← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεόφυτος Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21646/14, 26/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεόφυτος Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21646/14, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21646/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Νεόφυτος Δημητρίου
  2. Ανδρέας Πασχαλίδης Ημερομηνία: 26.5.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Λ. Λυσάνδρου με κα Νικολάου. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Κονναρής με κ. Λ. Κονναρή. Κατηγορούμενος 1 παρών. Κατηγορούμενος 2 απών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (κατηγορία 1) και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ με σκοπό όπως προμηθεύσουν τούτο σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Νόμου 29/77 (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 7.9.12, στην Λεμεσό, οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', δηλαδή 65,6752 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 1). Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, είχαν την κατοχή της πιο πάνω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, με σκοπό να την προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 2). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες και κατατέθηκαν 31 τεκμήρια. Περαιτέρω δηλώθηκε σωρεία παραδεκτών γεγονότων, με αποτέλεσμα την σύντομη ολοκλήρωση της υπόθεσης. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Α/Αστ.3430 Ελισσαίος Παπαελισσαίου, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, σύμφωνα με τον οποίο: Στις 7.9.12 και ώρα 21:00, αυτός μαζί µε άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, µετέβηκαν προς εκτέλεση εντάλματος έρευνας, στην µπυραρία µε την ονοµασία «FOXYS COFFEE SHOP», στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' αρ.39, στον Ύψωνα, στην Λεµεσό, την οποία διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος 1. Το ένταλμα έρευνας αφορούσε και την οικία αλλά και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1. Ο μάρτυρας ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 σχετικά και στην παρουσία του ακολούθησε η έρευνα της μπυραρίας. Κατά την έρευνα ο Μ.Κ.1:
(1)Εντός του υποστατικού της μπυραρίας δεν βρήκε οτιδήποτε παράνομο.
(2)Πάνω στον παραστατό της πόρτας της τουαλέτας της µπυραρίας, η οποία βρισκόταν εξωτερικά στο πίσω µέρος (βλ. φωτογραφία 6-7 τεκμηρίου 20), βρήκε µια ζυγαριά ακριβείας, η οποία έφερε ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (τεκμήριο 3). Όταν την υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(3)Πάνω στην στέγη της τουαλέτας (βλ. φωτογραφία 8 τεκμηρίου 20), βρήκε ένα µεταλλικό κυλινδρικό δοχείο µε την επιγραφή «LOONEY TUNES» (τεκμήριο 4), το οποίο διαπίστωσε ότι περιείχε ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι, με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη (τεκμήριο 5). Όταν τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(4)Στην αυλή του κτιρίου, βρήκε στο έδαφος, κοντά στην πιο πάνω τουαλέτα (βλ. φωτογραφία 9 τεκμηρίου 20), ένα µπλε πλαστικό ποτήρι (τεκμήριο 6), το οποίο έφερε ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Όταν το υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(5)Στην αυλή του κτιρίου, βρήκε κρυµµένο πίσω από αριθµό κεραµικών, τα οποία βρίσκονταν τοποθετηµένα στην νοτιοδυτική γωνιά του τοίχου της αυλής (βλ. φωτογραφίες 3, 6, 10 και 11 τεκμηρίου 20), ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι (τεκμήριο 7) εντός του οποίου υπήρχαν τρία ξεχωριστά τεµάχια νάιλον πράσινου σακουλιού (τεκμήρια 8, 10 και 12), που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (τεκμήρια 9, 11 και 13). Όταν τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Η έρευνα στην µπυραρία τελείωσε η ώρα 21:45, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο. Στην παρουσία πάντοτε του κατηγορούμενου 1 ακολούθησε έρευνα στο αυτοκίνητο αυτού, µε αρ. εγγραφής ΗΝΥ383, όπου ο Μ.Κ.1 βρήκε µέσα στο τασάκι, ένα τεμάχιο πλαστικού κυλινδρικού διαφανούς σπαστήρα (τεκμήριο 14). Όταν το υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Εν δικός µου, εξήασα τον τζιαµέ που παλιά». Αµέσως ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκηµα, του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο και εκείνος απάντησε «Αφού είπα σου εν δικός µου». Στην συνέχεια μετέβηκαν με τον κατηγορούμενο 1 στην οικία του τελευταίου όπου στην παρουσία του, έγινε έρευνα χωρίς όµως να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Με την ολοκλήρωση των ερευνών, οδήγησαν τον κατηγορούμενο 1 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, όπου αφού ο Μ.Κ.1 ορίστηκε ανακριτής της υπόθεσης, τον πληροφόρησε και γραπτώς για τα νοµικά του δικαιώµατα. Ακολούθως ο Μ.Κ.1, στην παρουσία του κατηγορούμενου 1, συσκεύασε όλα τα προαναφερθέντα τεκμήρια που παρέλαβε και τα σφράγισε δίδοντας τους διακριτικά Ε.Π.1 - Ε.Π.
  1. Με το πέρας της συσκευασίας, τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψαν τις συσκευασίες. Στην συνέχεια μεταξύ των ωρών 23:35-00:05, της 7ης με 8η Δεκεμβρίου 2012, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 17) και η ώρα 00:15 της 8.12.12 τον συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης για όλα τα εναντίον του, υπό διερεύνηση αδικήµατα, του εξήγησε τον λόγος της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο, απάντησε «Ότι είχα να σου πω, είπα σου τα στην κατάθεση µου». Στις 9.9.12 µε οδηγίες του Λοχ.1450 Χρ. Πογιατζή, ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον κατηγορούμενο 1, τα παρειακά του επιχρίσµατα, στα οποία, αφού συσκεύασε και σφράγισε στην παρουσία του, έδωσε τα διακριτικά Ε.Π.6 (τεκμήριο 15). Στις 10.9.12 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα τεκµήρια µε διακριτικά Ε.Π.4, 4Α, 4Β, 4Γ και 6, στον Αστ.1828 Γ. Ευριπίδου, για να τα µεταφέρει στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Στις 17.12.12 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα τεκµήρια µε διακριτικά Ε.Π.Ι, 2Α, 3 και 5, στον Αστ.4063 Λ. Αυγουστή, για να τα µεταφέρει µαζί µε τα τεκµήρια με διακριτικά Ε.Π.4Α, 4Β, 4Γ, που θα λάµβανε από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, όπου βρίσκονταν, στο Κρατικό Χηµείο για να τύχουν και εκεί επιστηµονικών εξετάσεων. Την ίδια ηµέρα ο Αστ.4063 επέστρεψε στον Μ.Κ.1 τα τεκµήρια με διακριτικά Ε.Π.4 και
  2. Στις 8.7.13 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε το τεκµήριο με διακριτικά Ε.Π.4, στον Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη, για να το µεταφέρει µαζί µε τα τεκµήρια µε διακριτικά Ε.Π4Α, 4Β, 4Γ, που θα λάµβανε από το Κρατικό Χηµείο, στο Εργαστήριο Διερεύνησης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Αρχηγείου, για περαιτέρω επιστηµονικές εξετάσεις. Τα τεκµήρια µε διακριτικά Ε.Π.1, 2Α , 3 και 5, που ο Αστ.3804, επίσης παρέλαβε από το Κρατικό Χηµείο, ως επίσης την πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιείχαν τα τεκµήρια που παρέδωσε στο Εργαστήριο Διερεύνησης και η οποία αφαιρέθηκε και συσκευάστηκε σε ξεχωριστά νάιλον σακουλάκια, από το Κρατικό Χηµείο, τα επέστρεψε την ίδια ηµέρα στον Μ.Κ.
  3. Στις 9.9.13 ο Αστ.682 Α. Χριστοφόρου, παρέδωσε στον μάρτυρα τα τεκµήρια που βρίσκονταν στο Εργαστήριο Διερεύνησης. Στις 16.10.13 και µεταξύ των ωρών 17.00 - 17.25, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, µετά από πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 2, ενεχόταν στην παρούσα, ο Μ.Κ.1 πήρε από αυτόν κατάθεση, µέσα από την οποία αρνείται κάθε ανάµειξη. Την ίδια ηµέρα και ώρα 17:35, µε οδηγίες του Λοχ.4700 Θ. Αθανασίου και µε την γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 2, ο Μ.Κ.1 πήρε από αυτόν τα παρειακά του επιχρίσµατα (τεκμήριο 16), στα οποία αφού συσκεύασε και σφράγισε στην παρουσία του, έδωσε τα διακριτικά Ε.Π.
  4. Στις 21.10.13 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε το τεκµήριο µε διακριτικά Ε.Π.7, στον Αστ.4063 Λ. Αυγουστή, για να το µεταφέρει στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, για να τύχει επιστηµονικών εξετάσεων και σύγκρισής µε τα τεκµήρια της υπόθεσης. Στις 7.1.14 και ώρα 15:00, ο Α/Αστ.2690 Α. Παντελή, παρέδωσε στον Μ.Κ.1 το τεκµήριο με διακριτικά Ε.Π.7, το οποίο αφού έτυχε των δέουσων επιστηµονικών εξετάσεων, παρέλαβε από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Στις 19.2.14 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα επίδικα αδικήματα καθώς και για το αδίκημα της χρήσης κάνναβης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχοµαι». Στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι ο χώρος όπου βρέθηκε το νάιλον διαφανές σακουλάκι εντός του οποίου υπήρχαν τρία ξεχωριστά τεµάχια νάιλον πράσινου σακουλιού (τεκμήρια 7-13), είναι ουσιαστικά κοινόχρηστος χώρος του όλου κτιρίου και ότι εκεί υπάρχει πρόσβαση και από τον χώρο όπου βρίσκονται τα παράθυρα του διπλανού συνορεύοντος κτιρίου (βλ. φωτογραφία 3 τεκμηρίου 20). Συμφώνησε επίσης ότι από εκεί οποιοσδήποτε χωρίς καν να πηδήξει τον τοίχο που υπάρχει, μπορούσε να περάσει και να εισέλθει εντός του χώρου όπου βρέθηκαν τα εν λόγω τεκμήρια. Στην αυλή του ισογείου του κτιρίου όπου βρισκόταν η μπυραρία του κατηγορούμενου 1 υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση και από τις δύο πλευρές (δεξιά και αριστερά) ενώ στο ίδιο κτίριο στο ισόγειο υπήρχαν και άλλα καταστήματα. Δεν θυμάται κατά πόσο υπήρχαν ή όχι και πόσοι θαμώνες στην μπυραρία κατά την είσοδο τους στις 7.9.
  5. Πάντως εκείνο τα βράδυ δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση από θαμώνα. Ο μάρτυρας δεν είχε μεταβεί προγενέστερα στην εν λόγω μπυραρία και δεν γνωρίζει πόσα άτομα περίπου σύχναζαν κάθε βράδυ εκεί. Γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν χρήστης ινδικής κάνναβης. Δεν εντοπίσθηκε δε γενετικό υλικό αυτού στα τεκμήρια 8, 10 και 12, ούτε και οποιοδήποτε αποτύπωμα του. Τα σακούλια 7, 8, 10 και 12 είναι συνηθισμένα, πράσινα νάιλον σακούλια, από αυτά που έχουν οι υπεραγορές, τα περίπτερα και τα μπακάλικα. Μπορείς να τα πάρεις από οπουδήποτε και να τα βρεις ακόμη και μέσα στα σκουπίδια και ελεύθερα σε οποιονδήποτε τόπο. Τέτοια σακούλια μπορεί να περάσουν από διάφορα χέρια. Όταν κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 του είπε να πάει στον Σταθμό και ότι δεν εκκρεμεί εναντίον του οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης. Όταν δε έμαθε τον λόγο για τον οποίο κλήθηκε (τι έλεγε δηλ. η πληροφορία) ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ανοικτή κατάθεση. Ανέφερε δε ότι πήγαινε παλιά στην μπυραρία του κατηγορούμενου 1 και ότι δεν είχε πάει εκεί τα τελευταία δύο χρόνια. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτό προσπάθησαν να βρουν κάποια μαρτυρία αλλά δεν βρήκαν κάτι που να πιστοποιεί πόσο καιρό είχε να πάει εκεί. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.3437 Αριστοτέλης Αριστοτέλους, της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, ο οποίος επίσης έλαβε μέρος στην επιχείρηση για την έρευνα της μπυραρίας, του αυτοκινήτου και της οικίας του κατηγορούμενου 1, κατά την επίδικη ημερομηνία. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ουσιαστικά τα όσα είπε και ο Μ.Κ.1 στην δική του κατάθεση σε σχέση με τις έρευνες και τα διάφορα τεκμήρια που εντοπίσθηκαν και παραλήφθηκαν. Πέραν δε της συμμετοχής του στις προαναφερόμενες έρευνες ο Μ.Κ.2, σε σχέση με την παρούσα, στις 17.2.14 και ώρα 20:05, στην Λεµεσό, συνέλαβε δυνάμει εντάλματος τον κατηγορούμενο 2, για τον οποίο εξασφαλίστηκε µαρτυρία που τον συνέδεε με την παρούσα. Αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «Εν ηξέρω για έντα πράµα µου λαλείς». Ακολούθως ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε προφορικά για τα νοµικά του δικαιώµατα και τον µετέφερε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. για τα περαιτέρω. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί την μπυραρία του κατηγορούμενου 1 πριν τις 7.9.12 αλλά δεν θυμόταν πότε. Δέχθηκε ότι η μπυραρία αυτή γενικά είχε αρκετούς θαμώνες. Συμφώνησε επίσης ότι ο χώρος πίσω από την μπυραρία, όπου ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά, είναι ένας χώρος που μπορεί να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε. Ο κατηγορούμενος 1 στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: Δηλώνω αθώος για τις κατηγορίες. Η αλήθεια είναι αυτή που ανέφερα στην κατάθεση μου. Παραδέχομαι τα 9,74 γραμμάρια ότι είναι δικά μου. Είναι αυτά που είπα στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: Το μόνο που έχω να πω είναι ό,τι είπα στην κατάθεση μου. Έχει δύο χρόνια να πάω. Που τότε πέρασαν 5 χρόνια. Που τότε έχει να πάω. Ότι είπα στην κατάθεση μου είναι η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τόσο ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης όσο και ο Μ.Κ.2 εκ των μελών της Υ.Κ.Α.Ν. που έλαβαν μέρος στην έρευνα του επίδικου υποστατικού, μου έκαναν καλή εντύπωση. Ανέφερε ο καθένας τους τις ενέργειες που έκανε για την παρούσα καθώς και όλα όσα ήλθαν στην αντίληψη τους για την παρούσα, οι θέσεις τους ήταν σταθερές και λογικές και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση τους. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Όσον αφορά την επιλογή τους αυτήν κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, αυτός στην ανώμοτη του δήλωση παραδέχεται την κατοχή της ποσότητας του τεκμηρίου
  1. Η εν λόγω παραδοχή του γίνεται λοιπόν δεκτή. Όσον αφορά όμως την υπόλοιπη δήλωση του, ουσιαστικά παραπέμπει στην κατάθεση του, στην οποία αναφέρει κάποια γεγονότα. Ως όμως έχει προαναφερθεί μια ανώμοτη δήλωση δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί στο μέρος αυτό της ανώμοτης δήλωσης οποιαδήποτε βαρύτητα. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 και αυτός στην ανώμοτη του δήλωση παραπέμπει στην κατάθεση του, όπου αναφέρει κάποια γεγονότα. Για τον ίδιο λοιπόν λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί ούτε σε αυτήν την ανώμοτη δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα. Ευρήματα Από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 7.9.12 και ώρα 21:00, ο Μ.Κ.1 µε άλλα μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Λεμεσού, µετέβηκαν προς εκτέλεση εντάλματος έρευνας, στην µπυραρία µε την ονοµασία «FOXYS COFFEE SHOP», στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' αρ.39, στον Ύψωνα, στην Λεµεσό, την οποία διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος
  2. Ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 σχετικά και στην παρουσία του ακολούθησε η έρευνα της μπυραρίας, κατά την οποία εντοπίσθηκαν και παραλήφθηκαν τα ακόλουθα:
(1)Πάνω στον παραστατό της πόρτας της τουαλέτας της µπυραρίας, η οποία βρισκόταν εξωτερικά στο πίσω µέρος (βλ. φωτογραφία 6-7 τεκμηρίου 20), βρήκε µια ζυγαριά ακριβείας, η οποία έφερε ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (τεκμήριο 3). Όταν την υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(2)Πάνω στην στέγη της τουαλέτας (βλ. φωτογραφία 8 τεκμηρίου 20), βρήκε ένα µεταλλικό κυλινδρικό δοχείο µε την επιγραφή «LOONEY TUNES» (τεκμήριο 4), το οποίο διαπίστωσε ότι περιείχε ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι, με πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 5). Όταν τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(3)Στην αυλή του κτιρίου, βρήκε στο έδαφος, κοντά στην πιο πάνω τουαλέτα (βλ.. φωτογραφία 9 τεκμηρίου 20), ένα µπλε πλαστικό ποτήρι (τεκμήριο 6), το οποίο έφερε ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Όταν το υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
(4)Στην αυλή του κτιρίου, βρήκε κρυµµένο πίσω από αριθµό κεραµικών, τα οποία βρίσκονταν τοποθετηµένα στην νοτιοδυτική γωνιά του τοίχου της αυλής (βλ. φωτογραφίες 3, 6, 10 και 11 τεκμηρίου 20), ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι (τεκμήριο 7) εντός του οποίου υπήρχαν τρία ξεχωριστά τεµάχια νάιλον πράσινου σακουλιού (τεκμήρια 8, 10 και 12), που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (τεκμήρια 9, 11 και 13). Όταν τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθησε, στην παρουσία κατηγορούμενου 1, έρευνα στο αυτοκίνητο αυτού, µε αρ. εγγραφής ΗΝΥ383, όπου ο Μ.Κ.1 βρήκε µέσα στο τασάκι, ένα τεμάχιο πλαστικού κυλινδρικού διαφανούς σπαστήρα (τεκμήριο 14). Όταν το υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε σχετικά και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Εν δικός µου, εξήασα τον τζιαµέ που παλιά». Αµέσως ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκηµα, του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο και εκείνος απάντησε: «Αφού είπα σου εν δικός µου». Με την ολοκλήρωση των ερευνών, οδήγησαν τον κατηγορούμενο 1 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, όπου αφού πληροφορήθηκε γραπτώς για τα νοµικά του δικαιώµατα, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 17), όπου παραδέχθηκε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που βρέθηκε στο νάιλον σακουλάκι μέσα στο κυλινδρικό δοχείο (τεκμήρια 4 και 5) είναι δική του, αναφέροντας ότι την κατείχε καθότι είναι χρήστης και κάνει χρήση καθημερινά (αγόραζε ποσότητα 14 γραμμαρίων όποτε του τελείωνε για περίπου €200).Περαιτέρω παραδέχθηκε ότι δικά του ήταν τόσο η ζυγαριά τεκμήριο 3, την οποία χρησιμοποιούσε για να ζυγίζει το «χόρτο» που αγόραζε, όσο και το ποτήρι τεκμήριο
  1. Αρνήθηκε δε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που βρέθηκε στην γωνιά της αυλής, πίσω από κεραμικά (τεκμήρια 7-13) ήταν δική του και είπε ότι δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει, δεν την είδε πριν ούτε και άγγιξε στα τεκμήρια αυτά. Ανέφερε επίσης ότι στην μπυραρία του πηγαινοέρχονται πολλοί πελάτες και δεν μπορούσε να βλέπει τι έκαναν όλοι, πόσον μάλλον έξω από αυτήν. Προσφέρθηκε δε να δώσει δείγμα DNA και αποτυπωμάτων, όπως και έπραξε. Η μπυραρία του κατηγορούμενου 1 γενικά είχε αρκετούς θαμώνες. Ο χώρος όπου βρέθηκαν τα τεκμήρια 7-13, δηλ. η πίσω αυλή του κτιρίου, στο οποίο βρισκόταν η μπυραρία του κατηγορούμενου 1, ήταν κοινόχρηστος χώρος και εκεί μπορούσε να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε τόσο από το πίσω συνορεύον κτίριο (βλ. φωτογραφία 3 τεκμηρίου 20) όσο και από τον μπροστινό δρόμο εφόσον υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση και από τις δύο πλευρές (δεξιά και αριστερά) του όλου κτιρίου, στο οποίο στεγάζονταν και άλλα καταστήματα. Τα σακούλια 7, 8, 10 και 12 είναι συνηθισμένα, πράσινα νάιλον σακούλια, από αυτά που μπορείς να πάρεις από υπεραγορές, περίπτερα και μπακάλικα. Τέτοια μπορείς να βρεις μέσα στα σκουπίδια αλλά και ελεύθερα σε οποιονδήποτε τόπο. Όλα τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, στο Κρατικό Χηµείο και στο Εργαστήριο Διερεύνησης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Αρχηγείου Αστυνομίας. Όταν στις 8.12.12 συνελήφθη ο κατηγορούμενος 1 δυνάμει εντάλματος σύλληψης για όλα τα εναντίον του, υπό διερεύνηση αδικήµατα και του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόµο, απάντησε «Ότι είχα να σου πω, είπα σου τα στην κατάθεση µου». Στις 16.10.13 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, µετά από πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 2, ενεχόταν στην παρούσα, ο Μ.Κ.1 πήρε από αυτόν κατάθεση, µέσα από την οποία αρνείται κάθε ανάµειξη. Την ίδια ηµέρα και ώρα 17:35, µε οδηγίες του Λοχ.4700 Θ. Αθανασίου και µε την γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 2, ο Μ.Κ.1 πήρε αυτόν τα παρειακά του επιχρίσµατα, τα οποία επίσης στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Από τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν από τον Δρα Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, στα τεκμήρια της υπόθεσης (τεκμήρια 7, 8, 10 και 12), όσον αφορά γενετικό υλικό, απομονώθηκε, από επίχρισμα που λήφθηκε από το εξωτερικό μέρος του σακουλιού τεκμήριο 7, πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, που τουλάχιστον ένας από τους δότες του ήταν άντρας. Διαπιστώθηκε δε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν δότης μέρους του εν λόγω γενετικού υλικού (βλ. τεκμήριο 28) ενώ δεν αποκλείσθηκε ο κατηγορούμενος 2 να είναι δότης μέρους αυτού. Από τις εξετάσεις που έγιναν από το Γενικό Χημείο του Κράτους όσον αφορά τα τεκμήρια της παρούσας διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: · Στην ζυγαριά (τεκμήριο 3) ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης. · Η πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 5) είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 9,7409 γραμμαρίων. · Στο πλαστικό ποτήρι (τεκμήριο 6) ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης. · Η πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 9) είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 27,1453 γραμμαρίων. · Η πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 11) είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 27,1399 γραμμαρίων. · Η πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 13) είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 1,6491 γραμμαρίων. · Στο τεμάχιο σπαστήρα (τεκμήριο 14) ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης. Σύμφωνα με την έκθεση του Αστ.3116 Μιχάλη Φυλακτού, της ΥΠ.ΕΓ.Ε, από την δακτυλοσκοπική εξέταση που έγινε στα τεκμήρια 7, 8, 10 και 12, δεν βρέθηκε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο αποτύπωμα (βλ. τεκμήριο 31). Στις 17.2.14 και ώρα 20:05, στην Λεµεσό, ο Μ.Κ.2 συνέλαβε δυνάμει εντάλματος τον κατηγορούμενο
  2. Αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόµο, αυτός απάντησε «Εν ηξέρω για έντα πράµα µου λαλείς». Στις 19.2.14 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεµεσού, ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα επίδικα αδικήματα καθώς και για το αδίκημα της χρήσης κάνναβης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχοµαι». Νομική πτυχή Η κατηγορία 1 εδράζεται στο άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα, πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, χωρίς άδεια. Η δε κατηγορία 2 εδράζεται στο άρθρο 6
(3)του ίδιου Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα πρόσωπο να αγοράζει ή προμηθεύεται ή έχει στην κατοχή του νομίμως ή μη ελεγχόμενο φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψην και των λεπτομερειών των επίδικων αδικημάτων, προς στοιχειοθέτηση και των δύο, πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τους κατηγορούμενους, ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/77, φαρμάκου, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου «ελεγχόμενον φάρμακον» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Β΄» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 64, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό την κατοχή ή φύλαξη άλλου προσώπου. Με άλλα λόγια η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί πάντα προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (βλ. και Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Η έννοια της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα ώστε καλύπτει και περιπτώσεις φύλαξης του αντικειμένου σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του αντικειμένου (βλ. Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 256). Είτε όμως στην περίπτωση της άμεσης φυσικής φύλαξης του αντικειμένου είτε στην περίπτωση της εξυπακουόμενης κατοχής του, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε στην Κούκος ανωτέρω, το άρθρο 32
(2)του Νόμου 29/
  1. Στην ίδια δε υπόθεση κρίθηκε ορθή, ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου, η οποία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου
  2. Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, σε σχέση και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620, όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971, του οποίου οι πρόνοιες είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 32 του δικού μας Νόμου 29/77, όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof»). Φυσικά η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Αναφορικά με την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν της κατοχής, η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει επίσης μαχητό τεκμήριο απόδειξης (βλ. και Λαζάρου ανωτέρω). Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο, η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης, που αφορά στην παρούσα υπόθεση, η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Ισχύουν δε όσο αφορά και το εν λόγω μαχητό τεκμήριο τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Κούκος και έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Όσον αφορά τα επίδικα στην παρούσα αδικήματα είναι προφανές ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι περιστατική και περιλαμβάνει μαρτυρία γενετικού υλικού. Η περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη μαρτυρίας από γενετικό υλικό, στην Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 τονίστηκε ότι η επιστημονική μαρτυρία που προβάλλεται ως αποδεικτική ορισμένου γεγονότος είναι δυνατό να θεμελιώσει εκείνο το γεγονός σε βαθμό ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να κυμαίνεται από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το εγγενές στην φύση της μαρτυρίας από γενετικό υλικό που να το καθιστά μη αποδεκτό αφ' εαυτού ή που να δικαιολογεί ειδικό, ιδιαίτερο κανόνα, ότι μαρτυρία που εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δεν είναι δυνατό να στηρίξει καταδίκη στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Ως λέχθηκε δε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 Α.Α.Δ 525, περιστατική μαρτυρία που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο γενετικού υλικού είναι ιδιαίτερα σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή (γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις R. v. Melias, The Times 14.11.87, Ιωάννου ανωτέρω και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Αναφέρεται όμως ότι παρά τη δυναμική της δεν έχει οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. Μαρτυρία γενετικού υλικού, η οποία συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται λοιπόν και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Vedad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 1). Αυτό προκύπτει σαφώς και από τις πιο κάτω υποθέσεις στις οποίες η μόνη μαρτυρία σύνδεσης του κατηγορουμένου με την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ο εντοπισμός του γενετικού του υλικού σε αντικείμενα. Έτσι στην Νικολάου (Αρ. 1) ανωτέρω, η καταδίκη βασίσθηκε στο ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου που είχε βρεθεί στο μηχανισμό ανοίγματος του ίδιου του φορητού χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στο χώρο της διάρρηξης, ήταν σε βαθμό που στατιστικώς η πιθανότητα να μην ανήκε στον κατηγορούμενο ήταν μόνο μια στα 282 πεντάκις εκατομμύρια, δηλαδή, η πιθανότητα αυτή ήταν πρακτικώς και νομικώς μη συζητήσιμη, το γενετικό υλικό ήταν πολύ καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας με ουσιαστικά αποκλειστικό δότη τον κατηγορούμενο, η εναπόθεση του ήταν άμεση, η έμμεση μεταφορά είχε πρακτικώς αμελητέες πιθανότητες, ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει μεταξύ της εναπόθεσης και της επιστημονικής ανίχνευσης του γενετικού προφίλ του εφεσίβλητου ήταν σύντομος, δεν είχε μεσολαβήσει για την εναπόθεση αυτή άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, αλλά υπήρξε απευθείας επαφή χεριού με το αντικείμενο και κανένας άλλος από το προσωπικό της εταιρείας είχε αγγίξει οτιδήποτε ακολουθώντας τις σχετικές προς τούτο οδηγίες της Αστυνομίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 547, επιστρέφοντας η παραπονούμενη στο σπίτι της μετά από τρεις ώρες βρήκε μεταξύ άλλων, ένα τσαντάκι όπου φύλαγε χρήματα και χρυσαφικά όπως και κουτάκια φύλαξης χρυσαφικών, εκτός του ερμαριού, ανοικτά και τα χρυσαφικά να λείπουν. Το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίσθηκε στα πιο πάνω αντικείμενα. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο, ούτε τον προσκάλεσε ποτέ στο σπίτι της. Τα πιο πάνω κρίθηκε ότι εύλογα δημιούργησαν ένα ισχυρό πλέγμα σύνδεσης του κατηγορούμενου με την σκηνή διάπραξης της διάρρηξης (έγινε δε παραπομπή στην Νικολάου (Αρ. 1) ανωτέρω). Περαιτέρω κρίθηκε ότι τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την απόρριψη της αόριστης, αναληθούς και προκατασκευασμένης μαρτυρίας του κατηγορούμενου ορθά οδήγησαν στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ενοχή του, με την παρατήρηση ότι οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα αντιστρατευόταν την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Αντίθετα στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428, ο δράστης της ληστείας σε τράπεζα, στο πάγκο του ταμείου της οποίας εντοπίστηκε γενετικό υλικό του εφεσείοντα, στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας έφερε μαύρη κουκούλα, φορούσε μεγάλα γυαλιά με φακούς καθρέφτη χρώματος μπλε βαθύ, καθώς και μαύρα γάντια. Ο εφεσείων, το γενετικό υλικό του οποίου ταυτίστηκε με αυτό στον πάγκο, ήταν αποδεδειγμένα πελάτης της τράπεζας, είχε κάμει την τελευταία του συναλλαγή εκεί προ πενταμήνου, ο πάγκος δεν καθαριζόταν κατ' ανάγκην από την καθαρίστρια καθ' ολοκληρίαν, ενώ η εναπόθεση του γενετικού υλικού ήταν δυνατή μόνο με έμμεση μεταφορά από τα επιμολυσμένα με το υλικό ρούχα ή γάντια του δράστη. Κρίθηκε λοιπόν ότι ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, ενώ ήταν δυνατή η διασύνδεση του εφεσείοντα με το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον πάγκο, δεν ήταν επιτρεπτό και το ταυτόχρονο συμπέρασμα ότι το υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάρκεια της ληστείας από τον εφεσείοντα ώστε αυτός να ταυτιζόταν με το δράστη. Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485, λέχθηκε ότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει απαραιτήτως να συνδέει αιτιωδώς και άμεσα τον κατηγορούμενο όταν τεκμηριώνει, ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, την ενοχή του. Έτσι εκεί η ταύτιση γενετικού υλικού που βρέθηκε στο χερούλι της πόρτας οχήματος που παραβιάσθηκε, με τον εφεσείοντα, καθώς και η μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού στην εσωτερική πλευρά άλλης πόρτας, για το οποίο δεν αποκλειόταν ο εφεσείων να ήταν δότης, δεν επαρκούσαν για να θεμελιώσουν καταδίκη. Αυτό γιατί πέραν της ταύτισης του και της ένδειξης παρουσίας του εφεσείοντα κοντά στο όχημα, δεν αποδείκνυε και τον τόπο και χρόνο της παρουσίας αυτής και δη ότι η εναπόθεση του γενετικού υλικού έγινε κατά την διάπραξη του αδικήματος εφόσον δεν υπήρχε περαιτέρω μαρτυρία, η οποία να δικαιολογεί μια τέτοια κατάληξη. Τέλος στην Vedad ανωτέρω, το γενετικό υλικό του εφεσείοντα δεν βρέθηκε στον χώρο της διάρρηξης, ώστε η εναπόθεσή του, αν ήταν άμεση, να συνδέετο με την παρουσία του εκεί, αλλά σε αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν στην διάρρηξη. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν στην κατοχή άλλου προσώπου, ότι δεν μπορούσε να προσδιορισθεί ο χρόνος εναπόθεσης του γενετικού υλικού, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε άλλως να συνδεθεί με την διάρρηξη και την εξήγηση που είχε δώσει, κρίθηκε ότι απέληγε στην δημιουργία υποβόσκουσας αμφιβολίας ως προς το κατά πόσο το συμπέρασμα ενοχής του ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα επί της περιστατικής μαρτυρίας. Από τα πιο πάνω συνάγεται λοιπόν ότι ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης, όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση (βλ. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225). Ως δε φυσικά προκύπτει από την υπόλοιπη σχετική νομολογία είναι πιο πιθανή η καταδίκη εάν, πέραν της ανεύρεσης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου πάνω ή γύρω από αντικείμενα μιας υπόθεση ή στην σκηνή, υπάρχει και πρόσθετη ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του, η οποία θεμελιώνει σύνδεση μεταξύ αυτού και του εγκλήματος (βλ. Παντελή ανωτέρω, στην οποία γίνεται παραπομπή στις R. v. Ogden
(2013)EWCA Crim 1294 και Doheny and Adams
(1997)1 Cr. App. R. 369 καθώς και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 807 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 231). Συμπεράσματα Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το σύνολο της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, που βρέθηκε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλ. τα τεκμήρια 5, 9, 11 και 13, είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 65,6752 γραμμαρίων, δηλ. σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ του Νόμου 29/77, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β'. Ο κατηγορούμενος 1 ομολόγησε, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 17), ότι κατείχε μέρος της εν λόγω ποσότητας και συγκεκριμένα τα 9,7409 γραμμάρια (τεκμήριο 5) που εντοπίσθηκαν μέσα στο μεταλλικό δοχείο, το οποίο βρέθηκε στην στέγη της τουαλέτας, η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος (εξωτερικά) της μπυραρίας του. Η εν λόγω δήλωση του συνιστά εξωδικαστική νομολογία, η οποία από τα όσα τέθηκαν ενώπιον καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ήταν αυθεντική και θεληματική. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, συνάδει με την εν λόγω ομολογία και δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση την αλήθεια του περιεχομένου της, αλλά και ενόψει του ότι αυτή επαναλήφθηκε ουσιαστικά στην ανώμοτη του δήλωση, κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στην ομολογία αυτήν και να αποδεχθώ το αληθές της (για την αποδεικτική αξία μιας ομολογίας βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Όσον δε αφορά την ποσότητα του τεκμηρίου 5, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο
  1. Είναι όμως προφανές από το κατηγορητήριο, ότι η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να θέσει και αυτήν την ποσότητα, τόσο στην κατηγορία 1 όσο και στην κατηγορία 2, ως μέρος δηλ. της συνολικής ποσότητας των 65,6752 γραμμαρίων και να αποδώσει την κατοχή της και στους δύο κατηγορούμενους. Το θέμα λοιπόν που πρέπει να απαντηθεί στην συνέχεια είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους την υπόλοιπη ποσότητα δηλ. των 55,9343 γραμμαρίων. Έχει δε αποδειχθεί ότι η εν λόγω ποσότητα (τεκμήρια 9, 11 και 13), βρέθηκε εντός τριών νάιλον σακουλιών (τεκμήρια 8, 10 και 12), τα οποία με την σειρά τους βρίσκονταν εντός άλλου νάιλον διαφανούς σακουλιού (τεκμήριο 7), το οποίο ήταν πίσω από αριθµό κεραµικών, στην νοτιοδυτική γωνιά του τοίχου της πίσω αυλής του κτιρίου όπου στεγαζόταν η μπυραρία του κατηγορούμενου
  2. Η σχετική δε με αυτήν την ποσότητα μαρτυρία, είναι περιστατική. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, η μαρτυρία αυτή συνίσταται στο ότι η εν λόγω ποσότητα εντοπίσθηκε στην αυλή πίσω από την μπυραρία του, όπου στην ίδια αυλή και συγκεκριμένα στην στέγη της τουαλέτας που βρίσκεται ακριβώς έξω από την πίσω πόρτα, βρέθηκε και η άλλη ποσότητα, την κατοχή της οποίας παραδέχθηκε. Αυτό όμως δεν μπορεί κατά την κρίση μου από μόνο του να οδηγήσει αβίαστα σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε την κατοχή και αυτής της ποσότητας, πόσο μάλλον εάν ληφθούν υπόψην και τα ακόλουθα στοιχεία που προέκυψαν από την μαρτυρία που έγινε δεκτή και δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες: · Ότι στο ισόγειο του κτιρίου, πέραν από την μπυραρία του κατηγορούμενου 1, υπήρχαν και άλλα καταστήματα. · Ότι η εν λόγω αυλή του κτιρίου, ήταν κοινόχρηστος χώρος και εκεί μπορούσε να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε τόσο από το πίσω συνορεύον κτίριο όσο και από τον μπροστινό δημόσιο δρόμο εφόσον υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση και από τις δύο πλευρές (δεξιά και αριστερά) του κτιρίου. · Ότι το συγκεκριμένο σημείο όπου βρέθηκε η εν λόγω ποσότητα βρίσκεται στην γωνιά της αυλής και σε απόσταση από την τουαλέτα όπου βρέθηκε η υπόλοιπη ποσότητα. · Ότι στην μπυραρία του κατηγορούμενου 1 γενικά σύχναζαν αρκετοί πελάτες. · Ότι από τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν στα τεκμήρια της υπόθεσης (τεκμήρια 7, 8, 10 και 12), όσον αφορά γενετικό υλικό, απομονώθηκε, από επίχρισμα που λήφθηκε από το εξωτερικό μέρος του σακουλιού τεκμήριο 7, πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, που τουλάχιστον ένας από τους δότες του ήταν άντρας. Διαπιστώθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν δότης μέρους του εν λόγω γενετικού υλικού. · Ότι δεν εντοπίσθηκαν οποιαδήποτε αποτυπώματα στα τεκμήρια 7, 8, 10 και
  3. Όσον δε αφορά τον κατηγορούμενο 2, η μόνη μαρτυρία που τον συνδέει είναι αυτή του γενετικού υλικού και συγκεκριμένα ότι από επίχρισμα που λήφθηκε από το εξωτερικό μέρος του σακουλιού τεκμήριο 7, εντοπίσθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, που τουλάχιστον ένας από τους δότες ήταν άντρας και δεν αποκλείσθηκε ο κατηγορούμενος 2 να είναι δότης του μέρους αυτού. Δεν μου διαφεύγει ότι, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης. Αυτό όμως όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης, δεν αφήνει λογικά περιθώρια για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. Με άλλα λόγια πρέπει να συνδέει αιτιωδώς και άμεσα τον κατηγορούμενο, όταν τεκμηριώνει, ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, την ενοχή του. Στην παρούσα ο εντοπισμός του γενετικού υλικού στο τεκμήριο 7, στην καλύτερη περίπτωση δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 2 ήλθε, σε κάποια χρονική στιγμή, σε επαφή με το συγκεκριμένο νάιλον σακούλι. Από την μαρτυρία όμως που έγινε δεκτή προκύπτει ότι τέτοια νάιλον σακούλια είναι συνηθισμένα, από αυτά που ουσιαστικά μπορεί να βρει οποιοσδήποτε από χώρους όπου κάνει ψώνια αλλά ακόμη και στα σκουπίδια ή και ελεύθερα στον δρόμο. Δεν υπάρχει δε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει τον τόπο ή τον χρόνο εναπόθεσης του γενετικού υλικού στο σακούλι. Το δε γενετικό αυτό υλικό ήταν μεικτό. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στην κατάθεση του ότι πήγαινε παλιά στην μπυραρία του κατηγορούμενου 1 και ότι δεν είχε πάει εκεί τα τελευταία δύο χρόνια. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό του αυτό η Αστυνομία δεν βρήκε κάτι που να πιστοποιεί πόσο καιρό είχε να πάει εκεί δηλ. δεν διαψεύστηκε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν μπορώ να οδηγηθώ στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2, εναποτέθηκε στο τεκμήριο 7 είτε κατά την συσκευασία είτε κατά την μεταφορά ή αποθήκευση της συγκεκριμένης ποσότητας κάνναβης στον συγκεκριμένο χώρο και κατ' επέκταση σε εύρημα κατοχής εκ μέρους του της ποσότητας αυτής. Η περιστατική μαρτυρία λοιπόν που υπάρχει δεν έχει τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη ούτως ώστε να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία στο μοναδικό συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν κατοχή της εν λόγω ποσότητας. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα πρέπει να λεχθεί ότι, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β' και συγκεκριμένα κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 9,7409 γραμμαρίων αντί των 65,6572 που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1. Για να καταδικασθεί όμως για αυτήν την κατηγορία δεν απαιτείται τροποποίηση της εφόσον έχει αποδειχθεί η εκ μέρους του διάπραξη του εν λόγω αδικήματος αναφορικά με περιορισμένη ποσότητα από αυτήν που του αποδίδεται (βλ. άρθρο 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 και Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39). Όσον αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 είχε άδεια να κατέχει το αναφερόμενο ελεγχόμενο φάρμακο, από τη στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί τέτοια άδεια (βλ. σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Δεν προσκομίσθηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο από τον κατηγορούμενο
  1. Τέλος όσον αφορά την κατηγορία 2, ο αποδιδόμενος στον κατηγορούμενο 1 σκοπός προμήθειας των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα, προφανώς στηρίχθηκε στο τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 δηλ. στην κατοχή ποσότητας κάνναβης βάρους 30 γραμμαρίων και πάνω. Όμως, ως έχει προαναφερθεί, η ποσότητα που έχει αποδειχθεί ότι κατείχε δεν ενεργοποιεί το εν λόγω τεκμήριο. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, από την υπόλοιπη μαρτυρία δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει αναμφίβολα την ύπαρξη τέτοιου σκοπού εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 έστω για την ποσότητα, την κατοχή της οποίας παραδέχθηκε. Αντίθετα ο ίδιος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση ότι ήταν χρήστης τέτοιων ουσιών και ότι αγόραζε συγκεκριμένη ποσότητα για σκοπούς χρήσης όταν του τελείωνε η ποσότητα που κατείχε. Το γεγονός δε ότι ήταν χρήστης κάνναβης, ήταν δε ως ανέφερε και ο Μ.Κ.1, γνωστό και στην Υ.ΚΑ.Ν. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 1 και συγκεκριμένα ότι στις 7.9.12, είχε χωρίς άδεια, στην κατοχή του κάνναβη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 9,7409 γραμμαρίων ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  2. Ο δε κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατοχή ναρκωτικών και κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.