← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Έλενα Φανή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17326/14, 25/4/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Έλενα Φανή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17326/14, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17326/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και

  1. Έλενα Φανή
  2. Ανδρέας Παπανικολάου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25/4/2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Ναπολέοντος Για την Κατηγορούμενη 1 : κ. Η. Αγαθοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 2 καμία εμφάνιση Κατηγορούμενοι 1 και 2 : Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από μία κατηγορία για το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό, κατά παράβαση του άρθρου 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 2η Κατηγ.). Κατηγορείται η 1η κατηγορούμενη ότι στις 20/2/2013 ενώ γνώριζε ότι κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ 042 στις 15/2/2013 διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα, ανάφερε ψευδώς στην αστυνομία ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
  3. Ο δε κατηγορούμενος 2 ότι για το ίδιο περιστατικό δήλωσε ψευδώς, ότι ο ίδιος οδηγούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο αστυφ. 3160 Α. Χαραλάμπους, η λοχίας Σοφία Ιωάννου και ο αστυφ. 2671 Α. Περατικός (Μ.Κ.1-3), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης (Τεκμήρια Α-Γ αντίστοιχα) και στην συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης 1 και τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Μετά δε την κλήση των δύο κατηγορούμενων σε απολογία, αυτοί επέλεξαν και κατέθεσαν ενόρκως, χωρίς να προσκομίσουν καμία άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, αναφέροντας μόνο περιληπτικά ότι σύμφωνα με την εκδοχή που προώθησε η κατηγορούσα αρχή, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ανάφεραν ψευδώς στην αστυνομία ότι στις 15/2/2013, ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ 042, ενώ στην πραγματικότητα αυτό το οδηγούσε ο νεαρός γιος της κατηγορούμενης
  4. Σε αντίθεση η υπεράσπιση προώθησε τη θέση ότι την ημερομηνία αυτή, το αυτοκίνητο το οδηγούσε ο κατηγορούμενος
  5. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών, επιλέγω ως ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή των δύο κατηγορούμενων. Και αυτό γιατί και οι δύο παρέμειναν σταθεροί στη θέση που προέβαλαν από την αρχή, σε αντίθεση με την ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η οποία και για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται πλήρως αποδεκτή. Και αυτό γιατί στην ουσία της δεν έχει αμφισβητηθεί, ενώ ο μάρτυρας μαρτύρησε με σταθερότητα και ευθύτητα για τις ενέργειες που έκαμε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του χωρίς να διακρίνω στη μαρτυρία του οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, αποδέχομαι μόνο ότι προέβη στις ενέργειες που καταγράφει στην κατάθεση που ετοίμασε σε σχέση με την υπόθεση (Τεκμήριο Β), αφού ήταν προφανές ότι πέρα από αυτά δεν γνώριζε κάτι άλλο. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν ήταν θετική σε κάποια σημεία με πιο βασική την περίπτωση κατά την οποία αρχικά ανάφερε ότι για τα τροχαία αδικήματα, καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 και του γιου της, δεν γνώριζε όμως ποια πορεία πήρε η υπόθεση. Αντεξεταζόμενη όμως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης 1, διαφοροποίησε την απάντηση της λέγοντας τελικά ότι δεν γνώριζε καν αν τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν κατηγορηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο ουσιαστικός μάρτυρας κατηγορίας και αυτός που σύμφωνα με την μαρτυρία του είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ 041 να οδηγείται από κάποιο νεαρό και πάντως όχι από τον κατηγορούμενο
  6. Αυτός δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια της εκδοχής του και για αυτό απορρίπτω τη μαρτυρία του. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Κάποιες απαντήσεις του, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα και απορίες. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή κατά την οποία ισχυρίσθηκε ότι μπόρεσε από απόσταση 30 μέτρων να διακρίνει ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αντεξεταζόμενος πως μπόρεσε να το παρατηρήσει από τόση απόσταση, χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό απάντησε ότι μπορεί και βλέπει από ακόμα μεγαλύτερη απόσταση. Και αυτό γιατί όπως είπε έχει υπερμετρωπία. Ερωτώμενος αν αυτό αποτελεί πάθηση της όρασης απάντησε αρνητικά. Όμως, αντίθετα από τα όσα ισχυρίσθηκε και προσπάθησε να προωθήσει ως ανταποκρινόμενα στην αλήθεια και όπως προκύπτει από το έγκριτο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 1861 η υπερμετρωπία είναι ανωμαλία του οφθαλμού που έχει ως αποτέλεσμα ο πάσχων να βλέπει τα αντικείμενα θολά. Απορίες επίσης δημιουργούνται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 κατηγορήθηκε από τον Μ.Κ.1 για το ίδιο περιστατικό για τα αδικήματα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή, ότι οδηγούσε εξ' αντιθέτου φοράς και ότι δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας (Τεκμήριο Α). Αντεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού, του υποβλήθηκε ότι αν ενημέρωνε τον Μ.Κ.1 ότι το αυτοκίνητο το οδηγούσε ένας νεαρός όπως ήταν ο ισχυρισμός του, ο Μ.Κ.1 δεν θα κατηγορούσε τον κατηγορούμενο 2 για τα πιο πάνω αδικήματα. Αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει πως ενεργούν οι σταθμοί και πως «προχωρά» μια υπόθεση. Σε υποβολή δε που ακολούθησε ευθύς αμέσως ότι δεν είχε ενημερώσει τους συναδέλφους του για τέτοιο περιστατικό αρνήθηκε να απαντήσει. Μια άλλη τέτοια περίπτωση είναι αυτή που ενώ ισχυρίσθηκε ότι και άλλοι συνάδελφοι του είδαν το συμβάν και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου παρολίγο να τον κτυπήσει, δεν θεώρησε απαραίτητο έστω και ένας από τους συναδέλφους του αυτούς να δώσει μια κατάθεση για το περιστατικό. Αντεξεταζόμενος δε επί του σημείου, προσπάθησε να το παρουσιάσει ως ένα πολύ απλό γεγονός που συμβαίνει καθημερινά. Πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του ότι ενώ αρχικά η κατηγορούμενη 1 είχε παραδεχθεί σε συνάδελφο του, αλλά και στον ίδιο ότι ο γιος της ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο, δημιουργεί την απορία για ποιο λόγο εκ των υστέρων να διαφοροποιήσει τα όσα είχε αναφέρει αρχικά στην αστυνομία. Για ποιο λόγο να το πράξει; Γιατί αν πράγματι ήθελε να αποκρύψει ένα τέτοιο γεγονός δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να το παραδεχτεί αρχικά. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι απορίες και ερωτηματικά δημιουργούνται από το γεγονός ότι όπως και ο Μ.Κ.1 ανάφερε στις 20/2/2013 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για αδικήματα που προέκυψαν από την οδική συμπεριφορά του στις 15/2/2013 και ενόσω οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ
  7. Ενώ δηλαδή από την μια ο κατηγορούμενος 2 κατηγορήθηκε ότι διέπραξε τροχαία αδικήματα οδηγώντας το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, την συγκεκριμένη ημερομηνία, από την άλλη προωθήθηκε η θέση ότι όχι ο κατηγορούμενος 2, αλλά ο νεαρός γιος της κατηγορούμενης 1 το οδηγούσε. Ο μάρτυρας παρουσίασε και επιλεκτική μνήμη. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι όταν έκανε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου να σταματήσει, αυτός αντί να συμμορφωθεί, αντίθετα ανέπτυξε ταχύτητα και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κίνδυνο να τον κτυπήσει. Ερωτώμενος όμως να εξηγήσει πως ακριβώς έγινε αυτό και τι ο ίδιος έκαμε συγκεκριμένα, εάν δηλαδή καταδίωξε το αυτοκίνητο και εάν ήλεγξε τους αριθμούς εγγραφής του, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί σε ποιον άλλο συνάδελφο του η κατηγορούμενη 1 είχε όπως ισχυρίσθηκε αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το αυτοκίνητο οδηγείτο από τον γιο της. Πέραν όλων των πιο πάνω πρέπει να γίνει αναφορά και στην γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν και που δεν μου επιτρέπει να τον αποδεχθώ ως μάρτυρα της αλήθειας. Και αυτό γιατί εκτός όλων όσων πιο πάνω αναφέρονται, η όλη στάση και συμπεριφορά του δεν ήταν καθόλου θετική. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι σε μερικές περιπτώσεις απέφευγε επιμελώς να βλέπει προς το Δικαστήριο, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση που απαντώντας σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης από τον κατηγορούμενο 2, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το αυτοκίνητο, απέστρεψε εντελώς το βλέμμα από το Δικαστήριο. Όπως προαναφέρεται οι δύο κατηγορούμενοι επέλεξαν και κατέθεσαν ενόρκως. Αυτοί με έπεισαν για την αλήθεια των όσων προέβαλαν για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Και αυτό γιατί από την αρχή της διερεύνησης της υπόθεσης μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο, παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους και μαρτύρησαν με σαφήνεια και ευθύτητα και χωρίς ενδοιασμούς. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του ουσιαστικού μάρτυρα κατηγορίας (Μ.Κ.3), η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού το μοναδικό εύρημα στο οποίο μπορεί να καταλήξει και καταλήγει το Δικαστήριο είναι ότι στις 15/2/2013, ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ 042 ιδιοκτησίας της κατηγορούμενης
  8. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002

(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη 1 απαλλάσσεται και αθωώνεται στην 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται στη 2η κατηγορία. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.