ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2959/14, 8/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2959/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Μαΐου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας, κα. Φραντζή και κα. Παπανεοφύτου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Ηλία Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες.
- Η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 17/4/2013, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΒ 323 στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄, στη Λεμεσό λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Νεόφυτου Γεωργίου («ο θανών») τέως από τη Λεμεσό.
- Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο με την 1η κατηγορία, με ακυρωθείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη ανανέωσης της για τρία συνεχή έτη[1] και η 3η, οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας[2].
- Οι κατηγορίες 2 και 3 είναι παραδεκτές. Η κατηγορία 1 είναι μη παραδεκτή.
- Η 4η κατηγορία, προσπέρασμα άλλων οχημάτων σε σημείο που ο δρόμος ήταν χαραγμένος με συνεχή άσπρη γραμμή, απορρίφθηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην απόφαση μου ημερ. 27/1/
- Σκιαγράφηση της Υπόθεσης
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της 1ης κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Α/Λοχ. 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1), τον Αστ. 1685, Χαράλαμπο Ξενοφώντος (ΜΚ 2), τον Αστ. 2009, Αντώνη Αντωνίου (ΜΚ 3) και τον κ. Χρίστο Σπύρου (ΜΚ 4).
- Αφού έκρινα ότι σε σχέση με την 1η κατηγορία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης.
- Κατατέθηκαν συνολικά 23 Τεκμήρια, κάποια εκ των οποίων δηλώθηκαν και ως παραδεκτά.
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:
(1)Στις 17/4/2013, μεταξύ των ωρών 20:40 με 20:50, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΒ 323, στην Λεωφ. Μακαρίου Γ' με δυτική κατεύθυνση.
(2)Η Λεωφ. Μακαρίου Γ' αποτελείται από τρεις λωρίδες πορείας, δύο με ανατολική κατεύθυνση και μια με δυτική.
(3)Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ακριβώς μετά από φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, ο κατηγορούμενος επιχείρησε με το όχημα του να διασχίσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, στρίβοντας δεξιά, για να κατευθυνθεί σε χώρους στάθμευσης βόρεια των λωρίδων με ανατολική κατεύθυνση. Στο σημείο εκείνο υπάρχει άσπρη συνεχόμενη γραμμή, που διαχωρίζει τη λωρίδα με δυτική κατεύθυνση από τις λωρίδες με ανατολική.
(4)Ο θανών οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KPQ 366 στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' με ανατολική κατεύθυνση στην αριστερή από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας.
(5)Σε κάποιο σημείο του δρόμου, πριν το σημείο που επιχείρησε ο κατηγορούμενος δεξιά στροφή, ο θανών απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να βρει το θάνατο. Υπάρχει διαφωνία ως προς τον λόγο που απώλεσε τον έλεγχο.
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο θανών απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας γιατί ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που οδήγησε ανέκοψε την πορεία του.
- Η Υπεράσπιση θέτει υπό αμφισβήτηση την εκδοχή αυτή. Ο θανών, είναι η θέση του κατηγορουμένου, ενώ προσπερνούσε, με μεγάλη ταχύτητα, άλλο όχημα που οδηγείτο από τον ΜΚ 4, συγκρούστηκε με αυτό με αποτέλεσμα ο θανών να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Η απώλεια ελέγχου δεν ήταν αποτέλεσμα της ενέργειας του κατηγορουμένου, έστω και αν αυτή ενδεχομένως ήταν παράνομη, οπότε και ο θάνατος δεν μπορεί να αποδοθεί στον κατηγορούμενο ως απόρροια της πράξης του. Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα
- Ο θάνατος δεν αμφισβητείται. Κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, η βεβαίωση θανάτου ημερ. 17/4/2013 (Τεκμήριο 8) και η έκθεση του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Τεκμήριο 9) σε σχέση με την νεκροψία που έγινε στον θανόντα στις 17/4/
- Ο θάνατος διαπιστώθηκε στις 17/4/2013 και ώρα 21:
- Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ιατροδικαστή, ο θάνατος «οφείλεται σε πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα».
- Στη σκηνή κατέφθασε με ασθενοφόρο, το οποίο κλήθηκε στις 20:52, ο νοσηλευτής, Ανδρέας Μιχαήλ (αστυνομική κατάθεση ημερ. 2/5/2013 - Τεκμήριο 10) ο οποίος αφίχθηκε στη σκηνή περί ώρα 21:
- Εντόπισε τον θανόντα πεσμένο στην άσφαλτο στη διάβαση πεζών και μια νεαρή άγνωστη, που του ανέφερε ότι ήταν νοσηλεύτρια, να του δίδει πρώτες βοήθειες. Ο θανών δεν είχε σφυγμό ούτε αναπνοή. Ο ιατρός Ι. Ιωάννου ακολούθως διαπίστωσε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών το θάνατο του (βεβαίωση ημερ. 19/10/2011- Τεκμήριο 15).
- Τον θανόντα αναγνώρισε η αδελφή του, Ξένια Γεωργίου (Τεκμήριο 13, η αστυνομική της κατάθεση ημερ. 18/4/2013).
- Σύμφωνα με την Έκθεση της Μαρίας Αυξεντίου, Υπεύθυνης Χημικού στο Γενικό Χημείο του Κράτους, δεν ανιχνεύθηκαν αλκοόλη ή ναρκωτικές ουσίες στο αίμα του θανόντα. Η εξέταση του οφθαλμικού υγρού δεν κρίθηκε απαραίτητη (Έκθεση Εξέτασης ημερ. 15/5/2013 - Τεκμήριο 22).
- Ο θανών οδηγούσε μοτοσικλέτα της ιδιοκτησίας του, κυβισμού 900 cc (Τεκμήριο 21 - τα στοιχεία ιδιοκτήτη οχήματος).
- Μέρος του μαρτυρικού υλικού αποτέλεσε η καταγραφή από δύο κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης της σκηνής του δυστυχήματος. Τα όσα κατέγραψαν τα κυκλώματα προβλήθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 6 και 7). Κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους καταθέσεις των τεχνικών ασφαλείας που ετοίμασαν τους ψηφιακούς δίσκους. Στην αστυνομική κατάθεση του τεχνικού της Krypto Security, Μάριου Μιχαλόπουλου (Τεκμήριο 11), αναφέρεται ότι η καταγραφή αφορά την κάμερα 8 και ο χρόνος καταγραφής είναι 7 λεπτά περίπου πιο πίσω από την πραγματική (αφορά το Τεκμήριο 6). Στην αστυνομική κατάθεση του τεχνικού της Securiton, Ανδρέα Νεοφύτου (Τεκμήριο 12), αναφέρεται ότι ο χρόνος καταγραφής είναι περίπου ενάμισι ώρα πιο πίσω από την πραγματική (αφορά το Τεκμήριο 7). Και οι δύο τεχνικοί παρέδωσαν τους ψηφιακούς δίσκους στον ΜΚ
- Κατατέθηκε επίσης ως αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της έκθεση του Αστ. 3416, Π. Εκτωρίδη ημερ. 12/6/2013 (Τεκμήριο 14) που αφορά την παραλαβή από τον ΜΚ 1 των ψηφιακών δίσκων (Τεκμήρια 6 και 7) και την ετοιμασία αντιγράφων. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Α/Λοχ. 3027, Ανδρέας Περικλέους (ΜΚ 1)
- Ο MK 1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Κλάδο Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 1), ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Είναι ειδικός σχεδιαστής σκηνών δυστυχημάτων, έτυχε εκπαίδευσης στην αναπαράσταση δυστυχημάτων, είναι φωτογράφος και εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων.
- Το βράδυ του δυστυχήματος ήταν εκτός υπηρεσίας. Μετέβη στην σκηνή περί ώρα 21:20 μετά από κλήση. Βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Ο θανών είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Έλαβε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) το οποίο μετέτρεψε ακολούθως σε σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ 3 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής και των οχημάτων οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 (δέσμη φωτογραφιών 1 - 82). Ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό, η ορατότητα ήταν 300 μέτρα και ο οδικός φωτισμός ικανοποιητικός. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ.
- Το όχημα του κατηγορουμένου είχε ζημιά στο μπροστινό μέρος, στον προφυλακτήρα χαμηλά, στον αριστερό μπροστινό τροχό και στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Η μοτοσικλέτα του θανόντα υπέστη ζημιά στην αριστερή πλευρά της που συνίστατο από εκδορές λόγω της πτώσης της στην άσφαλτο. Από μηχανολογικό έλεγχο που διενήργησε και στα δύο οχήματα διαπίστωσε ότι ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Η ζημιά στον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο ο οποίος του απάντησε: «Ότι νομίζετε» και του έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 18/4/2013 (Τεκμήριο 4).
- Εξήγησε με βάση το Τεκμήριο 3 ότι σημείωσε με Χ το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας, ως σημείο Χ1 το σημείο σύγκρουσης και με σημείο Χ2 το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το Χ1 το σημείωσε με βάση τα όσα καταγράφηκαν από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και στη «βάση μαρτυριών», δεν εντόπισε οτιδήποτε άλλο. Αρνήθηκε ότι στο Χ2 υπήρχαν μπογιές και γυαλιά. Με Β1 σημείωσε την τελική θέση της μοτοσικλέτας, με Β2 τα ίχνη τροχοπέδησης της, με Β3 τις εκδορές πριν την σύγκρουση και με Β4 τις εκδορές μετά την σύγκρουση. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το σημείο Β3 ήταν το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας. Με αναφορά στη φωτ. 4 του Τεκμηρίου 5 υπέδειξε τα ίχνη τροχοπέδησης και στην φωτ. 5 εκδορά στο οδόστρωμα. Στις φωτ. 9 - 18 φαινόταν η τελική θέση της μοτοσικλέτας. Στο Τεκμήριο 3 είχαν σημειωθεί επίσης οι θέσεις δύο συστημάτων κλειστής παρακολούθησης. Η κάμερα που έβλεπε ανατολικά σημειώθηκε με Γ, η κάμερα που έβλεπε δυτικά με Δ. Από τα εν λόγω κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης παραλήφθηκαν ψηφιακοί δίσκοι[3]. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 τα όσα κατέγραψε η κάμερα που έβλεπε ανατολικά. Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε ψηφιακός δίσκος ο οποίος περιλάμβανε τα όσα κατέγραψε η κάμερα Δ που έβλεπε με ανατολική κατεύθυνση.
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, το οποίο προβλήθηκε, εξήγησε, αρχίζοντας από το χρονικό σημείο 20:39:04 μέχρι το τέλος, ότι το όχημα του κατηγορουμένου επιχείρησε στροφή δεξιά για να σταθμεύσει εναντίον της φοράς κατευθύνσεως του βόρεια της οδού. Στην καταγραφή φαινόταν και η σύζυγος του κατηγορουμένου που τον περίμενε να στέκεται στο πεζοδρόμιο. Εξήγησε ότι η λάμψη ήταν από την μοτοσικλέτα του θανόντα ο οποίος επιχείρησε να σταματήσει αλλά ανατράπηκε. Στο χρονικό σημείο 20:39:44 φαινόταν η σύγκρουση της συρόμενης μοτοσικλέτας με το όχημα του κατηγορουμένου που βρισκόταν διαγώνια στο δρόμο. Ο κατηγορούμενος είχε επιχειρήσει να διασταυρώσει δύο λωρίδες κυκλοφορίας χωρίς να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Ο θανών κινείτο στη δεξιά από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, νόμιμα, και δεν είχε κανένα εμπόδιο μπροστά του. Στο σημείο εκείνο η λωρίδα πορείας του κατηγορούμενος διαχωριζόταν, με τις εξ' αντιθέτου λωρίδες, με συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Ο θανών εντοπίστηκε πλησίον του σημείου που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο ενώ η μοτοσικλέτα ακολούθησε ανεξέλεγκτη πορεία και βρέθηκε σε απόσταση 200 μ. Ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημα μετά τη σύγκρουση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα φαινόταν να κτύπησε στο όχημα με κάποια γωνία. Ο μοτοσικλετιστής είχε πέσει από πριν. Η μοτοσικλέτα δεν φαίνεται να κτύπησε στο όχημα ή αν κτύπησε, κτύπησε ελαφριά. Οι ζημιές της ήταν από την τριβή στην άσφαλτο. Δεν είχε ζημιές στο μπροστινό της μέρος. Οι ζημιές στον μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν από τη σύγκρουση με το σώμα του θανόντα. Το σώμα του θανόντα είχε κτυπήσει στο όχημα αλλά δεν εντόπισε αίματα.
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 ανέφερε ότι καταγράφηκε το όχημα του κατηγορουμένου να κάνει κίνηση και να στρίβει δεξιά και να σταματά μόνο μετά την σύγκρουση, πριν να φτάσει στον κόλπο στάθμευσης. Υπέδειξε τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στο χρονικό σημείο 19:26:
- Δεν ήταν σίγουρος αν ο δεξιός δείκτης του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν σε λειτουργία.
- Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι ο λόγος που μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος ο ίδιος, αν και εκτός υπηρεσίας, ήταν γιατί έπρεπε να αναλάβει την διερεύνηση βαθμοφόρος. Ο άλλος βαθμοφόρος απουσίαζε με άδεια. Μετέβη σε σύντομο χρόνο στη σκηνή, 10 - 15 λεπτά μετά που έλαβε κλήση, λόγω της μικρής απόστασης της από τον τόπο διαμονής του στον Αγ. Ιωάννη.
- Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε σε σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το όχημα τύπου BMW που οδηγούσε ο ΜΚ
- Ο ίδιος δεν θυμόταν να συνομίλησε στη σκηνή με τον κατηγορούμενο. Δεν βρήκε το όχημα του ΜΚ 4 στη σκηνή. Αρνήθηκε ότι παρέλειψε να το σημειώσει στο σχέδιο. Μετά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο 4) του κατηγορουμένου κάλεσε τον ΜΚ 4 στον σταθμό και επιθεώρησε το όχημα χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε και συγκεκριμένα κτύπημα στο μπροστινό δεξιό καθρεφτάκι και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Δεν γνώριζε αν ο ΜΚ4 ήταν συγγενής υψηλόβαθμου στελέχους της Αστυνομίας. Η θέση του ήταν ότι αν η μοτοσικλέτα κτυπούσε με το όχημα του ΜΚ 4 δεν θα ακολουθούσε την ίδια πορεία. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη σκηνή και ότι αγνόησαν τους ισχυρισμούς του.
- Δεν γνώριζε την ιπποδύναμη της μοτοσικλέτας ούτε την ταχύτητα της. Η κατωφέρεια όμως του δρόμου συνέτεινε στο να συρθεί σε μεγάλη απόσταση. Δεν βρήκε καθόλου παράξενο το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα κινήθηκε ευθεία. Δεν ήταν σίγουρος αν το θύμα φορούσε κράνος και ανέφερε ότι αν εντοπιζόταν το κράνος στο σημείο που του ανέφερε ο συνήγορος, δηλαδή 30 μέτρα από το σημείο Χ1, θα το σημείωνε στο σχέδιο. Ανέφερε επίσης ότι αν η μοτοσικλέτα κινείτο με 100 ΧΑΩ η απόσταση των 300 μέτρων θα διανυόταν σε μερικά δευτερόλεπτα. Αστ. 1685, Χαράλαμπος Ξενοφώντος (ΜΚ 2)
- Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 24/5/2013 (Τεκμήριο 15) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στις 18/4/2013 μεταξύ των ωρών 10:30 και 11:30 έλαβε φωτογραφίες της σωρού του θανόντα (Τεκμήριο 16 - δέσμη 36 φωτογραφιών), καθ' υπόδειξη του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους. Λήφθηκαν από τον Ιατροδικαστή δύο μπουκαλάκια αίματος και ένα με οφθαλμικό υγρό. Ο ΜΚ 2 τα παρέδωσε στον ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε τα αποτελέσματα των αναλύσεων. Αστ. 2009, Αντώνης Αντωνίου (ΜΚ 3)
- Ο MK 3 υιοθέτησε την αστυνομική κατάθεση του ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο 17). Υπηρετεί στην τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Προφορικά αναφέρθηκε και στα προσόντα του. Συγκεκριμένα είναι, φωτογράφος, χειριστής συσκευών ανίχνευσης ταχύτητας, συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου, χειριστής συσκευών Vericom και Skidman οι οποίες χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό συντελεστή τριβής, παρακολούθησε μαθήματα διερεύνησης οδικών δυστυχημάτων στην Αστυνομική Ακαδημία, μαθήματα στο Κέντρο Παραγωγικότητας Κύπρου για βασικές λειτουργίες οχημάτων και τον καταρτισμό επιθεωρητών μηχανοκινήτων οχημάτων, είναι χειριστής της συσκευής Topcom, η οποία χρησιμοποιείται στη σχεδιαγράφηση σκηνών δυστυχημάτων με GPS και είναι κάτοχος διπλώματος με αντικείμενο το Forensic Collision Investigation του Αγγλικού Πανεπιστημίου De Montfort.
- Μετέβη στη σκηνή και εντόπισε τα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Ο θανών είχε παραληφθεί από ασθενοφόρο. Από εξέταση που έγινε στον κατηγορούμενο η ένδειξη αλκοόλης ήταν μηδενική. Έλαβε ανοικτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 18) και φωτογραφίες στην σκηνή κατ' υπόδειξη του ΜΚ1 (δέσμη φωτογραφιών - Τεκμήριο 5). Στην ανοικτή του κατάθεση (Τεκμήριο 18), ο κατηγορούμενος, είπε τα ακόλουθα: «Οδηγούσα στη λεωφόρο κατευθυνόμενος δυτικά. Μόλις πέρασα το (...) άναψα τον δεξιό δείκτη μου δείχνοντας την πρόθεση μου να στρίψω δεξιά σε χώρο στάθμευσης. Από την αντίθετη μου κατεύθυνση ερχόταν ένα αυτοκίνητο που ήταν αρκετά μακριά και έτσι ξεκίνησα να στρίψω δεξιά κατευθυνόμενος προς τον χώρο στάθμευσης που προανέφερα. Ενώ κατευθυνόμουν προς τον χώρο στάθμευσης, άκουσα δυνατό βουητό και ένιωσα κτύπημα στο όχημα μου στην αριστερή πλευρά. Κατεβαίνοντας είδα ότι χτύπησε μια μοτοσυκλέτα στην αριστερή πλευρά του οχήματος μου. Ο μοτοσικλετιστής ήταν πίσω από το όχημα μου και η μοτοσυκλέτα σύρθηκε αρκετά μακριά πιο ανατολικά. H εν λόγω μοτοσυκλέτα προσπερνούσε ως φαίνεται το όχημα που προανέφερα. »
- Ρωτήθηκε ως προς την πιθανότητα σύγκρουσης της μοτοσικλέτας του θανόντα με άλλο όχημα πριν την ανατροπή της. Θεώρησε κάτι τέτοιο αδύνατο. Ετοίμασε από το εδώλιο του μάρτυρα δύο σχεδιαγράμματα, Α και Β, (Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα), εξηγώντας στο Δικαστήριο ότι αναλόγως της σύγκρουσης θα υπήρχε εξοστρακισμός της μοτοσικλέτας προς άλλη κατεύθυνση. Στην περίπτωση που άλλο όχημα κινείτο προς την μοτοσικλέτα, λόγω διαφοράς μεγέθους το σπρώξιμο της μοτοσικλέτας, σύμφωνα με το Τεκμήριο 20, η γωνία εξοστρακισμού θα ήταν με φορά δεξιά.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση, αφού δεν ήταν ο εξεταστής, να προσδιορίσει που ακριβώς ανατράπηκε η μοτοσικλέτα. Στη σκηνή υπήρχαν θραύσματα. Ανέφερε όμως, ότι δεν ήταν απαραίτητο στο σημείο ανατροπής να υπάρχουν ίχνη ή θραύσματα από μπογιά ή γυαλιά. Λόγω της ορμής μιας σύγκρουσης συμπαρασύρονται και τα θραύσματα. Δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αν στην προκειμένη περίπτωση η σύγκρουση ήταν βίαιη, δέχθηκε όμως ότι όταν η σύγκρουση γίνεται με μεγάλη ταχύτητα τότε θα είναι πιο βίαιη.
- Αναλόγως της γωνίας και τρόπου σύγκρουσης δεν αποκλειόταν η συνέχιση της ευθείας πορείας της μοτοσικλέτας. Με αναφορά στις φωτ. 66 και 67 (Τεκμήριο 5) ήταν η θέση του ότι δεν φαινόταν η σύγκρουση να ήταν σφοδρή. Ως προς το θέμα της ταχύτητας ανέφερε ότι αυτή για να υπολογιστεί είναι προαπαιτούμενο η ύπαρξη συντελεστή τριβής, η εξακρίβωση του οποίου δεν ήταν εφικτή αφού η μοτοσικλέτα όταν συρόταν τριβόταν σε πολλά σημεία. Ο ελάχιστος χρόνος σκέψης είναι ενάμιση δευτερόλεπτο, επομένως σε ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να σταματήσει η μοτοσικλέτα μέσα σε απόσταση 25 μ., το σημείο που αρχίζουν τα σημεία τροχοπέδησης μέχρι το σημείο Χ1, με ταχύτητα 50 ΧΑΩ, ανέφερε ότι ακόμα και με φρένα τύπου ABS ένα όχημα χρειάζεται ακόμα 1,6 δευτερόλεπτα να ανταποκριθεί. Εάν ληφθεί υπόψη ότι καλύπτονται 12,8 μ. το δευτερόλεπτο δεν υπήρχε δυνατότητα να σταματήσει ο θανών.
- Στη σκηνή είχε αφιχθεί και ο Αστ. 1775, Ανδρέας Γεωργίου, δεν θυμόταν όμως αν είχε αφιχθεί πριν ή μετά τον ίδιο. Ο ΜΚ 1 αφίχθηκε μετά. Ουδέποτε του τέθηκε ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο ότι το BMW του ΜΚ 4 ήταν κτυπημένο. Αν αναφερόταν κάτι τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να μην το σημείωνε. Δεν θυμόταν να είπε: «Ποιος εν τούτος ο ιπτάμενος που έγινε τούτο το δυστύχημα;». Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να πει αν οι ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου προκλήθηκαν από την μοτοσικλέτα ή τον ίδιο τον θανόντα. Χρίστος Σπύρου (ΜΚ 4)
- Ο MK 4 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 21/4/2013 (Τεκμήριο 23) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Με τον θανόντα ήταν φίλοι. Την επίδικη ημερομηνία ήταν με τον θανόντα στην καφετερία «chocolate» στην ίδια οδό που έγινε το δυστύχημα. Ξεκίνησαν μαζί κατευθυνόμενοι προς τον «εναέριο» με σκοπό να γευματίσουν. Αντεξεταζόμενος προσδιόρισε το χρόνο παραμονής τους στην καφετερία σε 20 - 30 λεπτά. Ο θανών βιαζόταν να πάνε να γευματίσουν.
- Ο ΜΚ 4 οδηγούσε αυτοκίνητο τύπου BMW και ο θανών την μοτοσικλέτα του. Ο θανών έφερε κράνος και είχε τα φώτα της μοτοσικλέτας του σε λειτουργία. Ο ΜΚ 4 οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Κάποια στιγμή ο θανών επιτάχυνε και τον προσπέρασε από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο θανών τον προσπέρασε με κάποια ταχύτητα, όχι όμως μεγάλη. Προφορικά προσδιόρισε την δική του ταχύτητα στα 30 - 35 ΧΑΩ αφού μόλις είχαν φύγει από την καφετερία, του θανόντα περί των 5 -10 ΧΑΩ περισσότερο. Ο θανών προχώρησε γύρω στα 20 - 25 μ. οπότε και ο ΜΚ 4 είδε λάμψη στην άσφαλτο και τον θανόντα να σέρνεται στην άσφαλτο και να κάνει «τούμπες». Την ίδια στιγμή είχε δει ένα όχημα να στρίβει από απέναντι δεξιά προς τις λωρίδες πορείας τους. Ο θανών κατέληξε σε σημείο κοντά στη διάβαση των πεζών. Το άλλο όχημα ήταν σταματημένο διαγώνια. Δεν είδε αν η μοτοσικλέτα κτύπησε στο άλλο όχημα. Προφορικά συμπλήρωσε ότι η καφετερία 50 με 80 μ. από το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Ο θανών ακινητοποιήθηκε σε σημείο περί των 3 μ. από το όχημα του ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η μοτοσικλέτα κινήθηκε σε ευθεία γραμμή. Δεν πίστευε η ταχύτητα του θανόντα να ήταν μεγάλη αφού τον αντιλήφθηκε να προσπερνά. Αρνήθηκε εισήγηση ότι η μοτοσικλέτα του θανόντα κτύπησε στο μπροστινό δεξιό φτερό και καθρεφτάκι του δικού του οχήματος. Όταν έδωσε κατάθεση το όχημα του είχε ελεγχθεί και δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Μαρτυρία Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι πρώην λοχίας της Αστυνομίας. Ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος είπε ότι θα παραλάμβανε την σύζυγο του από το χώρο εργασίας της. Ενώ κατευθυνόταν στην ρηθείσα οδό έθεσε τον δείκτη του σε λειτουργία, μόλις πέρασε την διάβαση των πεζών ξεκίνησε να στρίβει αφού δεν υπήρχαν οχήματα στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Είδε μόνο ένα αυτοκίνητο, τύπου BMW σε απόσταση 60 - 70 μ. Έστριψε, στάθμευσε και σε τρία δευτερόλεπτα άκουσε τον θόρυβο των φρένων της μοτοσικλέτας που ενδεχομένως να προσπερνούσε το BMW, είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας να σύρεται στο οδόστρωμα. Η μοτοσικλέτα κατευθύνθηκε συρόμενη διαγώνια προς το όχημα του και προσέκρουσε στον αριστερό μπροστινό τροχό και πόρτα του οχήματος του και εκσφενδονίστηκε. Ο θανών δεν κτύπησε στο όχημα του. Η μοτοσικλέτα πρέπει προηγουμένως να είχε συγκρουστεί στο μπροστινό δεξιό φτερό και καθρεφτάκι του BMW. Ανέφερε ότι είχε σταματήσει και είχε ακούσει τον θόρυβο των στόπερ και την μοτοσικλέτα να βρίσκεται 40 - 50 μ. μακριά. Το BMW ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 15 - 20 μ. από το όχημα του του και ο μοτοσικλετιστής 5 - 6 μ. πιο μπροστά από το BMW.
- Κατέβηκε από το όχημα του για να δει εάν μπορούσε να δώσει πρώτες βοήθειες, ο οδηγός του BMW προσπαθούσε να κρύψει τα κτυπήματα. Ανέφερε στον ΜΚ 3 το γεγονός αυτό, αντί όμως να εισακουστεί συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στο σταθμό. Η θέση του BMW δεν σημειώθηκε στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο
- Όταν έδωσε κατάθεση στον ΜΚ1 του ανέφερε για το BMW. Η απάντηση ου ΜΚ 1 ήταν: «ποιο BMW;». Αφέθηκε ελεύθερος, του είπαν ότι δεν ενεχόταν και έφυγε. Δεν κατηγορήθηκε γραπτώς.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έστριψε παράνομα γιατί αριστερά του δεν είχε χώρο να σταθμεύσει. Του τέθηκε ότι σύμφωνα με την ανοικτή κατάθεση, Τεκμήριο 18, ένοιωσε κτύπημα ενώ ήταν εν κινήσει. Απάντησε ότι το όχημα του ήταν σταματημένο όταν ένιωσε το κτύπημα. Σε υποβολή ότι ανέκοψε την πορεία του θανόντα, διερωτήθηκε πως μπορεί να ανέκοψε τον δρόμο σε όχημα που ήταν σε απόσταση 50 - 60 μ. μακριά του. Όταν είδε τον θανόντα για πρώτη φορά αυτός συρόταν στο οδόστρωμα από απόσταση 50 μ. Εξακρίβωσε και ο ίδιος ότι η μοτοσικλέτα του θανόντα κτύπησε στο BMW. Διευκρίνισε ότι δεν είδε την μοτοσικλέτα να κτυπά στο BMW. Ήταν η άποψη του ότι είχε γίνει προσπάθεια να προστατευτεί ο ΜΚ
- Αξιολόγηση
- Το βάρος απόδειξης της 1ης κατηγορίας το φέρει η κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16). Η μαρτυρία του όμως, από τη στιγμή που επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, αξιολογείται με το σύνολο της μαρτυρίας ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα. Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484- 485). 41. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (Ιωαννίδου, πιο πάνω). 42. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689).
- Κρίνω σκόπιμο να αρχίσω πρώτα με την αξιολόγηση των μαρτύρων που σχετίζονταν με την αναζήτηση και παρουσίαση της πραγματικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση Α/Λοχ. 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1)
- Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Τα προσόντα του ως εξεταστής δυστυχημάτων τέθηκαν στο Δικαστήριο και τα δέχομαι. Η περιγραφή του δρόμου, ορίου ταχύτητας, συνθηκών ορατότητας, οι τελικές θέσεις των οχημάτων, τα ευρήματα και οι μετρήσεις του γενικά, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Οι υποβολές που του τέθηκαν για μεροληψία, ακόμη και για ενδεχόμενη κάλυψη του ΜΚ 4, παρέμειναν μόνο μετέωρες υποβολές που δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο για εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος (βλ. Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 640, 647-648). Ο μάρτυρας μου έκανε γενικά καλή εντύπωση δεν υπέπεσε σε υπερβολές ή αντιφάσεις. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο.
- Όσον αφορά τις καταγραφές των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, Τεκμήρια 6 και 7 έδωσε σχετική μαρτυρία ως προς το τι προβαλλόταν. Όπως ανέφερα πιο πάνω (παρ. 18) η πηγή του υλικού αυτού δεν αμφισβητήθηκε και η προέλευση του είναι παραδεκτή (Τεκμήρια 11 και 12, οι καταθέσεις των τεχνικών και Τεκμήριο 14, κατάθεση Αστ. 3614, Π. Εκτωρίδη). Δεν τέθηκε ζήτημα παρέμβασης, ούτε αμφισβητήθηκε η αναφορά του ΜΚ 1 ότι οι καταγραφές, σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία, αφορούν το όχημα του κατηγορουμένου και της μοτοσικλέτας του θανόντα την ώρα του δυστυχήματος.
- Δεν μου διαφεύγει ότι και οι δύο τεχνικοί, στις καταθέσεις τους, έκαναν αναφορά σε λανθασμένη ένδειξη της ώρας, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει την ακρίβεια της καταγραφής των κινήσεων των εμπλεκομένων. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας αναγνώρισης από καταγραφή κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 ΑΑΔ 94, 117 - 118 και Attorney General's Reference (No 2 of 2002) [2003] 1 Cr. App. R. 21). Σημειώνω ότι όπου η ευκρίνεια της καταγραφής το επιτρέπει, το Δικαστήριο μπορεί να εξαγάγει και τα δικά του συμπεράσματα ως προς
(1)το αν διαπράχθηκε αδίκημα και
(2)ποιος το διέπραξε (βλ. R. v. Dodson
(1984)1 WLR 917, 978, σχετική επίσης είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, R. v. Nikolovski [1996] 3 SCR 1196, 1215, όπου συνοψίζεται η Αγγλική και Αμερικανική Νομολογία του θέματος).
- Από την προβολή του Τεκμηρίου 6, διαπιστώνω ότι το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (με εμβέλεια λήψης ανατολική) στις 17/4/2013 κατέγραψε τα ακόλουθα μεταξύ των ωρών 20:36:06 και 20:39:
- Περί ώρα 20:36:06 εμφανίζεται κάποιο πρόσωπο να περιμένει στο πεζοδρόμιο δίπλα από τον κόλπο στάθμευσης οχημάτων. Περί ώρα 20:39:39 εμφανίζεται όχημα με αναμμένα τα φώτα πορείας του να κατευθύνεται από ανατολικά προς δυτικά. Προηγήθηκε άλλο όχημα μεταξύ των χρόνων 20:39:36 μέχρι 20:39:40, οπότε και χάθηκε από την εμβέλεια λήψης. Εξ αντιθέτου κινήθηκε άλλο όχημα μεταξύ των χρόνων 20:39:38 μέχρι 20:39:41, οπότε και χάθηκε από την εμβέλεια λήψης. Το όχημα που εμφανίστηκε στο χρονικό σημείο 20:39:39 στο χρονικό σημείο 20:39:42, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, αρχίζει να κατευθύνεται προς τον κόλπο στάθμευσης, εκεί που περιμένει το προαναφερθέν πρόσωπο, στρίβοντας δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Στο χρονικό σημείο 20:39:43 εμφανίζεται εξ αντιθέτου ένα φωτεινό αντικείμενο να σύρεται σε ευθεία γραμμή - το πρόσωπο που είναι στο πεζοδρόμιο να βλέπει προς την κατεύθυνση εκείνη και να βάζει χέρια στο πρόσωπο- προς το όχημα. Το αντικείμενο συναντά το όχημα πριν να εισέλθει στον κόλπο (στο χρονικό σημείο 20:39:44) και φαίνεται να έρχεται σε επαφή με το όχημα και συνεχίζει ευθεία και χάνεται από την οθόνη (στο χρονικό σημείο 20:39:45). Το όχημα σταματά έξω από τον κόλπο στο χρονικό σημείο 20:39:
- Το πρόσωπο που ανέμενε στο πεζοδρόμιο αρχίζει να κατευθύνεται προς το όχημα (στο χρονικό σημείο 20:39:48) από το οποίο εξέρχεται ο οδηγός του (στο χρονικό σημείο 20:39:56). Ο ίδιος και άλλος κόσμος κατευθύνονται προς το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος προς την κατεύθυνση της διάβασης πεζών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο χρονικό σημείο 23:39:48 ακινητοποιείται μπροστά και ελαφρώς παράλληλα του οχήματος άλλο όχημα ερχόμενο με ανατολική κατεύθυνση.
- Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν αμφισβητήθηκε, και δέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ 1, ότι το όχημα που εμφανίζεται στο χρονικό σημείο 20:39:39 και αρχίζει να εκτελεί στροφή στο χρονικό σημείο 20:39:42 είναι το όχημα του κατηγορουμένου και ότι το φωτεινό αντικείμενο που εμφανίζεται στο χρονικό σημείο 20:39:43 ήταν η μοτοσικλέτα του θανόντα.
- Από την προβολή του Τεκμηρίου 7, διαπιστώνω ότι το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (με εμβέλεια λήψης δυτική) στις 17/4/2013 κατέγραψε τα ακόλουθα μεταξύ των ωρών 19:26:38 και 19:26:
- Περί ώρα 19:26:38 εμφανίζεται όχημα να κατευθύνεται από δεξιά προς αριστερά της οθόνης (ανατολικά προς δυτικά), με αναμμένα τα φώτα πορείας του. Διακρίνεται να αναβοσβήνει ο δεξιός δείκτης του. Περί ώρα 19:26:40 επιχειρεί στροφή δεξιά χωρίς να προηγουμένως να σταματήσει ενώ διακρίνεται να το προσεγγίζει από απέναντι όχημα με μονό φως και πίσω από αυτό άλλο όχημα (στο χρονικό σημείο 19:26:41). Το μονό φως, όπως είναι η λήψη, χάνεται πίσω από τέντα, για δέκατα του δευτερολέπτου, και εμφανίζεται ως λάμψη, με σπινθήρες, να κινείται σε ευθεία προς τα δεξιά, η οποία χάνεται στο χρονικό σημείο 19:26:
- Δεν διακρίνεται αν συγκρούεται με το όχημα.
- Δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ 1, ότι το όχημα που εμφανίζεται στο χρονικό σημείο 19:26:38 και αρχίζει να εκτελεί στροφή στο χρονικό σημείο 19:26:40 είναι το όχημα του κατηγορουμένου και ότι το μονό φως που εμφανίζεται στο χρονικό σημείο 19:26:40 ήταν η μοτοσικλέτα του θανόντα. Δέχομαι επίσης ότι είχε το δεξί του δείκτη σε λειτουργία παρά την κάποια αμφιβολία που είχε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ 1 αν και αναφέρθηκε ρητά σε σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το όχημα του κατηγορουμένου και στο Τεκμήρια 6, ακολούθως ανέφερε ότι ο θανών είχε συγκρουστεί με το όχημα και εάν συγκρούστηκε με το όχημα η μοτοσικλέτα η σύγκρουση ήταν ελαφριά. Επομένως αντιλαμβάνομαι από τη μαρτυρία του ότι με το Χ1 σημειώθηκε το σημείο που είδε στο Τεκμήριο 6 να έρχεται σε επαφή τη συρόμενη μοτοσικλέτα με το όχημα στο χρονικό σημείο που προανέφερα. Λαμβανομένων υπόψη της ευθείας πορείας που φαίνεται να ακολούθησε το συρόμενο αντικείμενο, σε συνάρτηση με τα ίχνη τροχοπέδησης, Β2, στο σχέδιο και εκδορές, Β3, δέχομαι ότι το σημείο Χ1 όντως ήταν το σημείο επαφής που ανταποκρίνεται και στο Τεκμήριο 6 χωρίς όμως να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα ως προς τη γωνία, ή τρόπο σύγκρουσης της μοτοσικλέτας ή του θανόντα με το όχημα του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ 1 μάλιστα αναφέρθηκε και στη φύση των ζημιών της μοτοσικλέτας οι οποίες, όπως ανέφερε, ήταν μάλλον αποτέλεσμα της τριβής της στο οδόστρωμα. Δέχομαι ότι οι ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου και στη μοτοσικλέτα δεν δείχνουν σφοδρή σύγκρουση των δύο οχημάτων και ότι η κατωφέρεια του δρόμου συνέτεινε στο να συρθεί η μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου σε μεγάλη απόσταση. Όταν ο ΜΚ 1 ήλεγξε το όχημα του ΜΚ 4 δεν εντόπισε οτιδήποτε που να δείχνει σύγκρουση του με τη μοτοσικλέτα.
- Περαιτέρω δέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΚ 1 ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του θανόντα Β2 αρχίζουν σε σημείο που απέχει 24 μ. από το σημείο σύγκρουσης Χ1 (σημείο 43 μ. το Β2 και 67 μ. το Χ1 στη βασική γραμμή μέτρησης. Η διάβαση πεζών έχει πλάτος 3.2 μ. (68.5 μ. και 72.7 μ. επί της βασικής γραμμής) και απέχει 25.5 μ. στο πλησιέστερο σημείο και 29.3 μ. επί της βασικής γραμμής στο μακρύτερο σημείο από το σημείο που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Δέχομαι επίσης ότι το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας ήταν στο Χ και ότι κατέληξε στο σημείο Β
- Αξιολόγηση Αστ. 1685, Χαράλαμπου Ξενοφώντος (ΜΚ 2)
- Η μαρτυρία του ΜΚ 2 ήταν πολύ τυπικής φύσεως, ενόψει και της από κοινού κατάθεσης των ευρημάτων Μαρίας Αυξεντίου, Υπεύθυνης Χημικού, στο Γενικό Χημείο του Κράτους (Τεκμήριο 22). Δέχομαι τον μάρτυρα ως αξιόπιστο και ότι τα ευρήματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 22 αφορούν τα αποτελέσματα εξετάσεων σε σχέση με αίμα που λήφθηκε από τον θανόντα από τον Ιατροδικαστή και είχε παραδοθεί από τον ΜΚ 2 στον ΜΚ
- Αξιολόγηση Αστ. 2009, Αντώνη Αντωνίου (ΜΚ 3)
- Ο ΜΚ 3 είχε φωτογραφήσει τη σκηνή και τα οχήματα και έλαβε ανοικτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Έδωσε μαρτυρία επίσης, γενικά, σε σχέση με θέματα ταχύτητας, σύγκρουσης κτλ, ερμηνεύοντας και κάποια από τα στοιχεία του συγκεκριμένου δυστυχήματος. Όσον αφορά τα προσόντα του, δεν έχουν αμφισβητηθεί και τα δέχομαι. Ως μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση αφού αναφέρθηκε όσον αφορά ζητήματα πραγματογνωμοσύνης αντικειμενικά ξεκαθαρίζοντας σημεία για τα οποία δεν είχε γνώση. Όσον αφορά ζητήματα γεγονότων, όπως η λήψη κατάθεσης του κατηγορουμένου στη σκηνή κρίνω ότι η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε. Αντίθετα οι θέσεις του ήταν σαφείς και δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Κρίνω το μάρτυρα αξιόπιστο.
- Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι κατέγραψε με ακρίβεια τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος στη σκηνή στο Τεκμήριο
- Δέχομαι ότι καμία αναφορά έγινε σε σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το όχημα του ΜΚ 4 όταν έλαβε την κατάθεση.
- Από τη μαρτυρία που έδωσε ως ειδικός, δέχομαι ότι ο τρόπος με τον οποίο σύρθηκε η μοτοσικλέτα καταδεικνύει ότι δεν συγκρούστηκε το όχημα του ΜΚ 4 με αυτήν. Δέχομαι επίσης ότι αν η μοτοσικλέτα κινείτο με 50 ΧΑΩ η απόσταση των 25 μ. δεν θα ήταν αρκετή ώστε ο θανών να αντιδράσει στην ενέργεια του κατηγορουμένου. Αξιολόγηση Χρίστου Σπύρου (ΜΚ 4)
- Ο ΜΚ 4 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν υπέπεσε σε υπερβολές και η μαρτυρία του συνάδει με την ερμηνεία της πραγματικής μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η πορεία που ακολούθησε ο θανών επί της οδού, ο τρόπος που σύρθηκε η μοτοσικλέτα και το που κατέληξε ο θανών, ως επίσης και η απουσία κτυπήματος με το όχημα του. Δέχομαι το μάρτυρα ως αξιόπιστο και ότι η ανατροπή της μοτοσικλέτας του θανόντα δεν οφειλόταν σε σύγκρουση της με το όχημα του ΜΚ
- Όσον αφορά τις αποστάσεις και ταχύτητα των οχημάτων αυτά ήταν στο περίπου, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα με βάση τη μαρτυρία του. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο θανών εκτελώντας προσπέρασμα από τη δεξιά λωρίδα πρέπει να οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα σε σχέση με τον ΜΚ
- Δέχομαι ότι ο θανών είχε τα φώτα πορείας του σε λειτουργία και ότι φορούσε το κράνος του. Αξιολόγηση Κατηγορουμένου
- Δεν βρήκα τον κατηγορούμενο πειστικό μάρτυρα ως προς τον τρόπο που εξήγησε ότι επιχείρησε στροφή δεξιά. Διαφαίνεται ότι είχε τον δεξιό του δείκτη σε λειτουργία, όμως έστριψε χωρίς να σταματήσει και τα όσα καταγράφηκαν στα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης δείχνουν ότι ήταν εν κινήσει όταν υπήρξε επαφή με το όχημα του και όχι σε στάση. Κατανοώ ότι τη δεδομένη στιγμή κάποιος οδηγός που έρχεται αντιμέτωπος με τέτοια σύγκρουση ίσως να μην αντιλαμβάνεται με ακρίβεια τα όσα συμβαίνουν ειδικά αν, ευθύς εξ αρχής, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης ενέργειας ή παράλειψης του. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ2 δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία. Οι αναφορές του για σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το όχημα του ΜΚ 4 ήταν εικασία και όχι κάτι που είδε. Περαιτέρω θα ήταν αναμενόμενο ως πρώην Λοχίας της Αστυνομίας ότι δεν θα δεχόταν τα όσα καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 18 χωρίς να προβεί σε κάποια διόρθωση. Τα περί κάλυψης του ΜΚ 4 σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθετήθηκαν ως σοβαρό ενδεχόμενο. Δεν κρίνω τον κατηγορούμενο αξιόπιστο μάρτυρα και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Ευρήματα
- Πέραν των όσων ανέφερα στην παρ. 9 πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό, η ορατότητα ήταν 300 μέτρα και ο οδικός φωτισμός ικανοποιητικός. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ. Ο δρόμος προς ανατολική κατεύθυνση έχει κατωφέρεια.
(2)Ο κατηγορούμενος, αφού έκανε σήμα με τον δεξιό του δείκτη, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, έστριψε δεξιά προς τον κόλπο στάθμευσης, παραβιάζοντας ταυτόχρονα άσπρη συνεχόμενη γραμμή.
(3)Τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του θανόντα, Β2 αρχίζουν σε σημείο που απέχει 24 μ. από το σημείο σύγκρουσης Χ1 (σημείο 43 μ. το Β2 και 67 μ. το Χ1 στη βασική γραμμή μέτρησης. Η διάβαση πεζών έχει πλάτος 3.2 μ. (68.5 μ. και 72.7 μ. επί της βασικής γραμμής) και απέχει 25.5 μ. στο πλησιέστερο σημείο και 29.3 μ. επί της βασικής γραμμής στο μακρύτερο σημείο από το σημείο που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας ήταν στο Χ και κατέληξε στο σημείο Β1. Τα δύο οχήματα ήρθαν σε πρώτη επαφή στο σημείο Χ1. Το όχημα του κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε στο σημείο Α1.
(4)Η πραγματική ταχύτητα του θανόντα δεν έχει αποδειχθεί. Βρίσκω όμως ότι με βάση το σημείο που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης και το σημείο που άρχισε ο κατηγορούμενος να εκτελεί δεξιά στροφή, στη διάβαση πεζών, ότι ακόμη με ταχύτητα 50 ΧΑΩ ο θανών δεν είχε χρόνο να αντιδράσει έγκαιρα. Ο θανών είχε τα φώτα του σε λειτουργία και φορούσε το κράνος του.
(5)Χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία κρίνω ότι ο θανών έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, χωρίς να προηγηθεί σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ 4, λόγω της ανακοπής της πορείας του από το όχημα του κατηγορουμένου. Νομική Πτυχή
- Απομένει επομένως εάν με αυτά τα δεδομένα μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του άρθρου 210 ΠΚ, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του θανόντα.
- Το άρθρο 210 ΠΚ, προβλέπει: «
- Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
- Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088[4]).
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230), δεν ορίζονται όμως από τον ίδιο το νόμο. Οι εν λόγω όροι έχουν ερμηνευθεί όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία[5]. Απερίσκεπτη και Αλόγιστη Οδήγηση 64. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
- Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
- Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
- Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Επικίνδυνη Οδήγηση
- Στην επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wikinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[6]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Αιτιώδης Συνάφεια
- Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την απερίσκεπτη πράξη ή σφάλμα του κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει κάποια ευθύνη (βλ. Kannas v. Police
(1968)2 CLR 29, 39[7], Stylianou v. Police
(1971)2 CLR 155, 157[8] και R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, 264-265[9]) για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ' επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police
(1985)2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου αλλά αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω). Στην R. v. L [2011] R.T.R. 19, o Toulson L.J συνόψισε την νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως, στη σελ. 240, παρ. 9: «Those authorities establish or recognise these principles: first, the defendant's driving must have played a part not simply in creating the occasion for the fatal accident, i.e. causation in the "but for" sense, but in bringing it about; secondly, no particular degree of contribution is required beyond a negligible one; thirdly, there may be cases in which the judge should rule that the driving is too remote from the later event to have been the cause of it, and should accordingly withdraw the case from the jury.» Σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Εκείνες οι αυθεντίες καθιερώνουν ή αναγνωρίζουν τις ακόλουθες αρχές: πρώτον, η οδήγηση του κατηγορουμένου πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο όχι απλά στη δημιουργία της περίστασης του θανατηφόρου δυστυχήματος, δηλαδή αιτιώδους συνάφειας εν τη εννοία του «εκτός εάν», αλλά στην πρόκληση της· δεύτερον, δεν απαιτείται συγκεκριμένος βαθμός συνεισφοράς πέραν της ελάχιστης· τρίτον, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις όπου ο δικαστής θα πρέπει να αποφασίσει ότι η οδήγηση ήταν τόσο απομακρυσμένη από το αποτέλεσμα ώστε να ήταν η αιτία του, και θα πρέπει να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους.» Συμπεράσματα
- Όσον αφορά την 1η κατηγορία, με βάση τις αρχές της νομολογίας που παρέθεσα, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν απερίσκεπτη ή επικίνδυνη.
- Ο τρόπος οδήγησης του να επιχειρήσει δεξιά στροφή σε σημείο που απαγορευόταν, διασταυρώνοντας δύο λωρίδες κυκλοφορίας για να σταθμεύσει το όχημά του, πάλι παράνομα ενάντια της φοράς του, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, κρινόμενος αντικειμενικά, δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο σε τρίτους. Ο κατηγορούμενος οδήγησε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης του κινδύνου, αδιαφορώντας δηλαδή. Οι ερχόμενοι εξ αντιθέτου δεν θα ανέμεναν, εύλογα, τέτοια παράνομη ενέργεια ή να λάβουν μέτρα προφύλαξης έναντι τέτοιας ενέργειας.
- Το εγχείρημα του κατηγορουμένου, ενόψει και της διαμόρφωσης του δρόμου, δημιουργούσε, βλέποντας αντικειμενικά την κατάσταση, πιθανό κίνδυνο, ακόμη και αν δεχθώ ότι δεν ανέλαβε ενσυνείδητα συγκεκριμένο κίνδυνο, ότι δηλαδή έστριψε γνωρίζοντας ότι ερχόταν εξ αντιθέτου ο θανών. Καταλήγω επομένως ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε απερίσκεπτα και ότι η ενέργεια του ήταν η ουσιαστική αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος και του θανάτου του θανόντα.
- Κρίνω ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Κατάληξη
- Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ § 210 Criminal Code, Cap. 154 Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ § 210 ΠΚ, Κεφ. 154 [1] Κατά παράβαση των κ. 2, 4
(1), 9 (1 (iv) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [2] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 65
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [3] Ο τρόπος λήψης και ετοιμασίας των ψηφιακών δίσκων εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε, βλ. παρ. 18 πιο πάνω. [4] 'It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best'. [5] Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act
- [6] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s.
- is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' [7] 'Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to "causing" death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Could (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be "a substantial" cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.' [8] 'Bearing in mind the evidence of the father of the deceased as well as the manner in which the car collided with the lorry, it appears that the collision did not occur while the father of the deceased was making an effort to drive his car in such a way as to pass between the lorry and the van, in which case the offside of the car would have collided with the offside of the lorry; thus, it could not be said, beyond reasonable doubt, that the position in the road of the lorry of the Appellant was, also, a cause, in the sense of section 210 (see, inter alia, Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, at pp. 38, 39), of the fatal collision.' [9] 'The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey
(1957)41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould
(1933)47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of "a substantial cause." Though the word "substantial" does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο