← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2959/14, 26/5/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2959/14, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2959/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Ηλία Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ

  1. Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από ακρόαση στην 1η κατηγορία για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»), όπως τροποποιήθηκε.
  2. Η 2η κατηγορία που αφορά οδήγηση, με ακυρωθείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη ανανέωσης της για τρία συνεχή έτη[1] και η 3η, οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας[2] ήταν παραδεκτές.
  3. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την πρόκληση δυστυχήματος που έγινε στις 17/4/2013, μεταξύ των ωρών 20:40 και 20:50, στη Λεωφ. Μακαρίου Γ', επιφέροντας το θάνατο του Νεόφυτου Γεωργίου τέως από τη Λεμεσό («ο θανών»). Τα γεγονότα της υπόθεσης και τα ευρήματα μου είναι καταγεγραμμένα στην απόφαση μου ημερομηνίας 8/5/
  4. Έκρινα ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε με το όχημα του να διασχίσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφ. Μακαρίου Γ' με ανατολική κατεύθυνση, στρίβοντας δεξιά, για να κατευθυνθεί σε χώρους στάθμευσης βόρεια των λωρίδων με ανατολική κατεύθυνση σε σημείο που οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του θανόντα ο οποίος οδηγούσε μοτοσικλέτα στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' με ανατολική κατεύθυνση στην αριστερή από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος, αφού έκανε σήμα με τον δεξιό του δείκτη, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, έστριψε δεξιά προς τον κόλπο στάθμευσης, παραβιάζοντας ταυτόχρονα άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Ο θανών απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να βρει το θάνατο. Ο θανών είχε τα φώτα του σε λειτουργία και φορούσε το κράνος του. Έκρινα επίσης ότι ο θανών ακόμη και αν κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ δεν θα είχε χρόνο να αντιδράσει έγκαιρα. Ο θανών έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, χωρίς να προηγηθεί σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ 4 (Χρίστου Σπύρου), λόγω της ανακοπής της πορείας του από το όχημα του κατηγορουμένου. Ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό, η ορατότητα ήταν 300 μέτρα και ο οδικός φωτισμός ικανοποιητικός. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ.
  5. Κατέληξα, αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου

(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673), ότι τρόπος οδήγησης του, να επιχειρήσει δηλαδή δεξιά στροφή σε σημείο που απαγορευόταν, διασταυρώνοντας δύο λωρίδες κυκλοφορίας για να σταθμεύσει το όχημα του, πάλι παράνομα ενάντια της φοράς του, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, κρινόμενος αντικειμενικά, δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο σε τρίτους. Ο κατηγορούμενος οδήγησε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης του κινδύνου, αδιαφορώντας δηλαδή. Οι ερχόμενοι εξ αντιθέτου δεν θα ανέμεναν, εύλογα, τέτοια παράνομη ενέργεια ή να λάβουν μέτρα προφύλαξης έναντι τέτοιας ενέργειας. Το εγχείρημα του κατηγορουμένου, ενόψει και της διαμόρφωσης του δρόμου, δημιουργούσε, βλέποντας αντικειμενικά την κατάσταση, πιθανό κίνδυνο, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν ανέλαβε ενσυνείδητα συγκεκριμένο κίνδυνο, ότι δηλαδή έστριψε γνωρίζοντας ότι ερχόταν εξ αντιθέτου ο θανών. Η ενέργεια του επομένως ήταν απερίσκεπτη.
  1. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος, στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως επίσης και στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης[3].
  2. Ως προς τις περιστάσεις ανέφερε το δυστύχημα προκλήθηκε από στιγμιαία κίνηση του κατηγορουμένου για να σταθμεύσει σε χώρο στάθμευσης. Εισηγήθηκε ότι υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια του θανόντα και ενδεχομένως του οδηγού του BMW που η μοτοσικλέτα είχε προσπεράσει.
  3. Ως προς τις προσωπικές του συνθήκες υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας με κάποιες περεταίρω επισημάνσεις. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 63 ετών, πρόσφυγας από την Αγία Μαρίνα, συνταξιούχος λοχίας της Αστυνομίας. έχει δύο ενήλικα τέκνα ηλικίας 41 και 39 ετών από τον πρώτο του γάμο και ένα ηλικίας 18 ετών, μαθητή, από δεύτερο γάμο. Η νυν σύζυγος του είναι ηλικίας 52 ετών και εργάζεται ως καθαρίστρια και λαμβάνει €450 μηνιαίως. Ο ίδιος λαμβάνει συνολικό εισόδημα €2400 μηνιαίως. Κατοικούν σε Τουρκοκυπριακή οικία. Το 1973 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και το 1974 εντάχθηκε στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκικής εισβολής τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και τα πόδια. Θεωρήθηκε νεκρός και εντοπίστηκε ζωντανός σε νεκροτομείο. Παρά τα τραύματα του παρέμεινε στην αστυνομία μέχρι το
  4. Το ποσοστό ανικανότητας του σήμερα είναι 45% (Τεκμήριο Β, επιστολή ημερ. 9/11/2009, Επιτροπής Ανακουφίσεως Παθόντων και Ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 29/1/2008, Δρ. Φίλιππου Σιμιλλίδη, Τεκμήριο Α). Το 1996 τιμήθηκε από τον Φιλοαστυνομικό Σύνδεσμο Κύπρου, για τον τραυματισμό του το 1974 εν ώρα καθήκοντος (Τεκμήριο Γ το τιμητικό δίπλωμα). Οι σχέσεις του με τα τέκνα του, την νυν και πρώην σύζυγο περιγράφονται ως καλές. Ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης, ανέφερε ο συνήγορος του, θα έχει επιπτώσεις στην σύζυγο και το τέκνο του τους οποίους μεταφέρει στη δουλειά και το σχολείο. Η σύζυγος του εργάζεται συνεχές ωράριο από νωρίς το πρωί μέχρι και το βράδυ.
  5. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής.
  6. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες[4].»
  7. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του (5 - 10 βαθμούς ποινής).
  8. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. 13. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων[5].
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 14. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 15. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
  1. Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις οδηγίες με κάποιες αλλαγές[6].
  2. Στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013).
  3. Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 19. Όσον αφορά την ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16).
  1. Οι κατηγορίες που αφορούν την οδήγηση με ακυρωθείσα άδεια κυκλοφορίας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας τιμωρούνται σύμφωνα με τον κ. 72[7] των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν, με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτους ή πρόστιμο €1708 ή και τις δύο ποινές.
  2. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429). 22. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54 το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επενέβη στην ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο λόγω καθυστέρησης 4 ετών με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν βλέπουμε ότι θα ήταν δίκαιη σήμερα η επιβολή ποινής φυλάκισης ή ότι η ποινή φυλάκισης θα εξυπηρετούσε δεόντως την επιδίωξη αποτροπής.» 23. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 361: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10· και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77).Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ο εικοσάχρονος εθνοφρουρός του Φεβρουαρίου του 1989 είναι σήμερα επιστήμονας, υποψήφιος για εργοδότηση στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται, γιατί πέντε σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν θα εξυπηρετήσει κανένα χρήσιμο σκοπό.» 24. Αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). Αυτό δεν σημαίνει απαράκλητα ότι δεν συνυπολογίζεται στη στάθμιση της υπό τις περιστάσεις επιβληθείσας ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017). 25. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει τις Δικαστικές Αρχές, (βλ. Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257).
  1. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 17/4/
  2. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 30/1/2014, 7 μήνες μετά. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε στις 27/3/2014 και στις 18/6/2014 για επίδοση. Στις 18/6/2014 ο κατηγορούμενος καταχώρισε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε στις 20/11/2014 για ακρόαση. Στις 20/11/2014 αναβλήθηκε λόγω αιτήματος της Υπεράσπισης και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 16/2/
  3. Λόγω απουσίας του κατηγορουμένου, η ακρόαση αναβλήθηκε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 9/6/2015 οπότε και η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως δικαστικού χρόνου και ορίστηκε στις 14/10/
  4. Στις 14/10/2015 ζητήθηκε αναβολή από την υπεράσπιση και ορίστηκε στις 14/1/
  5. Την ημερομηνία εκείνη ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε άδεια να αποσυρθεί. Η υπόθεση ορίστηκε στις 11/5/2016 για ακρόαση. Λόγω απουσίας του κατηγορουμένου εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε 1/6/
  6. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ημερομηνία εκείνη ανέλαβε ξανά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο ίδιος συνήγορος. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 13/10/2016 και απόφαση εκδόθηκε στις 8/5/
  7. Διαφαίνεται από το πιο πάνω ιστορικό ότι, με εξαίρεση μια αναβολή που οφειλόταν σε έλλειψη δικαστικού χρόνου, την ευθύνη για την καθυστέρηση από την καταχώριση και μετά τη φέρει ο κατηγορούμενος. Επομένως δεν προσμετρά προς όφελος του η καθυστέρηση, ούτε μεταβάλλει το είδος της ποινής που πρέπει να επιβληθεί.
  8. Επανερχόμενος στις περιστάσεις του δυστυχήματος, δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε επικίνδυνα κατά τρόπο παρατεταμένο. Η απερίσκεπτη οδήγηση αφορούσε τη δεδομένη στιγμή. Επιβαρύνεται όμως με το μέγεθος της επικινδυνότητας της ενέργειας του, τη διασταύρωση δύο λωρίδων κυκλοφορίας για να σταθμεύσει το όχημα του. Η επιλογή του, με όλο το σεβασμό, δεν εντάσσεται στα πλαίσια στιγμιαίου σφάλματος αλλά συνιστά οδήγηση αδιάφορη προς την ασφάλεια τρίτων. Η προβαλλόμενη θέση ότι υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια δεν συνάδει με τα ευρήματα μου ούτε δέχομαι τέτοια τοποθέτηση. Όπως ανέφερα στην απόφαση μου ημερ. 8/5/2017, ακόμη και αν ο θανών οδηγούσε με 50 ΧΑΩ δεν θα μπορούσε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης η δε εμπλοκή του BMW στο δυστύχημα καθ' οιονδήποτε τρόπο δεν έγινε δεκτή. Τέλος το γεγονός ότι δεν είχε άδεια κυκλοφορίας, αν και αφορά τη διάπραξη και άλλου αδικήματος, δεν επιβαρύνει ουσιωδώς τη θέση του ενόψει και των δικαιολογιών που δόθηκαν για τη μη συμμόρφωση του.
  9. Εξέτασα τις προσωπικές του συνθήκες με ιδιαίτερη προσοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και την προσφορά του προς την πατρίδα, την διστακτική, έστω, θα έλεγα, μεταμέλεια στην οποία αναφέρεται ο συνήγορος υπεράσπισης στην γραπτή του αγόρευση. Τα όσα όμως έχουν αναφερθεί δεν μπορούν να μεταβάλουν το είδος της ποινής παρά μόνο το ύψος της και δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ποινή φυλάκισης. Τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τις οικογενειακές του συνθήκες δεν συνιστούν λόγους μη στέρησης της άδειας οδήγησης του.
  10. Επιβάλλω στoν κατηγορούμενο:
(1)Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών πλέον 7 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
(2)Στις κατηγορίες 2 και 3 δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή.
  1. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής τής ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  2. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303),
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
  1. Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το μητρώο του και την κατάσταση της υγείας του. Κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση.
  2. Τα έξοδα ύψους €260 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). [1] Κατά παράβαση των κ. 2, 4
(1), 9 (1 (iv) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [2] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 65
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσες Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [3] Αναφέρθηκε στις αποφάσεις Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, Χρυσοστόμου ν Cameron
(2010)1Γ ΑΑΔ 1992, Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017, Συλλούρης ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 189 και 190/2016, 20/12/
  1. [4] €4271, βλ. Κ.Δ.Π. 312/2007, Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ (Ι), Αρ. 4210, 20/7/
  2. [5] Βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Π.Ε. 169/2016, ημερ. 28/2/2017 και Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017 όπου επιβεβαιώθηκε ότι η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί. [6] Βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/
  3. [7] 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.