έστριψε απότομα το τιμόνι δεξιά και πέρασε δίπλα του υποχρεώνοντας τον να κάνει κίνηση προς τα πίσω. Στη συνέχεια επανήλθε απότομα στην αριστερή λωρίδα προσπερνώντας όχημα που προπορευόταν αυτού στη δεξιά λωρίδα και συνέχισε την πορεία του.
(5)Εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε από τον ΜΚ 3 στις 6/12/
- Η ΜΚ 1 ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς.
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί ότι ο αστυνομικός ήταν ένστολος και ότι έκανε σήμα στον κατηγορούμενο κάτω από περιστάσεις που ο κατηγορούμενος όφειλε να τον δει. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου την συγκεκριμένη στιγμή δεν με αφήνει σε αμφιβολία ότι είχε δει τον ΜΚ 2 και ότι οδηγώντας με τον τρόπο που οδήγησε προσπάθησε να αποφύγει τον έλεγχο. Η οδήγηση του ήταν επικίνδυνη αφού η πρόκληση σωματικής βλάβης στον ΜΚ 2, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ήταν ενδεχόμενη. Κατάληξη
- Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις δύο κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final/ Dangerous driving/ Law 86/72, s.8/ Failing to Stop/ r. 58
(4)(θ). Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Επικίνδυνη Οδήγηση/ N. 86/72, άρθρο 8./ Παράλειψη συμμόρφωσης με σήμα αστυνομικού/ κ. 58
(4)(θ). [1] Κατά παράβαση των Άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των κ. 58
(4)(θ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [3]Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [4] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s.
- is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' [5]Απόφαση πρωτόδικη του Δ. Νικήτα, όπως ήταν τότε. [6]
- A person driving a motor vehicle on a road ... shall stop the same on being so required by a constable in uniform, and if he fails to do so he shall be guilty of an offence. [7]
- -
(1)A person driving a mechanically propelled vehicle on a road must stop the vehicle on being required to do so by a constable in uniform or a traffic officer. ...
(3)If a person fails to comply with this section he is guilty of an offence. [8] Απόφαση του High Court of Justiciary της Σκωτίας. [9] The view is advanced at [1956] Jo.Crim.L. 192 that a defendant may be excused if he does not see a constable's signal through no fault of his own, but the onus of proving his lack of negligence lies on him. Dicta in Harding v Price also support this view. [10]Διαφορετική φαίνεται να είναι η Καναδική προσέγγιση (βλ. R. v. Ellis [1947] 1 W.W.R. 717)