← Κύπρος

DOCKER RESTAURANT LTD ν. MARIALA ESTATES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5048/16, 25/5/2017

DOCKER RESTAURANT LTD ν. MARIALA ESTATES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5048/16, 25/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5048/16 DOCKER RESTAURANT LTD Παραπονούμενοι -εναντίον-

  1. MARIALA ESTATES LIMITED
  2. ΜΑΡΙΑ ΡΙΑΛΑ
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΑΛΑ Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κ. Δ. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενους: κ. Π. Ονουφρίου Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ Πρώτης Όψεως) Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά έντεκα κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε αδικήματα παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 280 Κεφ. 154 και συνομωσίας προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος (1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η κατηγορία), κλοπής και κλοπής από κλειδωμένο γραφείο κατά παράβαση των αρ. 255, 262 και 266(ζ), Κεφ. 154 (8η και 9η κατηγορία) και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς και συνομωσίας προς διάπραξης του εν λόγω αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 324, Κεφ. 154 (10 και 11η κατηγορία). Επί του κατηγορητηρίου, επισυνάφθηκαν ως Παραρτήματα Α, Β και Γ, κατάλογοι με τα κατ' ισχυρισμό αντικείμενα, που κλάπηκαν ή που καταστράφηκαν, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών της κλοπής (Πίνακας Α), της κλοπής από κλειδωμένο γραφείο (Πίνακας Γ) και της κακόβουλης βλάβης (Πίνακας Β). Προς απόδειξη της υπόθεσης τους, οι παραπονούμενοι κάλεσαν τέσσερις μάρτυρες. Τον V. Alimov, μέτοχο και γραμματέα των παραπονουμένων ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Κ.1, το Γ. Ιωσηφίδη, τραπεζικό υπάλληλο στην Ελληνική Τράπεζα, ως Μ.Κ.2, την U. Brigmane, διευθύντρια του εστιατορίου των παραπονουμένων ως Μ.Κ.3 και το Χ. Σκορδή, Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως Μ.Κ.
  4. Κατά την ακρόαση, κατατέθηκαν επίσης, δέκα συνολικά τεκμήρια. Πρόσθετα των πιο πάνω, στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε και ο Αστ. 1260 Μ. Μιχαήλ, ο οποίος κλήθηκε με κλήση Duces Tecum. Ο εν λόγω αστυφύλακας, αφού παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, παρουσίασε και άφησε δέσμη εγγράφων που του ζητήθηκαν με την κλήση και τα οποία αφορούσαν ως ανέφερε, σε καταθέσεις που έλαβε στα πλαίσια της καταγγελίας με αριθμό Π.Η.296/09/15 που υποβλήθηκε στις 21/9/15 στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Η ουσία της εκδοχής των παραπονουμένων, όπως αυτή δύναται να συνοψιστεί από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι η εξής: Περί τις 29/1/14, οι παραπονούμενοι και η κατηγορούμενη 1, σύνηψαν δύο ενοικιαστήρια συμβόλαια, σύμφωνα με τα οποία, η κατηγορούμενη 1, θα ενοικίαζε στους παραπονούμενους, συγκεκριμένα υποστατικά στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της πρώτης. Τα εν λόγω υποστατικά, οι παραπονούμενοι θα τα χρησιμοποιούσαν ως εστιατόριο και αποθήκες. Τις εν λόγω συμφωνίες, εκ μέρους των δύο αντισυμβαλλόμενων εταιρειών, υπέγραψαν οι αντίστοιχοι διευθυντές τους και συγκεκριμένα, ο C.Phaedonos για τους παραπονούμενους και ο κατηγορούμενος 3 για την κατηγορούμενη
  5. Συμφωνήθηκε ότι, αρχικά η ενοικίαση θα ήταν για δέκα χρόνια και ότι το συνολικό μηνιαίο ενοίκιο που θα κατέβαλλαν οι παραπονούμενοι στην κατηγορούμενη 1 θα ήταν €4.
  6. Το εν λόγω ποσό ήταν πληρωτέο προκαταβολικά, κάθε 1η μέρα του κάθε μήνα ενοικίασης. Για σκοπούς πιστής τήρησης των υποχρεώσεων της, η παραπονούμενη, κατέθεσε προκαταβολικά στην κατηγορούμενη 1 ως ασφάλεια (security bond), το ποσό των €15.
  7. Ήταν επίσης ρητός όρος των συμφωνιών μεταξύ παραπονουμένων-ενοικιαστών και κατηγορούμενης 1-ιδιοκτήτριας, ότι σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της ενοικίασης η επιχείρηση των παραπονουμένων θα παρέμενε κλειστή για περίοδο πέραν των πέντε μηνών και παράλληλα, ενοίκια αντίστοιχης περιόδου, θα ήταν οφειλόμενα, η κατηγορούμενη 1 ιδιοκτήτρια, θα είχε δικαίωμα και προς τούτο οι παραπονούμενοι έδωσαν τη ρητή εξουσιοδότηση τους, όπως εισέλθει στα υποστατικά και ανακτήσει την κατοχή τους. Σε τέτοια περίπτωση, η κατηγορούμενη 1, θα υποχρεούτο όπως μετακινήσει τυχόν αντικείμενα των παραπονουμένων που θα βρίσκονταν εντός των υποστατικών και τα τα αποθηκεύσει σε ασφαλή χώρο, ούτως ώστε οι παραπονούμενοι να τα παραλάβουν σε κατοπινό στάδιο. (Τεκ.1 και 2). Αν και τα ενοίκια καταβάλλονταν κανονικά μέχρι τον Απρίλιο 2015, για το Μάιο 2015, μόνο το μισό ενοίκιο είχε καταβληθεί στην κατηγορούμενη
  8. Για το υπόλοιπο ποσό καθώς και για το ενοίκιο του Ιουνίου 2015, ο ΜΚ1, περί τα μέσα Ιουνίου 2015, εξέδωσε προς όφελος της κατηγορούμενης 1, δύο επιταγές των παραπονουμένων, για το συνολικό ποσό των €6.000, πληρωτέες στις 29/6/
  9. Οι εν λόγω επιταγές όμως, όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για εξαργύρωση, δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους ήτοι τους παραπονούμενους. Σύμφωνα με το ΜΚ1, από την αρχή της λειτουργίας του εστιατορίου, προέκυψαν διάφορα οικονομικά θέματα με τους συνεταίρους του, για τα οποία καταβάλλονταν προσπάθειες επίλυσης τους, μέχρι και τον Απρίλιο
  10. Όταν δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση μέχρι και τον Ιούνη 2015 και επειδή εξακολουθούσαν να οφείλονται ενοίκια προς την κατηγορούμενη 1, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή παρά να κλείσει το εστιατόριο όπως και έγινε στις 15 Ιουνίου
  11. Όταν δεν καταβλήθηκε ούτε το ενοίκιο για τον Ιούλη 2015, η κατηγορούμενη 1, μέσω των δικηγόρων της απέστειλε σχετικές επιστολές προς τους παραπονούμενους και τον ΜΚ1, απαιτώντας όπως οι τελευταίοι προβούν άμεσα και σε τίμηση των επιταγών αλλά και σε πληρωμή όλων των οφειλόμενων ενοικίων για τους μήνες Μάιο (μέρος), Ιούνιο και Ιούλιο
  12. (Τεκ.3). Στην επιστολή αυτή των δικηγόρων της κατηγορούμενης 1, οι τότε δικηγόροι των παραπονουμένων απάντησαν με επιστολή στις 4/8/
  13. Στην εν λόγω επιστολή τους, οι τότε δικηγόροι των παραπονουμένων, εξήγησαν ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των ενοικίων για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο, οφείλετο στο ότι οι παραπονούμενοι εβρίσκονταν εκκρεμούσης διαδικασίας εσωτερικής αναδιοργάνωσης. Ζήτησαν ακολούθως όπως επιδειχθεί κατανόηση από πλευράς κατηγορούμενης 1 μέχρι και τις 6/9/15 όταν και οι πελάτες τους θα ήταν σε θέση να καταβάλουν πλήρως όλα τα ενοίκια που θα καθίσταντο οφειλόμενα μέχρι και τότε ήτοι τα ενοίκια Μαίου - Σεπτεμβρίου
  14. Ζητήθηκε επίσης από πλευράς παραπονουμένων, όπως η κατηγορούμενη 1, μην προχωρήσει με τη λήψη οποιονδήποτε δικαστικών μέτρων εναντίον τους, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ανακληθείσες επιταγές και αυτό διότι όλα τα οφειλόμενα ποσά θα καταβάλλονταν μέχρι τις 6/9/15 αλλά και διότι η κατηγορούμενη 1 ήδη κατείχε τις €15.000 που οι παραπονούμενοι είχαν καταβάλει στην αρχή της ενοικίασης ως ασφάλεια. Ενόψει του ότι μέχρι και τις 7 Σεπτεμβρίου 2015, κανένα οφειλόμενο ενοίκιο δεν είχε ακόμη πληρωθεί, οι δικηγόροι της κατηγορούμενης 1 έστειλαν νέα επιστολή, με την οποία ενημέρωναν τους δικηγόρους των παραπονουμένων ότι η υπομονή και ανοχή των πελατών τους είχε εξαντληθεί. Με την ίδια επιστολή, οι δικηγόροι της κατηγορούμενης 1, απαίτησαν όπως παραδοθεί στους πελάτες τους άμεση κατοχή των υποστατικών. Παρόμοιου περιεχομένου επιστολή, οι δικηγόροι της κατηγορούμενης 1, απέστειλαν και στις 15 Σεπτεμβρίου 2015 αφού καμία απάντηση είχαν λάβει στην προηγούμενη επιστολή τους. Ούτε όμως και σε αυτήν την επιστολή οι παραπονούμενοι απάντησαν. Την ίδια περίοδο, το Σεπτέμβριο 2015 δηλαδή, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι χρειάστηκε να αναχωρήσει για την Ουκρανία για προσωπικούς λόγους. Ενόσω ήταν εκεί όμως και συγκεκριμένα περί τις 20 Σεπτεμβρίου 2015, έλαβε τηλεφώνημα από κάποιο φίλο του στην Κύπρο, ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχαν άτομα στο εστιατόριο τα οποία μετακινούσαν διάφορα αντικείμενα από μέσα οπόταν και αναχώρησε αμέσως για την Κύπρο. Όταν έφτασε στο εστιατόριο και προσπάθησε να εισέλθει εντός αυτού, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να το πράξει εφόσον κάποιος είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Προσπάθησε ακολούθως να δει αν μπορούσε να διακρίνει οτιδήποτε από τα παράθυρα του εστιατορίου οπόταν και διαπίστωσε ότι απουσίαζαν κάποια από τα αντικείμενα των παραπονουμένων, τα οποία είχαν παραμείνει στο εστιατόριο μετά που αυτό έκλεισε τον Ιούνη 2015 και πριν αυτός αναχωρήσει για την Ουκρανία ενώ αρκετά αντικείμενα εξακολουθούσαν να βρίσκονται εκεί. Παρατήρησε επίσης ότι, κάποια από τα αντικείμενα που παρέμειναν στο εστιατόριο, παρουσίαζαν φθορές. Τέτοια αντικείμενα, σύμφωνα με το ΜΚ1, είναι αντικείμενα που απαιτούν συνεχή συντήρηση και εφόσον βρίσκονται κλειδωμένα και δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά για να τα συντηρήσει, είναι πολύ πιθανόν να υπέστησαν φθορές. Μη γνωρίζοντας τι ακριβώς είχε συμβεί και μη μπορώντας να εισέλθει στο εστιατόριο, μετέβηκε στην αστυνομία όπου υπέβαλε σχετική καταγγελία οι οποίοι τον πληροφόρησαν στη συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος 2 τους είχε αναφέρει ότι ήταν αυτός που μπήκε στο εστιατόριο και μετακίνησε τα αντικείμενα των παραπονουμένων. Στις 27/10/15, η κατηγορούμενη 1 καταχώρησε εναντίον των παραπονούμενων, την πολιτική αγωγή υπ. αρ.4262/15, με την οποία αξίωνε από τους τελευταίους, τόσο τα οφειλόμενα ενοίκια Μαίου - Οκτωβρίου 2015 όσο και τα έξοδα για την αποθήκευση των διαφόρων αντικειμένων των παραπονουμένων που μετακινήθηκαν από το εστιατόριο. Ο ΜΚ1 με τη σειρά του, έδωσε οδηγίες στους νυν δικηγόρους του και καταχώρησαν και αυτοί αγωγή εναντίον της κατηγορουμένης 1 για παράβαση συμφωνίας και πρόκλησης ζημιάς καθώς επίσης και την παρούσα ποινική υπόθεση. Είναι ουσιαστικά η θέση των παραπονούμενων ότι αν και οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα με βάση τα μεταξύ τους συμβόλαια να εισέλθουν στα υποστατικά και να ανακτήσουν κατοχή όπως επίσης και να μετακινήσουν τα αντικείμενά που βρίσκονταν σε αυτά σε αποθηκευτικό χώρο και να απαιτήσουν επιστροφή των σχετικών εξόδων, εντούτοις, το εν λόγω δικαίωμα, δεν είχε, μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2015, ενεργοποιηθεί. Αυτό διότι, αφενός τα οφειλόμενα ενοίκια μπορούσαν να αφαιρεθούν από την προκαταβολή που οι παραπονούμενοι είχαν καταβάλει στην αρχή της ενοικίασης και αφετέρου διότι το εστιατόριο δεν ήταν κλειστό για πέντε συνεχόμενους μήνες. Σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονούμενων, αν και μέχρι τις 15 Ιουνίου 2015 που έκλεισε, το εστιατόριο δεν λειτουργούσε με την ίδια συχνότητα όπως στην αρχή της λειτουργίας του, εντούτοις, κάποιες εκδηλώσεις είχαν κατά διαστήματα λάβει χώρα εκεί. Η τελευταία μάλιστα εκδήλωση έγινε περί τα μέσα Ιουνίου του
  15. Συνεπώς, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, οι κατηγορούμενοι, θα μπορούσαν να εξασκήσουν τα συμβατικά τους δικαιώματα και να ανακτήσουν κατοχή του υποστατικού μόνον μετά τις 15 Νοεμβρίου 2015 και όχι προηγουμένως. Συνεπεία της μη ενεργοποίησης του σχετικού όρου του συμβολαίου, οι παραπονούμενοι θεωρούν ότι οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να εισέλθουν στα υποστατικά και να μετακινήσουν τα αντικείμενά τους στις 20 Σεπτεμβρίου 2015 και με τη πράξη τους αυτή ουσιαστικά διέπραξαν τα αδικήματα αντικείμενο του κατηγορητηρίου. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για τους παραπονούμενους, η υπεράσπιση, με αναφορά στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αντικείμενο του κατηγορητηρίου καθώς και της ελλιπούς, κατά τη θέση της, μαρτυρίας, υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων και υποστήριξε ότι αυτοί θα πρέπει να κληθούν προβάλουν την υπεράσπιση τους. Το πλήρες κείμενο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων κάμνω πιο κάτω στην παρούσα όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
  1. Επισημαίνω στο παρόν στάδιο, ότι οι παραπονούμενοι, μέσω του συνηγόρου τους, δήλωσαν κατά την διάρκεια της ακρόασης ότι δεν επιθυμούν να προωθήσουν την 8η κατηγορία (κλοπή από κλειδωμένο γραφείο κατά παράβαση των αρ.255, και 266(ζ) Κεφ.154) διότι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υπεβλήθη και έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, συνιστά γενική αρχή του ποινικού δικαίου ότι ένα νομικό πρόσωπο, ως οντότητα ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τα μέλη της, δύναται να υπέχει ποινικής ευθύνης, εξίσου όμως χωριστής και ανεξάρτητης από αυτή των μελών και των διευθυντών της. Για να μπορέσει όμως να στοιχειοθετηθεί τέτοια ποινική ευθύνη σε σχέση με νομικό πρόσωπο και δη όταν το ισχυριζόμενο αδίκημα είναι αδίκημα που απαιτεί συγκεκριμένη πρόθεση, είναι αναγκαίο όπως οι ισχυριζόμενες αξιόποινες ενέργειες και ένοχη σκέψη του νομικού προσώπου, ταυτισθούν και αναγνωρισθούν πρώτα, με αυτές του φυσικού προσώπου που με τις πράξεις ή παραλείψεις του, «διοικά» ή «αντιπροσωπεύει» τέτοιο νομικό πρόσωπο. Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως η «αρχή της αναγνώρισης» - «Principle Of Identification». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμά Blackstone's Criminal Practice 2016/Part A General principles of criminal law/Section A6 Corporate Liability par. A.6 (ηλεκτρονική έκδοση) «Although in many ways a company enjoys the same rights and is bound by the same duties as an individual, there are also marked differences in the application of the criminal law to it. The essence of a limited liability company is that it has a separate legal personality distinct from its shareholders, and indeed its directors and officers, so it enjoys rights and is subject to duties in its own right like an individual person. It is a distinct legal entity, capable of owning and dealing with property, suing and being sued and contracting on its own behalf. It is equally capable of committing crimes. Who owns the shares and in what proportion is irrelevant. The company's acts are not the shareholders' acts, even if one of them also has sole control of its affairs (Salomon v A Salomon & Co Ltd [1897] AC 22) The way in which criminal liability attaches to a limited company depends on the appropriate rule of attribution as determined by the particular statutory provision and the interpretation of the courts; to establish whether a company is criminally liable, it is necessary to ascertain which rule of attribution applies. A company can commit most offences. A requirement of mens rea is no bar to a company's guilt. The only crimes it cannot commit as a principal are murder and treason (because the punishment is necessarily inca-pable of being imposed on a company). Although a company could not factually be a principal offender in offences such as rape or bigamy, it could, just like a human person, be liable as an accessory (as indeed it could be to murder). For example, a company might procure girls for underage sex. Proof of mens rea is, of course, required for liability as an accessory but this is no bar to corporate liability; a company was convicted of aiding and abetting causing death by dangerous driving in Robert Millar (Contractors) Ltd [1970] 2 QB 54, the mental element being proved through a director with whom the company was identified. For most crimes which require proof of a mental element (such as 'dishonestly', 'wilfully' or 'recklessly') the identification principle will be the appropriate rule of attribution. A company is fixed with criminal liability through the acts or omissions of its 'directing mind'; a corporation can be convicted of a criminal offence requiring proof of mens rea if the natural person who committed the offence is identified with the company.» Στην παρούσα υπόθεση, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε, που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 ή η κατηγορούμενη 2, ενήργησαν με τον τρόπο που τους αποδίδεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων υπό την διευθυντική τους ιδιότητα. Σημειώνω εδώ ότι, η επίμαχη συμφωνία των μερών, ήταν μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορούμενης 1 ενώ η είσοδος στα υποστατικά και η μετακίνηση των αντικειμένων, αποδόθηκε από τρίτα πρόσωπα, στον κατηγορούμενο
  2. Για την κατηγορούμενη 2, πλην του ότι είναι σύζυγος του κατηγορούμενου 3 και μία εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 καμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε αναφορικά με την εμπλοκή της στην όλη υπόθεση. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια η υπόθεση όπως αναδύεται από το κατηγορητήριο και προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ως προς το ποιος φέρεται να είναι ο πραγματικός αδικοπραγούντας, είναι ασαφής και συγκεχυμένη. Από τη μία, προσάπτονται κατηγορίες που φέρουν όλους τους κατηγορούμενους να διέπραξαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα ως principals (κύριοι) (βλ. 1η, 4η, 7η, 8η και 9η κατηγορία). Από την άλλη, διαφορετικές κατηγορίες, αποδίδουν τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων στην κατηγορούμενη 1 διαχωρίζοντας την ευθύνη των κατηγορούμένων 2 και 3 σε αυτή του συνεργού (accomplices) που παρείχε συνδρομή και παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα (βλ. 2η, 5η, και 10η κατηγορία). Λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ένοχη διάνοια (mens rea) που απαιτείται για να αποδειχθούν, τόσο το αδίκημα της παράνομης εισόδου (πρόθεση όχλησης ή διάπραξης ποινικού αδικήματος), και της κλοπής (πρόθεση καταδολίευσης) όσο και της κακόβουλης βλάβης (εσκεμμένη ή ηθελημένη πράξη), δεν μπορεί θεωρώ, να υπάρξει ασφαλής βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η καταδίκη των κατηγορουμένων για οποιοδήποτε αδίκημα επί του κατηγορητηρίου. Και αυτό διότι, τα υπό κρίση αδικήματα, είναι αδικήματα συγκεκριμένης πρόθεσης, η οποία θα πρέπει να αποδειχτεί σε σχέση με τον κύριο αδικοπραγούντα των και η οποία είναι χωριστή και ανεξάρτητη από την αντίστοιχη ένοχη διάνοια που αφορά σε συνεργούς. Ταυτόχρονα, τα υπό κρίση αδικήματα είναι αδικήματα για τα οποία ο νομοθέτης, επέλεξε να μην διαφοροποιήσει την πιο πάνω γενική αρχή ως προς το θέμα ποινικής ευθύνης νομικών και φυσικών προσώπων. Εκεί όπου κάτι τέτοιο κρίθηκε αναγκαίο, ειδικές ρητές πρόνοιες περί τούτου, περιλήφθηκαν στη νομοθεσία. (βλ.πχ. Ο περί Προστασίας Μισθών Νόμος Ν.35(Ι)/2007, Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος Ν.95(I)/2000αρ.48 και η λοιπή Φορολογική Νομοθεσία, Ο Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004 (94(I)/2004) κλπ). Κατά δεύτερο, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι έκθετες σε απόρριψη από αυτό το στάδιο και για τους εξής λόγους: Α. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 3, 6 και 11 - ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ ΠΡΟΣ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδειξη της «συνομωσίας» τελεί υπό την άμεση προϋπόθεση απόδειξης «συμφωνίας» μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Αν και η απόδειξη αυτής της συμφωνίας είναι από μόνη της αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν αρκεί. Το αν εν τέλει οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο, εφόσον κατέληξαν σε συμφωνία. Το mens rea της συνομωσίας βέβαια δεν είναι άλλο από την πρόθεση του προσώπου που συνάπτει τη συμφωνία, να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη συμφωνηθείσα «δράση», για την προώθηση του προτιθέμενου και συμφωνημένου αξιόποινου σκοπού. Για τα πιο πάνω σχετικές είναι οι Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL καθώς και Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης, που να παραπέμπει σε σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, που τους καταλογίζονται στις υπό εξέταση κατηγορίες και δη συνομωσίας εναντίον των παραπονουμένων. Όπως ανέφερα πιο πάνω η οποιαδήποτε διευθυντική ιδιότητα των κατηγορουμένων 2 και 3 με την κατηγορούμενη 1, δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμφωνία μεταξύ τους και μάλιστα σε βαθμό που να την ανάγει σε συνομωσία για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Έπεται επομένως ότι ούτε και για τις υπό εξέταση κατηγορίες έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου. Β. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 7 και 8 - ΚΛΟΠΗ ΚΑΙ ΚΛΟΠΗ ΑΠΟ ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Παρά τον «περιορισμό» των υπό εξέταση κατηγοριών, ως η δήλωση του συνηγόρου των παραπονουμένων, θεωρώ ότι, εφόσον η μαρτυρία που προσκομίστηκε αφορά και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και ο «ιδιώτης» κατήγορος, δεν έχει τις εξουσίες αναστολής του Γενικού Εισαγγελέα, θα πρέπει να εξετάσω, ως άλλωστε είναι καθήκον μου, κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο αδικημάτων είναι η «κλοπή», όρος ο οποίος έτυχε εμπεριστατωμένης επεξήγησης στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, αδυνατώ να εντοπίσω στην προσκομισθείσα μαρτυρία οποιαδήποτε ένδειξη περί δόλιας πρόθεσης των κατηγορουμένων να αποστερήσουν μόνιμα από τους παραπονούμενους την περιουσία τους. Η ίδια η εκδοχή των παραπονουμένων, φέρει κάποια από τα αντικείμενα τους να μεταφέρθηκαν σε αποθηκευτικό χώρο για ασφαλή φύλαξη ενώ τα υπόλοιπα να βρίσκονται ακόμη στο χώρο του εστιατορίου υπό το ίδιο καθεστώς ήτοι αυτό της αποθήκευσης, μέχρι ωσότου οι παραπονούμενοι καταβάλουν τα σχετικά έξοδα και τα παραλάβουν. Ταυτόχρονα όμως, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, η ενέργεια αυτή ήταν εντός των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της κατηγορούμενης 1. Το αν τώρα το εν λόγω δικαίωμα, συμβατικά ερμηνευόμενο, δεν είχε ακόμη ενεργοποιηθεί κατά το χρόνο που ασκήθηκε, ως είναι η θέση των παραπονουμένων, αυτό δεν είναι θέμα που θα απασχολήσει το ποινικό Δικαστήριο αλλά ούτε και δύναται να ανάγει την οποιαδήποτε ενέργεια της κατηγορούμενης 1, στο ποινικό αδίκημα της κλοπής, από όποια μορφή και αν το εν λόγω αδίκημα ήθελε ιδωθεί. Συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη της δήλωσης του συνηγόρου των παραπονουμένων ότι οι πελάτες του, κανένα παράπονο έχουν από τους κατηγορούμενους σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην 8η κατηγορία, οι υπό εξέταση κατηγορίες θα πρέπει και αυτές να απορριφθούν από αυτό το στάδιο και οι κατηγορούμενοι να αθωωθούν και απαλλαχτούν αυτών. Γ. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 9 και 10 - ΚΑΚΟΒΟΥΛΗ ΒΛΑΒΗ Οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση πρόνοιες του αρ.324 έχουν ως εξής: «324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις...» Από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει ξεκάθαρα ότι είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η επίδειξη εσκεμμένης ή ηθελημένης πράξης. Αυτός ο υψηλός βαθμός ένοχης σκέψης, «mens rea», που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με οτιδήποτε λιγότερο από απόδειξη τέτοιας συγκεκριμένης πρόθεσης αφού η απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημίας. (βλ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Τυχόν αμέλεια (negligence) ή απροσεξία (carelessness) που ο κατηγορούμενος δυνατό να έχει επιδείξει, δεν είναι αρκετό για να τον εντάξει στην κατηγορία του εσκεμμένου ή του κακόβουλου. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τον ΜΚ1 κανένας εκ των κατηγορουμένων θεάθηκε να προκαλεί τις ζημιές που καταλογίζονται σε αυτούς. Το ότι είναι οι εν λόγω κατηγορούμενοι που προκάλεσαν τις ισχυριζόμενες ζημιές αποτελεί, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, συμπέρασμα, στο οποίο ο ΜΚ1 κατέληξε, ένεκα του ότι πληροφορήθηκε από τρίτους ότι είναι ο κατηγορούμενος 2 που μετακίνησε τα αντικείμενα. Επιχειρήθηκε από πλευράς παραπονουμένων όπως στοιχειοθετηθεί αυτό το συμπέρασμα με την προσκόμιση των καταθέσεων που λήφθηκαν από την αστυνομία κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας που υπέβαλε ο ΜΚ1. Οι εν λόγω καταθέσεις όμως, ουδέποτε κατατέθηκαν ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Το μόνο που έγινε ήταν να παρουσιαστούν από τον Αστ.1260 στα πλαίσια συμμόρφωσης του με την κλήση Duces Tecum που του επιδόθηκε. Ως έχει νομολογηθεί, η παρουσίαση εγγράφων στα πλαίσια κλήσης Duces Tecum, το μόνο που εξασφαλίζει, είναι απλά την παρουσία των εγγράφων στο Δικαστήριο «επί τη προόψει της χρησιμοποίησης τους ως μαρτυρίας» αφού τα εν λόγω έγγραφα δεν καθίστανται αυτόματα τεκμήρια στη διαδικασία, εξ' ου και το πρόσωπο που τα παρουσιάζει δεν ορκίζεται. Για να καταστούν τα εν λόγω έγγραφα τεκμήρια, θα πρέπει στη συνέχεια αυτά να «αξιοποιηθούν», από κάποιο άλλο μάρτυρα, ο οποίος και θα επιχειρήσει να τα καταθέσει πλέον ως τεκμήρια. (βλ. Joseph Lasala κα ν Λυκούργου Κυπριανού, Αγωγή 5581/05, απόφαση ημερ. 8/10/08 και τις αναφορές που ο έντιμος Κ. Κλήρίδης, Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως ήταν τότε κάμνει στις αποφάσεις Penn-Texas Corp v Murat Anstalt [1964] 2 All ER 594, Waind v Hill and National Employers Mutual General Association Ltd
(1978)1 NSWLR 372 και R. v Gilmore - [1961] NZLR 384). Στην παρούσα υπόθεση όμως, σε σχέση με τις συγκεκριμένες καταθέσεις, αυτό ουδέποτε έγινε. Η μόνη επομένως, σχετική με το υπό κρίση θέμα, μαρτυρία που προσκομίστηκε στην παρούσα υπόθεση είναι ότι τα αντικείμενα μετακινήθηκαν από τον κατηγορούμενο 2. Αυτό, σύμφωνα με τους παραπονούμενους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι όλοι οι κατηγορούμενοι που ευθύνονται για τις ζημιές που παρατηρήθηκαν σε αυτά. Πρόκειται όμως περί ποινικής υπόθεσης στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι' αν είναι.. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε το ίδιο το θεμέλιο της δίκαιης δίκης. (βλ. σχ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος Δημήτρης Π. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Εν πάσει περιπτώσει όμως, ακόμα και αυτές οι «ζημιές» που ισχυρίζονται οι παραπονούμενοι ότι διαπίστωσαν να έχει υποστεί η περιουσία τους, περιορίστηκαν από τον ΜΚ1, να αφορούν ουσιαστικά σε φθορά που πιθανόν να προκλήθηκε συνεπεία της μη συντήρησης τους. Όπως ο ίδιος ανέφερε, είναι από τα όσα μπορούσε να διακρίνει από τα παράθυρα του εστιατορίου, που παρατήρησε τέτοιου είδους φθορές σε κάποια από τα αντικείμενα ενώ για τα υπόλοιπα, δεν κατέστη δυνατό να διαπιστώσει αν όντως και αυτά έπαθαν οποιαδήποτε ζημιά και ποια η φύση της. Στη βάση της πιο πάνω εκδοχής των παραπονουμένων, θεωρώ, ότι δεν έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, το οποιοδήποτε στοιχείο του εσκεμμένου ή του κακόβουλου από πλευράς των κατηγορουμένων όπως επίσης και το αν όντως τελικά προκλήθηκε το είδος της ζημιάς στο οποίο αφορά το αδίκημα του αρ.
  1. Δ. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 1, 2, 4 και 5 - ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΙΣΟΔΟΣ Παραθέτω αυτούσιες τις επίμαχες πρόνοιες του άρθρου 280 Κεφ.154: «Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κλπ.
  2. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων» (έμφαση δική μου) Θεωρώ ορθό όμως, εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 280 έχει ως εξής: « Any person who enters into or upon property in the possession of another with intent to commit an offence punishable by this Code, or by any Law in force within the Colony, or to intimidate, insult or annoy any person in possession of such property; or having lawfully entered into or upon such property, unlawfully remains there with intent thereby to intimidate, insult or annoy any such person, or with intent to commit an offence punishable by this Code or by any Law in force within the Colony, is guilty of a misdemeanor and is liable to imprisonment for two years. (έμφαση δική μου) Η υπόθεση Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 354, είναι άκρως διαφωτιστική. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, «...το Άρθρο 280 του Κεφ.154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας...». Προς επίρρωση των ανωτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στον Ινδικό Ποινικό Κώδικα, όπου το S.441 δημιουργεί πανομοιότυπο αδίκημα με το αρ.280 (το 1961, το αδίκημα στον Ινδικό Κώδικα τροποποιήθηκε με την προσθήκη ενός επιπρόσθετου τρόπου διάπραξης του αδικήματος που δεν αφορά όμως την παρούσα). Σημειώνεται ότι στο Αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει παρόμοιο αδίκημα παρά μόνο το αδίκημα του «forcible entry» το οποίο όμως εδράζεται επί διαφορετικών προϋποθέσεων και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει βοηθητικό οδηγό για την παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Penal Law of India, 10th ed, στις σελ. 3785-3821, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) Παράνομη είσοδος ή παράνομη διαμονή σε περιουσία που κατέχει άλλος, β) Με σκοπό (πρόθεση) τη διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Το αδίκημα αυτό της «ποινικής επέμβασης» (criminal trespass), διότι περί τούτου πρόκειται, διαχωρίζεται από το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε περιουσία (civil trespass). Για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα, ο παραπονούμενος θα πρέπει να έχει πραγματική και φυσική κατοχή του ακινήτου η οποία και θα πρέπει να είναι αποκλειστική (exclusive).[1] Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος, το αδίκημα «είναι σχεδιασμένο για να προστατέψει τον κάτοχο της περιουσίας και όχι τον ιδιοκτήτη, ενώ το ποιος έχει τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι θέμα άσχετο και «ξένο» με το αδίκημα[2], θέση που συνάδει πλήρως και με την κυπριακή νομολογία, (βλ. Κυριάκου ανωτέρω) Ως εκ τούτου, ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον ενοίκου, για «ποινική επέμβαση», από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, όταν ο πρώτος δεν εγκατέλειψε το ακίνητο παρά την υπόσχεση που έδωσε προς τούτο, απορρίφθηκε ως μη εμπίπτουσα στην εμβέλεια του ποινικού αδικήματος αλλά ως καθαρά αστική διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί στα αστικά Δικαστήρια[3]. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αποδειχθεί και το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της «πρόθεσης για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας». Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί αξιόποινη, για σκοπούς του αρ.280, η όποια τυχόν «επέμβαση» από πλευράς κατηγορούμενου.[4] Η πρόθεση για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας, πρέπει να αποτελεί και την πραγματική και κυρίαρχη πρόθεση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που ο τελευταίος εισήλθε ή αποφάσισε να παραμείνει στο ακίνητο. (ANDREAS ELIA LAMBIDES ν. THE POLICE,
(1967)2 Α.Α.Δ. 142). H απλή διαμονή ή κατοχή του ακινήτου, έστω και παράνομη, δεν μπορεί να αναχθεί σε «ποινική επέμβαση», χωρίς την ύπαρξη της αναγκαίας πρόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο[5]. Μάλιστα δε, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα ή ενοχλήσει τον κατηγορούμενο, ενώ είναι στο ακίνητο, χωρίς όμως ποτέ να είχε αυτή την πρόθεση όταν εισέρχετο ή όταν αποφάσισε να μείνει, τότε αν και μπορεί να είναι ξεχωριστά ένοχος για το εν λόγω αδίκημα, εντούτοις δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της «ποινικής επέμβασης».[6] Σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση οι σχετικές κατηγορίες καταλογίζουν στους κατηγορούμενους πρόθεση «όχλησης» των παραπονουμένων. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η είσοδος ή η παραμονή στην περιουσία έγινε με σκοπό την όχληση του κατόχου, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι αυτός ήταν και ο σκοπός του κατηγορούμενου όταν αποφάσισε να παραμείνει στην περιουσία. Το ότι η ενόχληση μπορεί να συνιστά φυσική συνέπεια της παραμονής στην περιουσία δεν αρκεί.[7] Στη βάση της εκδοχής των παραπονουμένων στην παρούσα υπόθεση, δεν διαπιστώνω να έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, τέτοια πρόθεση από πλευράς οποιουδήποτε κατηγορούμενου. Ο λόγος της εισόδου στα υποστατικά, ήταν, και αυτό συνιστά την ίδια την εκδοχή των παραπονουμένων, η προσπάθεια της κατηγορούμενης 1 ιδιοκτήτριας, να ανακτήσει κατοχή των υποστατικών, συνεπεία των προβλημάτων που ανέκυψαν στην συμβατική σχέση ενοικιαστή-ιδιοκτήτη αναφορικά με οφειλόμενα ενοίκια. Το συμβόλαιο των μερών, παρείχε αυτό το δικαίωμα στην κατηγορούμενη 1, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Η διαφωνία των μερών και εδώ έγκειται η όλη παρανόηση της ποινικής φύσης της υπόθεσης από τους παραπονούμενους, δεν αφορά στο κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εισέλθουν στα υποστατικά αλλά στο κατά πόσο υπό τις περιστάσεις, το εν λόγω δικαίωμα ασκήθηκε πρόωρα και κατά αντισυμβατικό τρόπο. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των παραπονουμένων όμως, δεν είναι αυτό που απαιτείται για να καταδειχθεί η διάπραξη του ποινικού αδικήματος του αρ.
  1. Το αν η συμπεριφορά ενός κατηγορούμενου είναι αντισυμβατική ή τον καθιστά επεμβασία, εν τη αστική έννοια του όρου, αυτό δεν δίδει στις πράξεις του, το στίγμα της ποινικής ευθύνης και δη της ευθύνης για διάπραξη του αδικήματος του αρ.
  2. Είναι θεωρώ, έκδηλο, ότι η παρούσα υπόθεση, η οποία ξεκίνησε σαν μια καθαρά αστική διαφορά μεταξύ ιδιοκτήτη-ενοικιαστή, ως τέτοια παρέμεινε μέχρι και σήμερα. Οι παραπονούμενοι ενοικιαστές παρέλειψαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια στην κατηγορούμενη 1 ιδιοκτήτρια οπόταν και η τελευταία αντέδρασε ασκώντας δικαιώματα που θεωρεί ότι της παρέχονται από το συμβόλαιο της. Οι ενοικιαστές διατηρούν αντίθετη άποψη και θεωρούν ότι ο ιδιοκτήτης ενήργησε πρόωρα και εκτός των συμβατικών ορίων. Αυτή είναι η όλη ουσία της διαφοράς των μερών. Τίποτα περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Συνεπώς και αυτές οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν από αυτό το στάδιο. Τέλος, αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 και την ποινική ευθύνη που της καταλογίζεται, πρόσθετα όλων όσων αναφέρω πιο πάνω τα οποία και σφραγίζουν την τύχη της υπόθεσης σε σχέση και με αυτή την κατηγορούμενη, επαναλαμβάνω ότι, πλην του ότι αυτή είναι σύζυγος του κατηγορούμενου 3 και μία εκ των διευθυντών της κατηγορουμένης 1, καμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομισθεί, αναφορικά με την οποιαδήποτε εμπλοκή της στην όλη υπόθεση. Συνεπώς και με δεδομένο ότι ο μόνος λόγος που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει την παρούσα υπόθεση είναι ουσιαστικά διότι είναι μία εκ των διευθυντών της κατηγορουμένης 1, η υπόθεση εναντίον της εν λόγω κατηγορούμενης δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από αυτό το στάδιο και για αυτό το λόγο. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία και συνεπώς αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Προτού όμως εγκαταλείψω την απόφαση μου θα πρέπει να σημειώσω και το εξής. Το ποινικό Δικαστήριο ουδέποτε ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει επί των αστικών (civil) δικαιωμάτων των μερών. Η διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορουμένων, είναι προφανώς, διαφορά που κατάλληλο forum να την επιλύσει είναι το πολιτικό Δικαστήριο, όπου η υπόθεση έχει ήδη οδηγηθεί. Παρά ταύτα όμως, για ανεξήγητο λόγο, καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση, η οποία απασχόλησε το ποινικό δικαστήριο για ένα χρόνο και από την οποία ουδέποτε αναμένετο να επιτευχθεί, η προφανώς επιθυμούμενη επανάκτηση του ακινήτου, θεραπεία άλλωστε που δεν μπορεί να αποδοθεί από το Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Ως εκ τούτου, αντί ο χρόνος να αναλωθεί στην πολιτική διαδικασία όπου τέτοια θεραπεία θα μπορούσε να δοθεί αν οι παραπονούμενοι όντως τη δικαιούνται και να αποφευχθεί η ταλαιπωρία όλων των εμπλεκομένων αλλά και του πολύτιμου χρόνου του ποινικού Δικαστηρίου, εντούτοις επιλέγηκε συνειδητά όπως σπαταληθεί και χρόνος και έξοδα για να δικαστεί ένα αστικό θέμα ως ποινική υπόθεση και αυτό αδικαιολόγητα. Όπως παρατηρούν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του Penal Law of India, «To initiate criminal proceedings in the circumstances appears to be only an abuse of the process of the Court»[8]. Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω βάσιμη την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία και συνεπώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται. Στη βάση όλων των ανωτέρω και με γνώμονα τις πρόνοιες των αρ. 167-169 Κεφ.155, κρίνω δίκαιο όπως τα έξοδα της υπόθεσης επιδικαστούν υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον των παραπονουμένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο περιορισμένα όμως σε ένα σετ εφόσον όλοι οι κατηγορούμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη είσοδος - Κλοπή - Κακόβουλη Ζημιά - Συνομωσία [1] Βλ. Penal Law of India, 10th ed, pg.3800-3801 par.14-15, pg.3819 par. 24 [2] Ibid pg.3789 par.3, και pg.3793, par.6 [3] Ibid pg.3787 «Person lawfully entering into possession of property», Mangal Ram Bhagat v State 1976 Cr.L.J. 362 [4] Ibid pg.3789 par.2, pg.3819 [5] Βλ.Textbook on the Indian Penal Code, K.D. Gaur, 4th ed.
(2011), pg. 743 και η νομολογία που το σύγγραμμα εκεί παραθέτει. [6] Penal Law od India pg.3799 par.12, Baby Ram v State 1971 ALJ 4 [7] Ibid pg.3790-3791 par.5, Suramanian v Mari
(1966)MLJ 99 [8] Ibid pg.3793 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.