← Κύπρος

FAWAZ KAMAL AL-WAKEEL ν. NNPC LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18182/15, 4/5/2017

FAWAZ KAMAL AL-WAKEEL ν. NNPC LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18182/15, 4/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18182/15 FAWAZ KAMAL AL-WAKEEL Κατήγορος -εναντίον-

  1. NNPC LTD
  2. RONY DACCACHE Κατηγορούμενοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 04 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Α. Κυπρίζογλου με κ. Ονουφρίου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Ανδρεάδης με κα. Καμιναρά Κατηγορούμενοι: παρόντες ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, εταιρεία και διευθυντής αντίστοιχα, αντιμετωπίζουν από κοινού μία κατηγορία, στη βάση των αρ. 298 και 20 Κεφ. 154 για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους από τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι ότι: «Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατά τη χρονική περίοδο από 21/11/12 - 31/07/13 απόσπασαν από τον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των USD202,500.00 προκειμένου να επενδύσουν όπως ψευδώς παρέστησαν στον παραπονούμενο, προς όφελος του τελευταίου το πιο πάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό χρημάτων σε επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα του απέφεραν κέρδος, ενώ, στην πραγματικότητα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είχαν ως στόχο τους εξ υπ΄ αρχής, να καταδολιεύσουν τον παραπονούμενο και να του αποστερήσουν μόνιμα το πιο πάνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό χωρίς να του προσφέρουν τις προαναφερόμενες υπηρεσίες που του υποσχέθηκαν.» Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού και με τη σύμφωνο γνώμη των κατηγορουμένων, ως παραδεκτά και ως προς το περιεχόμενο τους, τα εξής έγγραφα:
  3. Απόδειξη εμβάσματος από την Λιβανέζικη τράπεζα BEMO ημερομηνίας 30/11/12, για ποσό $50.035, από τον παραπονούμενο προς την κατηγορούμενη 1 - Τεκμήριο Α.
  4. Απόδειξη εμβάσματος από την Λιβανέζικη τράπεζα BEMO ημερομηνίας 29/05/13, για ποσό $130.035, από τον παραπονούμενο προς την κατηγορούμενη 1 - Τεκμήριο Β.
  5. Απόδειξη εμβάσματος από την Λιβανέζικη τράπεζα BEMO ημερομηνίας 31/07/13, για ποσό $22.535, από τον παραπονούμενο προς την κατηγορούμενη 1 - Τεκμήριο Γ.
  6. Commercial Invoice της κατηγορούμενης 1 προς τον παραπονούμενο, ημερομηνίας 28/05/13, για το ποσό των $130.000, με περιγραφή «Purchase of one Mud Motor (Wenzel) - Τεκμήριο Δ.
  7. Commercial Invoice της κατηγορούμενης 1 προς τον παραπονούμενο, ημερομηνίας 29/07/13, για το ποσό των $22.500, με περιγραφή «Purchase of one Mud Motor (Wenzel) extra payment - Τεκμήριο Ε. Δηλώθηκε περαιτέρω ως παραδεκτό γεγονός, η έκδοση επιταγής από την κατηγορούμενη 1, με υπογραφέα τον κατηγορούμενο 2, προς όφελος του παραπονούμενου για το ποσό των $50.000, χωρίς ημερομηνία, διγραμμισμένη, με αριθμό 05227360 και αρ. λογαριασμού 027-32-002925 της Λαϊκής Τράπεζας (Τεκ. 1). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η εκδοχή του παραπονούμενου ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατάθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης του, ήταν συνοπτικά η εξής: Γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2, από το 1990, μέσω ενός κοινού οικογενειακού φίλου τους και κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνώριζε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι ασχολούνταν με το γενικό εμπόριο και συγκεκριμένα με εισαγωγές - εξαγωγές διαφόρων αγαθών. Περί το Νοέμβριο 2012, επιστρέφοντας στην Κύπρο από το εξωτερικό, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του, όπου και τον ρώτησε αν υπήρχε οτιδήποτε αξιόλογο για να επενδύσει χρήματα που είχε λάβει από κληρονομιά. Ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε αξιόλογο, αλλά θα μπορούσε (ο παραπονούμενος), αν ήθελε, να του δανείσει $50.000, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για τις εμπορικές δραστηριότητες της κατηγορούμενης 1 και σε αντάλλαγμα θα του κατέβαλλε τόκο, μηνιαίως. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε αυτό το δάνειο, ήταν διότι, οι κυπριακές τράπεζες, τον τότε καιρό, λόγω οικονομικής κρίσης δεν χορηγούσαν άλλα δάνεια. Ο παραπονούμενος ανέφερε στον κατηγορούμενο, ότι δεν είχε καμία διάθεση να πάρει οποιοδήποτε ρίσκο με τα λεφτά του και δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει «ούτε ένα σεντ», οπόταν και ο τελευταίος, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τον καθησύχασε, λέγοντας του ότι γνωρίζει πολύ καλά πώς να διαχειρίζεται τις δραστηριότητες του και ότι το εν λόγω δάνειο, θα ήταν για μία δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών, εντός της οποίας θα του κατέβαλλε τόκο 1,5% - 2%, ήτοι περί τα €750 μηνιαίως. Ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, του υποσχέθηκε επίσης ότι, σε 30 μέρες μετά τη λήξη της εξάμηνης περιόδου, ο τελευταίος θα μπορούσε να ζητήσει πλήρη επιστροφή των χρημάτων του αν ήθελε, ενώ αν ήταν ευχαριστημένος από αυτή τη «συνεργασία», η «συμφωνία» τους θα μπορούσε να επεκταθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ως «εγγύση» αλλά και ένδειξη καλής πίστης και θέλησης, ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, εξέδωσε προς όφελος του τελευταίου και του παρέδωσε, επιταγή της κατηγορούμενης 1, για $50.000, χωρίς ημερομηνία, την οποία ο παραπονούμενος, θα μπορούσε να εξαργυρώσει όταν θα τερματιζόταν η συνεργασία και να πάρει τα χρήματα του πίσω. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που δεν αναγράφηκε ημερομηνία στην επιταγή, ήταν ακριβώς διότι υπήρχε το ενδεχόμενο η μεταξύ τους «συνεργασία» να επεκταθεί πέραν της αρχικής εξάμηνης περιόδου οπόταν και θα έπρεπε να επεκτείνεται και η «εγγύηση». Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, αφού αυτός πείσθηκε ότι τα χρήματα του δεν θα διέτρεχαν οποιοδήποτε κίνδυνο και έλαβε και την προαναφερόμενη επιταγή, μετέφερε με τραπεζικό έμβασμα στις 30/11/12, το ποσό των $50.000, στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (Τεκ. Α) και η τελευταία του εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκ. 2). Τα εν λόγω τεκμήρια, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, αποτυπώνουν πλήρως τη σχετική συμφωνία δανείου που έκαμε με την κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου
  8. Μετά που κατέβαλε το ποσό των $50.000, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι, τηρώντας πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, του κατέβαλλαν κανονικά για τους επόμενους πέντε μήνες, ήτοι μέχρι το Μάιο 2013, το ποσό των $750 το μήνα, ως το συμφωνηθέν μηνιαίο επιτόκιο του 1.5% - 2% (Τεκ. 6). Από τότε όμως, μέχρι και σήμερα, τυχόν πληρωμές που του έγιναν, ήταν σε «ακατάστατους» χρόνους και για διάφορα ποσά. Στο σύνολο, από το Δεκέμβριο 2012 μέχρι και τον Μάρτιο 2015, έλαβε περί τις €21.000 από τους κατηγορούμενους. Το αρχικό ποσό όμως που τους δάνεισε, ουδέποτε του επεστράφη. Όσον αφορά την επιταγή που του δόθηκε, ο παραπονούμενος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε την κατέθεσε, διότι, όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να του επιστρέψει το ποσό του δανείου, ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν υπάρχουν πλέον χρήματα στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και ως εκ τούτου, έκρινε ότι θα ήταν άσκοπο να επιχειρήσει να την καταθέσει. Την εν λόγω συμφωνία του με τους κατηγορούμενους, ο παραπονούμενος, την περιέγραψε ως «καθαρά ένα δάνειο. από εμένα προς την εταιρεία. για να βοηθήσει στην επέκταση των εργασιών (των κατηγορουμένων) από τη στιγμή που οι τράπεζες δεν χορηγούσαν δάνεια.» Τη θέση αυτή ο παραπονούμενος την υπερασπίστηκε σθεναρά και κατά την αντεξέταση του, απορρίπτοντας κατηγορηματικά υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, ότι στην ουσία, το εν λόγω ποσό των $50.000, αυτός το κατέβαλε για να συμμετάσχει σε κοινοπραξία με τους κατηγορούμενους, με ανάλογα κέρδη ή ζημιές. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, πριν τη λήξη της εξάμηνης περιόδου του προαναφερόμενου δανείου και ενόσω του καταβάλλονταν κανονικά και εγκαίρως οι μηνιαίες πληρωμές τόκου, αυτός επισκέφθηκε εκ νέου τον κατηγορούμενο 2, για να δει αν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη ευκαιρία στην οποία μπορούσε να επενδύσει χρήματα, νοουμένου όμως και πάλι ότι δεν θα διέτρεχε οποιοδήποτε ρίσκο. Σύμφωνα με το παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε για μια συγκεκριμένη επένδυση, για την οποία τον διαβεβαίωσε ότι «δε μπορεί να πάει στραβά και αν πάει κάτι στραβά θα είναι (ο κατηγορούμενος 2) απόλυτα υπεύθυνος». Η εν λόγω επένδυση, σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, αφορούσε σε συνεργασία με ένα επαγγελματικό φίλο του κατηγορούμενου 2, τον Mehdi Khoushabi (εφ΄ εξής Mehdi). Ο Mehdi, σύμφωνα με τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος 2, δραστηριοποιείτο από το Abu Dhabi, «ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος, μιας από τις καλύτερες εταιρείες εξόρυξης πετρελαίων στον κόσμο, της Wenzel Downhole Tools Ltd (εφ΄ εξής Wenzel), η οποία έχει την έδρα της στον Καναδά» και ο οποίος, ενώ αρχικά ασχολείτο με την αγοραπωλησία γεωτρύπανων, είχε αποφασίσει να «μετακινηθεί» στον τομέα των αγορών και ενοικιάσεων τέτοιων γεωτρύπανων και για το σκοπό αυτό αναζητούσε χρηματοδότες. Η επένδυση που θα έκαμνε ο παραπονούμενος, όπως του εξήγησε ο κατηγορούμενος 2, θα ήταν ουσιαστικά, να χρηματοδοτήσουν μαζί το Mehdi για να αγοράσει τα γεωτρύπανα, και στη συνέχεια να τα ενοικιάσει σε πετρελαϊκές εταιρείες στη Μέση Ανατολή. Ως αντάλλαγμα, 50% των εισοδημάτων από την ενοικίασης θα πήγαιναν στον Mehdi και το άλλο 50%, θα το μοιραζόταν αυτός και οι κατηγορούμενοι, εξ ημισείας. Σύμφωνα με το παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2, του ανέφερε ότι θα έπρεπε αρχικά να καταβάλει το ποσό των $130.000 και ότι σε διάστημα πέντε μηνών, θα άρχιζαν να βλέπουν κερδοφόρα αποτελέσματα. Στην βάση των πιο πάνω, και αφού οι κατηγορούμενοι του είχαν δείξει με τη προηγούμενη συμπεριφορά τους σε σχέση με το δάνειο των $50.000 ότι ήταν αξιόπιστα πρόσωπα, πείσθηκε και προχώρησε με το σχετικό έμβασμα των $130.000 στις 29/5/13 (Τεκ. Β). Ένα περίπου μήνα αργότερα, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε εκ νέου και του ανέφερε ότι ο Mehdi τον είχε ενημερώσει ότι χρειαζόταν να αγοραστεί ακόμη ένα εξάρτημα, οπόταν και θα έπρεπε να καταβληθούν ακόμη $22.500 το συντομότερο, ως επιπλέον χρηματοδότηση. Το εν λόγω ποσό ο παραπονούμενος, το έμβασε και πάλι στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 στις 31/7/13, με σχετική τραπεζική εντολή (Τεκ. Γ). Και για τα δύο εμβάσματα, η κατηγορούμενη 1, εξέδωσε Commercial Invoices στις 28/5/13 και 29/7/13 αντίστοιχα (Τεκ. Δ και Τεκ. Ε). Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, μέχρι και τον Ιούλιο του 2015 που επήλθε τελειωτική ρήξη στις σχέσεις του με του κατηγορούμενους, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από αυτήν την επένδυση, και αυτό παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές εκκλήσεις του προς τον κατηγορούμενο
  9. (Τεκ. 3α - 3ν). Παρά τις εν λόγω εκκλήσεις του όμως, ο κατηγορούμενος 2, επικαλούμενος, άλλοτε καθυστέρηση από πλευράς του Mehdi και άλλοτε νομικά και πρακτικά κωλύματα που δήθεν προέκυπταν κατά την πορεία της επένδυσης, τον διαβεβαίωνε και του υποσχόταν, ψευδώς όπως κατά τον παραπονούμενο διαφάνηκε στη συνέχεια, ότι όλα κυλούσαν ομαλά και ότι θα έπρεπε να αναμένουν αποτελέσματα σε σύντομο χρόνο. Όταν δε ο παραπονούμενος εξέφρασε στον κατηγορούμενο 2 την απροθυμία του να περιμένει άλλο και ζήτησε πίσω τα χρήματα του, ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τον πρώτο, προέβη σε νέες υποσχέσεις αποπληρωμής, τις οποίες όμως ουδέποτε πραγματοποίησε. Περί τις 8/6/15, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι, μη έχοντας άλλη επιλογή, ανγκάστηκε και επικοινώνησε απ΄ ευθείας με την Wenzel, για να μάθει περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με την επένδυση που έκαμε μέσω του Mehdi, αφού οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου 2 άρχισαν να μην τον πείθουν. Πληροφορήθηκε τότε από τον Αντιπρόεδρο Διεθνών Πωλήσεων της Wenzel, Chris White, ότι ο Mehdi, δεν είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από την εταιρεία για να προβαίνει σε τέτοιου είδους δραστηριότητες και ότι με τα όσα τους ανέφερε ο παραπονούμενος, είχαν σοβαρά ανησυχήσει. Ο White, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, του ζήτησε ακολούθως όπως του στείλει κάθε σχετικό έγγραφο ούτως ώστε η Wenzel να προβεί και στις δικές της έρευνες, πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε. Ο παραπονούμενος τέλος, ισχυρίστηκε ότι πέραν των προαναφερόμενων €21.000 που έλαβε από τους κατηγορούμενους, κανένα άλλο ποσό έλαβε, ενώ αυτοί, εξακολουθούν να κατακρατούν το ποσό που του έχουν αποσπάσει ήτοι, το συνολικό ποσό των $202.
  10. Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, να δώσουν μαρτυρία ενόρκως. Για το σκοπό αυτό, κατέθεσε μόνο ο κατηγορούμενος 2, η μαρτυρία του οποίου αφορούσε τόσο τον ίδιο προσωπικά όσο και την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η εκδοχή του είναι συνοπτικά η ακόλουθη: Αν και δέχεται και αναγνωρίζει τα εμβάσματα που έγιναν από τον παραπονούμενο προς την κατηγορούμενη και τα οποία φαίνονται στα Τεκμήρια Α έως Γ, η θέση του είναι ότι, τα εν λόγω εμβάσματα έγιναν στα πλαίσια συμφωνίας που ο παραπονούμενος είχε με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, την οποία ο ίδιος εκπροσωπούσε ως διευθυντής και κατόπιν εντολών και οδηγιών που λάμβανε από το Διοικητικό Συμβούλιο και τους Μετόχους της πρώτης. Ουδέποτε ο ίδιος συμβλήθη προσωπικά με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, τον επισκέφθηκε περί το καλοκαίρι 2012, για να τον ρωτήσει κάποιες πληροφορίες αναφορικά με τιμές αγοράς και πώλησης διαφόρων εμπορευμάτων, και τότε είναι έτσι που άρχισε και η μεταξύ τους συνεργασία, η οποία και συνεχίστηκε μέχρι το Νοέμβριο του
  11. Αναφορικά με το αρχικό έμβασμα των $50.000, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού από τον παραπονούμενο, έγινε κατόπιν που ο τελευταίος τον προσέγγισε εκδηλώνοντας ενδιαφέρον να εμπλακεί στο κεφάλαιο της κατηγορούμενης 1, στα πλαίσια μίας κοινοπραξίας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, είναι ο παραπονούμενος που του πρότεινε να επενδύσει το ποσό των $50.000, πρόταση την οποία, η κατηγορούμενη 1, μέσω του, την αποδέχτηκε. Όρος αυτής της προφορικής συμφωνίας που η κατηγορούμενη1 έκαμε με τον παραπονούμενο, ήταν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 ότι, με την επένδυση των $50.000, ο παραπονούμενος θα αποκοτούσε ποσοστό στην κοινοπραξία περί το 1.5% με 2%. Αν η κοινοπραξία πετύχαινε, τότε αμφότεροι κατηγορούμενη 1 και παραπονούμενος, θα κέρδιζαν αναλόγως. Αν η κοινοπραξία αποτύχανε, ανάλογη θα ήταν και η «ζημιά» τους. Ουδέποτε, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, συζητήθηκε οποιοδήποτε θέμα δανείου ενώ η περιγραφή στο Τεκμήριο Α, «Loan/Investment», δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού γράφτηκε μόνο διότι το ζήτησε ο παραπονούμενος για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της τράπεζας του.. Αναφορικά με τα εμβάσματα των $130.000 και $22.500 αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι αυτά έγιναν για σκοπούς επένδυσης στις πετρελαϊκές δραστηριότητες του Mehdi, τον οποίο ίδιος το γνώρισε περί το 2012, μέσω άλλων συνεργατών του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, ο Mehdi, του είχε παρουσιαστεί τότε ως αντιπρόσωπος στη Μέση Ανατολή της Καναδέζικης εταιρείας Wenzel, η οποία ασχολείται με οτιδήποτε έχει να κάνει με μηχανήματα χερσαίας ή θαλάσσιας γεώτρησης (Τεκ. 13). Αφού ο Mehdi, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, του πρότεινε όπως η κατηγορούμενη 1 χρηματοδοτήσει την αγορά γεωτρύπανων από την Wenzel με σκοπό την μετέπειτα ενοικίαση τους, η κατηγορούμενη 1 εκδήλωσε ενδιαφέρον και αποδέχτηκε. Αρχικά, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η συμφωνία με τον Mehdi ήταν προφορική και στη συνέχεια, μέσω εταιρείας που οι κατηγορούμενοι είχαν στο Abu Dhabi, έγινε και γραπτώς. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, την ίδια συνεργασία που η κατηγορούμενη 1 είχε με τον Mehdi, την έκαμαν και άλλες εταιρείες συνεργάτιδες της κατηγορούμενης
  12. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 2 ότι, η κατηγορούμενη 1, όπως και άλλοι που συνεργάστηκαν με τον Mehdi για τα ίδια θέματα, προέβηκαν σε διάφορες πληρωμές σε λογαριασμό που τους έδωσε ο τελευταίος στην Κύπρο, όντας με την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα συνεργάζονταν με την εταιρεία Wenzel. Προς απόδειξη τούτου, ο κατηγορούμενος 2, κατέθεσε τραπεζικά εμβάσματα συνολικού ύψους περί τις $299.000, τα οποία κάποια εταιρεία επ΄ ονόματι Nabesco έκαμε προς τον Mehdi, για την αγορά διάφορων εξαρτημάτων σχετικά με γεωτρήσεις (Τεκ. 15). Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η συμφωνία και τα χρήματα που κατέβαλε η Nabesco στο Mehdi, αν και δεν σχετίζονται με τη συμφωνία που αφορούσε τον παραπονούμενο, καταδεικνύουν, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, τον τρόπο με το οποίο ο Mehdi, τους εξαπάτησε όλους. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, όπως και η Nabesco, έτσι και η κατηγορούμενη 1, μετά που έλαβε τα χρήματα του παραπονούμενου, κατέβαλε στον Mehdi, μέσω των γραφείων της στο Dubai αλλά και μέσω τρίτων εταιρειών που η εταιρεία συνέστησε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (Τεκ.17), διάφορα ποσά για τον προαναφερόμενο σκοπό. Όταν στη πορεία των πραγμάτων, άρχισε και ο ίδιος να ανησυχεί για το αξιόπιστο του Mehdi, επικοινώνησε απ' ευθείας με τη Wenzel οπόταν και πληροφορήθηκε ότι ο τελευταίος δεν είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να ενεργεί για τη Wenzel και ότι ουσιαστικά τον είχε και αυτόν, όπως και όλους τους άλλους, εξαπατήσει. Από περαιτέρω έρευνες που έκαμε, διαπίστωσε ότι ο Mehdi, χρησιμοποιώντας το όνομα της Wenzel, άνοιξε λογαριασμό σε κυπριακή τράπεζα και κατάφερε έτσι να αποσπάσει σημαντικά ποσά οπόταν και εξαφανίστηκε. (βλ. Τεκ. 19 και 20) Τα όσα πληροφορήθηκε από τη Wenzel, περί εξαπάτησης από το Mehdi, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν τα μετέφερε στον παραπονούμενο, γιατί προσπαθούσε να διασώσει τα χρήματα και των δύο τους, επιχειρώντας να συνάψει νέα συμφωνία, απ' ευθείας με τη Wenzel κάτι το οποίο όμως, τελικά δεν κατέστη δυνατό. Εναντίον του Mehdi, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι άλλα τρίτα πρόσωπα, έχουν ήδη καταχωρήσει αγωγές, κάτι το οποίο προτίθεται να πράξει και η δική του εταιρεία. Κατέθεσε σχετικά αντίγραφα πολιτικών αγωγών ως Τεκμήρια 22Α και 22Β. Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι όταν πλέον η συμπεριφορά του παραπονούμενου κατέστη ανυπόφορη και υβριστική, (Τ.18 και 21), αναγκάστηκε και αυτός, να διακόψει την κάθε σχέση μαζί του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τους κατηγορούμενους, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβηκαν σε γραπτές τελικές αγορεύσεις, οι οποίες κατατέθηκαν ως έγγραφα ΤΑ1 και ΤΑ2 αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την πλήρη επιχειρηματολογία των συνηγόρων, θα αναφέρω απλά ότι αμφότεροι, υποστήριξαν το αξιόπιστο της εκδοχής του πελάτη τους, σε αντίθεση με την μαρτυρία της άλλης πλευράς και με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το υπό κρίση αδίκημα, κάλεσαν το Δικαστήριο να υιοθετήσει τις αντίστοιχες θέσεις τους. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι συνήγοροι καθώς επίσης και την προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολο της. Υπενθυμίζω ότι, η εκδοχή του παραπονούμενου είναι ότι οι κατηγορούμενοι και ειδικότερα ο κατηγορούμενος 2, είχαν εξ΄ υπαρχής πρόθεση να τον εξαπατήσουν και να του αποσπάσουν τα χρήματα του. Για να το πετύχουν τούτο, σύμφωνα με τον ίδιο, αρχικά του απέσπασαν $50.000 με την πρόφαση ότι επρόκειτο για εξάμηνο δάνειο με μηνιαία επιστροφή τόκου και αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη του επιδεικνύοντας πλήρη συμμόρφωση με την εν λόγω συμβατική τους υποχρέωση για τους πρώτους πέντε μήνες, τον έπεισαν να τους δώσει ακόμη $152.500, δήθεν, ότι θα τα επένδυαν σε κερδοφόρες για τον ίδιο επιχειρήσεις, αγοράς και ενοικίασης γεωτρύπανων. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, οι κατηγορούμενοι, του απέσπασαν το συνολικό ποσό των $202.500, ως άλλωστε ήταν και το σχέδιο τους από την αρχή αφού ουδέποτε είχαν πρόθεση να του επιστρέψουν τα χρήματα του. Η εκδοχή των κατηγορουμένων από την άλλη, είναι ότι, οι πληρωμές των $50.000 και των $152.500 αντίστοιχα, δεν συνδέονται ούτε και αφορούν στα ίδια θέματα. Η μεν πρώτη πληρωμή των $50.000 ήταν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, ποσό που ο παραπονούμενος κατέβαλε για να συμμετάσχει σε επενδυτική κοινοπραξία μαζί τους, με ανάλογο κέρδος ή ζημιά. Οι πληρωμές των $152.500 δε, αφορούσαν σε συγκεκριμένη επένδυση, που αμφότεροι παραπονούμενος και κατηγορούμενοι αποφάσισαν να κάμουν, μέσω κάποιου τρίτου, του Mehdi, αναφορικά με αγορά και ενοικίαση γεωτρυπάνων. Στην πορεία όμως, διαφάνηκε ότι ο Mehdi στην πραγματικότητα ήταν απατεώνας και ότι τους εξαπάτησε όλους με αποτέλεσμα τα χρήματα, τόσο των κατηγορουμένων όσο και του παραπονούμενου, να απωλεσθούν. Με δεδομένο ότι συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι ο παραπονούμενος όντως κατέβαλε στους κατηγορούμενους, το συνολικό ποσό των $202.500, στις 30/11/12, 29/5/13 και 30/7/13 αντίστοιχα, αυτό που πρέπει να εξεταστεί για σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσο οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154, ήτοι το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, είναι οι πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκαν τα χρήματα, καθώς και η νοητική κατάσταση, τόσο του παραπονούμενου όσο και των κατηγορουμένων κατά το χρόνο των πληρωμών. Αυτό διότι, για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τόσο οι παραστάσεις των κατηγορουμένων και το ισχυριζόμενο ψεύδος των παραστάσεων, όσο και η πρόθεση των κατηγορουμένων να εξαπατήσουν τον παραπονούμενο. Επιπλέον ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει επίσης ότι όντως «πείστηκε» (induced), από τις παραστάσεις των κατηγορουμένων, και ότι είναι συνεπεία αυτών των παραστάσεων που αποσπάστηκαν τα χρήματα του. (βλ. Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,

(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861) Από την προσκομισθείσα μαρτυρία που αμφότεροι παραπονούμενος και κατηγορούμενοι παρουσίασαν στο Δικαστήριο, διαπιστώνω ότι ουδείς εξ΄ αυτών παρουσίασε την πραγματική εικόνα του τι έλαβε χώρα μεταξύ τους. 1. Κατά πρώτο, αναφορικά με την «αλυσίδα» της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (emails) που παραπονούμενος και κατηγορούμενος 2 αντάλλαξαν μεταξύ τους, την οποία και αμφότεροι παρουσιάστηκαν να καταθέτουν αυτούσια στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι και οι δύο τους, φρόντισαν, όπως προτού την καταθέσουν, τη διαμορφώσουν ανάλογα με την υπόθεση τους, αφαιρώντας από αυτή, διάφορα σημαντικά αλλά πιθανόν ζημιογόνα για την υπόθεση τους emails. Ο παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήρια 3α - 3ν (14 δέσμες) τα emails που αντάλλαξε με τον κατηγορούμενο 2 από 6/11/13 μέχρι και 9/7/15 και ως Τεκμήριο 4 την αλληλογραφία του με τη Wenzel. Ο κατηγορούμενος 2 με τη σειρά του, κατέθεσε και αυτός σχετική αλληλογραφία, ως Τεκμήρια 12, 18 και 21 καθώς και τη δική του επικοινωνία με τη Wenzel, ως Τ.19 και 20. (
  1. i)Από την αλληλογραφία που κατέθεσε ο παραπονούμενος όμως, όπως διαφάνηκε από τα emails που παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2, απουσιάζουν τα emails που προηγήθηκαν της 6/11/13 και συγκεκριμένα, emails όπως αυτά της 1ης και 2ας Αυγούστου 2012, ήτοι τρεις μήνες πριν την επίδικη κατά το κατηγορητήριο, περίοδο. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 12 που κατέθεσε η υπεράσπιση, τη συζήτηση για τη συνεργασία των εμπλεκομένων, τουλάχιστο σε σχέση με τις πρώτες $50.000 και την ανάλογη μηνιαία πληρωμή συγκεκριμένου ποσοστού, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 2 την είχαν κάμει, πριν την 1/8/12 και όχι περί το Νοέμβριο του 2012, ως ήταν η εκδοχή του πρώτου. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τα εν λόγω emails, ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να είχε από πριν την 1/8/12 εκδηλώσει ενδιαφέρον να συνεργαστεί με αυτό τον τρόπο με τους κατηγορούμενους και είχε ήδη συζητήσει με τον κατηγορούμενο 2, τόσο το ακριβές πλαίσιο της συνεργασίας τους όσο και τους όρους αυτής. Τι ακριβώς όμως είχε συζητηθεί και ποια η αντίληψη των μερών ως προς αυτή τη συνεργασία, στοιχείο μεγάλης σημασίας για σκοπούς της υπόθεσης αφού προφανώς αποτέλεσε και τη βάση για τη μετέπειτα καταβολή των $50.000, ουδέποτε αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο (
  2. ii)Ομοίως, από το σύνολο του Τεκ. 3 που προσκόμισε ο παραπονούμενος, απουσιάζουν τα emails που φαίνεται να αντηλλάγησαν κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2013 και 6 Νοεμβρίου 2013 και τα οποία παρουσίασε ο κατηγορούμενος με το Τεκμήριο 18. Τα emails της εν λόγω περιόδου, δείχνουν και πάλι ότι κάποια συνομιλία αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της συνεργασίας των μερών είχε προηγηθεί και μάλιστα ότι, ο παραπονούμενος τύγχανε πλήρους ενημέρωσης για την εξέλιξη των πραγμάτων. Το τι όμως ακριβώς λέχθηκε μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου 2 για το θέμα αυτό, επίσης παρέμεινε άγνωστο. Εντονότερο όμως προβάλει το ότι από το πρώτο χρονικά email που παρουσίασε ο παραπονούμενος, ήτοι αυτό της 6/11/13 (Τεκ.3κ), αυτός φαίνεται να είχε προηγουμένως ζητήσει κάποια «αποδειχτικά στοιχεία» (proof), αναφορικά με τη φύση της συνεργασίας του με τους κατηγορούμενους, τα οποία, όταν ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να διευκρινίσει τι ακριβώς είναι που θέλει, δήλωσε ότι δεν τα χρειάζεται πλέον. Ποια είναι όμως αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία που ζήτησε ο παραπονούμενος και τα οποία προφανώς διαδραμάτισαν σημαντικό αλλά και διαφωτιστικό ρόλο στο τι ακριβώς είχε λεχθεί μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως προς την ακριβή φύση της συνεργασίας και πάλι ουδέποτε αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Άγνωστο παρέμεινε επομένως το τι ακριβώς είναι που έλαβε χώρα και το τι διημείφθη μεταξύ των μερών τόσο πριν όσο και μετά την επίμαχη περίοδο του κατηγορητηρίου (21/11/12 - 31/7/13), τουλάχιστο μέχρι και τον Οκτώβριο του 2013, όταν και οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα emails, παρουσιάζονται, πλην των τελευταίων 2 μηνών (Σεπτέμβριο και Αύγουστο 2013), να τηρούν πλήρως τις δικές τους υποχρεώσεις απέναντι στον παραπονούμενο. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, είναι από το Μάιο 2013 που μεταβίβασε τις $130.000 και μετά, που «τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν προς το χειρότερο». Η συνομιλία των μερών επομένως, ιδιαίτερα κατά την περίοδο Μαΐου - Οκτωβρίου 2013, περίοδο κατά την οποία όντως φαίνεται να έλαβε χώρα κάποια συνομιλία μεταξύ τους αναφορικά με τη φύση αλλά και την εξέλιξη της συνεργασίας τους, αν και άκρως σημαντική και σχετική με την εκδοχή του παραπονούμενου αλλά και με την όλη υπόθεση, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Επισημαίνω, ότι ούτε και η αλυσίδα των email που παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2 με το Τεκ.18, αναφορικά με την περίοδο πριν τις 6/11/13, διαφώτισε το όλο θέμα, αφού και η δική του αλυσίδα, προσκομίστηκε κατά επιλεκτικό τρόπο. Αναφέρω ενδεικτικά την περίπτωση του email της 6/11/13 στο Τ.18, στο οποίο, ενώ ο κατηγορούμενος 2 το παρουσίασε να είναι η απάντηση σε ένα email που απεστάλη στις 11/10/13, εντούτοις, το εν λόγω email και σε διαφορετικό θέμα (subject) αφορά αλλά και παντελώς ασύνδετο περιεχόμενο έχει. Ενώ το email της 11/10/13, συνιστά απλά ευχές του κατηγορούμενου 2 προς τον παραπονούμενο για ένα καλό Σαββατοκυρίακο, το email της 6/11/13, ξεκινά με τον κατηγορούμενο 2 να εύχεται στον παραπονούμενο «περαστικά», για κάποια ασθένεια, που ο τελευταίος πέρασε και για την οποία προφανώς, είχε μόλις προηγουμένως ενημερώσει τον κατηγορούμενο 2 με email. (iii) Το Τεκμήριο 3ι, αφορά τα emails της περιόδου 7/1/14 - 27/1/14. Στα εν λόγω emails αναφέρεται και επιβεβαιώνεται η πληρωμή από τους κατηγορούμενους στον παραπονούμενο, ποσού $750 σε σχέση με το μήνα Ιανουάριο. Το Τεκ.3λ, το οποίο ακολουθεί χρονικά, παρουσιάζεται να ξεκινά με ένα email από τον κατηγορούμενο 2, με ημερομηνία 3/4/14. Αν και το περιεχόμενο του εν λόγω email απουσιάζει από το τεκμήριο που προσκόμισε ο παραπονούμενος, από το email που ακολουθεί με ημερομηνία 14/4/14, αυτό φαίνεται να αφορά σε επιβεβαίωση κατάθεσης ακόμη ενός ποσού $750. Από τα πιο πάνω emails διαπιστώνεται ότι μέχρι και τον Απρίλη του 2014, ήτοι 17 μήνες μετά την έναρξη της συνεργασίας, καμία μηνιαία πληρωμή προς τον παραπονούμενο εκκρεμoύσε. Άγνωστο όμως παρέμεινε το τι έλαβε χώρα κατά το Φεβρουάριο και Μάρτιο, όπως άγνωστο είναι αν παρόμοιες πληρωμές καταβλήθηκαν εγκαίρως. Υπενθυμίζω και πάλι, ότι η εκδοχή του παραπονούμενου είναι ότι, μετά που οι κατηγορούμενοι έλαβαν τις $130.000 τον Μάιο 2013, άρχισαν να παραλείπουν να του καταβάλλουν εγκαίρως τις μηνιαίες πληρωμές του, με αποτέλεσμα αυτός να αναγκάζεται, να τους κυνηγά συνεχώς. Τα emails όμως που προσκομίστηκαν, ουδόλως διαφωτίζουν το θέμα, αφού, με κάποιες μικροεξαιρέσεις, μάλλον το αντίθετο καταδεικνύεται. Ίσως, η αλληλογραφία που δεν προσκομίστηκε, να παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα, όμως αυτό παραμένει, όπως ήδη ανέφερα, άγνωστο. Ούτε όμως το Τεκ. 5, που προσκόμισε ο κατηγορούμενος 2, βοηθά την κατάσταση, αφού η δική του αλυσίδα, δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε email μετά τις 27/1/14. Σύμφωνα με το Τεκμήριο του κατηγορούμενου, το αμέσως επόμενο email, παρουσιάζεται να λαμβάνει χώρα, εννέα περίπου μήνες μετά, ήτοι στις 14/11/14. Προφανώς όμως αυτό δεν ισχύει, όπως διαφαίνεται από τα Τεκμήρια 3λ και 3η. (
  3. iv)Τα Τεκμήρια 3δ, 3θ, 3ζ, 3ε, 3γ και 3μ, χρονικά, αποτελούν τα τελευταία email, που σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ανταλλάγηκαν με τον κατηγορούμενο 2. Τα εν λόγω emails καλύπτουν τη χρονική περίοδο 1/6/15 - 9/7/15, όταν και επήλθε ουσιαστικά η τελειωτική ρήξη στις σχέσεις των δύο. Αντιπαραβάλλοντας όμως τα εν λόγω emails με τα emails που περιέχονται στα τεκμήρια 18 και 21 που παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2, διαπιστώνεται ότι αμφότεροι, επέλεξαν, προτού τα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, να αφαιρέσουν από αυτά, διάφορα email, για ευνόητους ως θα φανεί πιο κάτω, λόγους. Ο μεν παραπονούμενος, φαίνεται να αφαίρεσε 3 emails, τα οποία ανταλλάγηκαν μεταξύ 6/7/15 και ώρα 18:32 (Τεκ. 3γ) και 7/7/15 και ώρα 01:53 καθώς και όλα σχεδόν τα email της 7/7/15. Παρουσίασε έτσι την αλυσίδα των email που ανταλλάγηκαν στις 6/7/15, να ολοκληρώνεται με το email στις 18:32 ενώ το επόμενο, κατ΄ εκείνον, email που αποστέλλεται, είναι της επόμενης μέρας, 7/7/15, στις 01:53. Σύμφωνα με την αλυσίδα του παραπονούμενου, μέχρι και τις 21:00 στις 8/7/15, κανένα άλλο email ανταλλάχθηκε μεταξύ του και του κατηγορούμενου 2. Από το Τεκμήριο 21 όμως, το οποίο παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2 και από το οποίο να σημειωθεί ότι, επίσης απουσιάζουν 3 emails που φαίνεται να ανταλλάχθηκαν στις 6/7/15 μεταξύ 17:49 και 18:59 και τα οποία περιέχονται στα Τεκμήρια του παραπονούμενου, προκύπτει ότι, από τις 18:32 στις 6/7/15 μέχρι και τις 21:00 στις 8/7/15, ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών, πέραν των 20 email. Σημειώνω εδώ ότι τα emails που αφαίρεσε ο παραπονούμενος φαίνεται να αφορούν σωρεία ύβρεων και απειλών που εξέφρασε εναντίον του κατηγορούμενου 2 όπως και εναντίον της κατηγορούμενης εταιρείας, για την οποία αναφέρει, προφανώς ως συνεργάτης της, ότι θα την εκθέσει στο διαδίκτυο, απέναντι στους άλλους, υφιστάμενους ή προτιθέμενους, συνεργάτες της. Υπενθυμίζω εδώ ότι, η θέση του παραπονούμενου ήταν ότι είναι με τον κατηγορούμενο 2 που ουσιαστικά συνεργάστηκε και όχι την κατηγορούμενη 1. Παρόμοιου όμως περιεχομένου emails, ο παραπονούμενος φαίνεται να αφαίρεσε και σε σχέση την περίοδο 8/7/15 - 13/7/15, περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με τα δικά του τεκμήρια, καμία αλληλογραφία ανταλλάχθηκε. Όπως όμως διαφάνηκε από τα τεκμήρια που παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2, αυτό δεν ισχύει. Όπως όμως ανέφερα προηγουμένως, και ο κατηγορούμενος 2 αφαίρεσε επιλεκτικά κάποια από τα ανταλλαχθέντα email και συγκεκριμένα, όλα τα email που αφορούσαν στις δικές του απαντήσεις στις ύβρεις του παραπονούμενου αλλά και στις προτροπές του τελευταίου να του παραδεχτεί ότι τελικά του «έκλεψε» τα λεφτά του, μετά και που ενημερώθηκε ότι ο παραπονούμενος μίλησε με τη Wenzel και έμαθε για τον Mehdi. (
  4. v)Το όλο θέμα της εσκεμμένης αφαίρεσης email και από τις δύο πλευρές προβάλει εντονότερο, στα emails που ανταλλάγησαν μεταξύ 8/7/15 και 9/7/15. Κατά πρώτο, στις 8/7/15, η αλυσίδα της αλληλογραφίας που αμφότεροι παρουσίασαν, φαίνεται να ξεκινά με ένα «ανεξήγητο» αλλά και «ασύνδετο» με την οποιαδήποτε προηγούμενη αλληλογραφία που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, email, με το οποίο ο παραπονούμενος ξαφνικά παρουσιάζεται να ζητά από τον κατηγορούμενο 2 να του στείλει «εκείνη την πρόταση του» (Send me that proposal) για να λυθεί το θέμα (solve this matter). Προφανώς, κάποια συνομιλία προηγήθηκε, η οποία μάλιστα ήταν αρκετά σημαντική σε σχέση με τη φύση της μεταξύ των μερών σχέσης και συνεργασίας αφού αφορούσε τη διευθέτηση της, όμως και πάλι, αμφότερες οι πλευρές, επέλεξαν για τους δικούς τους άγνωστους λόγους, να το αποκρύψουν από τη μαρτυρία τους. Κατά δεύτερο, τα τελευταία δύο emails που ο παραπονούμενος παρουσιάζει να ανταλλάχτηκαν με τον κατηγορούμενο 2, είναι κάποια emails που στάληκαν την 9/7/15, στις 13:13 και 20:17 αντίστοιχα. Στο πρώτο, ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να ζητά από τον κατηγορούμενο 2 να του πει πότε θα είναι έτοιμη η «πρόταση» του, ούτως ώστε ο τελευταίος να «ξεκινήσει να ζει μια κανονική ζωή το συντομότερο». Στο δεύτερο, ο κατηγορούμενος 2 παρουσιάζεται να απαντά στον παραπονούμενο, ότι ήδη ζει μια κανονική ζωή και όταν είναι έτοιμος θα τον ενημερώσει. Μέχρι τότε όμως δεν πρόκειται να του ξαναπαντήσει στα emails του. Σύμφωνα όμως με το Τ.21 που παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2, η «δική» του σειρά των email καμία σχέση έχει με τα Τεκμήρια του παραπονούμενου. Σύμφωνα με το τεκμήριο του κατηγορούμενου 2, το email της 20:17 ουδέποτε απεστάλη ενώ η απάντηση στο email της 13:13 είναι κάποιο άλλο email που που στάληκε μόλις 21 λεπτά αργότερα, ήτοι στις 13:34 και το οποίο είναι παντελώς διαφορετικό από το email που παραθέτει ο παραπονούμενος να στάληκε στις 20:17. Και οι δύο εκδοχές, φαίνεται να είναι εξ' ίσου πιθανές, αφού είτε χρονολογικά ιδωθούν τα αντίστοιχα email, είτε σε σχέση με το περιεχόμενο τους, και τα δύο, παρουσιάζονται να «ταιριάζουν» με την υπόλοιπη αλυσίδα. Αυτό όμως είναι που καθιστά και τις δύο αντίστοιχες εκδοχές, ακροσφαλείς, αφού η συνολική εικόνα των τεκμηρίων τους, είναι σαφώς, εσκεμμένα «παραποιημένη». Ποια είναι τελικά η ακριβής στιχομυθία που ανταλλάχθηκε μεταξύ τους, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, εκτός των δύο τους, ουδείς μπορεί να γνωρίζει. (
  5. vi)Η ίδια όμως εικόνα χαρακτηρίζει και την αλληλογραφία που περιέχεται στο Τεκμήριο 4 ήτοι την αλληλογραφία που ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να αντάλλαξε με την εταιρεία Wenzel αναφορικά με το θέμα του Mehdi. Ενώ στο εν λόγω Τεκμήριο, παρατίθεται η απάντηση που έστειλε η Wenzel στις 8/6/15 σε προηγούμενο email που της απέστειλε ο παραπονούμενος, καθώς και η μετέπειτα απάντηση του τελευταίου, εντούτοις, το αρχικό email του παραπονούμενου προς τη Wenzel, ο παραπονούμενος, επέλεξε να μην το προσκομίσει. Το ότι όντως προηγήθηκε συνομιλία του παραπονούμενου με τη Wenzel αναφορικά με την όλη υπόθεση, το αναφέρει και ο ίδιος ο παραπονούμενος στα emails που απέστειλε προς τον κατηγορούμενο 2 στις 8/6/15 (T.3θ -«I have contacted Wenzel again...») αλλά και πιο πριν, στις 27/5/15 (Τεκ.3β). Στο εν λόγω email προς την Wenzel, ο παραπονούμενος, ως ανέφερε στο Δικαστήριο αλλά και ως προκύπτει από την απάντηση της Wenzel, πρέπει να εξιστόρησε στους τελευταίους, επακριβώς την όλη υπόθεση και το τι έγινε, όπως ο ίδιος το βίωσε. Αν όντως τα πράγματα έλαβαν χώρα ως η δική του εκδοχή, τότε σίγουρα θα αναμένετο ότι το εν λόγω email, ο παραπονούμενος θα το παρουσίαζε στο Δικαστήριο. Για τους δικούς του όμως λόγους, επέλεξε να μην το παρουσιάσει και να το αφαιρέσει από τη μαρτυρία που προσκόμισε. (vii) Την ίδια όμως εικόνα παρουσιάζει και η αλληλογραφία που ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε να είχε αυτός με τη Wenzel (T.19 και 20). Τα τεκμήρια που παρουσίασε στο Δικαστήριο, τον φέρουν να είχε μιλήσει με τη Wenzel για το θέμα του Mehdi και κατ' επέκταση το πως το θέμα αυτό επηρέασε τη συνεργασία του με τον παραπονούμενο, πολύ πριν το Μάιο 2014. (βλ. email 20/5/14 «...it has been sometimes since our last exchange of mail but were still trying to locate Mr Mehdi.»). Παρά ταύτα όμως, ούτε αυτός, για τους δικούς του λόγους, παρουσίασε την αρχική αλληλογραφία που είχε με τη Wenzel αναφορικά με το θέμα του Mehdi, όπως κάποιος εύλογα θα ανέμενε ότι θα πράξει, ιδιαίτερα όταν η όλη εκδοχή του, βασιζόταν στο ότι ο Mehdi και υπαρκτό πρόσωπο είναι αλλά και ότι τον ξεγέλασε, εκμεταλλευόμενος το όνομα της Wenzel. Αν μη τι άλλο, η αρχική του αντίληψη για το ποιος ήταν ο Mehdi αλλά και η αντίδραση του όταν πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τη Wenzel ότι επρόκειτο ουσιαστικά για έναν απατεώνα, αν βέβαια είναι η δική του εκδοχή που ευσταθεί, θα έριχνε αμέσως, άπλετο φως στην όλη υπόθεση και θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς του. 2. Κατά δεύτερο, η συνεργασία των μερών σε σχέση με την «επένδυση» των $152.500, φαίνεται να είχε ακόμα μια σημαντική πτυχή, την οποία, αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι, επέλεξαν να μην παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Στην ανταλλαχθείσα αλληλογραφία του Τ.3β, ο κατηγορούμενος 2, σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, στις 19/5/15 και 22/5/15, παρουσιάζεται να καθησυχάζει τον παραπονούμενο για την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, υπενθυμίζοντας τον ότι, αν ο Mehdi δεν εκπληρώσει τις υποσχέσεις του, θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κάποιες επιταγές για τις οποίες προφανώς και οι δύο γνώριζαν ότι με αυτό τον τρόπο, θα πάρουν τα χρήματα τους πίσω - «.told him (Mehdi) he should arrange the payment otherwise will use the cheques he promised.» και «.I told u not to worry about that and we have the cheques.». Οι αναφορές αυτές του κατηγορούμενου 2 σε επιταγές, δεν φαίνεται να ξενίζουν ή να προκαλούν την οποιαδήποτε απορία του παραπονούμενου κάτι που υποδηλοί ότι ο τελευταίος και αντιλαμβάνετο αλλά και γνώριζε πλήρως στο τι αναφέρετο ο παραπονούμενος. Πουθενά όμως στην όλη εκδοχή του παραπονούμενου, έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με αυτές τις επιταγές που φαίνεται να δόθηκαν από τον Mehdi, και μάλιστα ως εξασφάλιση, της επίμαχης επένδυσης. Υπενθυμίζω ότι η εκδοχή του παραπονούμενου είναι ότι με τον Mehdi, ο ίδιος ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαφή, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι, η όλη εμπλοκή του στην υπόθεση, αποτελεί κατασκεύασμα της φαντασίας του κατηγορούμενου 2 για να αποποιηθεί των ευθυνών του. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω ότι ούτε και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος βασίζει την όλη εκδοχή του στην ύπαρξη και στην εμπλοκή αυτού του Mehdi, ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με αυτές τις επιταγές, αν και είναι ο ίδιος που τις επικαλείται στα emails του. Γιατί αμφότεροι παραπονούμενος και κατηγορούμενος 2 επέλεξαν να αποκρύψουν αυτή την πτυχή της υπόθεσης, είναι πραγματικά μυστήριο. Η επιλογή τους αυτή όμως, οδηγεί στην περαιτέρω συσκότιση της αλήθειας και θέτει ακόμη ένα εμπόδιο στην εξακρίβωση του ποια πραγματικά ήταν η μεταξύ τους συνεργασία. 3. Κατά τρίτο, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 «οικοδομήθηκε», ενόψει του ότι ο τελευταίος, «κατά τη διάρκεια των πρώτων 5 μηνών» της συνεργασίας τους, ήτοι μέχρι και το Μάιο 2013, «πλήρωνε τόκο εγκαίρως». Εκεί που «τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν προς το χειρότερο» και όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων, αυτό ήταν και από την αρχή το σχέδιο του κατηγορούμενου 2, ήτοι να τον «καλοπιάσει» ούτως ώστε να του αποσπάσει όλα τα χρήματα του, είναι όταν ο παραπονούμενος κατέβαλε προς τους κατηγορούμενους τις $130.000 το Μάιο 2013. Αναφορικά με αυτή την πτυχή της εκδοχής του παραπονούμενου, παρατηρώ τα εξής: (α) Από τα Τ.3κ και Τ.18, φαίνεται ότι μέχρι και τον Ιούλιο 2013, ήτοι για 7 και όχι 5 μήνες μετά την πληρωμή των πρώτων $50.000, οι μηνιαίες πληρωμές προς τον παραπονούμενο, γίνονταν κανονικά και ως τα συμφωνηθέντα. Η δε πληρωμή των μετέπειτα 4 μηνών που καθυστέρησε, έγινε με συνολικό έμβασμα στις 23/12/13 (Τ.6). (β) Από το email 7/1/14 (T.3ι), προκύπτει ότι μετά και το έμβασμα στις 23/12/13, δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή παρά μόνο αυτή που έπρεπε να γίνει το Ιανουάριο 2014 η οποία και έγινε κανονικά. (γ) Από το email 2/9/14 (Τ.3η), προκύπτει ότι μέχρι και τον Ιούνιο 2014, οι μηνιαίες πληρωμές προς τον παραπονούμενο είχαν πλήρως καταβληθεί ενώ οι πληρωμές των μηνών Ιούλιο - Νοέμβριο 2014, καταβλήθηκαν με συνολικό έμβασμα περί τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο 2014 (βλ. Τ.6 έμβασμα 22/12/14) (δ) Σύμφωνα με τον ίδιο τον παραπονούμενο και οι επόμενοι 5 μήνες, Δεκ.14-Μαρ.15, στη πορεία καταβλήθηκαν πλήρως, αφού «...από τον Δεκέμβρη του 2012 μέχρι τέλος Μάρτη 2015 έλαβα στο σύνολο 21 χιλιάδες...δολάρια», ήτοι 750 δολάρια μηνιαίως για 28 μήνες. Αυτό που συνάγεται από τα πιο πάνω επομένως, είναι ότι, η πρώτη καθυστέρηση στην πληρωμή του μηνιαίου ποσού προς τον παραπονούμενο, παρουσιάστηκε τον Αύγουστο 2013 και όχι το Μάιο που καταβλήθηκαν οι $130.000 και που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, υπονοώντας ότι αυτό ήταν και το σχέδιο των κατηγορουμένων. Πέραν τούτου όμως, προκύπτει επίσης και το ότι οι κατηγορούμενοι, αφού «εξόφλησαν» πλήρως τις «υποχρεώσεις» τους απέναντι στον παραπονούμενο για το 2013, κατέβαλλαν κανονικά και εγκαίρως τις μηνιαίες πληρωμές για τους επόμενους 6 μήνες ήτοι μέχρι τον Ιούνιο 2014. Τον Νοέμβριο 2014, με συνολικό έμβασμα, «εξόφλησαν» και τις υπόλοιπες τους υποχρεώσεις για το 2014. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια και σε σχέση με τις «υποχρεώσεις» τους για τους πρώτους μήνες του 2015 όταν και επήλθε η ρήξη στις σχέσεις των μερών. Κοντολογίς, οι κατηγορούμενοι, τουλάχιστο για τους 28 πρώτους μήνες της συνεργασίας τους με με τον παραπονούμενο ήοτι μέχρι και τον Μάρτη 2015 όπως δήλωσε και ο ίδιος, του κατέβαλαν πλήρως τις πληρωμές του, έστω και με κάποια καθυστέρηση. Σύμφωνα όμως με τον παραπονούμενο, είναι καθ' όλη αυτήν την περίοδο, Νοέμβριο 2012 - Μάρτιο 2015, που οι κατηγορούμενοι, εκτελούσαν το προμελετημένο και καλοσχεδιασμένο σχέδιο που είχαν καταστρώσει από την αρχή για να τον εξαπατήσουν και να του αποσπάσουν τα χρήματα του, χωρίς να είχαν ποτέ πρόθεση να του τα επιστρέψουν. Αδυνατώ όμως να αντιληφθώ το συλλογισμό αυτό. Είτε κατά τον ουσιώδη χρόνο (21/11/12-30/7/13), ο κατηγορούμενος 2, είχε πρόθεση να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο και αφού του αποσπάσει, να μην του επιστρέψει ποτέ, το επίμαχο συνολικό ποσό των $202.500, ως αναφέρεται ρητά και αποκρυσταλλώνεται στο κατηγορητήριο (Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), είτε δεν είχε τέτοια πρόθεση και του επέστρεφε σταδιακά τα χρήματα του. Εκτός βέβαια, αν ο παραπονούμενος θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε πρόθεση να τον καταδολιεύσει σε σχέση με τις $152.500 αλλά όχι σε σχέση με τις $50.000 κάτι το οποίο όμως, εκφεύγει και των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου και της εκδοχής του παραπονούμενου αλλά και του ποινικού χαρακτήρα της υπόθεσης. Θεωρώ περιττό να επισημάνω ότι οι αστικές διαφορές μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορουμένων, όπως και οι τυχόν αστικές θεραπείες που ο πρώτος δικαιούται εναντίον των τελευταίων, συνεπεία του ότι όντως τους κατέβαλε χρήματα στα πλαίσια μιας συμφωνίας, ουδόλως αφορούν το ποινικό Δικαστήριο, το οποίο ασχολείται μόνο, με την εξέταση του κατά πόσο έχει διαπραχθεί το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους από το κατηγορητήριο.
  1. Κατά τέταρτο, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2, ενίσχυσε τις παραστάσεις και το αξιόπιστο του, δίνοντας του μια επιταγή για το ποσό των $50.000, χωρίς ημερομηνία, ούτως ώστε αυτός να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να λάβει πίσω τα χρήματα του (Τ.1). Την εν λόγω επιταγή, ο παραπονούμενος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι, ουδέποτε επιχείρησε να την εξαργυρώσει γιατί όταν εξέφρασε την πρόθεση του αυτή στον κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος του ανέφερε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο, αφού ο λογαριασμός του δεν είχε λεφτά. Η επί του προκειμένου όμως εκδοχή του παραπονούμενου, τουλάχιστο από τα όσα τα μέρη επέλεξαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία, προκύπτει ότι από τα πολύ αρχικά στάδια της συνεργασίας των μερών, ο παραπονούμενος εξέφρασε την πρόθεση να διακόψει τη συνεργασία και να λάβει τα χρήματα του πίσω (βλ. email 14/11/13- Τ.3η,). Την ίδια πρόθεση του και μάλιστα κατά τελεσίδικο τρόπο, επανέλαβε στον κατηγορούμενο 2 και ένα χρόνο αργότερα στις 22/10/14 (βλ. Τ.3κ). Το αξιοσημείωτο όμως, είναι ότι στις 10/10/14, ήτοι 14 μέρες πριν τη «τελεσίδικη» του απόφαση, ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να ρωτά τον κατηγορούμενο αναφορικά με την εγκυρότητα και ισχύ της εν λόγω επιταγής, ενόψει του «κλεισίματος» της πληρώτριας Λαϊκής Τράπεζας. Παρά το ότι ο τελευταίος, του επιβεβαιώνει και την εγκυρότητα και την ισχύ της επιταγής, εντούτοις ο παραπονούμενος, ούτε προχωρεί, αλλά ούτε και εκφράζει οποιαδήποτε πρόθεση ή έστω «απειλή» περί εξαργύρωσης της, ούτε ακόμα και μετά την τελική του απόφαση. Ούτε όμως σε οποιοδήποτε τέτοιο διάβημα προβαίνει, ακόμα και όταν μαθαίνει, τουλάχιστο από τις 8/6/15, ότι ο περιβόητος Mehdi, στην ουσία είναι ένας απατεώνας. Πρόσθετα τούτων όμως, ούτε η ισχυριζόμενη αντιμετώπιση του κατηγορούμενου σε σχέση με το θέμα αυτό, φαίνεται να προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία όμως, ως έχω ήδη αναφέρει, φαίνεται, να μην παρουσιάστηκε, εσκεμμένα, ολοκληρωμένη.
  2. Ούτε όμως η εκδοχή του κατηγορούμενου 2, πείθει, σε βαθμό τουλάχιστο που να μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων ως προς το τι πραγματικά έγινε, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος 2, φέρει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Έχω ήδη αναφερθεί στην επιλεκτική παρουσίαση της μαρτυρίας και από πλευράς κατηγορούμενου 2 ως επίσης και στο πως αυτό έχει επηρεάσει τη συνολική εικόνα της ποιότητας της μαρτυρίας. Πρόσθετα τούτου όμως σημειώνω και τα εξής αναφορικά με την εκδοχή του κατηγορούμενου
  3. (α) Θέση του ήταν ότι τόσο τα χρήματα που έδωσε ο παραπονούμενος όσο και τα δικά του, ουσιαστικά αποσπάστηκαν από το Mehdi ο οποίος αποδείχτηκε να ήταν ένας απατεώνας. Επιχείρησε ο κατηγορούμενος 2, να αποδείξει την εκδοχή του αυτή, παρουσιάζοντας διάφορα εμβάσματα που έγιναν προς το Mehdi αναφορικά με την επένδυση στην αγορά και ενοικίαση γεωτρυπάνων. Τα εν λόγω εμβάσματα όμως, όπως αναγνώρισε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση του, δεν αφορούσαν τα χρήματα που αυτός ισχυρίστηκε ότι απέστειλε στο Mehdi αλλά χρήματα που άλλοι τρίτοι, άσχετοι με την υπόθεση κατέβαλαν στο Mehdi. Παρά ταύτα όμως, σημειώνω ότι αμφότεροι κατηγορούμενος 2 και παραπονούμενος, φαίνεται να δέχονται ότι όντως υπήρξε και ενεπλάκη κάποιο πρόσωπο με το όνομα Mehdi, ο οποίος είχε κάποια σχέση με την εταιρεία Wenzel και ο οποίος, αφού εκμεταλλεύτηκε το όνομα της τελευταίας, φαίνεται να ενήργησε με δόλιο τρόπο και να απέσπασε χρήματα από διάφορα πρόσωπα, τα οποία επέδειξαν ενδιαφέρον να επενδύσουν στο τομέα αγοράς και ενοικίασης γεωτρυπάνων. (β) Αν και ο κατηγορούμενος 2 φάνηκε να γνωρίζει για την «εξαπάτηση» υπό του Mehdi από πριν τις 20/5/14, εντούτοις μέχρι και τον Ιούνιο 2015, όταν και ο παραπονούμενος τον ενημερώνει ότι επικοινώνησε με τη Wenzel και πληροφορήθηκε για τα καθέκαστα, τηρεί «σιγή ιχθύος» για το όλο θέμα και μάλιστα «καθησυχάζει» τον παραπονούμενο ότι όλα βαίνουν καλώς. Επί τούτου, ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση παρά μόνο ότι δήθεν προσπαθούσε ουσιαστικά να «μετριάσει» τις ζημιές, επιχειρώντας να συνάψει απ' ευθείας συμφωνία με τη Wenzel και να «διασώσει» έτσι και τα δικά του χρήματα αλλά και του παραπονούμενου. Πρόσθετα όλων των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειώσω επίσης ότι η μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου 2, σε διάφορα σημεία της, όχι μόνο ερχόταν σε αντίθεση με την υπόθεση που ο καθένας τους προώθησε αλλά ακόμη και με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. (α) Ενώ το κατηγορητήριο παρουσιάζει το συνολικό ποσό των $202.500 να αποσπάσθηκε συνεπεία των ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων ότι θα το επένδυαν προς όφελος του παραπονούμενου, εντούτοις, η κατηγορηματική θέση του παραπονούμενου ήταν ότι, από το εν λόγω ποσό, οι $50.000, ήταν «καθαρά δάνειο» προς τους κατηγορούμενους. Η εν λόγω θέση του παραπονούμενου, δεν συνάδει ούτε με το κατηγορητήριο αλλά ούτε και με τη θέση που εξέφρασε ο συνήγορος του κατά την τελική του αγόρευση, στην οποία ο συνήγορος αναφέρεται στο εν λόγω ποσό ως «επένδυση» (βλ. σελ9 Έγγραφο ΤΑ1). (β) Ομοίως, η πιο πάνω θέση του παραπονούμενου περί ενός «καθαρού δανείου» δεν συνάδει ούτε και με το παραδεκτό περιεχόμενο του σχετικού τραπεζικού εμβάσματος - Τεκ.Α - το οποίο αναφέρει ρητά ότι το ποσό στο οποίο το έμβασμα αφορά, πρόκειται για ποσό «δανείου/επένδυσης» (loan investment). Στην αντίπερα όχθη βέβαια, ο κατηγορούμενος 2, αν και το εν λόγω έγγραφο είχε κατατεθεί ως παραδεκτό και ως προς το περιεχόμενο του, υποστήριξε με τη μαρτυρία του ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού το εν λόγω ποσό, δόθηκε ως ποσό συμμετοχής του παραπονούμενου σε κοινοπραξία με τους κατηγορούμενους και για τεχνικούς λόγους αυτό δεν αναγράφηκε. (γ) Ενώ κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου 2, του υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου ότι, η αρχική απόσπαση των $50.000, ήταν μέρος του ενιαίου σχεδίου του να του αποσπάσει συνολικά $202.500 και το οποίο πέτυχε στη συνέχεια αποσπώντας και τις υπόλοιπες $152.500, ο ίδιος ο παραπονούμενος στη μαρτυρία του αλλά και στα τεκμήρια που κατέθεσε, φάνηκε να διαχωρίζει και τις συνθήκες αλλά και τις παραστάσεις που αφορούν στην καταβολή των δύο ποσών. Σημειώνω εδώ ενδεικτικά το διαχωρισμό που ο παραπονούμενος κάμνει στα email του 12/6/15 (Τ.3ζ), 11/6/15 (Τ.3θ), 28/5/15, 26/5/15, 23/5/15 (Τ.3β) και 7/5/15 Τ.3β) - «.The 50K held with you, when can I possibly have it at the latest? Also I need to discuss the 152.500 when I see you.». Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του παραπονούμενου για τις $50.000 ως ποσό που κατέχουν οι κατηγορούμενοι «held with you» αντίθετα με τις $152.500, στις οποίες αναφέρεται ως funds που αφορούν στη συνεργασία με το Mehdi. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ξεκάθαρα, το χαμηλό βαθμό ποιότητας, της εικόνας της μαρτυρίας αμφότερων των πλευρών. Κανενός η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί για να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Το ότι ο παραπονούμενος κατέβαλε χρήματα στην κατηγορούμενη 1 κατόπιν συνεννόησης του με τον κατηγορούμενο 2 είναι δεδομένο. Οι πραγματικές όμως συνθήκες κάτω από τις οποίες καταβλήθηκαν τα εν λόγω ποσά καθώς επίσης και το τι πραγματικά είχαν στο μυαλό τους, αμφότεροι παραπονούμενος και κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέμεινε άγνωστο και αδιευκρίνιστο αφού και οι δύο πλευρές, για τους δικούς τους λόγους, όπως εξήγησα ανωτέρω, επέλεξαν να μην αποκαλύψουν, την πραγματική εικόνα της συνεργασίας τους. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των αρ.297 και 298 Κεφ.154, ήτοι το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ως ανέφερα ανωτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση είναι όπως η κατηγορούσα αρχή, αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συν τοις άλλοις, τη νοητική κατάσταση, και του παραπονούμενου ως προς το θέμα της «παρότρυνσης» - «inducement» (βλ. Archbold 36th ed. par. 1960) αλλά και του κατηγορούμενου ως προς την «πρόθεση καταδολίευσης». (βλ. Archbold, par.1961) (βλ. επίσης Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 καθώς και την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385) και τη νομολογία και περικοπές από το σύγγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2 στα οποία η εν λόγω απόφαση παραπέμπει). Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι, στην παρούσα περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που της επιβάλλουν οι προαναφερόμενες αρχές και κατ' επέκταση, απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Ενόψει των λόγων για τους οποίους έχω αποφασίσει να αθωώσω τους κατηγορούμενους, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα της διαδικασίας. (Υπ). ...................................... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.