STUDIO 2 YIANNAKOU & DEMETRIOU LTD νυν STUDIO 2 N. YIANNAKOU LTD ν. Δώρου Δημητρίου, Αρ. υπόθεσης: 15675/16, 11/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15675/16 STUDIO 2 YIANNAKOU & DEMETRIOU LTD νυν STUDIO 2 N. YIANNAKOU LTD Κατήγορος -εναντίον- Δώρου Δημητρίου Κατηγορούμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για την παραπονούμενη: κ. Θ. Κατσικίδης Για τον κατηγορούμενο: κα. Κ. Ζαντήρα Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στη βάση του άρθρου 299 του Κεφ. 154, ήτοι για το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο από τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες είναι κοινές και για τις δύο κατηγορίες, πλην των λεπτομερειών αναφορικά με τα επίμαχα αξιόγραφα, των ποσών και των παραληπτών τους, είναι ότι: «.στις 19/4/2012 διά ψευδών παραστάσεων, προς Διοικητικό στέλεχος της παραπονούμενης εταιρείας, δηλαδή δήθεν ότι θα πλήρωνε προμηθευτές της εταιρείας και αφού είχε σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας κατάφερε να εξασφαλίσει την έκδοση ή/και εκτέλεση αξιόγραφου ήτοι τραπεζικής επιταγής . της Τράπεζας Κύπρου. που τελικά την παρέδωσε σε κάποια . (εταιρεία). η οποία δεν ήταν μεταξύ των προμηθευτών.» Η επιταγή σε σχέση με την 1η κατηγορία, η οποία φέρει ημερομηνία 19/4/12, αφορά ποσό €2.000 και δόθηκε στην εταιρεία Excelo Ltd, ενώ η επιταγή σε σχέση με τη 2η κατηγορία, φέρει ημερομηνία 5/5/12, αφορά ποσό €700 και δόθηκε στην εταιρεία S.D.T. Ioannides Bros Ltd. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η παραπονούμενη κάλεσε τρεις μάρτυρες, τους νυν διευθυντές Βανέσα και Συλβάνα Γιαννακού, ως Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 αντίστοιχα και τον πρώην διευθυντή, Ν. Γιαννακού, ως Μ.Κ.
- Από πλευράς κατηγορούμενου, μετά που αυτός κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, ο ίδιος επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του, να καταθέσει ενόρκως, ως μοναδικός μάρτυρας προς υπεράσπιση του. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας και των τεκμηρίων που οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν (Τεκμήρια 1 έως 7), κατατέθηκαν επίσης, με τη σύμφωνο γνώμη όλων των μερών και των συνηγόρων τους, κατάλογοι παραδεκτών γεγονότων καθώς και παραδεκτά έγγραφα (Τεκμήρια Α, Β και Γ). Από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που κατατέθηκαν, τα πιο κάτω, συνιστούν κοινό και αποδεκτό έδαφος μεταξύ των μερών. Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 (θυγατέρα, πατέρας και μητέρα αντίστοιχα) διατηρούσαν οικογενειακή επιχείρηση στη Λεμεσό η οποία ασχολείτο με τη μεταποίηση υφασμάτων. Ο κατηγορούμενος, διατηρούσε τη δική του εταιρεία στη Λευκωσία, η οποία ασχολείτο με την εισαγωγή κουρτίνων και υφασμάτων και έτυχε αρκετές φορές, να συνεργαστεί με την επιχείρηση των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Περί το 2011, όλοι οι πιο πάνω, αποφάσισαν να συνεργαστούν, ανοίγοντας από κοινού κατάστημα στη Λευκωσία. Για το σκοπό αυτό, ίδρυσαν την παραπονούμενη στις 3/11/11, διευθυντές της οποίας αρχικά, διορίστηκαν ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.1, διορίστηκε ως γραμματέας της εταιρείας θέση την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Περί τις 10/2/12, οι κατηγορούμενος και Μ.Κ.2, αντικαταστάθηκαν ως διευθυντές της εταιρείας από την Μ.Κ.3 και τη σύζυγο του κατηγορούμενου, Μ. Δημητρίου. Μέτοχοι και συνάμα εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της εταιρείας, ήταν μέχρι την 19/9/12, εξ ημισείας, ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.1., ενώ περί τις 19/9/12, όταν η μεταξύ των μερών συνεργασία διακόπηκε οριστικά, ο κατηγορούμενος μεταβίβασε τις μετοχές του στη Μ.Κ.3 και η ΜΚ1 διορίστηκε και διευθύντρια της εταιρείας. Μετά την ίδρυση της παραπονούμενης, ανοίχθηκε τραπεζικός λογαριασμός στην Τράπεζα Κύπρου στο όνομα της και εκδόθηκε σχετικό βιβλιάριο επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με το λογαριασμό και το βιβλιάριο επιταγών, είχαν οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.3 και η Μ. Δημητρίου. Τα λογιστικά της εταιρείας συμφωνήθηκε να τηρούνται από τη λογίστρια που μέχρι τότε ήταν υπεύθυνη των λογιστικών της εταιρείας του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.1, η οποία είχε μετακομίσει στη Λευκωσία, διορίστηκε ως υπεύθυνη του καταστήματος στη Λευκωσία, και ασκούσε τα καθήκοντα της, σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν και πιο έμπειρος στο τομέα δραστηριοτήτων της εταιρείας. Η παραπονούμενη εταιρεία, όπως και η κάθε εταιρεία, είχε καθημερινά αριθμό πιστωτών και προμηθευτών, τους οποίους πλήρωνε, μεταξύ άλλων, με επιταγές τις οποίες συνήθως, τις υπέγραφε η Μ.Κ.
- Οι δύο επίμαχες επιταγές, υπογράφηκαν από τη Μ.Κ.1 και παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος με τη σειρά του, τις παρέδωσε στις εταιρείες Excelo (€2.000) και Ioannides (€700), οι οποίες και τις εξαργύρωσαν. Με τις εταιρείες Excelo και Ioannides ο κατηγορούμενος είχε προσωπικές συναλλαγές ενώ η παραπονούμενη εταιρεία, «ουδεμία σχέση είχε». Για τα ποσά των επίμαχων επιταγών, χρεώθηκε ο προσωπικός λογαριασμός που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη εταιρεία, ενώ πριν την αποχώρηση του στις 19/9/12, ο τελευταίος υπέγραψε γραμμάτιο προς όφελος της παραπονούμενης και των νυν ιδιοκτητών της. Για όλα τα πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Θέση της Μ.Κ.1 ήταν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τις επίμαχες ημερομηνίες, παριστάνοντας της ότι χρειαζόταν κάποιες επιταγές για να πληρώσει προμηθευτές της παραπονούμενης εταιρείας, την έπεισε να υπογράψει και να του παραδώσει τις επίμαχες επιταγές, λευκές, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για το σκοπό που της ανέφερε ότι τις ήθελε. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, το να υπογράφει και να εκδίδει επιταγές κατόπιν παράκλησης του κατηγορούμενου, για το σκοπό πληρωμής πιστωτών ή προμηθευτών της εταιρείας, ήταν συνήθης πρακτική. Ο κατηγορούμενος, που ήταν ουσιαστικά και το πρόσωπο που χειριζόταν τους πελάτες της επιχείρησης στη Λευκωσία, σύμφωνα με τη μάρτυρα, την ενημέρωνε για το τι επιταγές θα χρειάζονταν για τον εν λόγω σκοπό και εκείνη, ως το πρόσωπο με την εξουσία και το δικαίωμα να υπογράφει τέτοιες επιταγές, τις εξέδιδε ανάλογα. Όταν όμως τέτοιες επιταγές δεν αφορούσαν πιστωτές ή προμηθευτές της εταιρείας ή όταν η Μ.Κ.1 το έκρινε αναγκαίο, επικοινωνούσε είτε με τον Μ.Κ.2 ή τη Μ.Κ.3 και ζητούσε την έγκριση τους. Ουσιαστικά, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι επιδεικνύοντας την ίδια εμπιστοσύνη που οι γονείς της, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 έδειχναν προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, για την έκδοση επιταγών, βασιζόταν και η ίδια στα λεγόμενα του τελευταίου, ο οποίος γνώριζε καλύτερα τις καθημερινές δοσοληψίες της εταιρείας. Μετά που η Μ.Κ.1 εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις επίμαχες επιταγές, ενημερώθηκε από τους γονείς της, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ότι από έλεγχο που οι τελευταίοι έκαναν στην κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν στις δύο προαναφερόμενες εταιρείες, οι οποίες όμως καμία σχέση είχαν, είτε με τους προμηθευτές της εταιρείας είτε με τις εργασίες της αλλά αντίθετα, αφορούσαν προσωπικές συναλλαγές του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, αν ο κατηγορούμενος της αποκάλυπτε τον πραγματικό σκοπό που ήθελε τις επιταγές, αυτή δεν θα της εξέδιδε, αλλά θα ζητούσε τουλάχιστον την έγκριση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Ένεκα όμως των παραστάσεων του κατηγορούμενου, στο πρόσωπο του οποίου έδειξε εμπιστοσύνη, αυτή πείσθηκε και εξέδωσε τις επίμαχες επιταγές, με αποτέλεσμα, αφενός ο κατηγορούμενος να επωφεληθεί των επίμαχων επιταγών και αφετέρου, η παραπονούμενη να υποστεί ζημιά. Η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές. Σύμφωνα με τους εν λόγω μάρτυρες, μετά που διαπιστώθηκε η έκδοση και εξαργύρωση των επιταγών από τους παραλήπτες τους και άκουσαν τα όσα τους ανέφερε η ΜΚ1 για το τι είχε συμβεί, ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να δώσει εξηγήσεις οπόταν και ακολούθησε έντονη συζήτηση. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι καμία ζημιά προκλήθηκε στην εταιρεία και ότι το όλο θέμα θα μπορούσε να λήξει με την επιστροφή από μέρους του των χρημάτων, κάτι το οποίο όμως ουδέποτε έγινε. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω οι μάρτυρες ότι, σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένοι όπως τα λεφτά της εταιρείας τους, για την επιβίωση της οποίας οι ίδιοι κατέβαλαν προσωπικά μεγάλα κονδύλια, χρησιμοποιηθούν για τις προσωπικές ανάγκες του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα χωρίς τη ρητή συγκατάθεση τους. Είναι γι' αυτό το λόγο που μετά και τις μη ικανοποιητικές εξηγήσεις του κατηγορούμενου ως προς τη διάθεση των επίμαχων ποσών, αυτά, σύμφωνα με τους μάρτυρες, χρεώθηκαν στον ίδιο προσωπικά, αφού προφανώς ήταν πλέον δική του ευθύνη να τα επιστρέψει. Όλοι οι μάρτυρες των παραπονουμένων αρνήθηκαν ότι είχαν οποιαδήποτε προηγούμενη γνώση ως προς τους πραγματικούς παραλήπτες των επιταγών καθώς και του πραγματικού σκοπού που τις είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος όπως επίσης αρνήθηκαν ότι είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους. Από πλευράς του, ο κατηγορούμενος, δεν αρνείται ότι ζήτησε από τη Μ.Κ.1 να του εκδώσει τις εν λόγω επιταγές και ότι αυτές αφορούσαν την πληρωμή εργασιών που δεν είχαν σχέση με την παραπονούμενη εταιρεία. Θέση του ήταν όμως ότι οι εν λόγω επιταγές, χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή εργασιών που ο ίδιος ανέλαβε απέναντι σε τρίτους, σε γνώση όμως και με τη συγκατάθεση όλων των εμπλεκομένων. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε αναλάβει να τοποθετήσει πλαστικό δάπεδο σε συγκεκριμένο παιχνιδότοπο στη Λευκωσία, με την επωνυμία «ΠΥΞΙΔΑ». Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του ΜΚ2 στο εξωτερικό, με τις οποίες ο τελευταίος τον είχε φέρει σε επαφή στο παρελθόν και παράγγειλε τα αναγκαία υλικά. Για την αγορά και εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχαν εκδοθεί τιμολόγια συνολικού ποσού περί τις €3.000 προς την παραπονούμενη εταιρεία (Τεκμήρια 5 και 8), ποσά για τα οποία εν τέλει η παραπονούμενη τον χρέωσε, με σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 6). Την προσωπική αυτή χρέωση, ο κατηγορούμενος την αποδέχτηκε. Όταν τα εμπορεύματα έφθασαν από το εξωτερικό και επιχειρήθηκε να τοποθετηθούν στην «ΠΥΞΙΔΑ», διαπιστώθηκε ότι αυτά δεν ήταν κατάλληλα για το σκοπό που αγοράστηκαν οπόταν και θα έπρεπε να αντικατασταθούν με άλλα. Επειδή όμως πιεζόταν από το χρόνο και είχε ήδη εκτεθεί επαγγελματικά απέναντι στους πελάτες των οποίων την εργασία ανέλαβε να διεκπεραιώσει, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε, όπως ισχυρίστηκε, αρχικά με το Μ.Κ.2, εφόσον αυτός ήταν ο αντιπρόσωπος των προμηθευτών των εμπορευμάτων και ακολούθως άρχισε να ψάχνει στην εγχώρια αγορά για τα ίδια εμπορεύματα, ούτως ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει την εργασία του. Η έρευνα του τον οδήγησε στην εταιρεία Excelo, η οποία διέθετε παρόμοιας φύσης υλικά και ήταν διατεθειμένη να του τα πωλήσει για το ποσό των €6.
- Επειδή όμως ο ίδιος, είχε διαθέσιμα μόλις €4.000, ισχυρίστηκε ότι αφού ενημέρωσε σχετικά το Μ.Κ.2, ζήτησε όπως το υπόλοιπο ποσό των €2.000, καταβληθεί από την παραπονούμενη εταιρεία. Είναι στη βάση αυτής της συνεννόησης που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στις 19/4/12 ζήτησε και εξασφάλισε την πρώτη επιταγή. Όσον αφορά τη δεύτερη επιταγή, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτή ζητήθηκε, διότι χρειάστηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό σε μετρητά, ως «εργατικά» του έργου στη «ΠΥΞΙΔΑ» και για ευκολία ρευστότητας, αφού έλαβε λευκή την επιταγή, την εξαργύρωσε μέσω της εταιρείας Ioannides οι οποίοι διατηρούν φρουταρία και είναι φίλοι του. Περί τούτου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, μπορούσε αν ήθελε, να ζητήσει όπως η επιταγή εκδοθεί προς τον ίδιο και με αυτόν τον τρόπο να «κάμει τη δουλειά του», όμως εκείνη τη στιγμή έκρινε πιο πρακτικό να ζητήσει όπως η επιταγή παραμείνει λευκή για να μπορεί να εξαργυρωθεί πιο εύκολα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, δεν ήταν ασύνηθες στη συνεργασία του με τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 να δημιουργούνται προσωπικές οφειλές απέναντι στην εταιρεία, για τις διάφορες ανάγκες του καθενός. Συνεπώς, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ουσιαστικά καμιά σημασία είχε, αν οι εν λόγω επιταγές αφορούσαν ή όχι πληρωμή προμηθευτών της παραπονούμενης. Αυτό, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, φαίνεται από το ότι εν τέλει, τα εν λόγω ποσά, η εταιρεία του τα χρέωσε. Επομένως, ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, κανένας εκ των Μ.Κ.1, ΜΚ2 και Μ.Κ.3 ή η παραπονούμενη εταιρεία, ξεγελάστηκαν ή ζημιώθηκαν από την έκδοση των επίμαχων επιταγών. Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι με την αποχώρηση του στις 19/9/12, όταν και συμφώνησε να μεταβιβάσει τις μετοχές του στη Μ.Κ.3, υπέγραψε γραμμάτιο προς πλήρη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών μεταξύ των μερών. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, αμφότεροι οι συνήγοροι, προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως έγγραφα Τ.Α.1 και Τ.Α.
- ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Από πλευράς παραπονούμενης εταιρείας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της, υποστήριξε ότι, από τα παραδεκτά γεγονότα και την προσκομισθείσα μαρτυρία της παραπονούμενης, μαρτυρία την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει πλήρως αξιόπιστη, σε αντίθεση με αυτήν του κατηγορούμενου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 299 του Κεφ. 154, αποδείχθηκαν πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό. Κάλεσε συνεπώς ο συνήγορος το Δικαστήριο, να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, υποστήριξε το αξιόπιστο των θέσεων του πελάτη της, σε αντίθεση με τις θέσεις της παραπονούμενης, τη μαρτυρία της οποίας χαρακτήρισε ως ακροσφαλή. Σύμφωνα με τη συνήγορο, οι «συνέταιροι» του κατηγορούμενου, Μ.Κ.1 - Μ.Κ.3 και γνώση είχαν για το σκοπό που ζητήθηκαν οι επιταγές αλλά και άμεση ενημέρωση επί όλων των θεμάτων στα οποία αυτές αφορούσαν. Οι σχετικές χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού της προσωπικής μερίδας του κατηγορούμενου στην εταιρεία (Τεκμήριο 4) καθώς και τα τιμολόγια που ο κατηγορούμενος προσκόμισε, καταδεικνύουν, σύμφωνα με τη συνήγορο του λόγου το αληθές. Πρόσθετα τούτου, η συνήγορος, αναφέρθηκε στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας, επισημαίνοντας ότι ενώ το ισχυριζόμενο αδίκημα διαπράχθηκε το 2012, εντούτοις η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε τέσσερα περίπου χρόνια αργότερα, ήτοι τον Αύγουστο
- Διευκρίνισε η συνήγορος ότι η αναφορά της στην επιδειχθείσα αυτή καθυστέρηση προβάλλεται καθαρά προς απόδειξη του ότι η παραπονούμενη, ουδέποτε θεωρούσε ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει οτιδήποτε το μεμπτό. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ανέπτυξαν οι συνήγοροι ενώπιον μου, καθώς επίσης και την προσκομισθείσα μαρτυρία αφού άκουσα και τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Κρίνω σκόπιμο όπως, προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, παραθέσω τη νομική πτυχή που διέπει το υπό κρίση αδίκημα και αυτό, γιατί όπως θα διαφανεί πιο κάτω, η αξιολόγηση του συνόλου της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, όχι μόνο δεν είναι αναγκαία αλλά δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι πρόνοιες του επίμαχου άρθρου 299 Κεφ.154, έχουν ως εξής: «Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το αδίκημα, ως φαίνεται και από το Νόμο, εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων των «Ψευδών Παραστάσεων» και συνίσταται ουσιαστικά, στην με ψευδείς παραστάσεις και πρόθεση καταδολίευσης (intention to defraud), υποκίνηση (inducement) κάποιου να εκδώσει ή να εκτελέσει αξιόγραφο (execute a valuable security). Ο όρος «ψευδείς παραστάσεις», περιέχεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154[1] και έχει αρκετές φορές αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στη νομολογία. Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της κατηγορίας των «ψευδών παραστάσεων». ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) Όσον αφορά τον όρο «αξιόγραφο», σχετικές είναι οι πρόνοιες του ερμηνευτικού άρθρου 4 Κεφ. 154, από τις οποίες, προκύπτει ξεκάθαρα ότι εκτείνονται και σε επιταγές[2]. Ο όρος «εκτέλεση αξιογράφου», όπως προκύπτει και από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου, δεν αφορά αποκλειστικά σε αυτή καθ' αυτή την υλοποίηση του περιεχομένου του εγγράφου, αλλά περιλαμβάνει και την τήρηση, όλων εκείνων των διαδικασιών που απαιτούνται για να προσδώσουν εγκυρότητα και ισχύ στο έγγραφο, όπως για παράδειγμα η υπογραφή και παράδοση μιας επιταγής - (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση R v Kassim - [1991] 3 All ER 713). Πρόσθετα των πιο πάνω, το αδίκημα, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Archbold Pleading, Evidence 7 Practice in Criminal Cases, 36th ed., στις παρ. 1979-1982, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη βλάβη που προκαλείται ή που ενδέχεται να προκληθεί στο «υποκινούμενο από τα ψέματα», θύμα (βλ. R V Thornton [1964] 2 QB 176) και αυτό, λόγω και της συναφούς ερμηνείας του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» (βλ. GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861, Welham v. D.P.P. [1960]). Απαραίτητα επομένως συστατικά στοιχεία που επίσης πρέπει να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι ότι το θύμα προέβη στην εκτέλεση του αξιόγραφου, παρακινούμενο από τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορούμενου (inducement) και ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παράστασης, είχε πρόθεση να καταδολιεύσει (intention to defraud). Ως προς την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου και την συναφή παρακίνηση του θύματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση GEORGHIOU ανωτέρω, εξετάζοντας τους όρους αυτούς στα πλαίσια του αδικήματος της πλαστογραφίας, υιοθέτησε με επιδοκιμασία το λόγο της Welham ανωτέρω, και ανέφερε τα εξής: «Πρόθεση καταδολιεύσεως ... δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως πρόκλησης βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα...αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται ...μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως...Η πιθανότητα βλάβης...είναι αρκετή...Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθοριστεί προηγουμένως, τότε διαπράτετται το αδίκημα...» Ο λόγος της GEORGHIOU, έχει κριθεί από μεταγενέστερη νομολογία, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στα αδικήματα που απαιτούν την απόδειξη τέτοιας πρόθεσης και παρακίνησης από πλευράς κατηγορούμενου. (βλ. Ευθυμίου και Ιωάννου ανωτέρω καθώς και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). Υπενθυμίζω ότι, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Archbold par.1962 με αναφορά στη Welham, η απαιτούμενη πρόθεση, δύναται να καταδειχθεί παρόλο που ο κατηγορούμενος δυνατό να προτίθετο να δώσει πίσω τα χρήματα, όταν και αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό, γνήσια και καλόπιστα να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω: « The fact that the prisoner at the time when he obtained the goods by false pretences intended to pay for them when it should be in his power to do so affords no defence. If a man makes statements of fact which he knows to be untrue, and makes them for the purpose of inducing persons to deposit with him money which he knows they would not deposit but for their belief in the truth of his statements, and if he intends to use the money thus obtained for purposes different from those for which he knows the depositors understand from his statement that he intends to use it, then although he may intend to repay the money if he can, and although he may honestly believe, and may even have good reason to believe, that he will be able to repay it, he has an intent to defraud» Όπως έχω ήδη αναφέρει, στην παρούσα υπόθεση, τόσο η έκδοση των επίμαχων επιταγών όσο και το γεγονός ότι αυτές χρησιμοποιήθηκαν για άσχετες με την παραπονούμενη εταιρεία οικονομικές υποχρεώσεις, είναι παραδεκτό. Μη αμφισβητούμενο είναι επίσης και το ότι οι εν λόγω πληρωμές, αφορούσαν προσωπικές εργασίες που είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα, ενόψει και του τι αποτελεί πραγματικά επίδικο θέμα για σκοπούς του αρ.299, είναι το τι πραγματικά έλαβε χώρα τη δεδομένη στιγμή που ο κατηγορούμενος ζήτησε από τη Μ.Κ.1 να του εκδώσει τις επίμαχες επιταγές. Για το θέμα τούτο, η σχετική μαρτυρία, είναι σχεδόν αποκλειστικά αυτή που δόθηκε από τη Μ.Κ.1 και τον ίδιο τον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η ΜΚ1, ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε τις επίμαχες επιταγές διότι ο κατηγορούμενος, της ανέφερε ότι επρόκειτο για επιταγές που θα χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή πιστωτών και προμηθευτών της εταιρείας όπως ήταν η πρακτική της εταιρείας και αυτή κανένα λόγο είχε να μην τον πιστέψει. Την επί του προκειμένου εκδοχή της Μ.Κ.1, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Η μάρτυς άλλωστε μου έκαμε καλή εντύπωση. Απαντούσε με ειλικρίνεια, γνήσιο αυθορμητισμό και οι απαντήσεις της είχαν συνοχή. Το ότι την εταιρεία ουσιαστικά την διοικούσαν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και κατηγορούμενος, με την ίδια να είναι ουσιαστικά η αντιπρόσωπος των γονιών της στη Λευκωσία, ήταν ξεκάθαρο από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά και από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου - «...μιλούσε με τη μάμα της και τον παπά της...». Η θέση της επομένως ότι, για τυχόν έκδοση επιταγών που δεν αφορούσαν προμηθευτές ή πιστωτές της εταιρείας ή που δεν ενέπιπταν στη συνηθισμένη πρακτική της εταιρείας, ζητούσε προηγουμένως την έγκριση των γονιών της, και πείθει αλλά και λογική είναι. Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, ότι τη δεδομένη στιγμή της έκδοσης των επίμαχων επιταγών, η Μ.Κ.1 δεν επικοινώνησε με τους γονείς της για σκοπούς έγκρισης. Υπενθυμίζω ότι, τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε να προηγήθηκαν της έκδοσης των επιταγών, αναφορικά με το πάτωμα της «ΠΥΞΙΔΑΣ», είναι τη γνώση του ΜΚ2 που ουσιαστικά ενέπλεκε και όχι της Μ.Κ.
- Η θέση της Μ.Κ.1 επομένως, ότι προέβη στην έκδοση των επίμαχων επιταγών, αποκλειστικά στη βάση των παραστάσεων του κατηγορούμενου ότι επρόκειτο για μία συνηθισμένη πληρωμή πιστωτών προμηθευτών της εταιρείας, είναι και βάσιμη αλλά και αληθοφανής. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 στην ολότητα της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η αντίθετη εκδοχή του κατηγορούμενου, ως προς το τι είναι που ανέφερε στη Μ.Κ.1 για να την πείσει να εκδώσει και να του παραδώσει τις επίμαχες επιταγές, χαρακτηρίζεται θεωρώ από σύγχυση και αοριστία. Κατά πρώτο, δεν έδινε ξεκάθαρη θέση ως προς το τι ακριβώς είναι που είπε στη Μ.Κ.1 για να του εκδώσει τις επίμαχες επιταγές. Η μαρτυρία του, αφορούσε περισσότερο στη θέση του ότι δεν προκλήθηκε ζημιά από την εξασφάλιση των επιταγών παρά στο πως αυτές εξασφαλίστηκαν. Αδυνατούσε να θυμηθεί τι είναι που ανέφερε στη Μ.Κ.1 κατά τις επίμαχες ημερομηνίες ή αν της ανέφερε ότι χρειαζόταν οικονομική ενίσχυση ή αν ανέφερε ρητά στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι θα χρειαζόταν χρήματα από την παραπονούμενη εταιρεία, για το πάτωμα της ΠΥΞΙΔΑΣ. Την ίδια στιγμή ισχυρίστηκε ότι, επειδή όλοι οι μάρτυρες των παραπονουμένων, είχαν υπόψη τους το θέμα της ΠΥΞΙΔΑΣ, και να μην είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό όταν ζήτησε τις επιταγές, αυτοί ούτως ή άλλως, θα διαπίστωναν την επόμενη ημέρα, ποιους και σε τι τελικά αφορούσαν οι επιταγές. Κατά δεύτερο, αυτό που προβάλλει έντονα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, είναι ότι οι θέσεις του, περιστρέφονται ουσιαστικά, γύρω από το πόσο φυσιολογικό ήταν για ένα συνέταιρο στην εταιρεία, όπως τον ίδιο, να χρησιμοποιήσει τα χρήματα της εταιρείας για τους προσωπικούς του λόγους και στη συνέχεια να τα αποπληρώσει ως προσωπικό χρέος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, αφού εν τέλει χρεώθηκε ο ίδιος με τα εν λόγω ποσά, «εν τζιαι έκλεψα κανένα». Η στάση όμως αυτή του κατηγορούμενου, ήτοι να αποφεύγει να τοποθετηθεί ρητά ως προς το τι διημήφθει μεταξύ του και της ΜΚ1 το οποίο και οδήγησε στην εξασφάλιση των επιταγών και να ασχολείται με το κατά πόσο προκλήθηκε ζημιά ή όχι, ήταν φανερό ότι οφείλετο στο ότι και ο ίδιος γνώριζε ότι η αλήθεια δεν ήταν με το μέρος του. Είναι γι' αυτό το λόγο που απέφευγε να απαντήσει ξεκάθαρα, ως προς τη βασική αυτή πτυχή της υπόθεσης. Σημειώνω εδώ ότι, η πρόθεση του κατηγορούμενου να αποπληρώσει στην παραπονούμενη τα χρήματα που θα εξασφάλιζε με τις επίμαχες επιταγές, όσο γνήσια και ειλικρινής να ήταν καθώς και το ότι ανέλαβε προσωπικά να πληρώσει το εν λόγω χρέος του, δεν αρκεί για να μεταβάλει την πρόθεση που τον διακατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι να εξασφαλίσει τις επίμαχες επιταγές για τους δικούς του σκοπούς, πάση θυσία. Προφανώς, ενήργησε με τον τρόπο αυτό, αφού γνώριζε ότι, σε περίπτωση που απεκάλυπτε στη Μ.Κ.1 τον πραγματικό λόγο που ήθελε τις επιταγές, αυτή θα έπρεπε να επικοινωνήσει με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 για να λάβει την έγκριση τους οπόταν και οι επιταγές, ενδεχομένως να μην εκδίδονταν, πράγμα καταστροφικό για τον ίδιο και τη δουλειά του στην «ΠΥΞΙΔΑ». Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του και την απορρίπτω στο σύνολο της. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, όπως ανάφερα πιο πάνω, η μαρτυρία τους περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από τις γενικότερες συνθήκες της συνεργασίας τους με τον κατηγορούμενο παρά ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά τις επίμαχες ημερομηνίες μεταξύ κατηγορούμενου και Μ.Κ.
- Άλλωστε, οι ίδιοι δεν ήταν παρόντες κατά τη συζήτηση κατηγορούμενου και Μ.Κ.1 και η επί του προκειμένου γνώση τους, βασίζεται αποκλειστικά στο τι η τελευταία τους ανέφερε. Όσον αφορά τις διαπιστώσεις τους ως προς τους παραλήπτες των επίμαχων επιταγών, καθώς και ότι επρόκειτο για ασύνδετα με την παραπονούμενη εταιρεία πρόσωπα, αυτά έτσι κι' αλλιώς, συνιστούν παραδεκτά γεγονότα. Η αμφισβήτηση που οι εν λόγω μάρτυρες έτυχαν, αφορούσε ουσιαστικά στο κατά πόσο είχαν προηγούμενη ενημέρωση για το θέμα του πατώματος της «ΠΥΞΙΔΑΣ». Το θέμα όμως αυτό, όπως ανάφερα και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της επί του προκειμένου θέσης του κατηγορούμενου, είναι ουσιαστικά άνευ σημασίας, αφού, αφ' ενός η ΜΚ1 ουδέποτε συζήτησε προηγουμένως με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 το ενδεχόμενο έγκρισης ή μη της έκδοσης των επίμαχων επιταγών και αφετέρου διότι, το όλο θέμα της «ΠΥΞΙΔΑΣ», ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος θυμάται να το είχε επικαλεστεί όταν ζήτησε από τη ΜΚ1 να εκδώσει τις επίμαχες επιταγές. Επομένως, το αν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 γνώριζαν ή όχι για την «ΠΥΞΙΔΑ», στην πραγματικότητα, δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την έκδοση των επίμαχων επιταγών. Υπενθυμίζω ότι η βασική θέση του κατηγορούμενου, συνίστατο ουσιαστικά στο ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η συνεργασία του με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στην παραπονούμενη εταιρεία, καταδείκνυε ότι αυτός δικαιούτο να λάβει προσωπικά χρήματα και ότι καμιά οικονομική ζημιά έπαθαν οι τελευταίοι, όπως και αν εξασφαλίστηκαν οι επίμαχες επιταγές. Συνεπώς, αν και ως μάρτυρες, οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 μου έκαναν καλή εντύπωση και σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία τους κρίνεται ως αξιόπιστη, εντούτοις θεωρώ, ότι τα όσα κατέθεσαν, είναι δευτερεύουσας σημασίας και αφορούν περισσότερο στην έκταση της οικονομικής ζημιάς παρά στους λόγους που αυτή προκλήθηκε ήτοι στον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίστηκε η έκδοση των επίμαχων επιταγών, που είναι και το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα υπόθεση. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι κατά τις επίμαχες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, με πρόθεση να εξασφαλίσει από τη παραπονούμενη, μέσω της ΜΚ1, δύο επιταγές για το ποσό των €2.000 και €700 αντίστοιχα, για να πληρώσει εργασίες που ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά απέναντι σε τρίτους και για να πείσει την ΜΚ1 και κατ' επέκταση την παραπονούμενη να του εκδώσουν τις εν λόγω επιταγές, παρέστησε ψευδώς στη Μ.Κ.1, ότι ήθελε να πληρώσει προμηθευτές και πιστωτές της παραπονούμενης εταιρείας. Με αυτόν τον τρόπο, ο κατηγορούμενος έπεισε την ΜΚ1 να εκδώσει και να του παραδώσει τις επίμαχες επιταγές, τις οποίες, η ΜΚ1 και κατ' επέκταση η παραπονούμενη, δεν θα τις εξέδιδαν, αν γνώριζαν τον πραγματικό λόγο που τις ήθελε ο κατηγορούμενος. Συνεπεία των παραστάσεων αυτών του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη, ενεργώντας προς ζημιά της, εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές, οι οποίες δόθηκαν σε άσχετους τρίτους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του άρθρου 299, με ψευδείς παραστάσεις, εξασφάλισε την εκτέλεση των δύο επίμαχων επιταγών - αξιογράφων, ως του καταλογίζεται από το κατηγορητήριο. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π., Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις [1] Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. [2] "αξιόγραφο" περιλαμβάνει κάθε έγγραφο που ανήκει κατά κυριότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που αποδεικνύει είτε το δικαίωμα της κυριότητας είτε το δικαίωμα για ανάκτηση ή λήψη κάποιου περιουσιακού στοιχείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο