← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Απόστολος Αποστόλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13473/15, 26/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Απόστολος Αποστόλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13473/15, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13473/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον

  1. Απόστολος Αποστόλου
  2. Κυριάκος Αριστοτέλους --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26.05.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κ. Τούμπας Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους και κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων και συναφώς εισηγήθηκε όπως κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν στην παρούσα μία κατηγορία έκαστος. Συγκεκριμένα: O κατηγορούμενος 1 την 1η κατηγορία για εργοδότηση φύλακα που δεν είναι κάτοχος άδειας από τον Αρχηγό Αστυνομία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 και 21 του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Νόμου 125
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 54
(1)/2009 και 101
(1)/2011. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 21η Σεπτεμβρίου 2014 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού εργοδότησε φύλακα που δεν είναι κάτοχος άδειας από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος 2 την 2η κατηγορία για άσκηση του επαγγέλματος του φύλακα χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6, 7, 8 και 21 του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Νόμου 125
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 54
(1)/2009 και 101
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 21η Σεπτεμβρίου 2014 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ασκούσε το επάγγελμα του φύλακα χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 1 μάρτυρα. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ συμφώνου ως τεκμήρια 6 καταθέσεις και έγιναν 2 παραδεκτά γεγονότα. Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν τα εξής : (α) ότι το Τεκμήριο της υπόθεσης, το οποίο είναι ένα μαύρο τηλεχειριστήριο, μάρκας NICE, βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας και είναι καταχωρημένο στην αποθήκη Τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού Γερμασόγειας με αριθμό 59/
  2. (β) ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη του τεκμηρίου της υπόθεσης της αστυνομίας έγινε σύμφωνα με το νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο αστυφύλακας 4025 Χρίστος Ιωάννου ο οποίος αναγνώρισε την κατάθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση και την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της (τεκμήριο 7). Ότι ανέφερε δε στην αντεξέταση του και θεωρώ σημαντικό να αναφερθεί είναι τα εξής. Είπε ότι όταν είδε τον κατηγορούμενο 2 αυτός στεκόταν έξω από την είσοδο του υποστατικού, έλεγχε τα πρόσωπα που εισέρχονταν στο υποστατικό, κρατούσε ένα κοντρόλ, με το οποίο άνοιγε την είσοδο και γενικά ήταν ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για το ποιοι εισέρχονταν και εξέρχονταν στο εν λόγω υποστατικό. Κατά την ώρα της παρακολούθησης της δικής του επέτρεψε σε τρία πρόσωπα να εισέλθουν μέσα. Δεν είδε αν του έδειξαν κάτι αυτά τα 3 πρόσωπα πριν εισέλθουν μέσα. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν υπεύθυνος του reception, όπου μόνο τα άτομα που είχαν ταυτότητα μέλους του σωματείου τους επέτρεπε την είσοδο, ήταν υπεύθυνος υποδοχής δηλαδή, απάντησε «Δεν το γνώριζα. Από τη στιγμή από το αναφέρεις, δεν έχω λόγο να...». Επίσης σε υποβολή ότι σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 δεν εκτελούσε χρέη φρουρού του υποστατικού, απάντησε «Αυτή είναι η δική σας άποψη. Κατά τη δική μου άποψη και τη συγκεκριμένη στιγμή που παρακολουθούσα εγώ, πιστεύω ότι εκτελούσε χρέη φρουρού στο εν λόγω υποστατικό». Είπε δε ότι αυτό αντιλήφθηκε με όσα είδε. Λοιπή μαρτυρία - κατατεθείσα εκ συμφώνου - Κατάθεση του Αστυφύλακα 3335, Σ. Μαυρομμάτη, ημερομηνίας 04.11.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της - τεκμήριο 1) : Αναφέρει ότι έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους και τους κατηγόρησε γραπτώς (βλ. τεκμ.2-5). - Κατάθεση του Κυριάκου Αριστοτέλους (κατηγορ.2), ημερομηνίας 21.09.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης της - τεκμήριο 2). - Γραπτή κατηγορία του Κυριάκου Αριστοτέλους (κατηγ.2), ημερομηνίας 21.09.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης της - τεκμήριο 3). - Κατάθεση του Απόστολου Αποστόλου (κατηγ.1), ημερομηνίας 21.09.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης της - τεκμήριο 4). - Γραπτή κατηγορία του Απόστολου Αποστόλου (κατηγ.1), ημερομηνίας 21.09.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης της - τεκμήριο 5). - Κατάθεση της Αστυφύλακος 2386, Ιφιγένειας Σαββίδου, ημερομηνίας 31.10.2014 (κατατεθείσα εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της - τεκμήριο 6) : υπηρετεί στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Ιδιωτικών Υπηρεσιών Ασφαλείας, του Τμήματος Γ, στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Σύμφωνα με την εν λόγω αστυφύλακα μεταξύ των καθηκόντων της είναι η έκδοση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών γραφείων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 125
(1)/07 ως έχει τροποποιηθεί καθώς επίσης η έκδοση αδειών φύλακα και ιδιώτη φύλακα σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου. Για το σκοπό αυτό τηρούνται μητρώα όπως προνοείται από το άρθρο 3 του Νόμου. Κατόπιν σχετικού ελέγχου που διενεργήθηκε στα εν λόγω μητρώα διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν κατέχει άδεια άσκησης του επαγγέλματος φύλακα ή ιδιώτη φύλακα ούτε έχει υποβληθεί εκ μέρους του μέχρι σήμερα αίτημα για έκδοση τέτοιας άδειας. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με τις σχετικές πρόνοιες της Νομοθεσίας, καταλήγω, συμφωνώντας με την εισήγηση της Υπεράσπισης, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να αθωωθούν από αυτό το στάδιο. Κατ' αρχήν υπενθυμίζω ότι ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι εργοδότησε ως φύλακα τον 2ο κατηγορούμενο, ενώ ο 2ος ότι ασκούσε το επάγγελμα του φύλακα χωρίς άδεια. Όμως ο κατηγορούμενος 2 δεν θεωρώ ότι μπορεί να χαρακτηριστεί φύλακας εν τη εννοία του Νόμου (Ν.125(Ι)/2007). Το άρθρο 2 του Ν.125(Ι)/2007 περιέχει τον ορισμό του φύλακα: « "φύλακας" σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο εργοδοτείται από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10 και κατέχει άδεια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. » Το άρθρο 10 δε του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα : « 10.
(1)Απαγορεύεται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας να εργοδοτεί ως φύλακα, πρόσωπο για εκτέλεση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4, εκτός αν το πρόσωπο αυτό κατέχει άδεια φύλακα που εκδίδεται από τον Αρχηγό.
(2)Απαγορεύεται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας να εργοδοτεί ως μέλος του προσωπικού του, πρόσωπο για εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας, εκτός αν το πρόσωπο αυτό πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 7: Νοείται ότι για τον έλεγχο της πλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων ο υπεύθυνος γραφείου, πριν από την εργοδότηση κάθε νέου μέλους του προσωπικού, υποβάλλει στον Αρχηγό τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.
(3)Κάθε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας υποβάλλει στον Αρχηγό κατά το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους- (α) κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτεί ως φύλακες και (β) κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτεί ως μέλη του προσωπικού: Νοείται ότι, σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του έτους μέχρι την υποβολή νέου καταλόγου επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με τους υποβληθέντες καταλόγους, όπως παύση, παραίτηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τερματισμός εργοδότησης φύλακα ή μέλους του προσωπικού, ανάλογα με την περίπτωση, ο υπεύθυνος γραφείου ενημερώνει γραπτώς τον Αρχηγό, το αργότερο μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες. » Η συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω αλλά και των διατάξεων του Νόμου γενικότερα θεωρώ πως δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία ως προς το ποιος είναι που θεωρείται φύλακας. Η έννοια του φύλακα είναι άμεσα συναρτημένη με την εργοδότηση του από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Ο κατηγορούμενος 2 όμως στην παρούσα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι εργοδοτείτο από ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί φύλακας εν τη εννοία του Νόμου, άρα δεν χρειαζόταν να έχει άδεια για άσκηση του επαγγέλματος του φύλακα. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί. Κατ' επέκταση θα πρέπει να αθωωθεί και ο κατηγορούμενος
  1. Επιπρόσθετα όμως εν σχέση με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο 1 αναφέρω και το εξής. Με βάση τη συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 10 και 21 του Νόμου (με βάση τα οποία κατηγορείται) προκύπτει ότι αδίκημα της εργοδότησης φύλακα χωρίς άδεια αφορά ακριβώς τα ιδιωτικά γραφεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει σχέση ή ήταν υπεύθυνος τέτοιου γραφείου και εργοδότησε τον κατηγορούμενο 2 κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 10 (υπό τον τίτλο «Εργοδοτούμενοι σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας»). Παρόλο που αναπόφευκτα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνω θα πρέπει να αθωωθούν, σημειώνω εδώ και τα εξής για σκοπούς πληρότητας. Στο Νόμο που μας απασχολεί περιέχεται και η έννοια του ιδιώτη φύλακα. Δεν είναι σαφές όμως αν η κατηγορούσα αρχή είναι με αυτή την έννοια που ήθελε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο
  2. Διότι εκτός των λεπτομερειών αδικήματος με βάση τις οποίες κατηγορείται ως φύλακας ως αναφέρθηκε ανωτέρω, σημειώνεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 κατηγορήθηκε από την Αστυνομία (βλ. τεκμ.3) ότι «εκτελούσε χρέη φρουρού ασφαλείας χωρίς άδεια». Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει εικασίες και να θεωρήσει ότι πρόθεση της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα ήταν να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο 2 για άσκηση του επαγγέλματος του ιδιώτη φύλακα και όχι του φύλακα. Εξάλλου σημειώνω ότι εάν η κατηγορούσα αρχή θεωρούσε ότι λανθασμένα κατηγορήθηκε ως φύλακας αντί ως ιδιώτης φύλακας, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από μέρους της, μπορούσε να υποβάλει αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Δεν το έκανε όμως και με βάση αυτό θεωρώ ότι προώθησε μέχρι το τέλος την κατηγορία που επιθυμούσε. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι ακόμη και με κατηγορία για άσκηση επαγγέλματος ιδιώτη φύλακα χωρίς άδεια, η κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν ίδια. Αυτό γιατί θεωρώ πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρή μαρτυρία που να καλύπτει το συγκεκριμένο αδίκημα και να οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ενοχής ούτε για σκοπούς εκ πρώτης όψεως. Πιο συγκεκριμένα αναφέρω πως η μη ύπαρξη συγκεκριμένης μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε στο συγκεκριμένο χώρο, από ποιον έλαβε οδηγίες, τι οδηγίες έλαβε και πότε, σε συνάρτηση με το ότι όλη η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται ουσιαστικά σε μιαν άποψη που εξέφρασε ο ΜΚ1 χωρίς περαιτέρω έρευνα και χωρίς στερεή βάση θα έλεγα εάν ληφθεί υπόψη ότι κατά την αντεξέταση του έδειξε διατεθειμένος σε κάποια στιγμή να δεχτεί τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν υπεύθυνος υποδοχής και όχι φύλακας, θεωρώ πως δημιουργούν κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Έχοντας δε υπόψη αυτά και βλέποντας αντικειμενικά τη μαρτυρία καταλήγω πως μόνον υποψίες θα μπορούσαν να εγερθούν εναντίον του κατηγορούμενου 2 για άσκηση του επαγγέλματος του ιδιώτη φύλακα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορούμενων 1 και 2 σε απολογία θα έδιδε θεωρώ στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 και κατ' επέκταση αθωώνω τον κατηγορούμενο 1 στην 1η κατηγορία και τον κατηγορούμενο 2 στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/Εκ πρώτης όψεως cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.