← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Κλεοβούλου, Αρ. Υπόθεσης: 4434/15, 19/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Κλεοβούλου, Αρ. Υπόθεσης: 4434/15, 19/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4434/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ανδρέας Κλεοβούλου Ημερομηνία: 19.4.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Β. Δανιηλίδου. Για τον κατηγορούμενο: κα Μ. Λαβίθια. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6

(1)και 18
(1)(β) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85 (κατηγορία 1), λιανικής πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α) και 23 του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144 (κατηγορία 2) και χρήσης μεγαφώνων σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 4.5.14, στην Λεμεσό:
  1. Λειτουργούσε κέντρο αναψυχής δηλ. το υποστατικό με την ονομασία «MIRAGE», χωρίς άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (κατηγορία 1).
  2. Πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά, στον εν λόγω υποστατικό, χωρίς άδεια λιανικής πώλησης οινοπνευματωδών ποτών από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 2).
  3. Χρησιμοποίησε μεγάφωνα σε δημόσιο χώρο, δηλ. στο πιο πάνω υποστατικό, χωρίς άδεια του Επάρχου Λεμεσού. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του σε όλες τις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.3098 Ευστράτιος Ευστρατίου, ο οποίος υπηρετεί στον Ουλαμό Προλήψεως Εγκλημάτων (Ο.Π.Ε.) Λεμεσού. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου της υπόθεσης και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Εκεί αναγράφεται ότι στις 4.5.14 και ώρα 23:50 κατήγγειλε τον κατηγορούμενο (με συγκεκριμένο Δ.Τ., διεύθυνση και αρ. τηλεφώνου), ιδιοκτήτη του καμπαρέ με την ονομασία «MIRAGE», που βρίσκεται στην γωνιά των οδών Αμαθούντος 4 στην Λεμεσό ότι: Ι. Λειτουργούσε το εν λόγω υποστατικό, ΙΙ. Σέρβιρε οινοπνευματώδη ποτά και ΙΙΙ. Μετέδιδε ηχογραφημένη μουσική, όλα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο απάντησε «Εν να φκουν σύντομα». Στις παρατηρήσεις του στο τεκμήριο 1 ο Μ.Κ.1 γράφει περαιτέρω ότι κατά την ώρα της καταγγελίας στο μέρος υπήρχαν περί τα 20-30 άτομα, τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας ηχογραφημένη μουσική, η οποία μεταδιδόταν μέσω μεγαφώνων και κατανάλωναν διάφορα οινοπνευματώδη ποτά όπως μπύρες και ουίσκι. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: Όταν πήγε στο υποστατικό για συνήθη έλεγχο, ζήτησε τον ιδιοκτήτη και ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν εκεί, του παρουσιάσθηκε ως ο υπεύθυνος. Ο μάρτυρας του παρουσίασε την αστυνομική του ταυτότητα, του είπε ότι είναι από τον Ο.Π.Ε. και πήγαν για να ελέγξουν τις άδειες του υποστατικού και ο κατηγορούμενος του είπε και πήγαν σε γραφείο όπου τους υπέδειξε τις άδειες προηγούμενων χρόνων, οπόταν ο μάρτυρας του είπε ότι δεν ισχύουν και ότι θα καταγγελθεί. Στην συνέχεια ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα στοιχεία του, τα οποία και του έδωσε. Όσον αφορά τα μεγάφωνα είπε ότι είδε 4 μεγάλα τέτοια, εντός του υποστατικού, σε κάθε γωνιά αυτού και σε ύψος περίπου 2 μέτρων και ότι από αυτά ακουγόταν δυνατά αγγλική μουσική. Όσον αφορά την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών είπε ότι είδε κάποιους πελάτες να κρατούν τέτοια καθώς και κάποια να βρίσκονται πάνω σε τραπέζια. Είπε δε, σε σχέση με την διαπίστωση του ότι επρόκειτο για οινοπνευματώδη ποτά, ότι γνωρίζει πολλές μάρκες αλκοολούχων ποτών από αυτές που είδε στο μπαρ του υποστατικού και είδε θαμώνες να κρατούν μπουκάλια μπύρας γνωστών εταιρειών. Ερωτώμενος εάν είδε κάποιο θαμώνα να πληρώνει για τα ποτά είπε ότι υπήρχε άτομο πίσω από το μπαρ καθώς και ταμειακή μηχανή και σερβίρονταν ποτά αλλά δεν θυμάται εάν υπήρχε τιμοκατάλογος. Είπε επίσης ότι γνωρίζει ότι ιδιοκτήτης που υποστατικού είναι ο αδελφός του κατηγορούμενου ονόματι Κλείτος. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά τον Κλείτο εδώ και πολλά χρόνια μέσα από την εργασία του (δεν είναι φίλοι) και γνωρίζει και τον κατηγορούμενο. Ανέφερε δε ότι ο Κλείτος έχει γκρίζο αραιό και πιο μακρύ μαλλί από τον κατηγορούμενο. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα στοιχεία της ταυτότητας του κατηγορούμενου δεν του τα έδωσε ο τελευταίος αλλά κάποιος άλλος, δεν το δέχθηκε, όπως δεν δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στο υποστατικό και ότι δεν του παρουσιάσθηκε ως υπεύθυνος. Του υποβλήθηκε ότι ήταν ο Κλείτος που του έδωσε την ταυτότητα του κατηγορούμενου κάτι που δεν δέχθηκε επιμένοντας ότι γνωρίζει καλά τον Κλείτο και ότι μπορεί να τον διακρίνει από τον κατηγορούμενο. Εξήγησε δε όσον αφορά το τεκμήριο 1 ότι η παρούσα αποτελεί μια συνήθη καταγγελία από αυτές που κάνουν σχεδόν πάντα όταν βρίσκονται σε υπηρεσία και όλοι οι φάκελοι των υποθέσεων συμπληρώνονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν παρέλαβε οποιαδήποτε ποτά, ούτε την ταμειακή μηχανή και δεν σημείωσε το όνομα κάποιου θαμώνα. Είπε επίσης ότι τέτοιες καταγγελίες είναι ρουτίνας και ουσιαστικά εάν προέβαινε στα πιο πάνω δεν θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο. Ο κατηγορούμενος στην δική του μαρτυρία ανέφερε ότι ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού είναι ο αδελφός του, Κλείτος Κλεοβούλου. Ο ίδιος εργάσθηκε στο υποστατικό προσωρινά όταν ήταν άνεργος αλλά δεν είχε καμία σχέση με την λειτουργία του και τα οικονομικά του. Δεν είδε ποτέ του τον Μ.Κ.1 και στις 4.5.14 βρισκόταν στο χωριό Άρσος εφόσον ήταν Κυριακή και ποτέ δεν δουλεύει την Κυριακή. Έδωσε στον Κλείτο αντίγραφο της ταυτότητας του με τα στοιχεία του στον παρελθόν όταν μπήκε εγγυητής του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του έγιναν με αμεσότητα και ευθύτητα ενώ η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέπεια και λογική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Περιέγραψε με λεπτομέρεια όλα όσα είδε και διαπίστωσε κατά τον επίδικο χρόνο στο συγκεκριμένο υποστατικό καθώς και όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος εκεί. Ήταν δε σαφής και κατηγορηματικός ότι γνώριζε και τον κατηγορούμενο αλλά ακόμη περισσότερο τον αδελφό αυτού και ότι κατά το επίδικο βράδυ αυτός που του παρουσιάσθηκε ως υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω ήταν λογική και πειστική η θέση του ότι τα στοιχεία του κατηγορούμενου του τα έδωσε ο ίδιος και ότι δεν είχε κανένα λόγο να μην καταγγείλει τον αδελφό του κατηγορούμενου, εάν εκείνο έβρισκε στο υποστατικό. Όσον δε αφορά το ότι δεν έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, δεν παρέλαβε οποιαδήποτε ποτά, ούτε την ταμειακή μηχανή και δεν σημείωσε το όνομα κάποιου θαμώνα, εξήγησε ότι έδρασε όπως δρα σε κάθε τέτοια καταγγελία, από τις πολλές τέτοιου είδους που κάνει στα πλαίσια συνηθισμένων ελέγχων και δεν θεωρώ ότι αυτό επιδρά με οποιοδήποτε τρόπο στην αξιοπιστία του. Άλλωστε η μη συλλογή τέτοιας μαρτυρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποβαίνει εις βάρος του κατηγορούμενου αλλά αντίθετα εις βάρος της κατηγορούσας αρχής, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης εφόσον περιορίζεται προς απόσειση αυτού στην αξιοπιστία τέτοιων μαρτύρων. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Από την άλλη η εκδοχή του κατηγορούμενου στερείται πειστικότητας και δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχάς στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δούλεψε στο συγκεκριμένο υποστατικό περί το 2010-2012 ενώ στην αντεξέταση του είπε ότι άρχισε να εργάζεται εκεί, νομίζει το 2013 ενώ δέχθηκε ότι εργαζόταν εκεί και τον Μάιο του 2014. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στην αντεξέταση του είπε ότι δεν είναι καλός με τις ημερομηνίες αλλά η πιο πάνω χρονική ανακολουθία δεν καταδεικνύει κατά την κρίση μου μια απλή σύγχυση. Δεν είναι δε λογική η θέση του ότι ενώ εργαζόταν εκεί από τις 9 το βράδυ μέχρι τις μια περίπου το πρωί και ενώ δέχθηκε ότι εργαζόμενος εκεί, ο αδελφός του είχε κάποιο της εμπιστοσύνης του στο μέρος, τα καθήκοντα του περιορίζονταν στο να ελέγχει να μην τελειώσουν τα ποτά από τα ψυγεία και δεν ανακατευόταν σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την λειτουργία του υποστατικού ακόμη και όταν δεν ήταν εκεί ο αδελφός του. Να σημειωθεί δε ως προς τούτο ότι ο ίδιος για πρώτη φορά στην επανεξέταση του και μόνο ανέφερε ότι στο υποστατικό υπήρχε πάντα διευθυντής που ήταν υπεύθυνος ενώ κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1, ο οποίος είπε ότι γνώριζε το επίδικο υποστατικό και ότι αυτό λειτουργεί για πολλά χρόνια. Ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι τα στοιχεία του, τα έδωσε στον Μ.Κ.1 ο αδελφός του. Η θέση του όμως αυτή στερείται, κατά την κρίση μου, πειστικότητας και εξηγώ. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι τα στοιχεία τα βρήκε ο αδελφός του από αντίγραφο της ταυτότητας του, το οποίο αυτός του έδωσε όταν μπήκε στο παρελθόν εγγυητής του. Όσον όμως αφορά τον χρόνο που του έδωσε το αντίγραφο, είπε ότι το έκανε το 2005-2010, υπονοώντας μη λογικά ότι ο αδελφός του το κράτησε στο υποστατικό τουλάχιστον για 4 χρόνια (μπορεί και για 9 χρόνια) και το χρησιμοποίησε κατά τον επίδικο χρόνο για τον συγκεκριμένο σκοπό, ενώ δεν έδωσε ούτε κάποια πειστική εξήγηση γιατί να κάνει κάτι τέτοιο ο αδελφός του, με τον οποίο ο ίδιος είπε ότι τότε οι σχέσεις τους ήταν καλές. Εάν δε η θέση του είναι ότι κάποιος άλλος έδωσε στον Μ.Κ.1 τα στοιχεία του, τότε και πάλι εύλογα εγείρεται ερωτηματικό ως προς το αξιόπιστο της θέσης του και συγκεκριμένα πως κάποιο άλλο πρόσωπο πέραν από τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του, έδωσε στον Μ.Κ.1 τόσο διεύθυνση όσο και τηλέφωνο (που καταγράφηκαν στο τεκμήριο 1), τα οποία να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι ανήκουν στον κατηγορούμενο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Νομική πτυχή Η κατηγορία 1 στηρίζεται στο άρθρο 18
(1)(β) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/
  1. Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να λειτουργεί κέντρο, εν τη εννοία του Νόμου.
  3. Αυτό να γίνεται χωρίς να υπάρχει άδεια λειτουργίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 29/85: «κέντρον» σηµαίνει κατάστηµα— (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωµοπόλεων, συµβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών˙ ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συµβούλιον θέλει ορίσει ονοµαστικώς λόγω της µορφής των υπ' αυτού προσφεροµένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωµή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσµατα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστηµα προσφέρεται µουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραµµα:». Για να αποδειχθεί λοιπόν ότι ένα υποστατικό αποτελεί κέντρο εν τη εννοία του υπό αναφορά Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι εκεί, όχι μόνο παρέχονταν τα πιο πάνω ή κάποια εξ αυτών, αλλά και ότι αυτά παρέχονταν επί πληρωμή. Μάλιστα αυτό ανεξάρτητα του εάν εκεί προσφέρεται µουσική ή καλλιτεχνικό πρόγραµµα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, κάθε κέντρο, εξαιρουμένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, κατατάσσεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ανάλογα με την φύση των υπ' αυτού παρεχόμενων υπηρεσιών, σε μια ή περισσότερες κατηγορίες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των μουσικοχορευτικών. Για να εμπίπτει όμως στην εν λόγω κατηγορία θα πρέπει να αποτελεί «κέντρο» εν τη προαναφερόμενη εννοία και όχι απλά να προσφέρεται εκεί μουσική και χορός χωρίς δηλ. πληρωμή. Όσον αφορά την άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, τέτοια είναι η άδεια που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου, το οποίο προβλέπει και την σχετική διαδικασία έκδοσης τέτοιας άδειας. Επίσης στο άρθρο 6 αναφέρεται ότι η άδεια αυτή εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι αυτό του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Κ.Ο.Τ.
(1999)2 Α.Α.Δ. 47 αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 18
(1)(β) του Νόμου 29/85 «δεν συναρτά την ποινική ευθύνη του παραβάτη με την ιδιοκτησία του κέντρου, αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή στη λειτουργία του κέντρου» (βλ. επίσης Κ.Ο.Τ. ν. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399). Έτσι επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στην οποία η καταδίκη δεν είχε στηριχθεί στη σχέση του εφεσείοντα με την ιδιοκτήτρια του κέντρου εταιρεία αλλά στο γεγονός της λειτουργίας του κέντρου από τον ίδιο. Η κατηγορία 2 στηρίζεται στο άρθρο 3
(1)(α) σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του περί Πώλησης Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ.
  1. Από την ανάγνωση των πιο πάνω άρθρων σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος στην παρούσα προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να πωλεί λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά,
  3. Αυτό να γίνεται σε υποστατικό ή τόπο,
  4. Αυτό να γίνεται χωρίς άδεια από την αρχή αδειών που μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και το Συμβούλιο του Δήμου εντός των ορίων του οποίου βρίσκεται το υποστατικό. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι:- «"οινοπνευματώδη ποτά" σημαίνει οινοπνεύματα και οινοπνευματούχα ποτά οποιασδήποτε περιγραφής τα οποία είναι κατάλληλα ή προτίθενται ή τα οποία μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να μετατραπούν προς χρήση ως ποτά και περιλαμβάνει οινοπνεύματα, οινοπνευματούχα ποτά, οίνους, ελαφρόν ξανθό ζύθο, ζύθο, ισχυρό μαύρο ζύθο, μελαψό ζύθο και μηλίτην οίνον αλλά δεν περιλαμβάνει μεθυλικά οινοπνεύματα·». Ως συνάγεται από την υπόθεση Hossain v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015, ημερ. 17.12.15, το νομικό βάρος (legal burden) απόδειξης το έχει μέχρι τέλους η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όταν όμως αυτή αποσείσει το συγκεκριμένο βάρος, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά τότε, μεταφέρεται στον κατηγορούμενο το μαρτυρικό βάρος (evidential burden) δηλ. έχει δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν ευσταθούσε όπως για παράδειγμα ότι δεν πωλούσε τέτοια ποτά ή ότι τα ποτά που πωλούσε δεν ήταν οινοπνευματώδη. Το βάρος δε αυτό δεν αποσείεται μόνο με υποβολές κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Τέτοιες είναι μεν αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς, αλλά χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες. Η κατηγορία 3 στηρίζεται στο άρθρο 187
(1)(α)(β)
(2)του Ποινικού Κώδικα. Από την ανάγνωση της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιεί μεγάφωνο,
  2. Αυτό να γίνεται σε δημόσιο χώρο,
  3. Αυτό να γίνεται χωρίς άδεια που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 και Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 ερμηνεύθηκε ότι κέντρα αναψυχής αποτελούν δημόσιο χώρο ή υποστατικό. Όσον δε αφορά τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες για όλα τα επίδικα αδικήματα, θα πρέπει να λεχθεί ότι την ύπαρξη τους δεν οφείλει να την αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθούν τα άλλα συστατικά στοιχεία, μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το μαρτυρικό βάρος, να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε τέτοιες άδειες από τις αρμόδιες κατά Νόμο αρχές (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 4.5.14 και περί ώρα 23:50 ο Μ.Κ.1, στα πλαίσια συνήθους ελέγχου, μετέβηκε, στο υποστατικό με την ονομασία «MIRAGE», που βρίσκεται στην οδό Αμαθούντος 4, στην Λεμεσό. Στο υποστατικό ακουγόταν δυνατή μουσική, η οποία μεταδιδόταν μέσω μεγάλων μεγαφώνων, τα οποία βρίσκονταν στις γωνιές, σε ύψος περί τα 2 μέτρα. Επίσης εκεί υπήρχαν περί τα 20-30 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας την μουσική και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά όπως μπύρες και ουίσκι. Κατά τον έλεγχο ο Μ.Κ.1 ζήτησε τον ιδιοκτήτη του υποστατικού και ο κατηγορούμενος του παρουσιάσθηκε ως ο υπεύθυνος. Ο Μ.Κ.1 του παρουσίασε την αστυνομική του ταυτότητα, του είπε ότι είναι από τον Ο.Π.Ε. και πήγαν για να ελέγξουν τις άδειες του υποστατικού και ο κατηγορούμενος του είπε και πήγαν σε γραφείο όπου τους υπέδειξε τις άδειες προηγούμενων χρόνων. Ο Μ.Κ.1 του είπε ότι δεν ισχύουν και τον κατήγγειλε ότι λειτουργούσε το εν λόγω υποστατικό, σέρβιρε οινοπνευματώδη ποτά και μετέδιδε ηχογραφημένη μουσική, όλα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Εν να φκουν σύντομα». Στο υποστατικό υπήρχε μπαρ με ποτά, πίσω από αυτό υπήρχε κάποιο πρόσωπο, υπήρχε επίσης ταμειακή μηχανή και σερβίρονταν ποτά. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στο εν λόγω υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκονταν περί τα 20-30 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά καθώς και ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε στον Μ.Κ.1 ως υπεύθυνος του υποστατικού. Από τα εκτεθέντα στην νομική πτυχή, προκύπτει όσον αφορά την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2, ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσφορά των οινοπνευματωδών ποτών γινόταν επί πληρωμή. Αυτό προς απόδειξη του ότι αποτελεί κέντρο εν τη εννοία του Νόμου 29/85 αλλά και της λιανικής πώλησης τέτοιων ποτών, ως απαιτούν οι σχετικές διατάξεις του Κεφ. 144. Η μόνη σχετική επ' αυτού μαρτυρία είναι ότι τα οινοπνευματώδη ποτά σερβίρονταν στους θαμώνες και ότι πίσω από το μπαρ υπήρχε ταμειακή μηχανή. Ο Μ.Κ.1 δεν θυμόταν εάν υπήρχε τιμοκατάλογος ενώ δεν ανέφερε ότι είδε κάποιο θαμώνα να πληρώνει ούτε ότι είδε οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής. Η εν λόγω μαρτυρία κρίνεται λοιπόν ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναμφίβολο συμπέρασμα ότι τα ποτά πωλούνταν στους θαμώνες και ότι γινόταν οποιαδήποτε σχετική πληρωμή. Για να κατέληγε το Δικαστήριο σε κάτι τέτοιο, ουσιαστικά θα προέβαινε σε υπόθεση με βάση τα πιο πάνω. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή, η οποία θα πρέπει να προσκομίσει αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία ώστε να αποδείξει εν έκαστο των συστατικών στοιχείων αυτής, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Δεν μου διαφεύγει δε ότι όταν καταγγέλθηκε ο κατηγορούμενος ανέφερε για τις άδειες «Εν να φκουν σύντομα». Η αναφορά του όμως αυτή, δεν κρίνεται ως παραδοχή έστω με την έννοια ότι εφόσον τέτοιες άδειες ήταν αναγκαίες, το υποστατικό ήταν κέντρο εν τη εννοία του Νόμου 29/85 και εκεί γινόταν λιανική πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Αυτό γιατί καταγγέλθηκε και απάντησε συγκεκριμένα ότι λειτουργούσε το υποστατικό (όχι κέντρο αναψυχής) και ότι σέρβιρε οινοπνευματώδη ποτά, χωρίς άδεια (όχι ότι πωλούσε λιανικώς τέτοια). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2. Όσον αφορά την κατηγορία 3, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το εν λόγω υποστατικό αποτελούσε δημόσιο χώρο εφόσον επρόκειτο για υποστατικό στο οποίο είχε δικαίωμα εισόδου το κοινό (υπήρχαν 20-30 πρόσωπα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά). Το ότι ήταν δημόσιος χώρος προκύπτει και από το γεγονός της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτό του Μ.Κ.1, ο οποίος φαίνεται ότι εισήλθε εκεί ανεμπόδιστος. Καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί σχετικά που να δείχνει κάτι διαφορετικό. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί αναμφίβολα ότι στο εν λόγω υποστατικό μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων. Όταν αναζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 ο ιδιοκτήτης του υποστατικού, εμφανίσθηκε ως υπεύθυνος ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν εκεί. Όταν δε αυτός καταγγέλθηκε ότι μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων χωρίς άδεια, απάντησε «Εν να φκουν σύντομα». Η δε δήλωση του κατά τον επίδικο χρόνο ότι ήταν υπεύθυνος του υποστατικού συνιστά εξωδικαστική ομολογία. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Στην παρούσα ο κατηγορούμενος ομολόγησε από μόνος του στον αστυφύλακα Μ.Κ.1, όταν αυτός αναζήτησε τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του αυτή. Δεν έχει δε δοθεί καμία δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί κάτι τέτοιο τόσο αυθόρμητα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα αντίθετα είπε κατά την μαρτυρία του, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτά. Από τα πιο πάνω μπορεί λοιπόν να συναχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ομολογία του ήταν αυθεντική και θεληματική. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, συνάδει με την εν λόγω ομολογία και δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση την αλήθεια του περιεχομένου της κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στην ομολογία αυτήν και να αποδεχθώ το αληθές της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας που έχω κάνει δεκτή, από την οποία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο εμφανίσθηκε ως υπεύθυνος του υποστατικού αλλά φαίνεται ότι γνώριζε θέματα ουσιώδη για τη λειτουργία του εφόσον επέδειξε άδειες προηγούμενων ετών και όταν καταγγέλθηκε έδωσε συγκεκριμένη απάντηση για τις άδειες, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνος για την κατοχή και χρήση του υποστατικού. Περαιτέρω εφόσον εκεί μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων, αβίαστα οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτός χρησιμοποίησε τα μεγάφωνα, για μετάδοση μουσικής. Τέλος ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το μαρτυρικό βάρος απόδειξης ότι υπήρχε άδεια για τον σκοπό αυτό, από τον Έπαρχο. Συνεπώς κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 3. Εν κατακλείδι, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και 2 αλλά κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια - Λιανική πώληση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια - Χρήση μεγαφώνων χωρίς άδεια)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.