← Κύπρος

Έφορος Φορολογίας ν. ΜΕΡΟΥΖΙΑΝ ΣΑΡΚΙΣΙΑΝ, Αρ. Υπόθεσης: 19674/15, 6/4/2017

Έφορος Φορολογίας ν. ΜΕΡΟΥΖΙΑΝ ΣΑΡΚΙΣΙΑΝ, Αρ. Υπόθεσης: 19674/15, 6/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19674/15 Μεταξύ: Έφορος Φορολογίας -v- ΜΕΡΟΥΖΙΑΝ ΣΑΡΚΙΣΙΑΝ (Α.Δ.Τ. 746812) από τη Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2017 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενο: κος. Χρ. Παύλου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, κατηγορείται για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου στον Έφορο Φορολογίας («ο Έφορος»), εντός 14 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 5.6.06, ποσού ύψους €20.132,54 το οποίο βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας. Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος, προβλέπεται από τα άρθρα 46

(11), 46
(14), 49
(1), 49
(2), 48 και 57 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου Ν. 95(Ι)/2000, ως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος και από τους Καν. 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 51/02). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε απλή. Παρ' όλο όπου δεν δηλώθηκε οποιοδήποτε παραδεκτό γεγονός, προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι κατ' αρχάς ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την εγγραφή του εις το Μητρώο του Εφόρου από 1.4.00 όπου εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος μέχρι σήμερα. Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε επίσης το γεγονός ότι η υπηρεσία Φ.Π.Α. προέβηκε σε βεβαίωση φόρου στις 5.6.06 όπου σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 αφορούσε την περίοδο από 1.4.00 μέχρι 30.9.04, την οποία ο κατηγορούμενος παρέλαβε δια χειρός στις 5.6.
  1. Αδιαμφησβήτητο επίσης παρέμεινε το ποσό των €20.132,54σ το οποίο βεβαιώθηκε ως οφειλόμενος φόρος και το γεγονός ότι αυτό δεν πληρώθηκε εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της βεβαίωσης φόρου. Σύμφωνα με την τελική αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης προκύπτει ότι ουσιαστική υπεράσπιση του κατηγορουμένου αποτελεί η θέση του ότι έχει παραβιαστεί το Συνταγματικό του δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου εφόσον η βεβαίωση φόρου λήφθηκε την 5.6.06 ενώ η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε στις 7.10.15 και η καθυστέρηση αυτή δεν δικαιολογήθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Η πλευρά της υπεράσπισης υποστήριξε τη θέση της αυτή στο γεγονός ότι μια απλή υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο 9 και πλέον χρόνια μετά τη βεβαίωση του φόρου. Με την τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου πέραν της πιο πάνω θέσης του υποστήριξε επίσης ότι δεν αποδείχθηκε η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εφόσον σύμφωνα με το λεκτικό του Τεκμηρίου 2, βεβαίωση φόρου, το ποσό το οποίο κλήθηκε ο κατηγορούμενος να πληρώσει δεν ήταν το τελικό αλλά έπρεπε να ακολουθήσει νέα ειδοποίηση από μέρους της υπηρεσίας Φ.Π.Α. με το τελικό ποσό το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί. Επομένως κατά τον κ. Παύλου, εφόσον αναφέρεται εις το Τεκμήριο 2 ότι θα κοινοποιηθεί σύντομα στον κατηγορούμενο το ακριβές ποσό το οποίο θα πρέπει να καταβληθεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε εντός 14 ημερών. Προτού προχωρήσω στη παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας αξίζει να σημειωθεί πώς στα πλαίσια εκδίκασης της προκείμενης ποινικής υπόθεσης δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα η ορθότητα και η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης δια της οποίας εβεβαιώθηκε, ως οφειλόμενος Φ.Π.Α., το ποσόν των €20.132,
  2. Η διοικητική αυτή απόφαση και το περιεχόμενο της ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητα και την εγκυρότητά της, μόνον στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου (Άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Εφ΄ όσον δε παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία προσβολής αυτής της διοικητικής απόφασης επί ακυρώσει, αυτή είναι οριστική, τεκμαίρεται νόμιμη και αποτελεί προϋπόθεση για την κατ΄ αρχήν γένεση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου (Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75) Πρώτος μάρτυρας από μέρους της κατηγορούσας αρχής παρουσιάστηκε ο Χρίστος Θεοδούλου, ΜΚ1, λειτουργός εις το Τμήμα Φορολογίας και Φ.Π.Α. Κατέθεσε το πιστοποιητικό εγγραφής του κατηγορούμενου εις το μητρώο του Εφόρου από 1.4.00 μέχρι σήμερα, Τεκμήριο
  1. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε, η μαρτυρία του ήταν τυπική και γίνεται αποδεκτή. Ακολούθως παρουσιάστηκε ο Προκόπης Καρκαλλής, ΜΚ2, προϊστάμενος έμμεσης φορολογίας στο Επαρχιακό Γραφείο Τμήματος Φορολογίας Λεμεσού. Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την υπόθεση η λειτουργός Ντίνα Στυλιανού προχώρησε σε έλεγχο της επιχείρησης του κατηγορούμενου και εξέδωσε τη βεβαίωση φόρου και ως προϊστάμενος της την ενέκρινε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την εν λόγω βεβαίωση φόρου ημερ. 5.6.
  2. Εξήγησε ότι το πρωτότυπο του εγγράφου το παρέλαβε ο κατηγορούμενος και κατέθεσε το αντίγραφο εις το οποίο φαίνεται η υπογραφή του κατηγορούμενου ότι παρέλαβε τη βεβαίωση στις 5.6.
  3. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει τη διαδικασία που ακολουθείτε σε περίπτωση όπου κάποιο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί και ποιος είναι υπεύθυνος για την άσκηση ποινικής δίωξης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι εις τα καθήκοντα του να γνωρίζει κατά πόσο ένας φορολογούμενος πλήρωσε ή όχι και ο τομέας προώθησης ποινικών υποθέσεων είναι υπεύθυνος προς τούτο. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσιαστικής πτυχής της και γίνεται αποδεκτή. Τελευταία μάρτυρας παρουσιάστηκε η Μαρίνα Παντελή, ΜΚ3, λειτουργός εις την υπηρεσία Φ.Π.Α. στον τομέα φορολογικών δηλώσεων. Εκ των καθηκόντων της αποτελεί ο έλεγχος του οφειλόμενου φόρου που οφείλεται ή καταβλήθηκε ή βεβαιώθηκε. Ετοίμασε όπως είπε πιστοποιητικό του εφόρου φορολογίας σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας Φ.Π.Α. στο οποίο καταγράφεται ο οφειλόμενος φόρος ο οποίος δεν καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο εντός της προθεσμίας η οποία προνοείται από το Νόμο, των 14 ημερών και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Εξήγησε ότι επί του Τεκμηρίου 3 αναγράφεται ο οφειλόμενος φόρος για το ποσό των €20.132,54 ο οποίος προέκυψε από βεβαίωση φόρου ημερ. 5.6.
  5. Ανέφερε περαιτέρω ότι έγιναν πληρωμές από τον κατηγορούμενο στις 15.2.16 ποσού €5748,65σ και αφορούσε την περίοδο από 1.4.00 - 30.9.01, στις 18.5.16 ποσού €2.500.- για την περίοδο 1.10.01 - 31.3.02 και μέρος της περιόδου 1.4.02 - 30.6.02, στις 17.10.16 ποσού €2.506,32σ για την περίοδο 1.7.02 - 31.3.03 και στις 28.11.16 ποσού €2.000.- για μέρος της περιόδου 1.4.03 - 30.6.
  6. Συνολικά πληρώθηκε το ποσό των €12.754,97σ και παρέμεινε υπόλοιπο €7.377,57σ. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο το πιστοποιητικό Τεκμήριο 3 περιλαμβάνει τις πληρωμές οι οποίες έγιναν την ίδια ημέρα, δηλ. 16.2.17 και ο συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε προς τούτο στην μάρτυρα δυο έντυπα πληρωμής, Τεκμήρια 4 και 5 τα οποία αφορούσαν περαιτέρω πληρωμές οι οποίες έγιναν από τον κατηγορούμενο στις 16.2.17 για ποσό €1.577,19σ και €1.422,81σ. Η μάρτυρας εξήγησε ότι η πρώτη πληρωμή αφορούσε εξόφληση της περιόδου 1.7.03 - 30.9.03 και η δεύτερη πληρωμή αφορούσε μέρος της περιόδου 1.10.03 - 31.12.03 εκ συνόλου €2.208,33σ. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο γνωρίζει εάν ληφθήκαν μέτρα μετά την αποστολή της βεβαίωσης και ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εις τα καθήκοντα της. Η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος προέβηκε σε διάφορες πληρωμές έναντι του οφειλόμενου φόρου με τελευταίες πληρωμές αυτές που έγιναν στις 16.2.
  7. Σύμφωνα με την πιο πάνω μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετά την καταχώρηση της υπόθεσης πλήρωσε συνολικά έναντι του οφειλόμενου φόρου ποσό €15.754,97σ. Ο κατηγορούμενος μετά όπου κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και δεν παρουσίασε άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι έλαβε δια χειρός τη βεβαίωση φόρου ημερ. 5.6.06 στις 5.6.06, Τεκμήριο 2, με την οποία του ζητούσαν να πληρώσει εντός 14 ημερών το ποσό των ΛΚ. 11.000.- και κάτι και ότι θα τον ειδοποιούσαν για το νέο ποσό το οποίο θα έπρεπε να πληρώσει. Ανέμενε όπως είπε να ειδοποιηθεί για το ακριβές ποσό και τότε θα πήγαινε στο γραφείο του Φ.Π.Α. να ζητήσει να πληρώνει με δόσεις. Δεν έλαβε όπως είπε άλλη επιστολή και η διεύθυνση του δεν άλλαξε ποτέ ενώ ζει στην Κύπρο τα τελευταία 30 χρόνια. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι η γνωστοποίηση στην οποία αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 για το ακριβές ποσό αφορούσε τους τόκους και επιβαρύνσεις και συμφώνησε ενώ διαφώνησε ότι όφειλε να πληρώσει το ποσό των €20.132,54σ εντός 14 ημερών. Στη συνέχεια επανέλαβε τη θέση του ότι περίμενε να του σταλεί το ακριβές ποσό για να ξέρει τι θα έπρεπε να πληρώσει. Τα πιο πάνω αποτέλεσαν την ουσία της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου η οποία προβλήθηκε ουσιαστικά ως δικαιολογία για την μη πληρωμή του οφειλόμενου φόρου δεν κρίνεται πειστική εφόσον για πρώτη φορά προβλήθηκε με την μαρτυρία του χωρίς να λεχθεί ή υποβληθεί τέτοια θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Από τη στιγμή όπου ο ίδιος του αποδέχεται ότι έλαβε γνώση του Τεκμηρίου 2 στις 5.6.06 για το ποσό το οποίο θα έπρεπε να πληρώσει εντός 14 ημερών αλλά και το δικαίωμα του να υποβάλει ένσταση είτε να προσφύγει εις το Ανώτατο Δικαστήριο για ότι αφορούσε τη βεβαίωση φόρου, ο ίδιος του επέλεξε μέχρι την ημέρα όπου έλαβε γνώση για την παρούσα ποινική υπόθεση να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια είτε να πληροφορηθεί ποιο ήταν το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει, εφόσον ήταν σε αβεβαιότητα όπως ισχυρίστηκε είτε για να μάθει πως θα διευθετούσε την εν λόγω υποχρέωση του προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι εις το Τεκμήριο 2 στη 2η σελίδα γίνεται αναφορά στο ποσό φόρου ΛΚ. 4.366,35 το οποίο βεβαιώθηκε ως οφειλόμενος φόρος δυνάμει του άρθρου 34 των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 1990 μέχρι 2000 και το ποσό των ΛΚ. 7.416,70 το οποίο βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο φόρος δυνάμει του άρθρου 49 της του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2005, σύμφωνα με τον Πίνακα Ι ο οποίος επισυνάφθηκε εις το Τεκμήριο
  8. (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στη συνέχεια αναφέρεται εις το Τεκμήριο 2 2η σελίδα ότι: «Το ακριβές ποσό το οποίο οφείλεται να καταβάλετε σύμφωνα με το άρθρο 36 των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 1990 μέχρι 2000 και το άρθρο 43, παράγραφος 4, Δέκατο Παράρτημα των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2005, θα σας κοινοποιηθεί σύντομα από τα Κεντρικά Γραφεία της Υπηρεσίας Φ.Π.Α...». (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Επομένως προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το ακριβές οφειλόμενο ποσό το οποίο θα κοινοποιείτο εις τον κατηγορούμενο δεν αφορά την υπό εξέταση υπόθεση ούτε το επίδικο οφειλόμενο ποσό εφόσον από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η αναφορά σε ποσό που θα κοινοποιείτο στον κατηγορούμενο στηρίζεται σε διαφορετικές πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και όχι επί των άρθρων 34 και 49 δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε ο φόρος που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και ο οποίος θα έπρεπε να είχε καταβληθεί εντός 14 ημερών. Όπως έχει προαναφερθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν εξετάζει οτιδήποτε αφορά τη βεβαίωση φόρου και ότι αυτή περιλαμβάνει την στιγμή όπου αυτή δεν έχει προσβληθεί. Επομένως, η προσπάθεια του κατηγορούμενου να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και τα έννομα αποτελέσματα της βεβαίωσης φόρου ως διοικητική πράξη προς τον ίδιο, δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικο ζήτημα στην παρούσα. Τονίζεται περαιτέρω ότι η θέση αυτή του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή θα έπρεπε να ακολουθήσει κοινοποίηση του ακριβές ποσού φόρου, δεν τέθηκε εις τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους και δεν έχει δοθεί στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής και δη στον ΜΚ2 ο οποίος ενεπλάκη στην ετοιμασία και έγκριση της βεβαίωσης φόρου να απαντήσει επί του εν λόγω ζητήματος. Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Pal Tekinder και Άλλη ν. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 551: «Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599.» Για τους πιο πάνω λόγους η θέση αυτή του κατηγορούμενου η οποία αποτέλεσε την ουσία της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή ανέμενε να λάβει νέα ειδοποίηση για το ακριβές ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Ο κατηγορούμενος εγγράφηκε στο Μητρώο Φ.Π.Α με ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγγραφής του την 1.4.00 και από τότε μέχρι και σήμερα παραμένει εγγεγραμμένος στο Μητρώο Φ.Π.Α. - Μετά από επίσκεψη ελέγχου η οποία έγινε από την υπηρεσία Φ.Π.Α. στην επιχείρηση του κατηγορούμενου αναφορικά με την περίοδο 1.4.00 μέχρι 30.9.04, η υπηρεσία Φ.Π.Α. προέβηκε σε Βεβαίωση φόρου ημερ.5.6.06 ύψους ΛΚ. 11.783,05σ. (Τεκμήριο 2) - Η εν λόγω βεβαίωση ημερομηνίας 5.6.06 παραλήφθηκε δια χειρός στις 5.6.06 από τον κατηγορούμενο. - Το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τη βεβαίωση φόρου δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δηλαδή εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής, ήτοι 5.6.06. - Έναντι του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού υπήρξαν πληρωμές από τον κατηγορούμενο μετά την καταχώρηση της υπόθεσης όπως αυτές έχουν αναφερθεί από την ΜΚ3 και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Σημειώνεται κατ' αρχάς ότι η παρούσα υπόθεση αφορά οφειλόμενο φόρο ο οποίος βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 49
(1)του Ν. 95(Ι)/00 ως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος όπου προνοούνται τα ακόλουθα: «49.—
(1)Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.» Το άρθρο 46
(11)του Νόμου όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος προέβλεπε τα ακόλουθα: «46
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει στον Έφορο, εντός δεκατεσσάρων ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 και 49Α, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 46
(11)ως ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος προκύπτουν από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου. Στις περιπτώσεις αδικημάτων τα οποία προβλέπονται υπό του Νόμου Ν.95(Ι)/2000 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) ενός κατηγορούμενου συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των οφειλομένων. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (βλ. για ανάλογη εφαρμογή Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235) Επί τη βάσει της μαρτυρίας την οποίαν προσέφερε η κατηγορούσα αρχή, η οποία σκιαγραφείται πιο πάνω και η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη στην ολότητα της διαπιστώνεται πώς, έχει αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κ. Παύλου εισηγήθηκε με την τελική του αγόρευση ότι λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης επηρεάστηκε το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενο σε δίκαιη δίκη. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα οι συνήγοροι και των δυο πλευρών υιοθέτησαν τα όσα ανέφεραν προς τούτο κατά τις αγορεύσεις τους εις το στάδιο εξέτασης κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει και εξετάσει με προσοχή το ιδιαίτερο αυτό ζήτημα το οποίο ηγέρθηκε από πλευράς κατηγορουμένου. Αποτελεί γεγονός ότι η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, συνυφασμένο με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών). Αντιστοίχως, η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και της δικαστικής εξουσίας (Χριστόπουλος ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105 επ.). Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου προσμετρά υπέρ αυτού (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 648). Όμως, στις περιπτώσεις καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, τα δικαιώματά του τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, θίγονται δεν εξετάζονται ποτέ in abstracto (βλ. για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 221/2013 Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερ. 02.09.2013). Η εξέταση του ισχυρισμού περί εκτροπής από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και η εξέταση του ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου προϋποθέτουν την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας. Στρεφόμενη τώρα στην παρούσα υπόθεση διαφαίνεται από την εισήγηση του κ Παύλου ότι το παράπονο του κατηγορούμενου επικεντρώνεται εις το ότι ενώ η βεβαίωση φόρου γνωστοποιήθηκε στον ίδιο στις 5.6.06 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 7.10.15. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου διαπιστώνω ότι η παρέλευση 9 και πλέον ετών δεν εξηγήθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Συνεπώς από τα όσα τεθήκαν ενώπιον μου όλο αυτό το διάστημα παρέμεινε άπρακτο και σίγουρα τέτοια αδράνεια δεν επικροτείται. Σύμφωνα όμως με πάγιες αρχές της νομολογίας η καθυστέρηση σε μια υπόθεση δεν μπορεί να έχει ένα και μόνο αποτέλεσμα, αυτό της παραβίασης των δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου, αλλά θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η παρέλευση του χρόνου επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο. Το ζητούμενο επομένως είναι στην παρούσα υπόθεση κατά πόσο η παρέλευση αυτού του χρόνου επηρέασε το δικαίωμα του συγκεκριμένου κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Ο κατηγορούμενος, δια της ένορκης κατάθεσής του, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή γεγονός το οποίο να καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης τον επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο, υπό την έννοια ότι είτε επήλθε αλλαγή στις συνθήκες του είτε εμποδίστηκε να προβάλει την υπεράσπιση του. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη του μαρτυρία δεν ανέφερε οτιδήποτε εν σχέση με το προβαλλόμενο ζήτημα το οποίο τέθηκε μόνο υπό μορφή αγόρευσης του συνηγόρου του. Προκύπτει περαιτέρω από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν φαίνεται να επηρεάστηκε εις την προβολή της υπεράσπισης του στην υπόθεση αυτή, αλλά αντίθετα μετά την καταχώρηση της και μέχρι την 16.2.17 όπου η Ακρόαση είχε ξεκινήσει, ο ίδιος του προέβαινε σε πληρωμές έναντι της οφειλής του. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν προβλήθηκε ούτε και εξηγήθηκε από πλευράς κατηγορούμενου με ποιο τρόπο η μακρά και αδικαιολόγητη απραξία της κατηγορούσας αρχής τον έθεσε σε μειονεκτική θέση αποστερώντας του το δικαίωμα του να τύχει δίκαιης δίκης. Όπως έχει λεχθεί και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ημερ. 22.3.17, ο παράγοντας του χρόνου αποτελεί ζήτημα το οποίο λαμβάνεται υπόψη ακόμα και στο στάδιο επιβολής ποινής χωρίς απαραίτητα η όποια καθυστέρηση να οδηγεί σε ακύρωση της δίκης ή αθώωση του κατηγορούμενου. Ενόψει των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει. (Υπ.). .................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.