← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABDULHAMID ALASWA, Αρ. Υπόθεσης: 21443/16, 3/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABDULHAMID ALASWA, Αρ. Υπόθεσης: 21443/16, 3/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21443/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABDULHAMID ALASWA Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 3 Απριλίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Αντωνιάδου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ

  1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και παραδέχθηκε ενοχή σε 7 κατηγορίες.
  2. Η 1η κατηγορία, που είναι η πιο σοβαρή, αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 31/7/2016 ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΧΖ 496 στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στη Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Yazan Alnwaihi («το θύμα»).
  3. Η 2η κατηγορία αφορά εγκατάλειψη του θύματος ενώ είχε τραυματιστεί χωρίς την παροχή βοήθειας[1], η 3η κατηγορία, οδήγηση χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[2], η 4η κατηγορία, χωρίς άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας κατηγορίας Α1[3], η 5η κατηγορία, χωρίς άδεια κυκλοφορίας[4] (ληγμένη στις 31/12/2015), η 6η κατηγορία, μεταφορά επιβάτη σε μοτοσικλέτα χωρίς να επιτρέπεται[5] και η 7η κατηγορία, χωρίς εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη της[6].
  4. Η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1) τα γεγονότα που συνθέτουν τα πιο πάνω αδικήματα. Σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, δέσμη φωτογραφιών της σκηνής και των οχημάτων ως Τεκμήριο
  5. Στις 31/7/2016 περί ώρα 17:00 ο κατηγορούμενος, τότε ηλικίας 17½ ετών, οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΧΖ 496, ιδιοκτησίας του πατέρα του, στην παραλιακή οδό της 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό, κατευθυνόμενος δυτικά προς τον κόμβο του Παλαιού Λιμανιού, μεταφέροντας ως επιβάτη το θύμα, ηλικίας 15½ ετών, και κινείτο στη δεξιά από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Είχε προηγουμένως προσπεράσει από τα δεξιά το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ 1 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ΜΚ 1 ακολουθούσε λεωφορείο, με αρ. εγγραφής ΗΗΖ 677, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ
  6. Ο κατηγορούμενος και το θύμα έβλεπαν προς την παραλία αντί μπροστά τους, οπότε και δεν πρόσεξαν ότι οι φωτεινοί σηματοδότες ήταν κόκκινοι και ότι τα προπορευμένα τους αυτοκίνητα είχαν ελαττώσει την ταχύτητα τους. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι πλησίασαν πολύ το προπορευόμενο τους αυτοκίνητο, με αρ. εγγραφής ΜΕΧ 548, που οδηγούσε η ΜΚ 3, προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση και έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί στην άσφαλτο και να εκτιναχθούν τόσο ο ίδιος όσο και το θύμα. Η μοτοσικλέτα σύρθηκε επί της ασφάλτου με την ίδια κατεύθυνση που κινείτο και κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της ΜΚ 3 και ακινητοποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος σύρθηκε επί της ασφάλτου και ακινητοποιήθηκε δίπλα από το όχημα της ΜΚ
  7. Το θύμα σύρθηκε επί της ασφάλτου με διαγώνια πορεία προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και πατήθηκε από το διερχόμενο λεωφορείο, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ 2 στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.
  8. Ο ΜΚ 2 δεν αντιλήφθηκε τι έγινε και συνέχισε την πορεία του και ανακόπηκε από άλλα νεαρά άτομα, πιθανόν φίλους του κατηγορουμένου και του θύματος, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από την σκηνή του δυστυχήματος. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρά, σηκώθηκε και αφού πήρε την μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε, σπρώχνοντας την, εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος. Το θύμα, παραλήφθηκε από ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού σε κρίσιμη κατάσταση. Υπέκυψε όμως στα τραύματα του. Διαπιστώθηκε ως αιτία θανάτου: «Πολυτραυματισμός ως είναι κατά Τροχαίο Δυστύχημα».
  9. Οι Αστ. 392 (ΜΚ 14) και Αστ. 329 μετέβησαν στο σημείο που ανακόπηκε το ενεχόμενο λεωφορείο. Μετά από πάροδο λίγων λεπτών προσήλθαν συνοδευμένοι από την αστυνομία οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, ΜΚ 2 και 3, μαζί με τον ΜΚ
  10. Ο εξεταστής της υπόθεσης Α/Λοχίας 2700 (ΜΚ 15) αφού ενημερώθηκε έδωσε οδηγίες όπως ο ΜΚ 2 με τη συνοδεία αστυνομίας οδηγήσει το λεωφορείο στο Τμήμα Τροχαίας γιατί νεαρά άτομα, πιθανόν φίλοι του κατηγορούμενου και του θύματος, κινήθηκαν με απειλητικές διαθέσεις εναντίον του. Ο ΜΚ 14 έλαβε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ακολούθως ετοίμασε σχέδιο σε κλίμακα (Τεκμήριο 2). Έγινε έλεγχος αλκοόλης στους ΜΚ 2 και 3 με μηδενική ένδειξη. Λήφθηκε και αριθμός φωτογραφιών στη σκηνή αλλά και των εμπλεκόμενων οχημάτων (Τεκμήριο 3). Στο λεωφορείο εντοπίστηκαν μόνο δύο σημάδια τα οποία σύμφωνα με τον ΜΚ 2 προκλήθηκαν όταν τα νεαρά άτομα που τον ανέκοψαν όταν άρχισαν να κλωτσούν το λεωφορείο.
  11. Την ίδια μέρα, περί ώρα 19:25, προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας με δική του πρωτοβουλία και συνοδευόμενος από τον πατέρα του ο κατηγορούμενος. Στην παρουσία του πατέρα του ο ΜΚ 15 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί. Δεν έδωσε καμιά απάντηση. Ο κατηγορούμενος ακολούθως οδήγησε τους αστυφύλακες στο σημείο που είχε κρύψει τη μοτοσικλέτα σε πολυκατοικία κοντά στην σκηνή του δυστυχήματος. Όλα τα οχήματα πέραν των ζημιών που είχαν υποστεί από το δυστύχημα ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση.
  12. Η ορατότητα περιγράφηκε ως απεριόριστη, ο καιρός ήταν αίθριος, το δυστύχημα έγινε την ημέρα, ο δρόμος επίπεδος, ευθύς και το οδόστρωμα στεγνό. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
  13. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος ως επίσης και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία επί του θέματος.
  14. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Η στροφή του βλέμματος του στα αριστερά ήταν στιγμιαία. Η παράλειψη αυτή όμως ήταν αρκετή ώστε να μην αντιληφθεί έγκαιρα τα φώτα τροχαίας και η απόσταση που τον χώριζε από το όχημα της ΜΚ 3 ήταν μηδαμινή. Ενήργησε αγωνιωδώς κάνοντας μανούβρα προς τα αριστερά με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να ανατραπεί. Η οδήγηση του δεν ήταν παρατεταμένα αδιάφορη. Το δυστύχημα οφειλόταν σε στιγμιαίο λάθος τη δεδομένη στιγμή.
  15. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εγκατέλειψε τη σκηνή η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είδε το λεωφορείο να περνά πάνω από το σώμα του φίλου του και υπέστη σοκ. Όταν αντιλήφθηκε ότι θα ερχόταν ασθενοφόρο έφυγε. Παραδέχθηκε άμεσα στην αστυνομία και βοήθησε στη διερεύνηση.
  16. Η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, ο κατηγορούμενος σήμερα είναι μόλις 18 ετών, μαθητής. Ζει με τους γονείς του και τα τρία ανήλικα αδέλφια του σε οικία δύο υπνοδωματίων, όπου παρατηρείται στενότητα χώρου. Οι γονείς του είναι άνεργοι, Συριακής καταγωγής που βρίσκονται στην Κύπρο από το 1997, και από το 2016 κάτω από καθεστώς συμπληρωματικής ασυλίας. Η οικογένεια λαμβάνει οικονομική βοήθεια από φιλανθρωπική οργάνωση του Μουσουλμανικού Τεμένους στη Λεμεσό και από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος είναι τελειόφοιτος στο ιδιωτικό σχολείο Green Hill με πολύ καλή επίδοση στα μαθήματα και συμπεριφορά (Τεκμήριο 4, η βεβαίωση του σχολείου). Επιθυμεί να σπουδάσει στον τομέα των επιχειρήσεων. Βιώνει έντονα την απώλεια του θύματος που ήταν καλός του φίλος, παρουσιάζει σοβαρή μελαγχολία και έχει υποστεί μετατραυματικό σύνδρομο. Έχει βιώσει επίσης την απογοήτευση και επιθετική συμπεριφορά συγγενών του θύματος αλλά και φίλων του που του επιρρίπτουν ευθύνες (Τεκμήριο 5, η βεβαίωση του Ψυχιάτρου, Δρ. Ηλία Νικολαΐδη ημερ. 10/2/2017). Ο κατηγορούμενος μέσω της συνηγόρου του απηύθυνε την ειλικρινή του συγνώμη στην οικογένεια του θύματος.
  17. Η συνήγορος του κατηγορουμένου επικαλούμενη τις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη

(1993)2 ΑΑΔ 355 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 εισηγήθηκε ότι η ποινή φυλάκισης δεν ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο κρίνει μια τέτοια ποινή ως ενδεδειγμένη εισηγήθηκε την αναστολή της ενόψει της ηλικίας του, του μεμονωμένου του περιστατικού και της ειλικρινούς μεταμέλειας του. Αναφέρθηκε επίσης στην πρωτόδικη Απόφαση του αδελφού Δικαστή, Δ. Θεοδώρου, στην Υπ. 826/14, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστοφή, ημερ. 27/4/2017, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στις Αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές στην έκπτωση ποινής (όταν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης) γενικά μετά από παραδοχή.
  1. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν έχει βαθμούς ποινής και έχει παραδεχθεί άμεσα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει χωρίς να γίνει ακρόαση.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»): «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
  3. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[7].
  4. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 19. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 20. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
  1. Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις οδηγίες με κάποιες αλλαγές[8].
  2. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορουμένου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[9]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα.
  3. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). 24. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (Νο. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
  1. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
  2. Το αν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  3. Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 28. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
  1. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[10]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
  2. Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
  3. Αναφορικά με την 2η κατηγορία που αφορά εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας σε τραυματία, το άρθρο 235Α
(1)
(3)ΠΚ προνοεί τα ακόλουθα: «235 Α. -
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. ........
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.» 32. Άντλησα καθοδήγηση από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 389, Νικοδήμου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 67, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1 και Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ
  1. Από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει ότι επιδρούν ως μετριαστικοί παράγοντες ο πανικός που μπορεί να καταλάβει τη δεδομένη στιγμή τον εμπλεκόμενο και η μετέπειτα συμπεριφορά του. Η εγκατάλειψη θύματος που αποβιώνει προσμετρά ως επιβαρυντικός παράγων.
  2. Εξετάζοντας την 3η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)και
(5)[11] του Ν. 96 (Ι)/ 2000, το αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή €1708 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Επιβάλλεται επίσης εξάμηνη στέρηση της άδειας οδήγησης. 34. Για το αδίκημα αυτό, όπως επίσης της εγκατάλειψης, εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να παραθέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Αυτό δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός ότι η εξουσία στέρησης της άδειας οδήγησης εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής (ανωτέρω), Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 35. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 49
(1)(α)[12] του Ν. 94(Ι)/2001, με φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.
  1. Οι κατηγορίες που αφορούν την οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας (κατηγορία 5) και τη μεταφορά επιβάτη χωρίς να επιτρέπεται (κατηγορία 6) τιμωρούνται σύμφωνα με τον κ. 72[13] των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν, με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτους ή πρόστιμο €1708 ή και τις δύο ποινές. Ανάλογη ποινή επιβάλλεται και σύμφωνα με το άρθρο 11[14] του Ν. 86/72 που αφορά την οδήγηση χωρίς εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη (κατηγορία 7).
  2. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε:
(1)υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών ή σε νυσταλέα κατάσταση.
(2)καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ή με τέτοια ταχύτητα που καθιστούσε την οδήγηση του, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του δρόμου και τις κρατούσες συνθήκες, επικίνδυνη.
(3)κατά παράβαση οδικών σημάνσεων, δηλαδή παραβιάζοντας φώτα τροχαίας, άσπρη συνεχόμενη γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα.
  1. Η πράξη του να κοιτάζει αριστερά του αντί μπροστά, όντως ήταν μικρής χρονικής διάρκειας και μπορεί να θεωρηθεί στιγμιαία. Υπενθυμίζω ότι στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013). Υπό αυτή την οπτική γωνία η οδήγηση του μπορεί να κριθεί ότι κατέστη επικίνδυνη από στιγμιαίο σφάλμα.
  2. Το ζήτημα όμως δεν μπορεί να κριθεί τόσο απλά και σε απομόνωση από τους υπόλοιπους παράγοντες και δεδομένα που περιστοιχίζουν την υπόθεση. Η συνειδητή επιλογή του κατηγορουμένου να οδηγήσει χωρίς την εξουσιοδότηση του πατέρα του, μοτοσικλέτα την οποία δεν είχε άδεια να οδηγήσει, ούτε ασφάλεια είναι σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες, έστω και αν δεν έχουν διασυνδεθεί με τον τρόπο οδήγησης τη δεδομένη στιγμή ή ως απερίσκεπτες πράξεις που προκάλεσαν το αποτέλεσμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (Νο. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473, 479 - 480). 40. Επομένως αν και το σφάλμα του δεν εντάσσεται, κατά την άποψη μου, στα πλαίσια της απερίσκεπτης οδήγησης αλλά της επικίνδυνης, η διάπραξη του αδικήματος με βάση το άρθρο 210 ΠΚ συνοδεύεται από τους επιβαρυντικούς παράγοντες που προανέφερα. Η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει εναντίον του (βλ. Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353). 41. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με την νομολογία, παράμετρο, που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. Sentencing in Cyprus, σελ. 88[15], ανωτέρω). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Andrew John Yeates κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320, είναι γενική αρχή δικαίου, ότι, η ποινή φυλάκισης, αποτελεί ύστατο μέτρο τιμωρίας. Αρχή που, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αποκτά, ακόμη μεγαλύτερη σημασία, στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών, όπου, γενικά, ενδείκνυται, απροθυμία φυλάκιση τους, εφόσον, εναλλακτικοί τρόποι τιμωρίας, κρίνονται επαρκείς. Από την άλλη, το Δικαστήριο, δεν θα αποφύγει την επιβολή ποινής φυλάκισης σε ένα νεαρό παραβάτη, εάν αυτό παρουσιάζεται ως η μόνη, υπό τις περιστάσεις, λύση. Παράγοντες, καθοριστικοί αυτής της επιλογής, είναι, ως υποστηρίζεται και από την νομολογία[16], μεταξύ άλλων, αν ο κατηγορούμενος, βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αν παρέλειψε να ανταποκριθεί σε άλλες μεθόδους ή προσπάθειες αναμόρφωσης του και τυχόν, βάσει των περιστατικών της υπόθεσης, επαίσχυντη συμπεριφορά του έναντι άλλου ή άλλων προσώπων που θυματοποιήθηκαν από την συμπεριφορά.
  1. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα είναι όμως σοβαρές και δυστυχώς συνήθεις σε άτομα της ηλικίας του κατηγορουμένου. Η οδήγηση, δυστυχώς, από ανήλικους, χωρίς άδεια και ασφάλεια είναι συχνό φαινόμενο και κοινωνικό πρόβλημα, αποτέλεσμα κακής νοοτροπίας που δεν φαίνεται να υποχωρεί. Τα αδικήματα αυτά δεν μπορούν απλά να αποδοθούν σε νεανική επιπολαιότητα. Πρέπει να αντιμετωπιστούν με αυστηρότητα για να δοθούν τα αναγκαία μηνύματα.
  2. Έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία του κατηγορουμένου, και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν. Η απώλεια του φίλου του είναι φανερό ότι τον έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα. Το αίσθημα ενοχής φαίνεται να τον κατέλαβε σχεδόν άμεσα αφού πήγε αυτοβούλως στην Αστυνομία και βοήθησε στη διερεύνηση. Δέχομαι ότι σε άτομο της ηλικίας του ο πανικός ήταν ενδεχόμενος και ότι εγκατέλειψε το θύμα γι' αυτό τον λόγο. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω ότι είναι καλός μαθητής με κατεύθυνση στη ζωή του παρά τις πολύ δύσκολες οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του. Σημειώνω ότι η παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο με αποτέλεσμα την αποφυγή δίκης δικαιολογεί σοβαρή έκπτωση στην ποινή.
  3. Επιβάλλω στoν κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών πλέον 7 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα.
(2)Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
(3)Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα.
(4)Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
(5)Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
(6)Στις κατηγορίες 5 και 6 δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή.
  1. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν.
  2. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  3. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. 48. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
(1)Ο κατηγορούμενος είναι άτομο νεαρής ηλικίας, 18 μόλις ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και οδική συμπεριφορά.
(2)Παρουσιάζεται μεταμελημένος ενώ, έλαβα υπόψη μου επίσης το γεγονός ότι το θύμα ήταν στενός φίλος του κατηγορούμενου και τις επιπτώσεις στον ίδιο εξαιτίας του συμβάντος.
(3)Είναι καλός μαθητής, επιδεικνύει δηλαδή συμπεριφορά ατόμου με συγκεκριμένη κατεύθυνση στη ζωή του, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του και θα πρέπει επομένως να του δοθεί μια τελευταία ευκαιρία.
  1. Ως εκ τούτου η ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αναστέλλονται για τρία έτη από σήμερα. Ενόψει της ηλικίας του κρίνω ορθό όπως εκδώσω διάταγμα επιτήρησης του δυνάμει του άρθρου 5 του Ν. 95/
  2. Εκδίδεται Διάταγμα Επιτήρησης του κατηγορουμένου.
  3. Το διάταγμα θα ισχύει για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Κατά την ως άνω καθοριζομένη περίοδο ο κατηγορούμενος διατάσσεται όπως:
(1)Τελεί υπό την επιτήρηση αρμοδίου για τον σκοπό αυτό Κηδεμονικού Λειτουργού.
(2)Διαμένει μόνιμα στην οδό Κυθήρων 32 Α, Λεμεσός. Σε περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης ο Κατηγορούμενος να ειδοποιεί εκ των προτέρων τον Κηδεμονικό Λειτουργό κάτω από την επιτήρηση του οποίου τίθεται.
(3)Παρουσιάζεται και /ή επικοινωνεί με τον Κηδεμονικό Λειτουργό σύμφωνα με τις οδηγίες που θα δίδονται από τον Κηδεμονικό Λειτουργό.
(4)Συμμορφώνεται και συνεργάζεται καθ' όλη την διάρκεια της περιόδου επιτήρησης με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, τις οποίες αυτός θεωρεί αναγκαίες, για την διασφάλιση της καλής του διαγωγής και της αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος.
(5)Ο Κηδεμονικός Λειτουργός θα επισκέπτεται και θα λαμβάνει αναφορά από τον Κατηγορούμενο κάθε μήνα και θα υποβάλλει στο Δικαστήριο έκθεση προόδου αναφορικά με την τήρηση και εφαρμογή του διατάγματος κάθε έξι μήνες.
(6)Σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκθεση του Κηδεμονικού Λειτουργού. 52. Αντίγραφο του Διατάγματος Επιτήρησης να αποσταλεί από τον Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής και του Διατάγματος Επιτήρησης) (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). [1] Κατά παράβαση του άρθρου 235 Α
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(α) και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. [4] Κατά παράβαση των κ. 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [5] Κατά παράβαση του κ. 59
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. [7] 5-10 βαθμούς ποινής. [8] Βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273. [9] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [10] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' [11] 3
(1)..
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. ...
(5)Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [12] «49.—
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· .... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. [13] 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. [14] 11. Πας όστις λαμβάνει και οδηγεί οιονδήποτε μηχανοκίνητον όχημα άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτου αυτού ή ετέρας νομίμου εξουσιοδοτήσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [15] 'Dealing with young offenders is a particularly delicate task. In their case, the need for helping them reform is extraordinarily strong, as their chances of rehabilitation are better in comparison to older persons who are more hardened in their habits and attitudes. The emphasis is on reform rather than punishment.' [16] Βλ. Costakis Michael Christofi v P
(1971)2 CLR 216, Panicos Menelaou a. o. v R
(1971)2 CLR 146 και Antoniou v P
(1975)7 JSC 986 στις οποίες παραπέμπει το σύγγραμμα Sentencing in Cyprus ανωτέρω, στη σελ. 88.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.