Δημοκρατία ν. Χρίστος (Χριστάκης) Θωμά, Αρ. Υπόθεσης: 25230/15, 24/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:8 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25230/15 Δημοκρατία ν. Χρίστος (Χριστάκης) Θωμά Κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 24.5.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον κατηγορούμενο: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες φόνου εκ προμελέτης κατά παράβαση των άρθρων 203 και 204 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί, ότι δηλαδή τη 24.11.2015 στη Λεμεσό εκ προμελέτης επέφερε, με παράνομη πράξη το θάνατο τριών προσώπων, των Παράσχου Ντορζή, Κωνσταντίνου Ντορζή και Αιμίλιου Μιλτιάδους (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις εν λόγω κατηγορίες, ως το αναφαίρετο δικαίωμα του, με επακόλουθο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης κρίθηκε όμως ένοχος για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι επέφερε το θάνατο του Παράσχου Ντορζή, του Κωνσταντίνου Ντορζή και του Αιμίλιου Μιλτιάδους, κατηγορίες 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, διατυπώνονται στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης που εκφωνήσαμε στις 28 Απριλίου, 2017. Τα συνοψίζουμε κατωτέρω, χωρίς αυτό να σημαίνει πως παραγνωρίζουμε το υπόλοιπο μέρος της ετυμηγορίας μας. Τo επεισόδιο εκτυλίχθηκε σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της Λεμεσού, στην πλατεία Ηρώων και σε παρακείμενους δρόμους, στην παρουσία δεκάδων προσώπων. Tα τρία θύματα είχαν πάει το συγκεκριμένο απόγευμα στο μαγαζί του Ανδρέα Κωνσταντίνου, πατέρα του κατηγορουμένου, για να συζητήσουν για τη διαφορά που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο θυμάτων, των αδελφών Παράσχου και Κωνσταντίνου Ντορζή και του κατηγορουμένου. Η διαφορά τους, προέκυψε από ένα μήνυμα και συγκεκριμένα ένα αίτημα φιλίας που είχε σταλεί στο λογαριασμό του facebook της ΜΚ12, συμβίας του Παράσχου Ντορζή. Αποστολέας του συγκεκριμένου μηνύματος φερόταν να ήταν ο κατηγορούμενος. Μετά την αποστολή του εν λόγω μηνύματος το θύμα, Κωνσταντίνος Ντορζής επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος τους κάλεσε στο μαγαζί του πατέρα του. Μόλις τα θύματα αφίχθηκαν εκεί, δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση μεταξύ τους και του κατηγορουμένου. Προκλήθηκε φασαρία, έσπασαν κάποια γυαλιά, θύματα και κατηγορούμενος αλληλοβρίστηκαν και σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος έδωσε μια μπουνιά στον Παράσχο Ντορζή. Ο τελευταίος έπεσε στο έδαφος. Μετά το κτύπημα τα τρία θύματα παρέμειναν στο χώρο και φώναζαν στον κατηγορούμενο ενώ αυτός εξυπηρετούσε κάποιους πελάτες, "έλα έξω" και "μπασταρτόπαιδο γαμώ τη μάνα που σε έσπειρε". Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα ενώ στην ταβέρνα υπήρχαν πελάτες. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος άρπαξε ένα μαχαίρι και άρχισε να τους καταδιώκει. Κατά την καταδίωξη που έγινε σε κεντρικούς δρόμους της Λεμεσού συνεχίστηκαν οι αντεγκλήσεις και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, ακούγονταν, ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από κάποιους παρισταμένους, "ουρλιαχτά". Ο πατέρας του κατηγορουμένου Ανδρέας Κωνσταντίνου και ο Παναγιώτης Αγαπητός (ΜΚ15) που ήταν παρόντες στο επεισόδιο, προέτρεψαν τον κατηγορούμενο να αφήσει το μαχαίρι, η προτροπή τους δυστυχώς δεν εισακούστηκε. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος των τριών θυμάτων και μαχαίρωσε τον ένα νεαρό μετά τον άλλο. Όλο το επεισόδιο διαδραματίσθηκε εντός μικρού χρονικού διαστήματος 10 περίπου λεπτών που δεν ξεπερνούσε σε καμία περίπτωση τα 15 λεπτά και η μια πράξη διαδέχθηκε την άλλη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου, επικαλέσθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ευθύς εξ' αρχής είχε παραδεχθεί ότι επέφερε με παράνομο τρόπο το θάνατο των τριών θυμάτων ως επίσης και την έμπρακτη μεταμέλεια του, που φανερώνεται από τον τρόπο που ενήργησε στη συνέχεια. Εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά των τριών θυμάτων συνιστούσε 'πρόκληση', εν τη εννοία του νόμου και ότι τα αδικήματα που διέπραξε αποτελούν 'τεκμαρτή ακούσια ανθρωποκτονία (constructive voluntary manslaughter) βάσει του άρθρου 205
(1)ένεκα τέλεσης παράνομης πράξης'. Αρχίζοντας από την τελευταία εισήγηση παρατηρούμε ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από την ετυμηγορία μας ως αυτή καταγράφεται στην απόφαση μας. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική θέση η οποία δεν προωθήθηκε καν από τον κατηγορούμενο και δεν συνάδει με τη γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τα ευρήματα μας, η θανάτωση των θυμάτων δεν ήταν αποτέλεσμα προμελέτης εκ μέρους του κατηγορουμένου, αλλά απόρροια της συναισθηματικής έντονης φόρτισης η οποία του προκλήθηκε λόγω των γεγονότων που άρχισαν στην ταβέρνα του πατέρα του και συνεχίστηκαν με μία ταχύτατη αλληλουχία, δυστυχώς μέχρι την τελική τραγική κατάληξή τους. Ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο των θυμάτων του με στοχευμένες μαχαιριές που σκοπό είχαν να επιφέρουν το θάνατό τους. Εξάλλου, ως επισημαίνουμε και στην απόφασή μας ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευσή του δήλωσε πέραν της μίας φοράς ότι ο κατηγορούμενος εκούσια προκάλεσε το θάνατο των τριών θυμάτων. Σε σχέση με τη συμπεριφορά των θυμάτων και την κατ' ισχυρισμό πρόκληση που δέχθηκε ο κατηγορούμενος θα θέλαμε εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι αυτή ήταν στα πλαίσια της φασαρίας που δημιουργήθηκε από τα τρία θύματα στην ταβέρνα του πατέρα του κατηγορουμένου, στην παρουσία πελατών και των βρισιών που παραθέτουμε ανωτέρω. Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι η πρόκληση είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας[1], λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «Η πρόκληση αποτελεί, όπως είναι θεμελιωμένο, παράγοντα μετριαστικό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Γίνεται δεκτό ότι, κάτω από το βάρος της πρόκλησης, μπορεί το άτομο που τη δέχεται να χάσει τον αυτοέλεγχό του και να δράσει αντίθετα απ' ότι επιβάλλει η λογική. Η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά παράγοντα μετριασμού της σοβαρότητας του εγκλήματος. Η πρόκληση, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα.» Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Hossain Radyan v. Δημοκρατίας[2], όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα αυτό: « .... Η νομολογία αναγνωρίζει τη σημασία μιας ουσιαστικής πρόκλησης ως μετριαστικού παράγοντα. Εξίσου, όμως, αναγνωρίζεται ότι η πρόκληση πρέπει να είναι ανάλογη και να δικαιολογείται ο συσχετισμός της προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, έτσι ώστε όσο πιο σοβαρό είναι ένα έγκλημα, τόσο πιο σοβαρή απαιτείται να είναι η πρόκληση για να λειτουργήσει ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας. (Selim ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 199).» Στην δε υπόθεση Kemal Selim[3], η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Radyan, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση, τόνισε την ανάγκη όπως η πρόκληση είναι ουσιαστικής μορφής και αναφέρει τα εξής: «Επισημαίνουμε εδώ ότι όλες οι υποθέσεις που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα ότι η ποινή είχε μειωθεί από το Εφετείο λόγω ύπαρξης πρόκλησης, ήταν περιπτώσεις όπου είτε η πρόκληση ήταν ουσιαστικής μορφής, είτε υπήρχαν τέτοια γεγονότα που μείωναν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Για παράδειγμα στην Περικλή ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 524 η πρόκληση συνίστατο από ύβρεις και ο εφεσείων ήταν πρόσωπο με μειωμένη κρίση λόγω ψυχοπαθολογικής κατάστασης και διανοητικής καθυστέρησης. Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 692, επίσης η πρόκληση ήταν ουσιαστική αφού ο εφεσείων βρήκε το θύμα στο σπίτι του να επιδίδεται σε άσεμνες πράξεις με την ανήλικη θυγατέρα του και όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απαίτηση του εφεσείοντα να φύγει, αλλά αντίθετα αντέδρασε με αποτέλεσμα να υπάρξει συμπλοκή κατά την οποία το όπλο που κρατούσε ο εφεσείων να εκπυρσοκροτήσει και να επέλθει ο θάνατος.» Στην απόφαση Selim (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος και το θύμα ήταν ζευγάρι. Την ημέρα του επεισοδίου το θύμα είπε στον κατηγορούμενο ότι αυτή θα αποκάλυπτε στη θυγατέρα τους ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας της. Επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 20 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την πιο πάνω ποινή και ένας από τους λόγους που προέβαλε ήταν ότι το Κακουργιοδικείο δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στην πρόκληση που δέχθηκε αυτός από το θύμα. Η πιο πάνω θέση δεν έγινε αποδεκτή από το Εφετείο το οποίο έκρινε ότι η πιο πάνω δήλωση του θύματος προς τον κατηγορούμενο συνιστούν απλώς «κάποιο βαθμό πρόκλησης» και ότι δεν υπήρξε σοβαρή πρόκληση ώστε να δικαιολογείται συσχετισμός προς το βάναυσο στραγγαλισμό του θύματος. Στρεφόμενοι στην υπό κρίση υπόθεση επισημαίνουμε ότι με βάση τα ευρήματά μας ως αυτά καταγράφονται στην τελική ετυμηγορία μας, τα γεγονότα που προηγήθηκαν της φόνευσης των θυμάτων είχαν προκαλέσει φόρτιση των συναισθημάτων του κατηγορουμένου, στοιχείο που συνέβαλε και αυτό στην κατάληξή μας πως δεν υπήρξε προμελέτη και προσχεδιασμός, εξ ου και βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος στα αδικήματα της ανθρωποκτονίας. Το είδος, ο βαθμός και η ένταση όμως της πρόκλησης που δέχτηκε ο κατηγορούμενος από τα θύματα, δεν δικαιολογούσαν τη βία που άσκησε εναντίον τους. Επισημαίνουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενώ τα θύματα ξεκίνησαν να απομακρύνονται από την ταβέρνα του Ανδρέα Κωνσταντίνου, πατέρα του κατηγορουμένου και η οχληρία που δημιουργήθηκε στον εν λόγω χώρο έπαυσε λόγω της απομάκρυνσης τους να υφίσταται, ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε για κάποια απόσταση και στη συνέχεια τους θανάτωσε διά μαχαιρώματος. Δεν αποδεχόμαστε επίσης, επί τη βάση των όσων αναφέρθηκαν στη σχετική νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω, ότι τα γεγονότα της υπόθεσης και το κλίμα κάτω από το οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος μπορεί να παραλληλιστούν με γεγονότα άλλων υποθέσεων στις οποίες το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ήταν το άμεσο αποτέλεσμα σοβαρής πρόκλησης που ο δράστης είχε δεχθεί από το θύμα. Η συμπεριφορά των θυμάτων λαμβάνεται υπόψη δεν μπορεί όμως σε καμιά περίπτωση να μειώσει ουσιαστικά την ειδεχθή και αποτρόπαια από πάσης άποψης εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου[4]. Η επιβολή ποινής είναι μια ουσιαστική πτυχής της ποινικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα έργο δύσκολο και επίπονο που πρέπει να γίνεται με τη μεγίστη προσοχή[5]. To Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αριθμό παραγόντων, που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να συγκρούονται μεταξύ τους και πρέπει να τους εξισορροπήσει για να διασφαλισθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνος Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας και Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας[6]: «Η δικαστική διεργασία για την επιμέτρηση της ποινής δεν είναι εύκολη. Πρώτιστος στόχος του Δικαστηρίου είναι να σταθμίσει και συνεκτιμήσει όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων της επίδρασης της εγκληματικής συμπεριφοράς στο θύμα, των περιστάσεων του κατηγορούμενου, αλλά και του δημοσίου συμφέροντος για επισήμανση της αποδοκιμασίας της κοινωνίας, ώστε να φθάσει, στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, στην καταλληλότερη και πλέον αρμόζουσα και δίκαιη ποινή.» Η σοβαρότητα του αδικήματος της ανθρωποκτονίας είναι δεδομένη. Αντικατοπτρίζεται τόσο μέσα από την ανώτατη ποινή που προνοεί ο Νόμος, ήτοι την ισόβια φυλάκιση όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει το στοιχείο της αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. H ανθρωποκτονία αποτελεί το σοβαρότερο μετά το φόνο έγκλημα, όχι μόνο κατά το Νόμο της Πολιτείας αλλά και με βάση την κοινή αντίληψη και ηθική της κοινωνίας. Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας[7]. Στην υπόθεση Ονησίλου και Δημοκρατίας[8], διακηρύχθηκε ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι΄ αυτόν το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη[9]. Τα εγκλήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος και η θανάτωση των τραγικών θυμάτων μπορεί να ήταν κατάληξη μας πώς δεν ήταν προμελετημένα, αποτελούν όμως μία από τις πλέον σοβαρές υποθέσεις ανθρωποκτονίας στη χώρα μας , αφού είναι η μοναδική περίπτωση που άτομο οπλισμένο με μαχαίρι αφαίρεσε τη ζωή κατά σειρά σε τρεις συνανθρώπους του με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος το έπραξε. Όπως λοιπόν συνάγεται ευκόλως από τα ευρήματά μας, η βίαιη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος εναντίον των θυμάτων , καταδεικνύουν πως είναι άτομο που η απομάκρυνση του από την κοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα καθίσταται άκρως επιβεβλημένη. Από την άλλη όμως η αρχή της εξατομίκευσης, μας υποχρεώνει να λάβουμε υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες που η νομολογία έχει αναγνωρίσει στο πρόσωπο ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για τα πιο στυγερά εγκλήματα. Λαμβάνουμε, μεταξύ άλλων, υπόψη ότι το όλο συμβάν διήρκησε ελάχιστο χρόνο, δέκα περίπου λεπτά και όχι πέραν των δεκαπέντε, δεν επρόκειτο για προσχεδιασμένες πράξεις, ο κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση που τον εμπόδισε να σκεφτεί καθαρά, να αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεων του και να αποστεί από την εκτέλεση της απόφασής του. Βαρύτητα δίδουμε επίσης στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν προσπάθησε να διαφύγει στα κατεχόμενα ενώ είχε την ευκαιρία να το πράξει αλλά παρέμεινε στις ελεύθερες περιοχές. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι την 26.11.15 ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι στο χωριό Λάνια όπου διέμενε και άρχισε να περπατά προς το χωριό Άλασσα. Πρόθεσή του ήταν να πάει στο σπίτι του, να δει τα παιδιά του και στη συνέχεια να παραδοθεί στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την ίδια μέρα και ώρα 20:05 ενώ κατευθυνόταν πεζός προς τη Λεμεσό στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών παρά την Άλασσα. Μετριαστικό παράγοντα αποτελεί και το γεγονός ότι τόσο στην Αστυνομία όσο και αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε τη θανάτωση των τριών θυμάτων. Στην Αστυνομία έδωσε κατάθεση στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ από τη πρώτη στιγμή εμφάνισης του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν πρόθυμος να παραδεχθεί την κατηγορία της ανθρωποκτονίας στην οποία εν τέλει κρίθηκε ένοχος. Στην υπόθεση Hossain Radyan v. Δημοκρατίας[10] ο εφεσείοντας, εισηγήθηκε μέσω του συνηγόρου του, πως η θεώρηση του Κακουργιοδικείου περί ύστερης παραδοχής παραβλέπει το γεγονός πως η παραδοχή προήλθε, όχι απλώς μετά την αποδοχή της ομολογίας του ως εκούσιας αλλά μετά που η Κατηγορούσα Αρχή προσέθεσε δεύτερη κατηγορία, αυτή της ανθρωποκτονίας, την οποία ο εφεσείοντας παραδέχθηκε και η αρχική κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης ανεστάλη. Το Εφετείο έκρινε την πιο πάνω εισήγηση ως βάσιμη. Κατέληξε ότι το Κακουργιοδικείο είχε αποδώσει μειωμένη σημασία στην παραδοχή θεωρώντας την όψιμη ενέργεια ενόψει της πορείας που προδιέγραφε η αποδοχή της ομολογίας του ενώ στην πραγματικότητα ο εφεσείοντας παραδέχθηκε τη διάπραξη ανθρωποκτονίας με την πρώτη ευκαιρία που αντιμετώπισε τη συγκεκριμένη αυτή κατηγορία. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων[11]. Πέραν τούτου η παραδοχή κατά τα αρχικά στάδια της διαδικασίας εκφράζει και την ειλικρινή μεταμέλεια του αδικοπραγούντα και γι΄ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής[12]. Η βαρύτητα που αποδίδεται από το Δικαστήριο στην παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της ανθρωποκτονίας μετά από ακρόαση. Ως έχουμε όμως ήδη επισημάνει ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά τα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης, στα οποία αθωώθηκε. Για την ακρόαση της υπόθεσης αναλώθηκε πολύς χρόνος, αυτό όμως δεν οφείλεται στην Υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέρουμε αμέσως πιο πάνω, είχε δηλώσει διά του συνηγόρου του και αυτό κατ' επανάληψη, πρόθυμος, αν το κατηγορητήριο τροποποιείτο και αντικαθίσταντο τα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης με τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, να παραδεχθεί το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και για τις τρεις κατηγορίες. Συνακόλουθα το ότι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση δεν οφείλεται στον κατηγορούμενο. Αυτό δε το στοιχείο οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε και να του αποδώσουμε τη δέουσα βαρύτητα, ως και η νομολογία καθορίζει, ως δείγμα της έμπρακτης μεταμέλειας του κατηγορούμενου, την οποία εξέφρασε επανειλημμένως και προφορικά, τόσο προσωπικά όσο και δια του συνηγόρου του, ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα όμως με τα πιο πάνω δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο συσχετισμός του κατηγορουμένου με τη θανάτωση των τριών θυμάτων δεν θα ήταν έργο ιδιαίτερα δύσκολο εφόσον το επεισόδιο εκτυλίχθηκε σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της πόλης της Λεμεσού και η θανάτωση των θυμάτων έγινε στην παρουσία και άλλων προσώπων[13]. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, τις οποίες και συνοψίζουμε. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 33 ετών και προέρχεται από οικογένεια "μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης" και είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός ήταν 13 ετών, τη φύλαξη και τη φροντίδα του ανέλαβε η μητέρα του, συνέχισε όμως να διατηρεί συστηματική επικοινωνία με τον πατέρα του. Κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία έτυχε, ως ο ίδιος ανέφερε στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, "της κατάλληλης φροντίδας, αγάπης, διαπαιδαγώγησης και προστασίας και από τους δύο γονείς του". Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε στο εστιατόριο που λειτουργούσε ο πατέρας του, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι και τη σύλληψή του. Σε ηλικία 18 ετών τέλεσε γάμο με κοπέλα Ρουμανικής καταγωγής. Από το γάμο του απέκτησε δύο παιδιά που είναι σήμερα 14 και 11 ετών. Το ζευγάρι χώρισε το 2011 και ο κατηγορούμενος ανέλαβε τη φύλαξη και φροντίδα των δύο παιδιών. Η πρώην σύζυγός του επέστρεψε στην πατρίδα της, διατήρησε όμως συστηματική επικοινωνία με τα παιδιά της. Μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου τη φύλαξη και τη φροντίδα των δύο παιδιών ανέλαβε η θεία του, αδελφή του πατέρα του. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που λαμβάνουμε δεόντως και σοβαρά υπόψη. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει και πιο πάνω η επιμέτρηση της ποινής είναι διαδικασία εξισορρόπησης πολλών παραγόντων αλλά και της διαμορφωθείσας διά της νομολογίας τάσης αναφορικά με το ύψος και το είδος των επιβαλλομένων ποινών για παρομοίας φύσεως αδικήματα. Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι καθοδηγητικές όχι όμως απόλυτα καθοριστικής σημασίας και αυτό διότι η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται και με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά[14]. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές εκ των πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις οποίες είτε επικυρώθηκαν είτε διαφοροποιήθηκαν ποινές που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενους που βρέθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Στην Τσιάκκας v. Αστυνομίας[15], το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 15 ετών, χαρακτηρίζοντας την ως επιεική, που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο ηλικίας 20 ετών. Ο κατηγορούμενος εισήλθε παρανόμως στην οικία του καλύτερου του φίλου όταν αυτός απουσίαζε και μαχαίρωσε τη σύζυγο του φίλου του, επιφέροντας σε αυτήν δεκατέσσερα τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος. Στην Aristidou v. The Republic[16], ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το φόνο εκ προμελέτης δύο προσώπων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε κατηγορία ανθρωποκτονίας. Το Εφετείο επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 25 ετών. Στην υπόθεση Geoffrey Michael John Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας[17], το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε πρωτόδικα στους νεαρούς κατηγορούμενους, 23 μέχρι 26 ετών, μετά από ακροαματική διαδικασία, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, που ήταν αυτή της ισοβίου φυλάκισης, την παραμέρισε και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης 25 ετών. Το Εφετείο έλαβε υπόψη, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, το λευκό τους ποινικό μητρώο, την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόντουσαν κατά το χρόνο διάπραξης του κακουργήματος και το νεαρό της ηλικίας τους. Σε εκείνη την υπόθεση, οι κατηγορούμενοι, αφού απήγαγαν νεαρή αλλοδαπή και μετά που προσπάθησαν να την βιάσουν, την κτύπησαν βίαια με φτυάρι 15 συνολικώς φορές σε διάφορα μέρη του σώματος της. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του, τόνισε μεταξύ άλλων ότι όπου η ανθρωποκτονία είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης, δικαιολογείται η επιβολή πολύχρονης φυλάκισης, μη αποκλειομένης της ποινής των ισοβίων δεσμών. Επισημαίνει όμως ταυτόχρονα ότι η Νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, έχουν αναγνωρίσει πώς ποινή ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται μόνο εάν κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του αδικοπραγούντα και η προστασία της κοινωνίας από τον ίδιο, έχει εκλείψει. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αυξεντίου[18] επικυρώθηκε εικοσαετής ποινή φυλάκισης σε μεσήλικα ο οποίος πυροβόλησε για ασήμαντη αφορμή δύο γείτονες του. Οι ίδιες ποινές επικυρώθηκαν στην υπόθεση Malik και άλλος ν. Δημοκρατίας[19], σε νεαρούς αλλοδαπούς που θανάτωσαν με άγριο τρόπο νεαρό ομοεθνή τους. Στην υπόθεση Χριστόφορου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)[20], το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την καταδίκη του εφεσείοντα για φόνο εκ προμελέτης και την αντικατέστησε με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Ο εφεσείων είχε φονεύσει με επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι τη σύζυγό του, η οποία μόλις τον είχε εγκαταλείψει, καθώς και τον άνδρα με τον οποίο διατηρούσε δεσμό. Ακολούθως, μετέφερε το πτώμα της συζύγου του σε κάποιο περιβόλι, το τοποθέτησε σε βαρέλι και το έκαψε. Περιγράφοντας τα εγκλήματα του εφεσείοντα «ανατριχιαστικά» αναγνωρίζοντας όμως παράλληλα τη συναισθηματική του φόρτιση, το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 25 ετών σε κάθε κατηγορία, διατάσσοντας οι ποινές να συντρέχουν. Στην υπόθεση Mιχαλάκη Αρέστη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας[21], ο Εφεσείων, ηλικίας 46 ετών, με διαταραγμένη προσωπικότητα που διετέλεσε τρόφιμος του ψυχιατρείου, πυροβόλησε χωρίς λόγο εναντίον δύο ατόμων προκαλώντας τον θάνατό τους και εναντίον τρίτου προσώπου με αποτέλεσμα ο πυροβολισμός να κτυπήσει το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε το πρόσωπο αυτό, χωρίς το ίδιο να τραυματιστεί. Οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 28 ετών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, επικυρώθηκαν από το Εφετείο, χαρακτηρίστηκαν όμως πολύ αυστηρές, όχι όμως έκδηλα υπερβολικές, σε βαθμό που να δικαιολογείτο η επέμβαση του Εφετείου για μείωσή τους. Έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας και ιδιαίτερα τα ό,σα λέχθηκαν στην υπόθεση Pernell (πιο πάνω) και ειδικότερα ότι δεν πρέπει μία ποινή ακόμη και στα πιο σοβαρά εγκλήματα να συντρίβει και να διαγράφει τον δράστη, κρίνουμε πως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που συνιστούν την επιβολή σε αυτόν της ποινής της ισόβιας κάθειρξης, ως αναπόφευκτη. Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως και σε καμία απολύτως στιγμή δεν έχει φύγει από το μυαλό μας, ότι τρεις άνθρωποι που ήταν στα πρώτα στάδια της νιότης τους έχουν με τον πιο βάναυσο και προκλητικό τρόπο φονευθεί από τον κατηγορούμενο, αφήνοντας στους οικείους τους ένα αναπλήρωτο κενό με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έχουμε λοιπόν χωρίς κανένα ενδοιασμό καταλήξει πως οι ποινές που αρμόζουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πρέπει να αφιστούν από το μέτρο των μέχρι σήμερα επιβληθέντων για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Τούτο γιατί η αρχή της αναλογικότητας εφαρμοζόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και η προστασία του κοινού από τον βίαιο και χωρίς αναστολές χαρακτήρα του κατηγορουμένου, αυτό επιβάλλουν. Στο στάδιο αυτό και πριν την τελική μας απόφανση, κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε τις αρχές αναφορικά με το κατά πόσον οι ποινές θα πρέπει να είναι συντρέχουσες ή διαδοχικές, ζήτημα το οποίο έθεσε και ο συνήγορος υπεράσπισης, εισηγούμενος ότι αυτές θα πρέπει να συντρέχουν. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που, ουσιαστικά, διαπράχθηκαν στα πλαίσια και αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή. Ταυτόχρονα όμως, σε περιπτώσεις επιβολής διαδοχικών ποινών, το αριθμητικό άθροισμα των ποινών που επιβάλλονται, πρέπει να είναι ανάλογο και με τη σοβαρότητα των επί μέρους αδικημάτων. Το Δικαστήριο πρέπει να «δει» την υπόθεση από απόσταση και να αναρωτηθεί κατά πόσο η συνολική ποινή είναι αρμόζουσα προς τα δεδομένα της υπόθεσης και των διαπραχθέντων αδικημάτων[22]. Στην υπόθεση Christoforos Nicolaou Pirikkis v. The Republic[23], το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «It is correct that when a person is charged with two or mοre counts for distinct offences he may upon conviction be sentenced to imprisonment for consecutive terms one in respect of each count, although the total of the punishments may exceed the punishment allowed by law for one offence, there being a general rule that Courts have power to direct that sentences may run consecutively or concurrently. As to what is appropriate a fundamental rule is that consecutive sentences should not be passed for offences arising out of the same transaction and the reason for this, as pointed out in the case of R. v. Kastercum [1972] 56 Cr. Appeal Rep. 298, is that the total sentence may usually prove to be too great. Needless to say, however, that where the maximum sentence on a count is insufficient for the protection of the public and the treatment of the offender, it is proper to pass consecutive sentences, as stated in R. v. Cowburn [1959] Cr. L.R. 590 C.A. Furthermore a multiplicity of short consecutive sentences adding up to a substantial term of imprisonment is not to be encouraged. As pointed out in R. v. Brown [1970] 54 Cr. Ap. Rep. 176 followed in R. v. Simpson [1972] Cr. L.R. 383 C.A. where the offences are a series of similar transactions, it is the overall picture that matters.» Σε ελεύθερη δε δική μας μετάφραση: «Είναι ορθό πως όταν ένα πρόσωπο κατηγορείται με δύο ή περισσότερες κατηγορίες για διαφορετικά αδικήματα μπορεί με την καταδίκη να τιμωρηθεί με διαδοχικές ποινές φυλάκισης η κάθε μια σε σχέση με έκαστη κατηγορία, και παρόλο που το σύνολο των τιμωριών μπορεί να ξεπερνά την ποινή που προνοείται από το Νόμο για ένα έκαστο ξεχωριστό αδίκημα, υπάρχει ο γενικός κανόνας ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να διατάσσουν όπως οι ποινές μπορούν να είναι συντρέχουσες ή διαδοχικές. Ως προς το τι είναι αρμόζον, βασικός κανόνας είναι ότι διαδοχικές ποινές δεν θα πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται στο ίδιο επεισόδιο και ο λόγος γι΄ αυτό είναι όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση R. v. Kastercum [1972] 56 Cr. Appeal Rep. 298, είναι ότι η συνολική ποινή μπορεί συνήθως να αποδεικνύεται υπέρμετρα ψηλή. Είναι όμως περιττό να λεχθεί ότι όπου η μέγιστη ποινή σε μία κατηγορία είναι ανεπαρκής για την προστασία του κοινού και την μεταχείριση του κατηγορουμένου είναι αρμόζον να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές όπως ελέχθη στην υπόθεση R. v. Cowburn [1959] Cr. L.R. 590 C.A. Περαιτέρω πολλαπλότητα μικρών διαδοχικών ποινών οι οποίες αθροιστικά οδηγούν σε μία σημαντική ποινή φυλάκισης δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση R. v. Brown [1970] 54 Cr. Ap. Rep. 176 η οποία εφαρμόστηκε και στην υπόθεση R. v. Simpson [1972] Cr. L.R. 383 C.A. όπου τα αδικήματα αποτελούν μία σειρά παρόμοιων συμπεριφορών εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η συνολική εικόνα.» Στην υπόθεση R v. Andrew David Fletcher[24], όπου γίνεται αναφορά και στην προϋπάρχουσα Αγγλική νομολογία, αποφασίστηκε πώς παρά την βασική αρχή ότι για αδικήματα τα οποία διαπράττονται στα πλαίσια μίας ενιαίας εκδηλούμενης συμπεριφοράς, οι ποινές που επιβάλλονται δέον να συντρέχουν, έτσι ώστε να μην εκφεύγει η συνολική ποινή της αρχής της αναλογικότητας, σε υποθέσεις που η σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και ο χαρακτήρας του δράστη επιβάλλει την προστασία του κοινού από αυτόν, η αρχή αυτή δεν είναι απαγορευτική για την επιβολή διαδοχικών ποινών. Τούτο για να αντανακλάται στο εύρος της συνολικής ποινής και η ανάλογη απαξίωση και τιμωρία του δράστη, ή ακόμη και η προστασία του κοινού όπου αυτό προβάλλει ως αναγκαιότητα. Τονίστηκε ακόμη στην εν λόγω υπόθεση, πώς και με ποίο τρόπο θα ικανοποιηθεί αυτή η αναγκαιότητα, δηλαδή με διαδοχικότητα στις ποινές ή με επιβολή ποινής πέραν του μέτρου που επιφέρουν συγκεκριμένα αδικήματα με βάση προηγούμενες αποφάσεις, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ο Δικαστής ως ο μόνος κριτής του είδους και του μέτρου της τιμωρίας είναι και ο μόνος που θα σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες προτού καταλήξει στην τελική του κρίση. Κατά συνέπεια, αυτό που τώρα προέχει είναι η απόφανση μας αναφορικά με το ύψος της ποινής που θα επιβάλουμε να είναι αρμόζουσα και δίκαιη υπό τις περιστάσεις και να αντανακλά τη σοβαρότητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο. Αφού συνεκτιμήσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στα αδικήματα των κατηγοριών της ανθρωποκτονίας που αυτός έχει βρεθεί ένοχος, τις πιο κάτω ποινές φυλάκισης: Κατηγορία 1: Ποινή φυλάκισης 35 έτη Κατηγορία 2: Ποινή φυλάκισης 35 έτη Κατηγορία 3: Ποινή φυλάκισης 35 έτη Καθοδηγούμενοι από τις αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω και αφού λάβαμε υπόψη ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε έλαβαν χώρα στα πλαίσια ενός επεισοδίου και απετέλεσαν μέρος γεγονότων που διαδεχόταν το ένα το άλλο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν σε κάθε κατηγορία, κρίνουμε ότι η ποινή των 35 ετών είναι στο βαθμό εκείνο που ικανοποιεί όλες τις αρχές, αναφορικά με το μέτρο της ποινής που αρμόζει στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, αλλά και στα ειδεχθή εγκλήματα που διέπραξε. Συνακόλουθα στην παρούσα υπόθεση διατάσσουμε όπως οι ποινές που έχουμε επιβάλει στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Στο χρόνο φυλάκισης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου, ήτοι από 26.11.15. Τα έξοδα €750 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence - Αναφορά: Ανθρωποκτονία [1]
(1999)2 ΑΑΔ 342 [2] Ποινική Έφεση 115/13, ημερομηνίας 9.10.2015 [3]
(2011)2 AAΔ 199 [4] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βίκτωρα Μενέλαου Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603 [5] Antonis Christofides v. R.
(1970)2 CLR 78 [6] Ποινικές Εφέσεις 135/14 και 138/14, ημερομηνίας 22.11.2016 [7] Βλ. σχετικά Σάββα και Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 291, 299 [8]
(1991)2 ΑΑΔ 556, 584 [9] Βλ. σχετικά Σάββα και Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 291, 299 [10] Ποινική Έφεση 115/13, ημερομηνίας 9.10.15 [11] Βλ. σχετικά Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 [12] Βλ. σχετικά Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 163/2015, ημερομηνίας 11.7.16 [13] Βλέπετε σχετιικά Raymond Elias Ghafari και Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 442 [14] Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131 [15]
(1997)2 ΑΑΔ 349 [16]
(1967)2 CLR 43 [17]
(1998)2 ΑΑΔ 417 [18]
(2005)2 ΑΑΔ 197 [19]
(2006)2 ΑΑΔ 36 [20]
(2012)2 ΑΑΔ 466 [21]
(2009)2 ΑΑΔ 613 [22] Βλ απόφαση του Δικαστή Νικολαΐδη, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 21 [23]
(1985)2 C.L.R 232 [24]
(2002)Cr.App.R.(S) 127 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο