Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. D.ELLINAS (WHOLESALES) LTD μέσω του Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10889/15, 26/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10889/15 Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- D.ELLINAS (WHOLESALES) LTD μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της
- Δημήτρη Έλληνα
- Χαρούλας Έλληνα Κατηγορούμενοι ----------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Μιτσίδου Για Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κα Μ. Ιωαννίδου Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, δύο κατηγορίες, στη βάση των αρ. 94 και 115
(1)του Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν.94(Ι)/
- Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και στους κατηγορούμενους 2 και 3, διευθυντή και γραμματέα αντίστοιχα, ιδιότητες με τις οποίες οι τελευταίοι διώκονται, είναι ότι, παρέλειψαν να καταβάλουν δασμούς ύψους €14.899,45 και €243,69 αντίστοιχα, οι οποίοι επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία δυνάμει των Εκ των Υστέρων Βεβαιώσεων Τελωνειακής Οφειλής και άλλης Τελωνειακής Οφειλής υπ. αρ. 192/13 ημερ. 8/7/13 και 186/14 ημερ. 22/5/14 αντίστοιχα (εφ' εξής οι «βεβαιώσεις»). Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, σημειώνω ότι, αντίθετα με τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι καταχώρησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, καμία εμφάνιση υπήρξε εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εν λόγω κατηγορούμενης και αυτό παρά το ότι το κατηγορητήριο σε σχέση με αυτή επιδόθηκε δεόντως. Η υπόθεση επομένως, οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3 ενώ σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, η υπόθεση, στην ουσία προχώρησε σε απόδειξη. Σημειώνω εδώ ότι αν και δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 και η εναντίον της μαρτυρία παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αναντίλεκτη, αυτό δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από την υποχρέωση να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή και αυτής της κατηγορούμενης. Η τυχόν ποινική ευθύνη επομένως, της κατηγορούμενης 1, θα εξεταστεί υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί, στο βαθμό και στην έκταση βέβαια που η εν λόγω μαρτυρία, αφορά και άπτεται θεμάτων που σχετίζονται και με την εν λόγω κατηγορούμενη. Σε μεγάλο βαθμό, τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητούνται, αφού η ουσιαστική διαφορά των μερών στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, έλαβαν την απαιτούμενη γνώση για τις επίμαχες βεβαιώσεις και οφειλές, τουλάχιστο κατά το χρόνο και στο βαθμό που απαιτεί η σχετική νομοθεσία και νομολογία, έτσι ώστε, με την παράλειψη τους να φροντίσουν όπως καταβληθούν οι εν λόγω οφειλές, διέπραξαν τα ποινικά αδικήματα με τα οποία κατηγορούνται. Τα πιο κάτω γεγονότα, είτε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε δεν αμφισβητούνται. Α) Περί το 2010, η κατηγορούμενη 1, μέσω των κατηγορουμένων 2 και 3, εγγράφηκε στο Τελωνειακό Μητρώο με αρ.CY10260156G και διόρισε ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της για τις διάφορες τελωνειακές διαδικασίες, την εταιρεία A&S Clearing & Forwarding Agents Ltd (εφ' εξής η A&S) διευθυντής της οποίας ήταν και είναι ο Σ. Παντέχης (ΜΚ2). (Τεκμήρια 4 και 5) Β) Περί το 2013 και 2014, ο Τομέας Μετελέγχου του Τελωνείου, κατόπιν ελέγχου των εισαγωγών που η κατηγορούμενη 1 έκανε περί το 2010, έκρινε ότι στις ηλεκτρονικές διασαφήσεις που είχαν γίνει εκ μέρους της τελευταίας, παρουσιάζονταν αναληθείς δηλώσεις ως προς τη δασμολογική ταξινόμηση των εκεί αναφερόμενων εμπορευμάτων. Αφού υπολογίστηκαν οι φόροι και δασμοί που κατά την άποψη των αρμόδιων Λειτουργών του Τομέα, ανταποκρίνονταν στην ορθή ταξινόμηση των εισαχθέντων εμπορευμάτων, εξέδωσε, με σχετική διοικητική απόφαση στις 8/7/13 και 22/5/14 αντίστοιχα, τις επίμαχες βεβαιώσεις, επιβάλλοντας στην κατηγορούμενη 1, τις αντίστοιχες «οφειλές» που εκεί αναφέρονταν. (Τεκμήρια 6 και 10) Γ) Οι επίμαχες βεβαιώσεις αντίστοιχα, αν και στάληκαν με διπλοσυστημένες επιστολές στη δηλωθείσα διεύθυνση της κατηγορούμενης 1, στη συνέχεια επιστράφηκαν ως αζήτητες (Τεκμήρια 7, 8, 11 και 12). Παραδόθηκαν όμως και προσωπικά στον διευθυντή της A&S, Σ. Παντέχη (ΜΚ2), έναντι της υπογραφής του (Τεκμήρια 9 και 13) και στάληκαν και με τηλεομοιότυπο από την ΜΚ1, σε αριθμό φαξ της κατηγορούμενης 1, τον οποίο η ΜΚ1 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από την κατηγορούμενη 3 (Τεκμήρια 18, 19 και 20) Δ) Περί τις 24/10/13 η κατηγορούμενη 1, ανταποκρινόμενη σε γραπτή επιστολή του Υπεύθυνου Τελωνείου Λεμεσού ημερ. 5/9/13, υπέβαλε γραπτό αίτημα για συμβιβασμό του αδικήματος της «Λανθασμένης Ταξινόμησης» που διεπράχθη από την κατηγορούμενη 1 συνεπεία των αναληθών δηλώσεων της και στο οποίο αφορούσε η βεβαίωση 192/13, με την καταβολή του ποσού των €
- Το αίτημα έγινε αποδεκτό από το Τελωνείο και με την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού, οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν ευθύνης για το συγκεκριμένο αδίκημα το οποίο να σημειωθεί δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κατηγορητηρίου. (Τεκμήρια 14, 15 και 16). Οι επιβληθείσες φορολογίες όμως, εξακολουθούσαν να παραμένουν απλήρωτες εξ' ου και η παρούσα υπόθεση. Ε) Περί τον Δεκέμβριο 2013, σε μια προσπάθεια διευθέτησης της μέχρι τότε δημιουργηθείσας οφειλής της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με τη βεβαίωση 192/13, ο κατηγορούμενος 2 προσήλθε στα γραφεία του Τελωνείου Λεμεσού, όπου σε συνάντηση που είχε με τον Υπεύθυνο και τη ΜΚ1, επικαλούμενος τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η εταιρεία, υπέβαλε γραπτό αίτημα για εξόφληση της οφειλής δια μηνιαίων δόσεων, ύψους €
- Το αίτημα του όμως δεν έγινε αποδεκτό. (Τεκμήριο 17) Στ) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, είχαν τις ιδιότητες του διευθυντή και γραμματέα της κατηγορούμενης 1, αντίστοιχα. (Τεκμήριο 2 και 3) Ζ) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 19/2/14, με σχετικό Διάταγμα Δικαστηρίου. (Τεκμήριο 1) Η) Περί τις 6/10/16, το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε με επαλήθευση του συνολικού χρέους της κατηγορούμενης 1, όπως αυτό προέκυπτε από τις επιβληθείσες φορολογίες, αποστέλλοντας σχετικό αίτημα στον Επίσημο Παραλήπτη. (Τεκμήριο 24) Θ) Οι επίμαχες οφειλές, μέχρι και σήμερα, δεν έχουν εξοφληθεί και ούτε έχουν ακυρωθεί ή ανασταλεί εφόσον καμία Προσφυγή ασκήθηκε εναντίον τους. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τη Μ. Κωνσταντίνου-Καπαρτζιάνη (ΜΚ1), τον Σ. Παντέχη (ΜΚ2) και τον Α. Αντρέου (ΜΚ3). Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι επέλεξαν να δώσουν μαρτυρία ενόρκως, κατέθεσαν μόνο οι ίδιοι και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 - Μ. Κωνσταντίνου-Καπαρτζιάνη Η μάρτυς ανέφερε ότι είναι Τελωνειακή Λειτουργός και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στον Τομέα Μετελέγχου του Τελωνείου Λεμεσού. Τα όσα η μάρτυς ανέφερε κατά τη μαρτυρία της, συνιστούν ουσιαστικά τα κοινά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα που παραθέτω ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. ΜΚ2 - Σ. Παντέχης Ο μάρτυρας, ο οποίος είναι αδειοδοτημένος τελωνειακός πράκτορας, αναγνώρισε την υπογραφή του επί των βεβαιώσεων, επιβεβαίωσε την παραλαβή τους από το Τελωνείο ως αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 και ανέφερε ότι τις εν λόγω βεβαιώσεις, όπως και κάθε τελωνειακό έγγραφο που σχετίζεται με την κατηγορούμενη 1, μετά που τις παρέλαβε, τις παρέδωσε στον Α. Αντρέου (ΜΚ3), διευθυντή της εταιρείας Cyprus Global Logistics, η οποία και είναι ο σύνδεσμος του με τους κατηγορούμενους. ΜΚ3 - Α. Αντρέου Σύμφωνα με το μάρτυρα, η εταιρεία του, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των διεθνών μεταφορών και εκτελωνίσεων, συνιστούσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ των κατηγορουμένων πελατών του και του ΜΚ2, σε σχέση με εμπορεύματα που οι πρώτοι εισήγαγαν στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ΜΚ2, ως το πρόσωπο που εκπροσωπεί την κατηγορούμενη 1 στο Τελωνείο για τα θέματα που αφορούν σε εισαγωγές και διασαφήσεις, ενημερώνει τον ίδιο και την εταιρεία του για το τι χρειάζεται να γίνει και αυτοί με τη σειρά τους ενημερώνουν τους κατηγορούμενους. Αναφορικά με τις επίμαχες βεβαιώσεις, αν και θυμάται να συζήτησε το θέμα αρχικά με τον ΜΚ2 και στη συνέχεια με τον κατηγορούμενο 2, δεν θυμάται αν ο ΜΚ2 του έδωσε τις εν λόγω βεβαιώσεις ή αν αυτές εν τέλει κατέληξαν στον κατηγορούμενο
- Αν και ανέτρεξε στα αρχεία που διατηρεί, εντούτοις, δεν εντόπισε οτιδήποτε το σχετικό. 2ος Κατηγορούμενος Σύμφωνα με το 2ο κατηγορούμενο, αυτός δε θυμάται να έλαβε ποτέ τις επίμαχες οφειλές είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε τρίτου. Θυμάται ότι σε κάποιο στάδιο, η κοπέλα του λογιστηρίου της εταιρείας του, τον ενημέρωσε ότι το Τελωνείο ζήτησε όπως πληρωθεί το ποσό των €1400 για διευθέτηση κάποιας οφειλής και ότι αυτός ενέκρινε την πληρωμή, όμως ουδέποτε γνώριζε ή αντιλήφθηκε το τι αφορούσε. Θυμάται επίσης ότι σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, ενημερώθηκε από τον τότε οικονομικό διευθυντή της εταιρείας, Σ. Γεμεττά, ότι ο ΜΚ3 του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι υπήρχαν κάποιες οικονομικές εκκρεμότητες της εταιρείας με το Τελωνείο και ότι θα έπρεπε να πάει εκεί για να διαπραγματευτεί την εξόφληση τους, πράγμα το οποίο και έκαμε. Ο μάρτυς ανέφερε ότι αν και θυμάται στα πλαίσια της εν λόγω συνάντησης να είχε υποβάλει γραπτώς αίτημα για συμβιβασμό τη οφειλής που είχε μέχρι τότε προκύψει σε σχέση με την εταιρεία του, ισχυρίστηκε όμως ότι ουδέποτε γνώριζε ή αντιλήφθηκε πώς είναι που είχε προκύψει η εν λόγω οφειλή αφού δεν είναι ο ίδιος που ασχολείτο με αυτά τα θέματα αλλά ο Σ. Γεμεττάς. Αναγνώρισε τον αριθμό φαξ στον οποίο στάληκαν οι επίμαχες βεβαιώσεις, ως τον αριθμό της εταιρείας του πλην όμως ισχυρίστηκε ότι επειδή τον τότε καιρό η εταιρεία χρησιμοποιούσε τουλάχιστο 3 φαξ και απασχολούσε μεγάλο αριθμό προσωπικού, ήταν πολύ πιθανόν, ο ίδιος, εφόσον δεν ήταν ούτε το πρόσωπο που ασχολείτο με αυτά τα θέματα, να μην ενημερώθηκε ποτέ για την παραλαβή τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τις 19/2/14 που η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, του απαγορεύτηκε ρητά να ασχολείται με οτιδήποτε έχει να κάνει με την οικονομική ή περιουσιακή διαχείριση της εταιρείας συμπεριλαμβανομένης και της παραλαβής ή υπογραφής οποιοδήποτε εγγράφων και σε καμία τέτοια ενέργεια προέβη έκτοτε. Τέλος ισχυρίστηκε ότι αν γνώριζε έγκαιρα για το περιεχόμενο των βεβαιώσεων και των εκεί προβληθέντων απαιτήσεων του Τελωνείου, θα καταχωρούσε σίγουρα Προσφυγή αφού θεωρεί τις εν λόγω βεβαιώσεις λανθασμένες. Επειδή όμως ουδέποτε ενημερώθηκε σχετικά παρά μόνο όταν ήταν πλέον αργά, δεν προέβη σε οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα. 3η Κατηγορούμενη Η εν λόγω κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε και αυτή άγνοια του περιεχομένου των εν λόγω βεβαιώσεων, επικαλούμενη τα περιορισμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες που είχε ως γραμματέας της εταιρείας. Θυμάται ότι μίλησε με την ΜΚ1 και ότι της έδωσε ένα από τους αριθμούς φαξ της εταιρείας για να της στείλει κάτι που αφορούσε την εταιρεία πλην όμως η ίδια ουδέποτε παρέλαβε προσωπικά τις επίμαχες βεβαιώσεις. Τα θέματα αυτά ισχυρίστηκε, τα επιλαμβάνετο, συνήθως, ο λογιστής της εταιρείας, ο Σ. Γεμεττάς. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η κα Μιτσίδου για την κατηγορούσα αρχή, υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποδείχτηκαν πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, τονίζοντας ιδιαίτερα, το αυστηρό της ευθύνης που τα εν λόγω αδικήματα ενέχουν. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων 2 και 3, η συνήγορος, παραπέμποντας στις πρόνοιες του αρ.115
(1)του Νόμου, υποστήριξε ότι ακόμα και κάποιο νοητικό στοιχείο να απαιτείται να αποδειχθεί σε σχέση με τους αξιωματούχους μιας εταιρείας, αυτό αποδείχτηκε πλήρως από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα Ιωαννίδου από την άλλη, υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3 χωρίς να πλανάται τουλάχιστο μια υποβόσκουσα αμφιβολία. Ήταν η θέση της κας Ιωαννίδου ότι, δεν αποδείχτηκε στον απαιτούμενο βαθμό, η αναγκαία γνώση των κατηγορουμένων 2 και 3 αναφορικά με την διοικητική απόφαση για πληρωμή των επίμαχων οφειλών και ως εκ τούτου η υπόθεση εναντίον των πελατών της θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και θεωρώ ορθό όπως παραθέσω πρώτα τη νομική πτυχή που διέπει τα υπό κρίση αδικήματα. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη που κάποιος «οφειλέτης» τελωνειακών δασμών και φόρων φέρει, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 94 «94. Κάθε πρόσωπο που παραλείπει, αρνείται ή και αμελεί να καταβάλει στο Διευθυντή, εντός είκοσι μίας ημερών, από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης οποιοδήποτε ποσό δασμού ή και φόρου που βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο έτος ή και στις δύο αυτές ποινές.» Αναφορικά με τη φύση του αδικήματος που δημιουργεί το προαναφερόμενο άρθρο, από το λεκτικό των προνοιών του, διαπιστώνεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος της παράλειψης καταβολής επιβληθέντων, δυνάμει απόφασης του Τελωνείου, δασμών ή φόρων, το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί, είναι η γνώση του οφειλέτη περί της ύπαρξης και επιβολής της οφειλής και η συνακόλουθη παράλειψη καταβολής της. Η οποιαδήποτε υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του οφειλέτη είναι άνευ σημασίας. Υπό αυτή την έννοια, το υπό εξέταση αδίκημα δύναται να θεωρηθεί ως αδίκημα αυστηρής ευθύνης αφού «το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής .... (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 253 και Blackstone's, Criminal Practice, 2004 σελ.40» (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016). Όπως πολύ χαρακτηριστικά λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 277/2015, 12/4/2017 «...στις περιπτώσεις που ο Νόμος δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης δεν απαιτείται απόδειξη ένοχης διάνοιας (mens rea) εφόσον η ένοχη διάνοια δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Όπως δε επισημάνθηκε στη Sea Island & Tours Ltd (ανωτέρω), το κατά πόσο ο Νόμος δημιουργεί τέτοιο αδίκημα είναι θέμα που «κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225». Όπως όμως έχει τονιστεί επανειλημμένα από τη Νομολογία, η αξιόποινη παράλειψη καταβολής ποσού που επιβλήθηκε δυνάμει διοικητικής απόφασης, διότι περί τέτοιας απόφασης πρόκειται εδώ, προϋποθέτει το ανέκκλητο της οφειλής, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Τον ανέκκλητο αυτό χαρακτήρα, η οφειλή, τον προσλαμβάνει, εφόσον περιέλθει σε γνώση του επηρεαζόμενου προσώπου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Προϋπόθεση επομένως για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της οφειλής, παράλειψη καταβολής της οποίας συνιστά και το σχετικό αδίκημα, αποτελεί η γνωστοποίησή της στον επηρεαζόμενο οφειλέτη ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος για την άσκηση προσφυγής. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Δημητρίου,
(2010)2 Α.Α.Δ. 298 και οι αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάμνει στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 Κυριακίδης κ.ά. ν. Εφόρου Φ.Π.Α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 75). Το απαιτούμενο αυτό στοιχείο της «γνώσης ή κοινοποίησης» της επίμαχης οφειλής για σκοπούς του αδικήματος του αρ.94, είναι άμεσα συναρτημένο με το δικαίωμα του «άμεσα φορολογούμενου προσώπου» να προβεί στα αναγκαία διαβήματα για αμφισβήτηση της οφειλής, ούτως ώστε να μην βρεθεί ποινικά υπεύθυνος για παράλειψη καταβολής της (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου ν. James Peter (Pazaraki),
(2004)2 Α.Α.Δ. 524). Το μόνο θέμα συνεπώς με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθεί το ποινικό Δικαστήριο είναι αν το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η φορολογία, στην παρούσα περίπτωση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, έλαβε γνώση περί αυτής και παρά ταύτα παρέλειψε να την καταβάλει και «...όχι με τους λόγους της παράλειψης πληρωμής» (βλ. επίσης Ιωάννου και άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(1991)3 Α.Α.Δ. 493 και Οικονομίδης ανωτέρω). Η απαιτούμενη «γνώση» του «οφειλέτη», για σκοπούς του υπό κρίση αδικήματος, αποδεικνύεται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.117 του Νόμου, όταν «οποιαδήποτε κοινοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, γνωστοποιείται με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπό του και η οποία αποστέλλεται με επιστολή ή με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικά στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπό του.» Όσον αφορά το θέμα αντιπροσώπευσης ενώπιον των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 74
(1)του Νόμου, «Κάθε πρόσωπο δύναται να ορίζει αντιπρόσωπό του ενώπιον του Τμήματος Τελωνείων για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται στην τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία.» Από το γενικό τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένες οι πρόνοιες του αρ. 74
(1)ως προς το θέμα της αντιπροσώπευσης, καθώς επίσης και από το λεκτικό των Κανονισμών 4
(2)και 17
(1)των Περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορας και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορας Κανονισμών 1974 - ΚΔΠ 119/74[1], προκύπτει ότι η αντιπροσώπευση κάποιου προσώπου, μέσω τελωνειακού πράκτορα, ενώπιον των Τελωνιακών Αρχών, δεν περιορίζεται στο μικρό βαθμό που υποστήριξε η κα Ιωαννίδου. Αντίθετα, το δικαίωμα ενός τέτοιου αντιπροσώπου να «πράττη δια λογαριασμόν του ενδιαφερομένου εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς πάν ότι ο τοιούτος εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς υποχρεούται ή δικαιούται δυνάμει τού Νόμου να πράξη αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα..» και η «αλληλέγγυα ευθύνη» που έχει αναφορικά με οποιοδήποτε οφειλόμενο δασμό ή φόρο ήθελε καταβληθεί σε σχέση με τα εμπορεύματα του εισαγωγέα ή του εξαγωγέα, καταδεικνύει μια πιο γενική και καθολική εκπροσώπηση από τον τελωνειακό πράκτορα, στο πρόσωπο του οποίου αναγνωρίζεται, για σκοπούς του Νόμου, το ίδιο το πρόσωπο που τον διόρισε. Συνάγεται επομένως ότι, η κοινοποίηση οποιασδήποτε οφειλής στον αντιπρόσωπο-τελωνειακό πράκτορα με ένα από τους τρόπους που αναφέρονται στο αρ. 117 του Νόμου, συνιστά έγκυρη και νομότυπη κοινοποίηση της οφειλής στο ίδιο το επηρεαζόμενο από την οφειλή πρόσωπο και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο, όπως στην παρούσα υπόθεση, είναι εταιρεία, η γνωστοποίηση της οφειλής, δεν προϋποθέτει, κατά κανόνα, γνωστοποίηση της και στους διευθυντές ή αξιωματούχους της. Όταν τώρα, το αδίκημα του αρ.94 διαπραχθεί από εταιρεία, ως το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε και κοινοποιήθηκε από το Τελωνείο συγκεκριμένη οφειλή και η οποία δεν καταβλήθηκε, ο Νόμος περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την ποινική ευθύνη που δύναται να φέρουν οι διευθυντές, συμβούλοι ή άλλοι αξιωματούχοι του εν λόγω νομικού προσώπου, σε σχέση με την παράλειψη καταβολής της οφειλής από την εταιρεία. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 115 του Νόμου οι οποίες έχουν ως εξής: «115.-
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στην τελωνειακή ή στην άλλη νομοθεσία από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνέργεια ή από αμέλεια συμβούλου, διευθυντού, γραμματέα, ή άλλου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή υπό προσώπου φερομένου ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, αυτός μαζί με το νομικό πρόσωπο λογίζεται ένοχος του ποινικού αδικήματος αυτού και υπόκειται ωσαύτως σε ποινική δίωξη και ανάλογη ποινή.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "σύμβουλος" σε σχέση με νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, η διαχείριση του οποίου είναι εμπεπιστευμένη στα μέλη του, σημαίνει μέλος του νομικού αυτού προσώπου ή οργανισμού.
(3)Πρόσωπο που σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.» Θα συμφωνήσω στο σημείο αυτό με την κα Μιτσίδου ότι, οι πιο πάνω πρόνοιες, καθιστούν την ποινική ευθύνη ενός διευθυντή ή αξιωματούχου εταιρείας, η οποία κρίνεται ένοχη για το αδίκημα του αρ.94, «...ευθύνη προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη από την ευθύνη...» ενός συνεργού δυνάμει του αρ.20 Κεφ.
- Εν πάσει περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση, οι υπό κρίση κατηγορίες, δεν εδράζονται στο αρ.20 Κεφ.
- Εκεί όμως που δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο, είναι με τη θέση της ότι για την στοιχειοθέτηση τέτοιας ποινικής ευθύνης διευθυντή, η απόδειξη μόνο της παράλειψης καταβολής της οφειλής από την εταιρεία, είναι αρκετή. Από το λεκτικό των αρ. 94 και 115 προκύπτει ότι, η απόδειξη μόνο της παράλειψης καταβολής οφειλής, αφορά αποκλειστικά το actus reus του αδικήματος του αρ.94 και για το οποίο όπως έχω ήδη αναφέρει, το μόνο που απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η γνώση του «άμεσα φορολογούμενου προσώπου» περί της οφειλής και η παράλειψη καταβολής της. Δεν ισχύει όμως το ίδιο σε σχέση με το αρ.115 και την ποινική ευθύνη διευθυντών μιας εταιρείας που διαπράττει το αδίκημα του αρ.
- Στην αγόρευση της βέβαια, η ευπαίδευτη συνήγορος, προβαίνει σε επιχειρηματολογία αναφορικά και με την απόδειξη του mens rea, αν τέτοιο στοιχείο ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ως προαπαιτούμενο, για την στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης ενός διευθυντή με βάση το αρ.
- Επί του θέματος αυτού όμως παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με το λεκτικό του αρ.115, ο διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας δεν υπέχει αυτόματα ποινική ευθύνη, όμοια με αυτή του νομικού προσώπου, όπως είναι η περίπτωση στην Φορολογική Νομοθεσία. Στις υποθέσεις Μαρκίδης Τάσος ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 316 και Μελάς Λίνος και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, στις οποίες με παρέπεμψε η συνήγορος, το επίμαχο σε εκείνες τις υποθέσεις, αρ.54 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990, Ν. 246/90, ως ίσχυε τότε, (νυν αρ. 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000) προνοούσε τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον παρόντα Νόμο αδικήματα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν, εκτός από τα ίδια τα νομικά πρόσωπα- (α) Όλα τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται της υποθέσεις του νομικού προσώπου (β) ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής ή ο διευθύνων σύμβουλος του νομικού προσώπου, και η ποινική δίωξη για το αδίκημα μπορεί να στραφεί εναντίον της εταιρείας και εναντίον όλων ή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.» (έμφαση δική μου) Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην Σπύρου ανωτέρω, αναφορικά με το εν λόγω αδίκημα, «Ο Νόμος λοιπόν (άρθρο 48) κατά τρόπο που δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας καθιστά προσωπικώς ποινικώς υπεύθυνους τους διευθυντές (και άλλους αξιωματούχους) για τα αδικήματα ενός νομικού προσώπου που προνοούνται από το Νόμο και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «Η δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95
(1)/2000 ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας δεν προκύπτει αυτομάτως και άνευ άλλου τινός από μόνο το γεγονός της στοιχειοθέτησης της ευθύνης της εταιρείας. Τα όσα ισχύουν στην περίπτωση δίωξης, δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ. 154, προσώπου το οποίο εμπλέκεται ως συνεργός ισχύουν, κατ΄ αναλογία, και εν προκειμένω». Με δεδομένο δε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εφεσίβλητοι ήταν διευθυντές της Εταιρείας και η Εταιρεία διέπραξε τα αδικήματα τα οποία της καταλογίστηκαν δυνάμει του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κρίνει γι΄ αυτά ένοχους και τους εφεσίβλητους.» Μπορεί ο σκοπός του αρ.115 να είναι, όπως και στις Σπύρου και Μαρκίδης ανωτέρω, η διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, «μέσω του κολασμού των φυσικών προσώπων, υπευθύνων της λειτουργίας του», όμως για σκοπούς της Τελωνειακής Νομοθεσίας, ο νομοθέτης, έκρινε ορθό όπως καθορίσει πιο αυστηρές προϋποθέσεις για την απόδοση ποινικής ευθύνης σε ένα διευθυντή ή αξιωματούχο, από αυτές της Φορολογικής Νομοθεσίας. Προσεκτική ανάγνωση των προνοιών του αρ.115
(1)καταδεικνύει ότι για να αποδειχθεί η ενοχή τέτοιου διευθυντή ή αξιωματούχου σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος του αρ.94 από την εταιρεία του, θα πρέπει, πέραν της διάπραξης από το νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.94, να αποδειχθεί η συναίνεση ή συνέργεια ή αμέλεια, τέτοιου διευθυντή ή αξιωματούχου. Για να μπορέσει να καταδειχθεί αυτή η απαιτούμενη «...συναίνεση ή συνέργεια ή ...αμέλεια» ενός διευθυντή μιας εταιρείας, στην οποία έχει επιβληθεί η επίμαχη φορολογία, σίγουρα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο εν λόγω διευθυντής είχε κάποια γνώση περί αυτής. Η «γνώση» όμως που αφορά σε διευθυντή εταιρείας είναι καθαρά η γνώση που απαιτείται για να καταδειχθεί αν ο ίδιος προσωπικά συναίνεσε ή συνέργησε στην μη πληρωμή της οφειλής από την εταιρεία ή επέδειξε αμέλεια ως προς το θέμα αυτό και όχι η «γνώση» του άμεσα επηρεαζόμενου από τη φορολογία προσώπου, ήτοι της εταιρείας, η οποία αφορά στο αδίκημα του αρ.94 και η οποία δύναται να επιτευχθεί ακόμη και χωρίς την εμπλοκή ή ενημέρωση του διευθυντή της εταιρείας. Καθίσταται επομένως ξεκάθαρο, ότι οι πρόνοιες του αρ.115, αφορούν σε χωριστό αδίκημα, με συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία και ο παραβάτης του εν λόγω αδικήματος, δεν μπορεί να διώκεται στα πλαίσια κοινής με το νομικό πρόσωπο κατηγορίας, αφού η αντίστοιχη ποινική ευθύνη τους εδράζεται επί διαφορετικών στοιχείων. Άλλωστε, την ιδιότητα του «άμεσα φορολογούμενου προσώπου», για σκοπούς του αδικήματος του αρ.94, την έχει η εταιρεία και τίποτα στις πρόνοιες του αρ.115 δεν υποκαθιστά ή προσδίδει στο διευθυντή της, μια τέτοια ιδιότητα. (βλ. π.χ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272). Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω επίσης ότι, οι Τελωνειακές Αρχές, κοινοποίησαν δεόντως τις επίμαχες βεβαιώσεις στην κατηγορούμενη 1, η οποία και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους, τόσο με προσωπική παράδοση τους στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της κατηγορούμενης 1, όσο και με αποστολή τους μέσω τηλεομοιότυπου, στον αριθμό της κατηγορούμενης 1. Βρίσκω επίσης ότι παρά την κοινοποίηση αυτή, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, παρέλειψε να καταβάλει τις εκεί επιβαλλόμενες τελωνειακές οφειλές της και μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει. Υπό το φως όμως της μαρτυρίας που συνιστά μη αμφισβητούμενο ή κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και για την οποία έχω ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα, θεωρώ ότι η αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, γνώριζαν για την επίμαχη οφειλή της κατηγορούμενης 1, όχι μόνο δεν είναι αναγκαία αλλά αντίθετα δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, εφόσον, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η απουσία χωριστής κατηγορίας εναντίον τους, σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)[2] Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και στις δύο κατηγορίες του κατηγορητηρίου και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ένοχη στις κατηγορίες 1 και
- Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι, ως αποτέλεσμα, αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1 και
- Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι 2 και 3 δικαιούνται σε έξοδα, το θέμα μπορεί να άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. αρ.167 - 169 Κεφ.155) όμως η παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί από Υπηρεσία της Δημοκρατίας και «Σύμφωνα με τα άρθρα 167, 168 και 169 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία, ούτε τα πρωτόδικα δικαστήρια ούτε το Εφετείο έχει εξουσία να επιδικάζει έξοδα σε αθωωθέντα κατηγορούμενο, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο. (Βλέπε Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C., p.1132).» - Θωμά ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Επομένως δεν επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και
- (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Τελωνείο - Παράλειψη πληρωμή οφειλής [1] Κ.4
(1)«Αδεια τελωνειακού πράκτορος δεν χορηγείται έκτος εάν ό ενδιαφερόμενος πληροί τάς προϋποθέσεις τάς καθοριζομένας έν τοις παρούσι Κανονισμοίς καθ' όσον άφορα εις τελωνειακόν πράκτορα. Η άδεια τελωνειακού πράκτορος παρέχει το δικαίωμα τω κατόχω αύτης όπως πράττη δια λογαριασμόν του ενδιαφερομένου εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς πάν ότι ο τοιούτος εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς υποχρεούται ή δικαιούται δυνάμει τού Νόμου να πράξη αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα και όπως συμπληροί πάσας τάς αναγκαίας διατυπώσεις και υπογράφη οιαδήποτε έγγραφα.» Κ.17
(1)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του Νόμου, ο τελωνειακός πράκτωρ ή βοηθός τελωνειακός πράκτωρ, και ο εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς διά λογαριασμόν ούτινος ενεργεί, ευθύνονται αλληλεγγύως έναντι των τελωνειακών αρχών της Δημοκρατίας διά την καταβολήν παντός δασμού, φόρου ή τέλους ή πάσης φύσεως δικαιώματος αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα, ωσαύτως δε διά την καταβολήν παντός ττοσού πληρωτέου εις τας τελωνειακάς αρχάς δυνάμει τού Νόμου καθ' όσον αφορά εις οιαδήποτε εμπορεύματα και όπερ, λόγω λάθους, τταραλείψεως ή αμελείας οιουδήποτε τελωνειακού πράκτορος ή βοηθού τελωνειακού πράκτορος δεν εχρεώθη, επεβλήθη ή εισεπράχθη κατά τον χρόνον της εισαγωγής ή εξαγωγής ή του τελωνισμού των εμπορευμάτων. [2] Οδυσσέα
(1999)υπό Πική Δ. ως ήταν τότε: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.»