JEREMY R. ZIGMAN ν. Αναστάσιου Αναστασιάδη, Αρ. Υπόθεσης: 30515/14, 17/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30515/14 JEREMY R. ZIGMAN Παραπονούμενος -εναντίον- Αναστάσιου Αναστασιάδη Κατηγορούμενου --------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: κ. Πολυκάρπου και κα Χ. Μάρκου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Αργυρού με κ. Στεφάνου Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ Πρώτης Όψεως) Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία, αφορά στο αδίκημα της απάτης του αρ.300 Κεφ.154, ενώ η 2η κατηγορία, η οποία αφορά σε κατ' ισχυρισμό απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, εδράζεται επί των αρ. 297 και 298 Κεφ.
- Αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως αυτές τροποποιήθηκαν στις 7/9/16, οι οποίες είναι ουσιαστικά κοινές και για τις δύο κατηγορίες, είναι ότι αυτός, κατά ή περί το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012, με σκοπό εξαπάτησης και πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου, απέσπασε από τον τελευταίο, το ποσό των $193.894,72 χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα (1η κατηγορία) και ψευδείς παραστάσεις (2η κατηγορία). Το κατ' ισχυρισμό δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα σε σχέση με το αδίκημα του αρ.300 και οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις σε σχέση με το αδίκημα του αρ.298, ήταν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ότι ο κατηγορούμενος, παρουσίασε και παρέστησε στον παραπονούμενο ότι, επειδή σκοπός του ήταν «να προβεί σε ενέργειες προς εξεύρεση ενδιαφερόμενων πωλητών ακινήτων του με σκοπό τη σύναψη συμφωνιών αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας», αν ο παραπονούμενος του έδινε το εν λόγω ποσό, αυτός (ο κατηγορούμενος), θα το χρησιμοποιούσε για τον εν λόγω σκοπό, πράγμα το οποίο όμως μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος δεν έπραξε και εξακολουθεί να κατακρατεί το προαναφερόμενο ποσό, αρνούμενος να το επιστρέψει στον παραπονούμενο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του παραπονούμενου, κλήθηκαν και κατέθεσαν πέντε μάρτυρες ήτοι ο παραπονούμενος ως ΜΚ1, η A.Στυλιανού, Πρωτοκολλητής Ε.Δ. Λ/σου ως ΜΚ2, ο Μ. Μαρκίδης, Δικαστικός Γραφολόγος ως ΜΚ3, η Λ.Γεωργίου, Λειτουργός Κτηματολογίου ως ΜΚ4 και η Κ. Περικλέους, τραπεζικός υπάλληλος στη Societe Generale Bank, ως ΜΚ
- Στο σύνολο τους, κατατέθηκαν επίσης, 18 Τεκμήρια. Η ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία καθώς και τις δηλώσεις των συνηγόρων των μερών όπως αυτές είναι καταγραμμένες στα πρακτικά της υπόθεσης, είναι η εξής: Ο παραπονούμενος είναι Αμερικανός υπήκοος και τον κατηγορούμενο το γνώρισε το καλοκαίρι 2011 μέσω ενός Κύπριου κοινού φίλου τους, τον Μ. Σαπαρίλλα. Ο Σαπαρίλλας τότε, του είχε συστήσει τον κατηγορούμενο, ως ένα έμπειρο και ικανό επιχειρηματία, ο οποίος ειδικευόταν σε επενδύσεις ακινήτων και ότι επρόκειτο για άτομο εμπιστοσύνης με δυνατές πολιτικές διασυνδέσεις (συγγενής του νυν ΠτΔ). Μη έχοντας οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσει το φίλο του, ο παραπονούμενος, συζητώντας με τον κατηγορούμενο, αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί του στις επενδύσεις ακινήτων. Για το σκοπό αυτό, περί τον Ιούλιο 2011, ο παραπονούμενος ίδρυσε την κυπριακή εταιρεία Zenouthia Ltd, στην οποία ο ίδιος ήταν μέτοχος και ο κατηγορούμενος διευθυντής. Αναφορικά με το κεφάλαιο της εταιρείας, ένα μεγάλο μέρος του καταβλήθηκε από ένα επαγγελματικό φίλο και συνεργάτη του παραπονούμενου, τον Fred Cohrs, επίσης Αμερικανό υπήκοο και το υπόλοιπο από τον παραπονούμενο. Τα λεφτά που ο Fred και ο παραπονούμενος συνεισέφεραν στη Zenouthia μέχρι και τον Δεκέμβριο 2011, χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο για την αγορά αριθμού ακινήτων (Τεκ.7) και τα σχετικά αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο προς όφελος της Zenouthia. Σε μία εκ των περιπτώσεων, ο παραπονούμενος ήταν και αυτός παρών στο Κτηματολόγιο, μαζί με τον κατηγορούμενο. Περί τον Νοέμβριο 2011 και αφού δεν είχε καταστεί δυνατή η οποιαδήποτε μεταπώληση των αγορασθέντων ακινήτων ως όλοι οι εμπλεκόμενοι ευελπιστούσαν, ο Fred, ως το πρόσωπο που συνεισέφερε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της Zenouthia, άρχισε να ανησυχεί για την πορεία των επενδύσεων και ζήτησε από τον παραπονούμενο όπως καταστεί αυτός (ο Fred), αποκλειστικός μέτοχος της εταιρείας και κατ' επέκταση «ιδιοκτήτης» των αγορασθέντων ακινήτων, αίτημα με το οποίο παραπονούμενος συμφώνησε. Ακολούθως, στις 4/1/12, μέσω του κατηγορούμενου ως διευθυντή της Zenouthia, οι μετοχές του παραπονούμενου στην Zenouthia, μεταβιβάστηκαν εξ' ολοκλήρου στον Fred (Τεκ.1). Τον ίδιο καιρό που ο Fred ζήτησε να καταστεί αποκλειστικός μέτοχος της Zenouthia, ήτοι τον Νοέμβριο 2011, ο κατηγορούμενος, εισηγήθηκε στον παραπονούμενο, ότι θα ήταν πιο κερδοφόρο και για τους δύο τους, αν άφηναν «έξω» από τις μελλοντικές επενδύσεις τον Fred και προχωρούσαν μόνοι τους. Με τη σκέψη ότι τα κέρδη θα ήταν περισσότερα, αφού θα διανέμονταν πλέον μεταξύ των δύο τους και ότι ο Fred, έχοντας καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της Zenouthia θα δικαιούτο να επωφεληθεί περισσότερο από ενδεχόμενες πωλήσεις των ακινήτων της Zenouthia, ο παραπονούμενος αποφάσισε να ακολουθήσει την εισήγηση του κατηγορούμενου. Ενεργώντας στη βάση των πιο πάνω και στις προτροπές του κατηγορούμενου ότι έπρεπε να ενεργήσουν γρήγορα για να μη χάσουν ευκαιρία, ο παραπονούμενος απέστειλε στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου στη Societe Generale Bank, στις 1/12/11 και 25/1/12, το συνολικό ποσό των $193.894,72 (Τεκ. 2,3,4 και 5). Ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε στη συνέχεια ότι, για να μπορέσουν να «καθαρίσουν» τα ποσά, η τράπεζα απαιτούσε όπως αυτά δικαιολογηθούν και αυτό ένεκα των αυστηρών κανονισμών σε θέματα «ξεπλύματος βρώμικου χρήματος», κάτι το οποίο ο παραπονούμενος θέωρησε πολύ εύλογο, ένεκα προηγούμενης προσωπικής του εμπειρίας με παρόμοιο θέμα. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος του εισηγήθηκε τότε, όπως καταρτιστεί και υπογραφεί ένα «ψεύτικο» - «εικονικό» συμβόλαιο, το οποίο θα παρουσίαζε ότι τα εν λόγω ποσά, καταβάλλονταν στον κατηγορούμενο για το σκοπό αγοραπωλησίας ακινήτων που ανήκαν στον κατηγορούμενο οπόταν και του έδωσε ένα τέτοιο συμβόλαιο για να το υπογράψει. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, το εν λόγω συμβόλαιο, θυμάται να το υπέγραψε γύρω στη δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου 2012, όμως δεν μελέτησε το περιεχόμενο του, αφού το θεωρούσε ως «τυπικό» και «ψεύτικο». Αντίγραφο του εν λόγω συμβολαίου δεν κράτησε, αφού θεώρησε ότι δεν θα το χρειαζόταν και μέχρι που οι διαφορές των μερών ήχθησαν για ακρόαση για πρώτη φορά στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης 5696/13, ουδέποτε το ξαναείδε. Αφού από την αποστολή των χρημάτων στον κατηγορούμενο, παρήλθε κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς να υπάρξουν εξελίξεις στις επενδύσεις, ο παραπονούμενος άρχισε να ανησυχεί. Ο κατηγορούμενος στον οποίο ο παραπονούμενος μετέφερε τις ανησυχίες του, πρόβαλλε συνεχώς διάφορες αόριστες, ασαφείς και γενικές δικαιολογίες. Όταν πλέον ο παραπονούμενος άρχισε να υποπτεύεται ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά», ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει πίσω τα χρήματα του οπόταν και ο τελευταίος επανήλθε με περισσότερες δικαιολογίες. Μη έχοντας άλλη επιλογή, ζήτησε τις υπηρεσίες δικηγόρου, ο οποίος απαίτησε άμεσα τα χρήματα από τον κατηγορούμενο. Στην απαίτηση αυτή των δικηγόρων του παραπονούμενου, απάντησαν οι δικηγόροι του κατηγορούμενου, οι οποίοι, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του πρώτου, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο πελάτης τους, δικαιούτο να κρατήσει τα εν λόγω ποσά δυνάμει του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου γης που είχε υπογραφεί μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου. Το εν λόγω ισχυριζόμενο συμβόλαιο όμως, οι δικηγόροι του κατηγορούμενου αρνήθηκαν να το δώσουν στους δικηγόρους του παραπονούμενου. (βλ. Τ.9 και 19) Κατά ή περί το χρόνο που ενεπλάκησαν οι δικηγόροι των μερών, ήτοι το καλοκαίρι 2012, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, σε μια προσπάθεια να του επιστρέψει τα χρήματα του, του έδωσε μια επιταγή της Zenouthia, για το ποσό των €144.000 και ημερομηνία 8/10/12 (Τεκ. 11), την οποία του είπε ότι, θα την «κάλυπτε σύντομα», με τα κέρδη που θα έπαιρνε από επικείμενη πώληση ακινήτων της Zenouthia. Η εν λόγω επιταγή όμως, όταν ο παραπονούμενος την παρουσίασε σε τραπεζικό ίδρυμα για να την εξαργυρώσει, δεν κατέστη δυνατό να τιμηθεί. Σύμφωνα με τη σφραγίδα της πληρώτριας Τράπεζας, η επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί διότι, επί αυτής, υπήρχαν «αλλαγές (που) χρειάζονταν πλήρη υπογραφή του εκδότη της επιταγής» και «ο λογαριασμός έκλεισε..». Στη συνέχεια, ο παραπονούμενος έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του όπως κινηθούν δικαστικά εναντίον του κατηγορούμενου προς ανάκτηση των χρημάτων του. Για το σκοπό αυτό, αρχικά, καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λ/σου, η ιδιωτική ποινική υπόθεση 5696/13, η οποία στρεφόταν εναντίον της Zenouthia ως κατηγορούμενης 1 και του εδώ κατηγορούμενου, ως κατηγορούμενου 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή και αντιπρόσωπου της Zenouthia. Η εν λόγω υπόθεση, καταλόγιζε και στους δύο κατηγορούμενους, στην μεν εταιρεία ως εκδότη και στον δε κατηγορούμενο ως συνεργό, τη διάπραξη του αδικήματος του αρ.305Α Κεφ.154 ήτοι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών ήταν η προαναφερόμενη επιταγή των €144.000 με ημερ.8/10/12 (βλ.Τεκ.16 για το οποίο αμφότεροι οι συνήγορο δήλωσαν ότι εκ παραδρομής αναφέρει ως ημερομηνία αδικήματος την 15/4/13 και ότι η ορθή ημερομηνία είναι η 810/12). Στη διαδικασία που ακολούθησε, μόνο ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε με δικηγόρο ενώ για τη Zenouthia δεν υπήρξε εμφάνιση. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εκείνης της υπόθεσης, επιχειρήθηκε από πλευράς παραπονούμενου, να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο και να προστεθούν δύο νέες κατηγορίες εναντίον του εκεί κατηγορούμενου
- Οι εν λόγω προτιθέμενες κατηγορίες ήταν πανομοιότυπες με αυτές στις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση ήτοι για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων του αρ.300 και 298 Κεφ.
- Θέση του παραπονούμενου στην 5696/13, ήταν ότι, με την προσθήκη των εν λόγω κατηγοριών, θα εξυπηρετηθεί καλύτερα η δικαιοσύνη αλλά και τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένου και του εκεί κατηγορούμενου 2, αφού οι δύο νέες αυτές κατηγορίες, αφορούν σε «συγγενή περιστατικά» και «συγγενή γεγονότα» με τις κατηγορίες που αποτελούσαν ήδη, αντικείμενο του κατηγορητηρίου. Όπως δήλωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για τροποποίηση, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις δύο νέες αυτές κατηγορίες, «ανάγονται στον χρόνο κατά τον οποίο χρήματα εκ μέρους του παραπονούμενου εμβάστηκαν στον κατηγορούμενο και είναι μαρτυρία που σε κάθε περίπτωση θα ακουστεί στο σεβαστό σας Δικαστήριο, σκοπούσα να δικαιολογήσει τη νομιμότητα του ανταλλάγματος για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή...». Συνεπώς υποστήριξε ο συνήγορος, με την αιτούμενη τροποποίηση, ούτε ο παραπονούμενος, ούτε ο κατηγορούμενος 2 αλλά ούτε και το Δικαστήριο, θα χρειαστεί να ταλαιπωρηθούν, δικάζοντας «2 φορές 2 διαδικασίες...». Στο εκεί αίτημα του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, πρόβαλε ένσταση. Στην αγόρευση του προς υποστήριξη της ένστασης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 στην 5696/13, υποστήριξε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση «θα επηρεαστούν δυσμενώς τόσο τα δικαιώματα μας όσο και θα βλαφτεί η Υπεράσπιση την οποία θα προβάλουμε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης...». Τη θέση του αυτή ο συνήγορος, τη στήριξε στο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του αρ.305Α, για το οποίο ο κατηγορούμενος 2 σε εκείνη την υπόθεση κατηγορείτο ότι διέπραξε ως συνεργός της εκδότριας Zenouthia, διαφέρουν κατά πολύ από τα συστατικά που τα «εντελώς 2 νέα αδικήματα» αφορούν και τα οποία μάλιστα, καταλογίζονται προσωπικά στον κατηγορούμενο
- Ένεκα τούτου, υποστήριξε ο συνήγορος, η υπεράσπιση τίθεται «σε ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο», χωρίς να έχει καταδειχθεί η απαιτούμενη σχετικότητα ή συνάφεια με τις ήδη υπάρχουσες κατηγορίες. Εισηγήθηκε τέλος ο συνήγορος ότι ο παραπονούμενος, αν επιθυμεί να προσάψει αυτές τις νέες κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου 2 προσωπικά, θα πρέπει «...να προχωρήσει με νέο κατηγορητήριο, με τη καταχώρηση νέου κατηγορητηρίου που να αφορά απάτη και ψευδείς παραστάσεις που θα αφορά ως κατηγορούμενο μόνο προσωπικά τον κατηγορούμενο 2». Ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης 5696/13, αφού άκουσε τους συνηγόρους ως προς το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνοντας ότι «πρόκειται για 2 εντελώς καινούριες κατηγορίες, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με τις υφιστάμενες κατηγορίες, (ότι) εδράζονται σε διαφορετική νομική βάση, σε εντελώς διαφορετικά γεγονότα και αυτό προκύπτει μέσα από τις λεπτομέρειες αδικήματος, (ότι) αφορούν διαφορετικό χρόνο κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων και (ότι) αναμφίβολα πρόκειται για σοβαρότατες κατηγορίες (σοβαρότερες των υφισταμένων) ... (και με) ... συστατικά στοιχεία ... εντελώς διαφορετικά από τα συστατικά στοιχεία των υφιστάμενων κατηγοριών...», αποφάσισε για τους λόγους που κατέγραψε στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 10/11/14, να απορρίψει το αίτημα, οπόταν και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση, μόνο με τις υπάρχουσες κατηγορίες στη βάση του αρ.305Α. Τα πιστοποιημένα πρακτικά της διαδικασίας με την πλήρη επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν στην παρούσα υπόθεση ως Τεκ.
- Στην ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε για τις κατηγορίες του αρ.305Α, το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ήταν ουσιαστικά το ίδιο με τα όσα αυτός πρόβαλε και στην παρούσα υπόθεση, ήτοι ότι την 1/12/11 και την 25/1/12, κατόπιν παρότρυνσης του κατηγορούμενου, έστειλε στον τελευταίο συνολικά $193.894,72, με σκοπό την επένδυση σε ακίνητα και όταν στη συνέχεια αυτό δεν έγινε, ζήτησε τα χρήματα του πίσω οπόταν και ο κατηγορούμενος του έδωσε την εν λόγω επιταγή των $144.000 η οποία όμως ουδέποτε τιμήθηκε για τους λόγους που αναγράφηκαν επί αυτής. Εξαίρεση στην προσκομισθείσα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, αποτέλεσε το σημείο της μαρτυρίας της πλευράς του παραπονούμενου, αναφορικά με την γραφολογική έκθεση που ζήτησε να γίνει σε σχέση με την «εικονική» συμφωνία» και τη συναφή μαρτυρία του ΜΚ
- Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος ότι, είναι κατά την εκδίκαση της 5696/13 που για πρώτη φορά απέκτησε, αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας και αυτό όταν το κατέθεσε η υπεράσπιση. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, στα πλαίσια της ακρόασης της 5696/13, η πλευρά του κατηγορούμενου παρουσίασε το εν λόγω συμβόλαιο για να προβάλει το δικό της ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο του, ήταν αληθές και ότι δεν αφορούσε σε «εικονική δικαιολόγηση ποσών», ως ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε. Ο τελευταίος διαπίστωσε τότε, ως ισχυρίζεται, ότι το εν λόγω συμβόλαιο, τον παρουσίαζε να υπογράφει ως γραμματέας της Zenouthia, θέση την οποία ουδέποτε κατείχε, ότι έφερε ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 2012 και όχι τον Φεβρουάριο 2012 που υπέγραψε και ότι πλην της υπογραφής του στην τελευταία σελίδα, οι μονογραφές στις υπόλοιπες σελίδες δεν ήταν δικές του. Ήταν όμως πεπεισμένος, κάτι το οποίο ισχυρίστηκε ότι επιβεβαίωσε στη συνέχεια μέσω του ΜΚ3, ότι το συμβόλαιο που παρουσίασε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο στην 5696/13, είχε αλλοιωθεί και υποστεί παρέμβαση, προφανώς από τον ίδιο κατηγορούμενο. Αφού εξασφάλισε αντίγραφο του συμβολαίου αυτού στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης, ο παραπονούμενος συμβουλεύτηκε γραφολόγο (ΜΚ3), ο οποίος, αφού το μελέτησε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, του επιβεβαίωσε ότι οι εν λόγω μονογραφές, δεν συνάδουν με το γραφικό του χαρακτήρα. Το εν λόγω «συμβόλαιο» κατατέθηκε στην παρούσα ως Τεκ.6 και η έκθεση του ΜΚ3, ως Τεκ.
- Το αν το εν λόγω συμβόλαιο, το οποίο η πλευρά του κατηγορούμενου παρουσίασε στην προηγούμενη ποινική υπόθεση, είναι όντως το συμβόλαιο που υπέγραψε το Φεβρουάριο 2012, ο παραπονούμενος δεν το γνωρίζει ούτε και μπορεί να θυμηθεί τι αφορούσε το συμβόλαιο που είχε υπογράψει τότε. Το μόνο που μπορεί να αναγνωρίσει είναι την υπογραφή του στην τελευταία σελίδα. Η υπεράσπιση στην 5696/13, επιτέθηκε, μεταξύ άλλων, στην εκδοχή του παραπονούμενου ως προς το ποιο ήταν το ισχυριζόμενο αντάλλαγμα της επιταγής ήτοι το γιατί ο παραπονούμενος έστειλε χρήματα στον κατηγορούμενο την 1/12/11 και 25/1/
- Μία εκ των θέσεων που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση σε εκείνη την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, ήταν ότι τα χρήματα που έστειλε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο, δεν στάληκαν υπό τις συνθήκες που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ήτοι κατόπιν παρότρυνσης του τελευταίου για να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς επένδυσης σε ακίνητα, αλλά ότι όντως στάληκαν για την αγορά από τον παραπονούμενο, των ακινήτων που ανήκαν στον κατηγορούμενο, ως αναφέρεται στη μεταξύ τους επίμαχη συμφωνία. Σύμφωνα με την υπεράσπιση στην 5696/13, η συμφωνία που ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν εικονική (Τεκ.6 στην παρούσα), στην πραγματικότητα ήταν, μια αληθινή, έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ τους. Αυτή η θέση υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του και στην παρούσα υπόθεση. Ο αδελφός Δικαστής που εκδίκασε την 5696/13, εξέδωσε την τελική απόφαση του στις 29/7/
- Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, ήταν ότι ούτε ο παραπονούμενος αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος, είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με το τι έλαβε χώρα μεταξύ τους, από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι το τέλος. Μη έχοντας συνεπώς αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορούσε να καταλήξει σε ευρήματα ως προς το αν όντως οφείλονταν λεφτά προς τον παραπονούμενο ή αν όντως ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε και του παρέδωσε την επίμαχη, σε εκείνη την υπόθεση, επιταγή, ως επιστροφή μέρους των χρημάτων ή άλλως πως, ο αδελφός Δικαστής, απέρριψε την υπόθεση και αθώωσε και απάλλαξε και τους δύο κατηγορούμενους από τις κατηγορίες που αμφότεροι αντιμετώπιζαν. Από πλευράς παραπονούμενου δεν ασκήθηκε έφεση ούτε εναντίον της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην 5696/13 ούτε εναντίον της απόφασης για απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης. Τα όσα έλαβαν χώρα κατά την ακρόαση της 5696/13 και αναφέρονται πιο πάνω, αποτέλεσαν στην παρούσα υπόθεση, αντικείμενο από κοινού δηλώσεων των συνηγόρων και όσον αφορά την τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην 5696/13, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αναφέρθηκαν στο κείμενο της, όπως αυτό έχει δημοσιευτεί στις διαδικτυακές βάσεις δεδομένων της κυπριακής νομικής πληροφόρησης, με αναφορά JEREMY R ZIGMAN ν. ZENOUTHIA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5696/2013, 29/7/2015 και το οποίο τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της παρούσας ακρόασης. Η παρούσα υπόθεση, καταχωρήθηκε στις 25/11/14, εκκρεμούσης της εκδίκασης της 5696/13 και μετά που το αίτημα που υποβλήθηκε σε εκείνη την υπόθεση, για τροποποίηση του κατηγορητηρίου και προσθήκη των εδώ κατηγοριών, απορρίφθηκε. Μετά που ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην παρούσα υπόθεση και δήλωσε μη παραδοχή, ο συνήγορος του εξέφρασε την πρόθεση να εγείρει θέματα ειδικής απολογίας και κατάχρησης, ενόψει της αθωωτικής απόφασης στην 5696/
- Ένεκα όμως της ασυμφωνίας που υπήρξε με την πλευρά του παραπονούμενου, ως προς το παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων που απαιτείται για σκοπούς εξέτασης τέτοιου αιτήματος, ο συνήγορος, επιφυλάχθηκε να εγείρει το θέμα σε μεταγενέστερο στάδιο. Όταν όμως το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 7/9/16 και ο κατηγορούμενος επανακατηγορήθηκε, αυτός πρόβαλε τότε την ειδική απολογία του autrefois acquit καθώς και την αρχή ενάντια στο double jeopardy. Και πάλι όμως, ένεκα της απουσίας παραδεκτού υπόβαθρου, με τη σύμφωνο γνώμη όλων, το θέμα αφέθηκε να εγερθεί και να αποφασιστεί σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας όταν και θα ετίθεντο ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα και απαραίτητα προς τούτο γεγονότα. Ανέφερα με κάπως περισσή λεπτομέρεια τόσο το ιστορικό της υπόθεσης όσο τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε και αυτό διότι, μετά το πέρας της υπόθεσης για τον παραπονούμενο, η πλευρά του κατηγορούμενου, υπέβαλε εισήγηση ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί και ο κατηγορούμενος να αθωωθεί και απαλλαχτεί από αυτό το στάδιο διότι: Α) Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία κατηγορία, όπως ο «όρος» έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία και τη Δικαστική Πρακτική
- Β) Υπό το φως της ύπαρξης της ποινικής υπόθεσης 5696/13, της εκδίκασης της από αρμόδιο Δικαστήριο και της έκδοσης τελικής απόφασης η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, η παρούσα υπόθεση προσκρούει στις αρχές του δεδικασμένου (autrefois acquit) και του κανόνα εναντίον του διπλού κινδύνου (double jeopardy) και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν αναφορικά και με τους δύο άξονες επί των οποίων βασίστηκε η εισήγηση. Το πλήρως κείμενο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους, στα πλαίσια των οποίων έκαμαν πλούσια αναφορά τόσο σε κυπριακή όσο και σε αγγλική και ευρωπαϊκή νομολογία, είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αναφορά στις αντίστοιχες θέσεις τους κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Αυτό που θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί, είναι βεβαίως η σημασία και τυχόν συνέπειες που η προηγούμενη ποινική υπόθεση που ήχθη μεταξύ των μερών με αρ. 5696/13 και στην οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση στις 25/7/15 επιφέρει, στην παρούσα υπόθεση. Αυτό διότι, τυχόν επιτυχία των επί του προκειμένου θέσεων της υπεράσπισης, θέτει τέρμα στη διαδικασία και αποκλείει την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα. Συνοπτικά, η θέση του κ. Αργυρού ήταν ότι, τα επίμαχα στην παρούσα υπόθεση γεγονότα, όπως προκύπτει και από την προσπάθεια που έγινε στην υπόθεση 5696/13 για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, είναι και γεγονότα που ο παραπονούμενος γνώριζε από την αρχή αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης εκείνης της υπόθεσης. Από τη στιγμή, υποστήριξε ο συνήγορος, που το Δικαστήριο στην 5696/13, εξέτασε τα εν λόγω γεγονότα και εξέδωσε τελική απόφαση επί αυτών, η τυχόν ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, στη βάση των ιδίων γεγονότων, έστω και υπό το φως άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο εκ νέου εξέτασης. Το όλο θέμα προβάλλει εντονότερα, σύμφωνα με το συνήγορο, υπό το φως της αθώωσης του κατηγορούμενου στην 5696/13 καθώς και από το ότι, τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι σοβαρότερης μορφής από αυτά της 5696/13, όπως άλλωστε προκύπτει από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Στην αντίπερα όχθη, η επί του προκειμένου θέση των συνηγόρων του παραπονούμενου ήταν συνοπτικά η εξής. Μπορεί να υπάρχει ένας «συνδετικός ιστός» μεταξύ των γεγονότων που ακούστηκαν στην παρούσα υπόθεση και των γεγονότων της 5696/13, από τον οποίο και προκύπτει η όντως σε μεγάλο βαθμό ομοιότητα και των επίμαχων γεγονότων αλλά και της μαρτυρίας στις δύο υποθέσεις, όμως αυτό δεν απολήγει στο συμπέρασμα που υποστήριξε η υπεράσπιση. Σύμφωνα με τους συνήγορους του παραπονούμενου, το Δικαστήριο στην 5696/13, εξέταζε το αδίκημα του αρ.305Α, το οποίο περιορίζεται στα δικά του συστατικά στοιχεία και τα οποία είναι χωριστά και ανεξάρτητα από το συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του αρ.300 και 298 Κεφ.
- Δεν πρόκειται δηλαδή για όμοια ή παρόμοια αδικήματα αλλά ούτε και αδικήματα που πηγάζουν από την ίδια συμπεριφορά και εμπεριέχονται το ένα στο άλλο, όπως π.χ. ο βιασμός και η άσεμνη επίθεση ή ο φόνος και η ανθρωποκτονία, οπόταν και ενδεχομένως να έβρισκε και κάποιο έρεισμα, η θέση περί δίωξης για σοβαρότερης μορφής αδικήματα. Την ίδια στιγμή όμως, υποστήριξαν οι συνήγοροι, το Δικαστήριο στην 5696/13, δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι στοιχειοθετούνται τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων ή της απάτης γιατί πολύ απλά, ούτε τα εν λόγω αδικήματα αλλά ούτε και τα σχετικά με αυτά γεγονότα, αφορούσαν το Δικαστήριο για σκοπούς εκείνης της υπόθεσης. Το ίδιο όμως ισχύει και σε σχέση με την παρούσα υπόθεση όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής έστω και αν καταλήξει ότι διαπράχθηκαν ή μη τα υπό εξέταση αδικήματα. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, οι συνήγοροι κάλεσαν το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του και την όλη στάση που τήρησε ο κατηγορούμενος στις δύο υποθέσεις. Ενώ του δόθηκε η ευκαιρία στην προηγούμενη υπόθεση να αποφύγει τον οποιονδήποτε τυχόν κίνδυνο ισχυρίζεται περί «διπλής δίωξης» και να τύχει ολοκληρωμένης διάγνωσης της ποινικής του ευθύνης σε μία διαδικασία, αυτός όχι μόνο αρνήθηκε την εν λόγω ευκαιρία αλλά κάλεσε και μάλιστα ρητά, τον παραπονούμενο, να καταχωρήσει καινούρια και χωριστή υπόθεση για τα υπό κρίση αδικήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, υποστήριξαν οι συνήγοροι, δεν μπορεί τώρα ο κατηγορούμενος, να προβάλλει ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του ή ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις για το ομολογουμένως ενδιαφέρον θέμα που έχει προκύψει υπό τις ιδιάζουσες αυτές περιστάσεις. Κατά τη μελέτη του θέματος, ανέτρεξα τόσο στην κυπριακή και αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., εφόσον το θέμα έχει προσεγγιστεί από διάφορες σκοπιές, αναλόγως της δικαιοδοσίας που το εξέταζε. Στην αγγλική νομολογία, το θέμα προσεγγίστηκε από τη σκοπιά των αρχών της δίκαιης δίκης, όπως αυτές αναδύονται κυρίως από το κοινοδίκαιο και τη δικαστική πρακτική. Στην νομολογία του ΕΔΑΔ, το θέμα εξετάστηκε υπό το πρίσμα του Αρ.4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η κυπριακή έννομη τάξη, αποτελεί, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ένα «υβρίδιο» των πιο πάνω και αυτό, ένεκα του Αρ.12.2 Συντάγματος, της άρρηκτης σχέσης με το κοινοδίκαιο αλλά και της δεσμευτικής προσχώρησης στην ΕΣΔΑ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση, LEVENT SHAIL ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2014, 8/7/2016 «Η συνταγματική, νομοθετική και με κάθε άλλη διάσταση επιταγή ότι κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί δύο φορές ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο ποινικό αδίκημα, είναι καλά εμπεδωμένη διαχρονικά, τόσο στο Αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, όσο και στον Ευρωπαϊκό χώρο.» Έχω την άποψη ότι το όλο θέμα, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση ενός συνδυασμού των προαναφερόμενων δικαιοδοτικών προσεγγίσεων και αυτό ακριβώς ένεκα της ιδιομορφίας της κυπριακής έννομης τάξης. Αυτό άλλωστε είναι που προκύπτει και από τις αναφορές που αμφότεροι οι συνήγοροι έκαμαν κατά τις αγορεύσεις τους. Ως αντιπροσωπευτικοί «οδηγοί» επί του θέματος, οι οποίοι συνοψίζουν αποτελεσματικά κατά την άποψη μου, την κάθε προσέγγιση, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, οι κυπριακές αποφάσεις LEVENT SHAIL και ΤΑΣΟΥΛΛΑ ΚΟΝΕ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΦΛΟΥΡΗ κ.α., Ποινική Έφεση ΑΡ. 209/2013, 5/3/2015, οι αγγλικές αποφάσεις Connelly v. DPP [1964] 2 AC 1254, DPP ν Humphrys [1977] A.C. 1 και R. v. Z.
(2000)3 All E.R. 385 και η απόφαση του ΕΔΑΔ στη Sergey Zolotukhin v. Russia [2009] ECHR 14939/03. Αυτό που συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, είναι ότι το Δικαστήριο, στην περίπτωση όπου εγείρεται το θέμα που ηγέρθηκε στην παρούσα, θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τη μεταγενέστερη δίωξη αν διαπιστώσει ότι: Α) Πρόκειται για κατάχρηση διαδικασίας είτε διότι κανονικά έπρεπε να υπήρχε μόνο μία διαδικασία είτε διότι η δεύτερη διαδικασία, ουσιαστικά εγείρεται με σκοπό να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή, να παρακάμψει την προηγούμενη αθώωση και να πετύχει με πλάγιο τρόπο, την καταδίκη του κατηγορούμενου για το αρχικό αδίκημα (in substance simply seeking to get behind a verdict of acquittal as a second chance to secure conviction on the original charge). Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο απορρίπτει την υπόθεση και απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ασκώντας της συμφυείς εξουσίες του να ρυθμίζει τη διαδικασία και να διαφυλάττει το δίκαιο και ακέραιο χαρακτήρα της. (βλ. μεταξύ άλλων, Connelly σελ. 1301-1302, Humphrys 40D-E, 41D-E, 46D-E, 47D-E, 52H - 53A, 55F, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και τη σχετική νομολογία που τις ακολούθησε). Για σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσο πρόκειται για κατάχρηση της διαδικασίας, το Δικαστήριο, εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων και μεταξύ άλλων, τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της δεύτερης διαδικασίας, τα κίνητρα του κατηγόρου, τη συνολική στάση του κατηγορούμενου, το αντικείμενο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης διαδικασίας καθώς και το που οδηγήθηκε η πρώτη υπόθεση και που οδηγείται η δεύτερη. Β) Τυγχάνει εφαρμογής «το δόγμα του δεδικασμένου (που) στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Bλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Οι αρχές του αγγλικού δικαίου αντανακλούνται στο Άρθρο 12.2 του Συντάγματος μας, το οποίο ορίζει πως ο «απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα»... Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο... (ενώ)... εάν δεν υπήρξε δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας ... ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης»...«όταν πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, ένας κατηγορούμενος θεωρείται ότι είχε τεθεί σε κίνδυνο αν είχε αρχίσει η διαδικασία με την απάντηση του στο κατηγορητήριο («. by plea in summary proceedings»)...(και) ... Μετά δε τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και σε κάθε αναβολή της υπόθεσης για το σκοπό τούτο, οι...(κατηγορούμενοι)...ήταν εκτεθειμένοι σε κίνδυνο καταδίκης. Το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν μάρτυρες από την κατηγορούσα αρχή κατά τις ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, γιατί γίνονταν διαβουλεύσεις για διευθέτηση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων, αφού το Δικαστήριο διατηρούσε πάντα τη δυνατότητα να ζητήσει όπως η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση» (βλ. Τασούλα Κονέ ανωτέρω καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Από τη σκοπιά του ΕΔΑΔ, το θέμα δύναται να συνοψιστεί ως εξής: «... Ο σκοπός του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Σύμβασης είναι να απαγορεύσει την επανάληψη ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με τελική απόφαση. Η διάταξη αυτή απαιτεί ότι ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να δικασθεί ή να τιμωρηθεί σε ποινική διαδικασία υπό την δικαιοδοσία του ίδιου κράτους για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί ή αθωωθεί (βλ. Göktan v France [2002] ECHR 33402/96, para 47, and Franz Fischer v Austria [2001] ECHR 37950/97, para 22, 29 May 2001). Προηγουμένως στη νομολογία του, το Δικαστήριο, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 όταν υπήρχαν όλα τα ακόλουθα στοιχεία: α) ο αιτητής καταδικάστηκε ή αθωώθηκε με τελική απόφαση, β) υπήρξε αντιγραφή (duplication) των διαδικασιών που αφορούν τον αιτητή, γ) όλες αυτές οι διαδικασίες ήταν ποινικές και δ) όλες αφορούσαν το ίδιο αδίκημα που ο αιτητής φέρεται να διέπραξε (βλ. Sergey Zolotukhin v Russia [2009] ECHR 14939/03, paras 48-122; Muslija v Bosnia and Herzegovina [2014] ECHR 32042/11, paras 22-40, 14 January 2014; and Boman v Finland [2015] ECHR 41604/11, paras 22-44, 17 February 2015).» Τα πιο πάνω συνιστούν ελεύθερη μετάφραση από την απόφαση του 4ου Τμήματος του Δικαστηρίου στην υπόθεση Dungveckis ν Lithuania App. No.32106/08, Judgment Date 12/04/2016, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 12/9/16, μετά που η σχετική έφεση που είχε ασκηθεί, απορρίφθηκε συνοπτικά. Σημειώνω εδώ ότι, σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, διαδραμάτισε και το κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές ή αντίθετες (incosistent) αποφάσεις επί γεγονότων, με το ένα Δικαστήριο να καταλήγει σε διαφορετικά ευρήματα (findings of fact) από το άλλο, επί των ιδίων όμως γεγονότων. Τη θέση αυτή υποστηρίζει και η αγγλική αλλά και η κυπριακή νομολογία (βλ. Connelly στις σελίδες που αναφέρονται ανωτέρω καθώς και τα λεχθέντα στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Χ'' Αλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 - «Το Δικαστήριο είναι ευαίσθητο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση ή αντιφατικότητα μεταξύ αποφάσεων ισότιμων δικαστηρίων. Αποτελεί είδος υπέρβασης εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.») Ωστόσο, όταν μια ενιαία εγκληματική συμπεριφορά δύναται να διαχωριστεί σε χωριστά μεταξύ τους αδικήματα, ή όταν οι δικαστικές διαδικασίες, καλύπτουν χωριστές πτυχές της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου (cover different aspects of his conduct), έστω και αν θα ήταν ορθότερο όπως συμπεριληφθούν όλα τα ισχυριζόμενα αδικήματα σε μια διαδικασία, η καταχώρηση χωριστών διαδικασιών σε σχέση με το κάθε αδίκημα, δεν συνεπάγεται αυτόματα και παραβίαση της αρχής του Αρ.4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (βλ. Dungveckis και Zolotukhin ανωτέρω, Goktan v. France [2002] ECHR 33402/96, Nilsson v. Sweden [2005] ECHR 73661/01, Connelly και Humphrys ανωτέρω, R v. Ollis [1900] 2 Q.B. 758 καθώς και Levent Shail ανωτέρω). Για μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας του ΕΔΑΔ, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο Δελτίο Τύπου που εκδόθηκε από το εν λόγω Δικαστήριο το Νοέμβριο 2016 με τίτλο «Right not to be tried or punished twice (the non bis in idem principle)». Γ) Τυγχάνει εφαρμογής η ειδική απολογία του autrefois convict/acquit «...η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Κύπρο με το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά), σελ. 157)» ... «Επί του προκειμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο οι αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41). Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (ανωτέρω), είναι σαφής: «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» (Τασούλα Κονέ ανωτέρω) Το θέμα είναι ξεκάθαρο και το δόγμα εφαρμόζεται πλήρως, όταν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εκ νέου τα ίδια αδικήματα για τα οποία αθωώθηκε ή καταδικάστηκε προηγουμένως και τα οποία βασίζονται πάνω στα ίδια γεγονότα. Δεν είναι όμως πάντοτε αυτή η περίπτωση αφού δυνατό να υπάρχουν περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, όπου τα αδικήματα αν και δεν είναι τα ίδια, προκύπτουν από ένα ευρύτερο και ενιαίο σύνολο γεγονότων. Στην απόφαση του Lord Morris στην Connelly ανωτέρω, στις σελ. 1305-1310, παρατίθενται οι αρχές που θα πρέπει να έχουν υπόψη τους τα Δικαστήρια όταν εξετάζουν κατά πόσο δύναται να εφαρμοστεί το δόγμα του autrefois. Τις παραθέτω πιο κάτω σε ελέυθερη μετάφραση:
(1)Κανείς δεν μπορεί δικαστεί για αδίκημα για το οποίο έχει προηγουμένως αθωωθεί ή καταδικαστεί
(2)Κανείς δεν μπορεί να δικαστεί για αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί στα πλαίσια προηγούμενου κατηγορητηρίου
(3)Ο εν λόγω κανόνας εφαρμόζεται αν το αδίκημα για το οποίο κάποιος κατηγορείται είναι στην ουσία το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο (in effect the same, or is substantially the same) με το κυρίως αδίκημα ή με διαφορετικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ή για το οποίος θα μπορούσε να καταδικαστεί
(4)Το τεστ για το αν ο κανόνας δύναται να εφαρμοστεί, είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το δεύτερο κατηγορητήριο ή το κατά πόσο τα γεγονότα που υποστηρίζουν το δεύτερο αδίκημα, θα ήταν αρκετά, για να στοιχειοθετήσουν τη νομική καταδίκη του κατηγορούμενου σε σχέση με το πρώτο αδίκημα, είτε σε σχέση με το αδίκημα του κατηγορητηρίου είτε σε σχέση με αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να κριθεί ένοχος.
(5)Ο κανόνας τελεί υπό την επιφύλαξη ότι το αδίκημα αντικείμενο του δεύτερου κατηγορητηρίου διαπράχθηκε κατά το χρόνο της πρώτης κατηγορίας, π.χ. εάν λάβει χώρα μια επίθεση για την οποία ασκήθηκε δίωξη, η οποία οδήγησε σε καταδίκη, δεν υπάρχει κώλυμα για μεταγενέστερη δίωξη για φόνο αν το θύμα της επίθεσης στη συνέχεια πεθάνει.
(6)Για την επίκληση του δόγματος του «autrefois acquit or autrefois convict», ο κατηγορούμενος δεν περιορίζεται σε σύγκριση του μεταγενέστερου κατηγορητηρίου με το προγενέστερο ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου αλλά μπορεί να αποδείξει με μαρτυρία όλα εκείνα τα θέματα, όπως την ταυτότητα των προσώπων, ημερομηνίες και γεγονότα, που είναι αναγκαία για να μπορέσει να καταδείξει ότι κατηγορείται για αδίκημα για το οποίο έχει αθωωθεί ή καταδικαστεί η για το οποίο μπορούσε να καταδικαστεί.
(7)Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο το έγκλημα ή το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται με το μεταγενέστερο κατηγορητήριο, είναι στην ουσία το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο (in effect the same, or is substantially the same) με το αδίκημα του προγενέστερου κατηγορητηρίου ( ή με αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί) και είναι άσχετο το ότι τα υπό εξέταση γεγονότα είναι τα ίδια ή οι μάρτυρες που θα κληθούν στη μεταγενέστερη διαδικασία είναι οι ίδιοι με την προηγούμενη διαδικασία.
(8)Εκτός από τις περιπτώσεις όπου κάποιος μπορεί να καταδείξει ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του autrefois acquit, ένας κατηγορούμενος, μπορεί να καταδείξει ότι κάποιο θέμα έχει ήδη αποφασιστεί από αρμόδιο Δικαστήριο οπόταν και εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου - res judicata.
(9)Εκτός των περιπτώσεων όπου δύναται να υποβληθεί «plea in bar» κατά την έγκριση του κατηγορητηρίου, η θεμελιώδης αρχή είναι ότι κανείς δεν μπορεί να διωχθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Στη βάση των πιο πάνω, ο Lord Morris, προχωρεί και αναφέρει ότι αν δύο ξεχωριστά αδικήματα διαπραχθούν ταυτόχρονα, αυτό δεν σημαίνει ότι η καταδίκη ή η αθώωση στο ένα αποκλείει τη δίωξη για το άλλο. Είναι τα αδικήματα που πρέπει να εξετασθούν - στην ουσία ήταν ένα αδίκημα που διαπράχθηκε ή ήταν δύο ή περισσότερα; - «It was the offence or offences that had to be considered. Was there in substance one offence - or had someone committed two or more offences?» Εφόσον είναι άνευ σημασίας το αν τα περιστατικά και οι συνθήκες που εξετάζονται στη δεύτερη δίωξη είναι πανομοιότυπα με αυτά της πρώτης διαδικασίας, το Δικαστήριο θα το απασχολήσουν μόνο τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι αν η μαρτυρία που απαιτείται για να στοιχειοθετήσει την καταδίκη σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα, θα στοιχειοθετούσε καταδίκη και σε σχέση με το πρώτο ή σε σχέση με αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικαστεί με το πρώτο κατηγορητηρίο. «It matters not that incidents and occasions being examined on the trial of the second indictment are precisely the same as those which were examined on the trial of the first. The court is concerned with charges of offences or crimes. The test is, therefore, whether such proof as is necessary to convict of the second offence would establish guilt of the first offence or of an offence for which on the first charge there could be a conviction» Τα πιο πάνω μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά με το υποθετικό σενάριο όπου κάποιος βιάζει μια κοπέλα και στη συνέχεια, σκεπτόμενος ότι θα ήταν επικίνδυνο να την αφήσει ελεύθερη μήπως και τον καταδώσει στην Αστυνομία, αποφασίζει να την σκοτώσει και προχωρεί και εκτελεί το σχέδιο του. Έχει επομένως διαπράξει και το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης και του βιασμού. Σίγουρα μπορεί να διωχθεί και να καταδικασθεί στα πλαίσια ενός ενιαίου κατηγορητηρίου και για τα δύο αδικήματα (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 209). Καταδίκη ή αθώωση του όμως είτε στο αδίκημα του φόνου είτε στου βιασμού, αποκλείει την μεταγενέστερη δίωξη του σε σχέση με τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας ή της άσεμνης επίθεσης αντίστοιχα και αυτό γιατί τα εν λόγω αδικήματα εμπεριέχονται στα αρχικά αδικήματα για τα οποία έχει ήδη δικαστεί. Βιασμός χωρίς άσεμνη επίθεση δεν μπορεί να διαπραχθεί όπως και δεν μπορεί να αποδειχθεί φόνος χωρίς θανάτωση προσώπου. Αυτό όμως δεν ισχύει μεταξύ των αδικημάτων του φόνου και του βιασμού, αν γι' αυτά ήθελε ασκηθεί χωριστή δίωξη, έστω και αν προέκυψαν από την ίδια αλληλουχία γεγονότων. Αυτό γιατί, ο φόνος, δύναται να διαπραχθεί και να αποδειχθεί χωρίς να διαπραχθεί και αποδειχθεί βιασμός και ο βιασμός χωρίς να διαπραχθεί και να αποδειχθεί φόνος. Η καταδίκη ή αθώωση στο ένα δεν συνιστά και καταδίκη ή αθώωση στο άλλο. Τα αδικήματα είναι ξεχωριστά. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε από το Lord Morris στη Connelly, όπου ο εκεί κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε δίωξη για ληστεία μετά που αθωώθηκε σε προηγούμενη δίωξη για φόνο που διαπράχθηκε κατά την ώρα της ληστείας: «...the question is whether proof that there was robbery with aggravation would support a charge of murder or manslaughter. It seems to me quite clear that it would not. The crimes are distinct. There can be robbery without killing. There can be killing without robbery. Evidence of robbery does not prove murder or manslaughter. Conviction of robbery cannot involve conviction of murder or manslaughter. Nor does an acquittal of murder or manslaughter necessarily involve an acquittal of robbery. Nor on a charge of murder or manslaughter could a man be convicted of robbery. That the facts in the two trials have much in common is not a true test of the availability of the plea of autrefois acquit. Nor is it of itself relevant that two separate crimes were committed at the same time so that in recounting the one there may be mention of the other.» Πρόσθετα όλων των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι σύμφωνα με την απόφαση R v Z ανωτέρω, στην οποία παρέπεμψε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Levent Shail ανωτέρω, κρίθηκε ότι, εκτός από τις περιπτώσεις όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές υπό στοιχεία Α-Γ, μαρτυρία η οποία είναι σχετική με την απόδειξη των αδικημάτων σε μεταγενέστερη δίωξη, δεν αποκλείεται απλά επειδή δείχνει ή τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα ένοχος για αδίκημα που είχε προηγουμένως αθωωθεί. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα από το λόγο των Humphrys και Ollis ανωτέρω, το Δικαστήριο στην R v Ζ, ανατρέποντας ουσιαστικά την προηγούμενη απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου στην υπόθεση, Sambasivam v Public Prosecutor, Federation of Malaya [1950] AC 458, ανέφερε ότι, όταν η κατηγορούσα αρχή προσκομίζει μαρτυρία προς απόδειξη μιας δεύτερης υπόθεσης, είναι στην απόδειξη εκείνης της υπόθεσης που στοχεύει η μαρτυρία και το κριτήριο είναι η σχετικότητα. Αν η μαρτυρία είναι σχετική με την υπόθεση, τότε, το ότι αυτή δυνατό να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι στην πραγματικότητα ένοχος κάποιου αδικήματος για το οποίο προηγουμένως αθωώθηκε, αυτό δεν καθιστά από μόνο του, τη μαρτυρία ανεπίτρεπτη. Μόνο αν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του δεδικασμένου ή του double jeopardy, θα αποκλειστεί μαρτυρία που κατά τ' άλλα είναι σχετική με την υπόθεση. H θέση αυτή φαίνεται να υποστηρίχτηκε και από το Law Commission στη συμβουλευτική του έκθεση - consultation paper - Double Jeopardy (Law Com No. 156), 1999 - (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο άρθρο των Doran, Jackson & Quinn - Evidence - το οποίο είναι δημοσιευμένο στο All England Annual Review/2000/Evidence). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα θεωρώ, ότι ο κάθε άξονας επί του οποίου δύναται να εξεταστεί το υπό κρίση θέμα, ως οι άξονες αυτοί παρατίθενται υπό στοιχεία Α-Γ πιο πάνω, είναι αυτοτελής, χωριστός και ανεξάρτητος από τους άλλους. Η επιτυχής επίκληση ενός από αυτούς δεν εξαρτάται από την απόδειξη και των υπολοίπων. Την ίδια στιγμή όμως, προκύπτει επίσης ξεκάθαρα ότι, σε μεγάλο βαθμό, οι εν λόγω άξονες, σε αρκετές πτυχές τους, αλληλοκαλύπτονται, με αποτέλεσμα επιτυχής επίκληση του ενός να συνεπάγεται ενδεχομένως και επιτυχή επίκληση και των υπολοίπων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Hamphrys, «In the event of a prosecutor using a ... charge merely as a second attempt to secure a conviction on the original charge the court has an inherent jurisdiction to prevent an abuse of its process ... this would in reality be putting the accused in double jeopardy...». Εφαρμόζοντας όλες τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, θεωρώ ότι η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης, από όποια σκοπιά ήθελε ιδωθεί, αυτή, δεν μπορεί να επιτύχει. Α) Τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα τόσο της παρούσας υπόθεσης, όσο και της 5696/13, μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο βαθμό στα ίδια γεγονότα και μαρτυρία, είναι όμως χωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους τόσο επί της ουσίας τους όσο και επί των συστατικών τους στοιχείων και απόδειξη του ενός δεν συνεπάγεται απόδειξη του άλλου. «That the facts in the two trials have much in common is not a true test of the availability of the plea of autrefois acquit. Nor is it of itself relevant that two separate crimes were committed at the same time so that in recounting the one there may be mention of the other.» (Connelly at 1310) Οι ψευδείς παραστάσεις και η απάτη δύναται να αποδειχθούν χωρίς την ανάγκη απόδειξης ότι μεταγενέστερα διαπράχθηκε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Άλλωστε «...Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη» (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861). Ταυτόχρονα, το αδίκημα του αρ.305Α, δύναται να αποδειχθεί, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί το αδίκημα των αρ.300 και/ή 298 και αυτό γιατί, αφ' ενός το «αντάλλαγμα της επιταγής» για σκοπούς του αρ.305Α, τεκμαίρεται δυνάμει του αρ. 30
(1)Κεφ. 262 (Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916) και αφ' ετέρου διότι το ίδιο το αδίκημα δεν απαιτεί την απόδειξη οποιασδήποτε υποκειμενικής υπόστασης (mens rea). H αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus), «... στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της» (βλ. Γεώργιος Κλεόπα Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016). Το ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και εκείνος δίωξη για το αδίκημα του αρ.305Α στην 5696/13, αυτό ήταν κατ' επίκληση του αρ.20 Κεφ.154, υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα του «συνεργού» και όχι του «εκδότη της επιταγής». Πέραν του ότι «...το άρθρ. 20 δε δημιουργεί αφευατού αδίκημα, απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του...» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και την αναφορά που γίνεται σε εκείνη την απόφαση στην υπόθεση Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (H.L), για να στοιχειοθετηθεί η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του αρ.350Α, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος συνεργός «γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εάν υπήρχαν ή όχι διαθέσιμα κεφάλαια, για πληρωμή της επίδικης επιταγής όταν την υπέγραφε.» (Vrontis Builders Ltd ανωτέρω. Β) Αν και η εκδοχή του παραπονούμενου αποδίδει στον κατηγορούμενο μια ενιαία εγκληματική συμπεριφορά, εντούτοις αυτή, τόσο επί της ουσίας της όσο και επί των σχετικών αδικημάτων, δύναται να χωριστεί σε ξεχωριστά αδικήματα. Απόσπαση $194.000 με απάτη και ψευδείς παραστάσεις περί τον Νοέμβριο 2011 - Ιανουάριο 2012 και έκδοση ακάλυπτης επιταγής για το ποσό των €144.000 περί το καλοκαίρι
- Οι δύο διαδικασίες επομένως, ήτοι η παρούσα και η 5696/13, αφορούν ουσιαστικά, σε ξεχωριστές πτυχές της κατ' ισχυρισμό αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου (different aspects of his conduct). Γ) Ένεκα και της απόρριψης του αιτήματος για τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην 5696/13, ο κατηγορούμενος ουδέποτε τέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο (peril - danger) καταδίκης για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Τα υπό κρίση αδικήματα ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο εκείνου του κατηγορητηρίου και όπως εξήγησα πιο πάνω, εφόσον είναι χωριστά και ανεξάρτητα από το αδίκημα του αρ.305Α, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επρόκειτο για αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικασθεί στα πλαίσια της 5696/
- Δ) Το Δικαστήριο στην 5696/13 αν και αθώωσε τον κατηγορούμενο εντούτοις δεν κατέληξε σε οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων (findings of fact) και αυτό διότι έκρινε αμφότερες τις εκδοχές αναξιόπιστες. Ως εκ τούτου, εξέταση των γεγονότων στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και κατάληξη σε σχετικά ευρήματα δεν δύναται να συνιστά αντιφατική (incosistent) απόφαση. Υπενθυμίζω την αρχή ότι ένας μάρτυρας που κρίνεται αναξιόπιστος από ένα Δικαστήριο δεν συνεπάγεται ότι θα κριθεί αναξιόπιστος και από άλλο, έστω και αν είναι επί των ίδιων γεγονότων που θα αξιολογηθεί. Επομένως, το ότι ούτε η εκδοχή του παραπονούμενου, αλλά ούτε η εκδοχή του κατηγορούμενου, έπεισαν το Δικαστήριο στην 5696/13, ουδόλως συνιστά δεσμευτική κατάληξη για σκοπούς αξιολόγησης τους στην παρούσα υπόθεση όπου η μαρτυρία τους θα κριθεί εκ νέου και υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Επισημαίνω ότι στην Connelly, ένα σημαντικό στοιχείο που λήφθηκε υπόψη για να απορριφθεί η έφεση του κατηγορούμενου, ήταν ότι η κατ' έφεση αθώωση του για το αρχικό αδίκημα του φόνου, δεν ήταν συνεπεία κατάληξης σε εύρημα γεγονότων αλλά συνεπεία διαπίστωσης ότι οι ένορκοι καθοδηγήθηκαν εσφαλμένα από τον πρωτόδικο Δικαστή, (wrong direction of the jury). Η αθώωση του κατηγορούμενου επομένως υπό αυτές τις συνθήκες δεν συνιστούσε κώλυμα για μεταγενέστερη δικαστική εξέταση και κρίση επί των ιδίων γεγονότων, για το σκοπό διαπίστωσης τυχόν ποινικής ευθύνης επί ξεχωριστού αδικήματος. Ο κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα στην μεταγενέστερη υπόθεση, να ξαναπροβάλει την εκδοχή του επί των ιδίων γεγονότων και να προσμένει σε επιτυχία της. «The appellant's case, as submitted to the jury on the murder charge, was twofold, namely,
(1)I was not there at all;
(2)if I was there, I was in no way responsible for the killing that took place. A verdict of not guilty would not proclaim what had been the view of the jury» «With respect, as I have indicated above, the Court of Criminal Appeal did not decide that the appellant had not been at Mitcham. What they decided was that the finding that he had been there was reached after a summing-up that was open to criticism and that the conviction for murder should be set aside» «The result is that the appellant can validly assert that he has been acquitted of the charge of murder - with the consequential result that he has also been acquitted of manslaughter. He cannot, however, say that anyone has ever decided that he was not present. Indeed, it is probable that the Court of Criminal Appeal would not without demur have agreed that the second indictment should be proceeded with, had they thought that their decision in any way involved a finding or conclusion to the effect that the appellant had not been at Mitcham.» Ε) Η πλευρά του παραπονούμενου εξέφρασε από την αρχή την πρόθεση της να «διώξει» τον κατηγορούμενο και για αυτά τα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να διωχθεί χωριστά για τα εν λόγω αδικήματα, προβάλλοντας τη θέση ότι αυτό εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε τη συμπερίληψη όλων των αδικημάτων στην ίδια υπόθεση. Στη βάση τούτων, ο παραπονούμενος καταχώρησε την παρούσα υπόθεση, εκκρεμούσης της εκδίκασης της 5696/13 και προτού μάθει για το αποτέλεσμα της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται δηλαδή για μεταγενέστερη της αθώωσης καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, η οποία υποκινείται από αλλότρια κίνητρα, τα οποία αποσκοπούν στην εξασφάλιση καταδίκης για το αρχικό αδίκημα και κατά πλάγιο τρόπο. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι ο παραπονούμενος ενήργησε κατά καταχρηστικό τρόπο ή κατά τρόπο που παραβλάπτει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Άλλωστε, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε εισηγηθεί αυτή την πορεία. Υπενθυμίζω ότι ακόμα και αν τα υπό κρίση αδικήματα περιλαμβάνονταν εξ' αρχής στο κατηγορητηρίο, ο κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει χωριστή εκδίκαση τους κατ' εφαρμογή του αρ.40 Κεφ.155. Επισημαίνω εδώ ότι στην Connelly, το «καλόπιστο» της κατηγορούσας αρχής εδράζετο στο ότι, λόγω του κανόνα πρακτικής (rule of practice) που ίσχυε τότε στην Αγγλία, συνεπεία της Rex v. Jones [1918] 1 K.B. 416, δεν επιτρεπόταν η συμπερίληψη στο ίδιο κατηγορητήριο, μιας κατηγορίας για φόνο και μιας για κάποιο άλλο αδίκημα, ενδεχομένως διότι, κατά το χρόνο έκδοσης της Jones, το αδίκημα του φόνου τιμωρείτο με θάνατο. Η πρακτική επομένως που ακολουθείτο στην Αγγλία σε τέτοιες περιπτώσεις, η οποία ακολουθήθηκε και στην Connelly, ήταν να καταχωρούνται δύο ξεχωριστά κατηγορητήρια, όμως να δικάζεται πρώτα εκείνο του φόνου. Σε περίπτωση καταδίκης τότε ο Δικαστής διέτασσε όπως το δεύτερο κατηγορητήριο «should remain on the file and be marked as not to be proceeded with unless the court or the Court of Criminal Appeal gave leave». Στην Connelly αυτό έγινε όταν πρωτόδικα ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για φόνο. Όταν στη συνέχεια αθωώθηκε κατ' έφεση, η κατηγορούσα αρχή ζήτησε και έλαβε άδεια από το Court of Criminal Appeal για να προωθήσει τη δίωξη σε σχέση με το αδίκημα της ληστείας. Τίποτα επομένως καταχρηστικό δεν προέκυπτε από τον όλο χειρισμό της υπόθεσης. Ομοίως, στην παρούσα υπόθεση, όταν η πλευρά του παραπονούμενου επιχείρησε να συμπεριλάβει όλα τα αδικήματα σε ένα κατηγορητήριο, αν και δεν υπήρχε ανάλογος κανόνας πρακτικής, εντούτοις «εμποδίστηκε» από Δικαστική απόφαση (Court ruling) την οποία και ορθά, σεβάστηκε πλήρως. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση ότι ο παραπονούμενος ενήργησε καταχρηστικά όταν καταχωρούσε την παρούσα υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης και την απορρίπτω. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ήτοι ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις που αμφότεροι οι συνήγοροι προβαλαν προς υποστήριξη των θέσεων τους, υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
- Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα καθ' όλα αντικειμενικά το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, είναι τα αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154, τα οποία, αν και παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, εντούτοις είναι διαφορετικά. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος, τη νομική πτυχή και των δύο αδικημάτων σε διάφορες υποθέσεις που επιλήφθηκα και πρόσφατα στην υπόθεση C P COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, 3/11/
- Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία και τις ειδοποιούς διαφορές των δύο αδκημάτων, τα οποία και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ «Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 «Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-181. Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[1] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[2] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα του actus reus των δύο αδικημάτων είναι: α) Απόσπαση (obtaining) χρημάτων από τον κατηγορούμενο β) Τα οποία το θύμα πείσθηκε (induced) να δώσει, συνεπεία, (και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων) α) Ψευδών Παραστάσεων, όπως η νομολογία καθορίζει σε σχέση με το αρ.298 β) Χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών, όπως καθορίζονται στη νομολογία σε σχέση με το αρ.300 Το mens rea και των δύο αδικημάτων είναι βέβαια η πρόθεση καταδολίευσης του θύματος. Ως προς την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου και την συναφή παρακίνηση του θύματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, εξετάζοντας τους όρους αυτούς στα πλαίσια του αδικήματος της πλαστογραφίας, υιοθέτησε με επιδοκιμασία το λόγο της Welham ανωτέρω, και ανέφερε τα εξής: «Πρόθεση καταδολιεύσεως ... δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως πρόκλησης βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα...αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται ...μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως...Η πιθανότητα βλάβης...είναι αρκετή...Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθοριστεί προηγουμένως, τότε διαπράτετται το αδίκημα...» Ο λόγος της GEORGHIOU, έχει κριθεί από μεταγενέστερη νομολογία, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στα αδικήματα που απαιτούν την απόδειξη τέτοιας πρόθεσης και παρακίνησης από πλευράς κατηγορούμενου. (βλ. Ευθυμίου και Ιωάννου ανωτέρω καθώς και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, λεπτομέρειες οι οποίες, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), το κατ' ισχυρισμό δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα σε σχέση με το αδίκημα του αρ.300 και οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις σε σχέση με το αδίκημα του αρ.298, ήταν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ότι ο κατηγορούμενος, παρουσίασε και παρέστησε στον παραπονούμενο ότι, επειδή σκοπός του ήταν «να προβεί σε ενέργειες προς εξεύρεση ενδιαφερόμενων πωλητών ακινήτων του με σκοπό τη σύναψη συμφωνιών αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας», αν ο παραπονούμενος του έδινε το εν λόγω ποσό, αυτός (ο κατηγορούμενος), θα το χρησιμοποιούσε για τον εν λόγω σκοπό, πράγμα το οποίο όμως μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έπραξε και εξακολουθεί να κατακρατεί το προαναφερόμενο ποσό, αρνούμενος να το επιστρέψει στον παραπονούμενο. Η αστική χροιά που περιβάλλει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του παραπονούμενου είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Το ερώτημα είναι αν της έχει δοθεί στίγμα σε ποινική ευθύνη, κάτι το οποίο βέβαια, εξαρτάται από την στοιχειοθέτηση των αντίστοιχων, νομολογιακά απαιτούμενων, προϋποθέσεων. 1η Κατηγορία - Απάτη αρ.300 Όσον αφορά την απόδειξη χρήσης οποιωνδήποτε απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς του αδικήματος του αρ.300, αντικείμενο της 1ης κατηγορίας, τίποτα το σχετικό δεν καταδείχθηκε από τη μαρτυρία. Άλλωστε, ούτε και στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας προβάλλεται οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός. Αντίθετα, τοσό οι λεπτομέρειες αδικήματος όσο και η όλη εκδοχή του παραπονούμενου, εδράζονται στα κατ' ισχυρισμο «ψεύδη» του κατηγορούμενου και τίποτε άλλο. Όπως ανέφερα ανωτέρω, τα ψέματα από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα του αρ.
- Σημειώνω εδώ ότι όπως εύστοχα επεσήμανε ο κ. Αργυρού και επιβεβαίωσε ο κ. Πολυκάρπου, το φερόμενο ως εικονικό συμβόλαιο που ο παραπονούμενος ανέφερε ότι υπέγραψε κατόπιν προτροπής του κατηγορούμενου και το οποίο δύναται να θεωρηθεί ως ένα «απτό αντικείμενο», ούτε εμπίπτει εντός του ρητού χρονικού πλαισίου που το κατηγορητήριο καθορίζει ρητά αλλά ούτε και αποτελεί ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι είναι συνεπεία αυτού του συμβολαίου που κατέβαλε τα επίμαχα ποσά. Άλλωστε, όπως ανέφερε και ο ίδιος, το εν λόγω συμβόλαιο υπογράφηκε πολύ αργοτερα της μεταφοράς των χρημάτων και ούτε ο ίδιος είναι σε θέση να θυμάται αν το συμβόλαιο που κατατατέθηκε είναι όντως το συμβόλαιο που του έστειλε ο κατηγορούμενος. Έπεται συνεπώς ότι η 1η κατηγορία δεν έχει στοιχειοθετηθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κατηγορούμενος επομένως θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί της 1ης κατηγορίας από αυτό το στάδιο. 2η Κατηγορία - Ψευδείς Παραστάσεις - αρ.297 και 298 Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, κατά τον ουσιώδη χρόνο που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, Νοέμβριο 2011-Ιανουάριο 2012, αυτός και ο κατηγορούμενος, ενεργούσαν από κοινού, σε επενδύσεις σε ακίνητα. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής, ο παραπονούμενος και ο άλλος Αμερικανός συναίτερος του, μέσω της εταιρείας τους, Zenouthia, χρηματοδοτούσαν τον κατηγορούμενο ο οποίος προέβαινε σε αγορές γης επ' ονόματι της εταιρείας. Όταν θα πωλούνταν τα ακίνητα σε κερδοφόρες τιμές, οι τρεις τους, θα μοιράζονταν τα κέρδη ανάλογα. Κανένα παρόμοιο παράπονο δεν προβλήθηκε σε σχέση με τη διαχείριση των χρημάτων αυτών από τον κατηγορούμενο ή σε σχέση με τον τρόπο που διαθτέθηκαν τα χρήματα αυτά. Μάλιστα δε, την «ορθή» διάθεση των χρημάτων του από τον κατηγορούμενο, την επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο παραπονούμενος, «ιδίοις όμμασι», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο στο κτηματολόγιο για την κατάθεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου επ' ονόματι της Zenouthia. Όταν ο αμερικανός συναίτερος του παραπονούμενου εξέφρασε την πρόθεση του να μη συνεχίσει άλλο με τη συνεργασία και να περιοριστεί να αναμένει πώληση των ήδη αγορασθέντων ακινήτων, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, του πρότεινε να αφήσουν «έξω» τον αμερικάνο συναίτερο και να συνεχίσουν την ίδια συνεργασία οι δύο τους. Με αυτό τον τρόπο θα αναλογούσαν περισσότερα κέρδη στο καθένα τους. Ο παραπονούμενος δέχτηκε και παρά το ότι έστειλε χρήματα στον κατηγορούμενο εντούτοις ο τελευταίος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα. Αυτή όμως είναι και η όλη ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου. Μια παράβαση αστικής συμφωνίας η οποία ουδόλως ανάγεται στο ποινικό αδίκημα του αρ.
- Ο παραπονούμενος συμφώνησε με τον κατηγορούμενο, τουλάχιστο από τις 11/7/11 που ιδρύθηκε η Zenouthia, τους όρους της αρχικής συνεργασίας τους, δείχνοντας εμπιστοσύνη, μεταξύ άλλων, στα λεγόμενα του τότε φίλου του, Μ.Σαπαρίλλα. Αρχικά, οι διαβεβαιώσεις που είχε λάβει επαληθεύονταν και η συνεργασία έβαινε καλώς, τουλάχιστο για τους πρώτους 5 μήνες, ήτοι μέχρι το Νοέμβριο
- Ο κατηγορούμενος αγόραζε ακίνητα ως ειχε υποσχεθεί και η εταιρεία του παραπονούμενου και του συναιτέρου του, Zenouthia Ltd, καθίστατο ιδιοκτήτης τους, ως είχε συμφωνηθεί. Ούτε ο παραπονούμενος, ούτε ο συναίτερος του αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος, έλαβαν, μέχρι τότε, προσωπικά οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τη συνεργασία και ουδείς είχε παράπονο. Δυστυχώς όμως, παρά το ότι όλοι τους εκπλήρωσαν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους, δεν προέκυψαν τα κέρδη που όλοι ανέμεναν. Ο ένας συναίτερος αποφάσισε τότε να μην συνεχίσει άλλο με τις επενδύσεις. Ο άλλος, ο παραπονούμενος δηλαδή, επέλεξε το αντίθετο. Αποφασισμένος να συνεχίσει τις επενδύσεις με τον κατηγορούμενο και προσδοκώντας να εξασφαλίσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος, συνέχισε την αρχική συνεργασία, προχωρώντας απ'ευθείας πλέον με τον κατηγορούμενο ούτως ώστε να αφήσει έτσι «έξω» από τις επενδύσεις και τα τυχόν κέρδη, την Zenouthia και κατ' επέκταση τον «πρώην» Αμερικανό συναίτερο του. Ο κατηγορούμενος όμως στη συνέχεια, σταμάτησε να εκπληρώνει τις δικές του υποχρεώσεις και τα χρήματα του παραπονούμενου, σε αντίθεση με τα χρήματα που κατέβαλε στην αρχή, μέσω της Zenouthia, δεν έλαβαν το συμφωνηθέν «αντάλλαγμα». Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως στοιχειοθετείται η απαιτούμενη για σκοπούς του αρ.298, ψευδή παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος ή η εξ' αρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε κατά το χρόνο που τις έδωσε ήτοι τον Ιούλη
- Τα όσα έλαβαν χώρα το Νοέμβριο, συνιστούσαν ουσιαστικά, συνέχιση της αρχικής συνενόησης έστω και με κάποια διαφοροποίηση ως προς τα εμπλεκόμενα πλέον μέρη, η οποία όμως, εν πάσει περιπτώσει δεν αφορά σε παράσταση οποιουδήποτε γεγονότος. Επιπλέον τούτου, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, μέχρι ενός σημείου, εκπλήρωνε κανονικά τις υποσχέσεις του. Το αν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό στον παραπονούμενο προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, δεν συνεπάγεται αυτόματα και εξ' υπαρχής πρόθεση του για καταδολίευση. Για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του αρ.298, η εν λόγω πρόθεση, είτε υπήρχε από την αρχή, κατά τη παράσταση γεγονότος, είτε όχι. Το ότι βέβαια ο κατηγορούμενος έλαβε τα χρήματα του παραπονούμενου είναι δεδομένο. Επισημαίνω όμως ότι οι αστικές διαφορές μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου, όπως και οι τυχόν αστικές θεραπείες που ο πρώτος δικαιούται εναντίον του τελευταίου, συνεπεία του ότι όντως του κατέβαλε χρήματα στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, ουδόλως αφορούν το ποινικό Δικαστήριο, το οποίο ασχολείται μόνο, με την εξέταση του κατά πόσο έχει διαπραχθεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο από το κατηγορητήριο. Επομένως, μπορεί ο παραπονούμενος να παρουσίασε μια υπόθεση, η οποία ίσως να ικανοποιεί το κριτήριο μιας αστικής αγωγής για τυχόν οικονομική ζημιά που έχει υποστεί από τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έλαβε και διαχειρίστηκε τα χρήματα του, όμως δεν είναι αυτό που απαιτεί το ποινικό Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος του αρ.298 Κεφ.
- (βλ. Ιωάννου και Ευθυμίου ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι το ποινικό αδίκημα του αρ.298, και διαφορετικού βαθμού απόδειξης είναι και ως προς την ουσία του διαφέρει, από το αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148 (π.χ η ψευδής παράσταση που απαιτεί το αρ.36 Κεφ.148, δύναται να είναι και απερίσκεπτη και αδιάφορη ως προς την αλήθεια της). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε στην 2η κατηγορία αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και αυτός θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από την εν λόγω κατηγορία, από αυτό το στάδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και της φύσης του αδικήματος. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη μου πρώτο ότι, ο παραπονούμενος, αρχικά επιχείρησε, έστω και ανεπιτυχώς, όπως για περιορισμό και των δημιουργηθέντων εξόδων αλλά και της προκληθείσας ταλαιπωρίας, όλα τα θέματα που προέκυπταν μεταξύ του και του κατηγορούμενου, ενταχθούν σε μια διαδικασία, δεύτερο ότι ο παραπονούμενος, «οδηγήθηκε» ουσιαστικά στην καταχώρηση της δεύτερης αυτής υπόθεσης ένεκα της απόφασης του Δικαστηρίου στην 5696/13, τρίτο ότι ο κατηγορούμενος, ενώ αρχικά επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα του να ζητήσει όπως αντιμετωπίσει δύο ξεχωριστές διαδικασίες, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε, στη συνέχεια αντέτεινε ότι αυτό συνιστούσε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του, οπόταν και μεγάλο μέρος της διαδικασίας αναλώθηκε επί αυτού του θέματος (βλ. περιεχόμενο και έκταση αντεξέτασης παραπονούμενου επί τούτου) και τέλος ότι, η επί του προκειμένου εισήγηση του κατηγορούμενου απορρίφθηκε, κρίνω ορθό όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον του παραπονούμενου και υπέρ του αθωωθέντος κατηγορούμενου και διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Απάτη [1] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [2] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο