← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ευθύμιος Ευθυμίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 9790/14, 30/5/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ευθύμιος Ευθυμίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 9790/14, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 9790/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και

  1. Ευθύμιος Ευθυμίου
  2. Nga Thi Nguyen Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/5/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Κληρίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει πέντε συνολικά κατηγορίες, της απόδρασης από νόμιμη κράτηση, της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, της ανησυχίας, της δημόσιας εξύβρισης και της απειλής βιαιοπραγίας (1η - 5η Κατηγ.). Η δε κατηγορούμενη 2 μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (6η Κατηγ.). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η αστυφ. 3912 Χριστιάνα Σταύρου, ο αστυφ. 1536 Λοϊζος Αντωνιάδης, ο λοχίας 699 Χ. Χατζηπαύλου και ο αστυφ. 3625 Π. Βρυώνη. Μετά δε την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία, αυτοί επέλεξαν και κατέθεσαν ενόρκως χωρίς να καλέσουν κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η Nga Thi Nguyen στην οποία γίνεται αναφορά στα Τεκμήρια 1(Α) και 1(Β), είναι η κατηγορούμενη 2 . Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν από κοινού και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι η κατάθεση της Pham Thi Houng Giang στην Αγγλική γλώσσα και η μετάφραση της στην Ελληνική (Τεκμήρια 1(Α) και 1(Β) αντίστοιχα). H μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, παραθέτοντας πολύ περιληπτικά την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής από τη μια και των δύο κατηγορούμενων που είναι σύζυγοι, από την άλλη. Σύμφωνα λοιπόν με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, οι Μ.Κ.2 και 3 και μετά από πληροφορία ότι διάφοροι νεαροί άναψαν φωτιά σε παλέτα στη μέση της οδού Μίλτωνος στη Λεμεσό, μετέβησαν στην περιοχή που βρίσκεται το σουβλιτζίδικο που διατηρεί ο κατηγορούμενος
  3. Εκεί και επειδή με την άφιξη τους στο μέρος εντόπισαν νεαρά άτομα να κάθονται σε καρέκλες έξω στην βεράντα του μαγαζιού, ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να μετακινήσει τις καρέκλες του και να τις τοποθετήσει μέσα στο μαγαζί. Τότε ο τελευταίος, αντέδρασε άσχημα φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο Μ.Κ.3 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και προσπάθησε να του τοποθετήσει χειροπέδες. Την στιγμή αυτή, επενέβη η κατηγορούμενη 2 και τον άρπαξε από τα χέρια λέγοντας του να αφήσει τον σύζυγο της. Ο κατηγορούμενος 1, τον έσπρωξε και οι δύο κατηγορούμενοι εισήλθαν μέσα στο μαγαζί κλειδώνοντας και την πόρτα. Αντίθετα και σύμφωνα με την εκδοχή των κατηγορουμένων, αυτό που επισυνέβη ήταν ότι μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και του Μ.Κ.3, υπήρξε όντως μια έντονη συζήτηση η οποία προκλήθηκε λόγω της απαίτησης του τελευταίου όπως ο πρώτος μεταφέρει μέσα στο μαγαζί του τις καρέκλες που είχε τοποθετημένες στη βεράντα του σουβλιτζίδικου του, για να μην μπορούν έτσι οι νεαροί που συχνά δημιουργούσαν προβλήματα στην περιοχή να κάθονται εκεί. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, αντέδρασε πράγματι στην απαίτηση του Μ.Κ.3 και υπήρξε όντως μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους αλλά τίποτε περισσότερο. Σε σχέση δε με την εμπλοκή της κατηγορούμενης 2 υποστήριξαν ότι όταν αυτή αντιλήφθηκε την φασαρία κατέβηκε κάτω από το σπίτι τους που βρίσκεται πάνω από το σουβλιτζίδικο για να δει τι γίνεται. Όταν ο κατηγορούμενος 1 της είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, την πήρε από το χέρι και ανέβηκαν πάνω στο σπίτι τους, κλειδώνοντας την πόρτα χωρίς οτιδήποτε άλλο να συμβεί. Οι Μ.Κ. 1, 2, 3 και 4 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στην συνέχεια, αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων. Η Μ.Κ.1 ήταν η αστυφύλακας η οποία κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη
  4. Αυτή δεν με έπεισε ότι ενήργησε με την δέουσα προσοχή και επαγγελματισμό. Πέρα από την καθόλου θετική εντύπωση που σχημάτισα για το πρόσωπο της λόγω του τρόπου που απαντούσε και ο οποίος δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και σαφήνεια και για τους ακόλουθους λόγους. Ενώ στο Τεκμήριο 2 αναγράφεται ότι κατηγόρησε την κατηγορούμενη 2, πουθενά δεν αναφέρει για ποιες κατηγορίες την κατηγόρησε, παρουσιάζοντας επί τούτου και επιλεκτική μνήμη αφού αντεξεταζόμενη, είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί για ποιες κατηγορίες την είχε κατηγορήσει. Ενώ δεν θυμόταν το ουσιαστικό αυτό γεγονός, μπόρεσε να θυμηθεί ότι οι δύο κατηγορούμενοι, κλήθηκαν να παρουσιασθούν στον αστυνομικό σταθμό, δηλώνοντας στην συνέχεια ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν μετέβησαν εκεί από μόνοι τους. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει γιατί δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 για ποιες κατηγορίες είχε κατηγορήσει την κατηγορούμενη 2, απάντησε αρχικά ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο, γιατί η κατηγορία ή οι κατηγορίες «είναι» μέσα στην υπόθεση. Στην συνέχεια όμως της αντεξέτασης είπε κατά λέξη «Είναι.. κάποιο λάθος θα έγινε εκείνη την ώρα, όμως σίγουρα της ανέφερα τις κατηγορίες...». Σημαντικό είναι και πρέπει να σημειωθεί ότι περαιτέρω αμφιβολίες για ποια κατηγορία ή κατηγορίες κατηγόρησε τελικά την κατηγορούμενη 2, προκύπτει από τη διαφοροποίηση που παρουσιάζεται μεταξύ του ισχυρισμού της ότι, η κατηγορία για την οποία κατηγόρησε την κατηγορούμενη 2 «είναι» μέσα στην υπόθεση και του περιεχομένου των Τεκμηρίων 1 (Α) και 1 (Β) που δηλώθηκε παραδεκτό, ότι δηλαδή, η μεταφράστρια βοήθησε την συγκεκριμένη αστυφύλακα να κατηγορήσει την κατηγορούμενη «σχετικά με υπόθεση επίθεσης». Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της, παρά μόνο ότι και όπως εκτίθεται στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο Α), στις 7/12/2013 με τη βοήθεια διερμηνέως, κατηγόρησε την κατηγορούμενη 2 και αυτή απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Ουσιαστικοί μάρτυρες για την υπόθεση ήταν οι Μ.Κ.2 και
  5. Μελετώντας τη μαρτυρία τους, παρακολουθώντας τους να καταθέτουν, παρατηρώντας το ύφος και την συμπεριφορά τους, δεν έχω πεισθεί ότι τα όσα εξέθεσαν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά για κάποιους δικούς τους λόγους προσπάθησαν να εκθέσουν τα γεγονότα με άλλο τρόπο. Και αυτό για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω. Ο Μ.Κ.2 δεν παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του και στα προέβαλε. Διαφορές, εντοπίζονται στην περιγραφή των γεγονότων όσο αφορά τον τρόπο, αλλά και τον χρόνο που έγινε η επίθεση. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο Β, αναφέρει ότι όταν ο Μ.Κ.3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 και στην προσπάθεια του να του βάλει χειροπέδες, η κατηγορούμενη 2 επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 και τότε ο κατηγορούμενος 1 έσπρωξε τον Μ.Κ.3 στο στήθος και μαζί με την κατηγορούμενη 2 μπήκαν μέσα στο μαγαζί. Κατά την προφορική του όμως μαρτυρία και ερωτώμενος να περιγράψει πως ο κατηγορούμενος 1 διέφυγε της σύλληψης, είπε μόνο ότι όταν ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, «γύρισε και πήγε μέσα στο κατάστημα του...», χωρίς δηλαδή να αναφέρει οτιδήποτε για επίθεση, ισχυρισμό που επανέλαβε και στην συνέχεια. Ερωτώμενος δε για την συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2 κατά τον συγκεκριμένο χρόνο είπε ότι και αυτή μαζί με τον κατηγορούμενο 1, εισήλθε μέσα στο κατάστημα. Όταν δε του ζητήθηκε να περιγράψει με ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος 1 επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 είπε κατά λέξη «Στη διάρκεια της έντονης συνομιλίας που είχαν τον ακούμπησε στο στήθος». Και αυτό σε αντίθεση με τα όσα προβάλλει στην κατάθεση του όπου ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 1 έσπρωξε τον Μ.Κ.3 στο στήθος. Κατά την περιγραφή των γεγονότων σε σχέση με την σύλληψη του κατηγορούμενου 1 από τον Μ.Κ.3, δεν ήταν σαφής και σταθερός. Ανάφερε αρχικά ότι όταν ο τελευταίος πληροφόρησε τον πρώτο ότι είναι υπό σύλληψη, ο κατηγορούμενος 1 μπήκε μέσα στο κατάστημα του και ενώ στο μεταξύ ο Μ.Κ.3 είχε βγάλει τις χειροπέδες και προσπάθησε να του τις βάλει.
  6. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω σε άλλο σημείο αντεξεταζόμενος είπε κατά λέξη όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος ήταν σε οποιαδήποτε στιγμή υπό τον απόλυτο περιορισμό του Μ.Κ.
  7. «Όχι, αυτό που θυμούμαι ήταν ότι προσπάθησε να πιάσει τις χειροπέδες ....». Αντιφατικούς ισχυρισμούς έδωσε και σε σχέση με την συμπεριφορά των νεαρών ατόμων που συνάντησαν στην περιοχή. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο Β, αναφέρει ότι όταν έφθασαν στην σκηνή, είδε 5 με 6 νεαρά πρόσωπα να βρίσκονται έξω από το σουβλιτζίδικο του κατηγορούμενου
  8. Όταν τους πλησίασαν, οι νεαροί τράπηκαν σε φυγή ρίχνοντας πέτρες προς το μέρος τους. Τότε οι αστυνομικοί τους κυνήγησαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Καταθέτοντας όμως ενόρκως, έδωσε διαφορετικούς ισχυρισμούς, μιλώντας για πρώτη φορά για δύο ομάδες νεαρών. Κάποιους που τους βρήκαν να κάθονται στις καρέκλες που βρίσκονταν στην βεράντα του σουβλιτζίδικου και μία άλλη ομάδα νεαρών που είχαν συναντήσει προηγουμένως, κατά τη διαδρομή τους προς αυτό. Για τους νεαρούς που βρήκαν να κάθονται στη βεράντα του σουβλιτζίδικου, είπε ότι όταν αυτοί είδαν τους αστυφύλακες, έφυγαν πεζοί από το μέρος. Οι αστυφύλακες δεν τους κυνήγησαν γιατί δεν τους είδαν να διαπράττουν οποιοδήποτε αδίκημα και ήταν άσχετοι με το γεγονός για το οποίο η αστυνομία κλήθηκε στην σκηνή. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος 1, εμφανίστηκε στο πεζοδρόμιο μόλις έφυγαν οι νεαροί. Στην συνέχεια δεν διαφάνηκε να είναι βέβαιος αν η συζήτηση μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και του Μ.Κ.3, έγινε στο πεζοδρόμιο ή στην βεράντα του σουβλιτζίδικου. Ερωτώμενος μήπως ο κατηγορούμενος 1 εμφανίστηκε την ώρα που ήλεγχαν την μοτοσυκλέτα του και όταν αυτός ερχόταν από το φούρνο που βρίσκεται απέναντι από το σουβλιτζίδικο, δεν απάντησε με θετικότητα αλλά απλώς περιορίστηκε να πει ότι δεν θυμόταν να έγινε κάτι τέτοιο. Σημαντική είναι και πρέπει να γίνει αναφορά σε απάντηση που έδωσε σε υποβολή που του έγινε ότι, μετά από έντονη συζήτηση που έγινε στο μέρος με τον κατηγορούμενο 1, το θέμα έληξε και στην οποία απάντησε κατά λέξη «Δεν θυμάμαι αν είχε λήξει το θέμα». Θεωρώ ότι η απάντηση αυτή δεν μπορεί να είναι η αναμενόμενη από οποιοδήποτε πρόσωπο, πολύ δε περισσότερο από κάποιον αστυνομικό, ο οποίος καλείται να περιγράψει ένα συμβάν που όπως υποστηρίζει έχει συμβεί και στο οποίο ήταν παρών. Ο Μ.Κ.2 παρουσίασε και επιλεκτική μνήμη. Δεν θυμόταν π.χ. εάν όταν έφθασαν στην σκηνή είδαν να υπάρχει φωτιά, ούτε και εάν υπήρχαν παλέτα που καίγονταν. Θυμόταν όμως ότι δεν είδαν εκεί πυροσβεστική. Θυμόταν ότι όταν μετέβησαν στο μέρος οι νεαροί κάθονταν έξω στις καρέκλες του σουβλιτζίδικου και ότι η πινακίδα του σουβλιτζίδικου ήταν αναμμένη. Δεν θυμόταν όμως εάν αυτό λειτουργούσε ή όχι, ούτε αν ήταν αναμμένο το φως στο μαγαζί. Είναι πράγματι άξιο απορίας πως μπορούσε να θυμάται ότι η πινακίδα του ήταν αναμμένη, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το υποστατικό λειτουργούσε και εάν είχε ή όχι φωτισμό. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί εάν την στιγμή που τους πρωτοείδε ο κατηγορούμενος 1, εξέταζαν την μοτοσυκλέτα του. Σημαντικό στοιχείο που δεν μπορούσε όπως είπε να θυμηθεί είναι για ποια αδικήματα ο Μ.Κ.3 είπε του κατηγορούμενου 1 ότι είναι υπό σύλληψη. Είπε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα ασαφή. «Τα αδικήματα.. αυτό είναι δικό μου σχόλιο, μπορεί να πρέπει να τα ξαναθυμηθείς και να ξαναθυμηθείς το τι είπε και τι έκανε κάποιος για να τα καταγράψεις και να τα αναγνωρίσεις. Εκείνο που θυμάμαι ήταν ότι είναι υπό σύλληψη». Ούτε και ο Μ.Κ.3 με έπεισε ότι εξέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά πραγματικά εκτυλίχθηκαν, αλλά η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Και αυτό γιατί σε ορισμένες ερωτήσεις απαντούσε με τρόπο και ύφος απόλυτο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις καθυστερούσε να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν όταν καθυστέρησε να απαντήσει σε υποβολή που του έγινε ότι για πρώτη φορά συνομίλησε με τον κατηγορούμενο 1 όταν ο μάρτυρας εξέταζε τη μοτοσυκλέτα του τελευταίου. Με μειδίαμα δε σε αρκετές περιπτώσεις απαντούσε αντεξεταζόμενος. Τέτοιο μειδίαμα ήταν πέρα για πέρα φανερό όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος έκανε μορφασμούς προς τον κατηγορούμενο
  9. Απορία δημιουργεί η παράλειψη και αυτού, όπως και του Μ.Κ.2 να αναφέρει στην κατάθεση του για δεύτερη ομάδα νεαρών ατόμων. Για την ύπαρξη αυτής της δεύτερης ομάδας αναφέρθηκε κατά την ένορκη του μαρτυρία και μάλιστα κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ως αποτέλεσμα δημιουργείται το ερώτημα γιατί δεν αναφέρθηκε στη δεύτερη αυτή ομάδα των νεαρών από την αρχή; Απορία δημιουργεί επίσης ότι παρόλο που ως υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Αγίου Ιωάννη, γνώριζε γιατί ήταν κάτι που είχε πληροφορηθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε και στο παρελθόν δημιουργήσει κάποια προβλήματα με αποτέλεσμα και οι γείτονες του να αισθάνονται έναντι του φόβο, να μην γνωρίζει αν στην συγκεκριμένη οδό, την οδό Μίλτωνος δηλαδή, δημιουργούνταν κατά καιρούς προβλήματα και φασαρίες. Πρέπει δε να λεχθεί ότι, σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν επί του θέματος, απέφευγε να απαντήσει ευθέως προβάλλοντας γενικόλογους ισχυρισμούς. Αναφορά επίσης πρέπει να γίνει και στις αντιφάσεις που εντοπίζονται στην μεταξύ των δύο μαρτυρία. Σημαντική είναι η διαφοροποίηση που παρατηρείται σε σχέση προς τις ενέργειες των νεαρών που κάθονταν στο σουβλιτζίδικο του κατηγορούμενου
  10. Ο Μ.Κ.3 υποστήριξε ότι οι νεαροί αυτοί φώναζαν συνθήματα κατά της αστυνομίας και τους έριξαν και πέτρες. Αντίθετα ο Μ.Κ.2 και παρόλο που στην κατάθεση του αναφέρεται σε νεαρούς που κάθονταν στο σουβλιτζίδικο και τους έριξαν και πέτρες, στην ένορκη του μαρτυρία διαφοροποίησε εντελώς τους ισχυρισμούς του αυτούς, λέγοντας ότι οι νεαροί αυτοί δεν έκαμαν οτιδήποτε παράνομο και για αυτό μάλιστα δεν υπήρχε κανένας λόγος να τους συλλάβουν. Σε κανένα δε σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι οι νεαροί αυτοί φώναζαν συνθήματα κατά της αστυνομίας. Αναφορικά δε με την συμπεριφορά των νεαρών, πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με ισχυρισμό του Μ.Κ.3 ο ίδιος έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.2 να μείνει κοντά στο περιπολικό για φύλαξη του αστυνομικού αυτού οχήματος από τις πέτρες που έριχναν οι νεαροί και αποτελεί συνεπώς γεγονός που εάν πράγματι είχε συμβεί δεν θα ήταν αναμενόμενο ο Μ.Κ.2 να το είχε ξεχάσει. Διαφοροποίηση στους ισχυρισμούς τους παρατηρείται και ως προς την ύπαρξη φωτιάς στο μέρος, σε παλέτες που καίγονταν και στην παρουσία πυροσβεστικής. Ενώ ο Μ.Κ.3 ήταν απόλυτα σίγουρος ότι είδαν και φωτιά και παλέτες να καίγονται και ότι στο μέρος υπήρχε και πυροσβεστική, ο Μ.Κ.2 δεν θυμόταν εάν είδαν να υπάρχει φωτιά, ούτε θυμόταν και εάν υπήρχαν παλέτα που καίγονταν. Θυμόταν όμως ότι δεν είδαν εκεί πυροσβεστική. Ενώ ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να αποφύγει να πει εάν πράγματι εξέταζαν ή όχι τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου 1 λέγοντας ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί, ο Μ.Κ.3 δέχθηκε ότι το έπραξε. Ενώ ο Μ.Κ.3 επέμενε ότι ο κατηγορούμενος 1 του επιτέθηκε σπρώχνοντας τον στο στήθος, ο Μ.Κ.2 είπε μόνο ότι τον «ακούμπησε στο στήθος». Περαιτέρω ερωτηματικά δημιουργούνται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1(Α) και (Β) που δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη 2 κατηγορήθηκε «σχετικά με αδίκημα επίθεσης» όπως κατά λέξη αναγράφεται και όχι για το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει δυνάμει του κατηγορητηρίου. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να θεωρήσω αξιόπιστη τη μαρτυρία τους και να την αποδεχθώ. Αντίθετα τα προαναφερόμενα, μου δημιουργούν εντονότατες αμφιβολίες για την ειλικρίνεια τους και για τους λόγους που προσπάθησαν να παρουσιάσουν τα γεγονότα με τον τρόπο που τα προέβαλαν και για αυτό απορρίπτω τη μαρτυρία τους, εκτός του μέρους εκείνου που συνάδει με τη μαρτυρία των δύο κατηγορούμενων οι οποίοι με έπεισαν για την αλήθεια της εκδοχής τους και η οποία για τους λόγους που πιο κάτω αναφέρεται γίνεται αποδεκτή. Η εμπλοκή του Μ.Κ.4, στην υπόθεση ήταν περιορισμένη, αφού απλώς συνέλαβε τους δύο κατηγορούμενους , έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς. Αυτός μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε στη μαρτυρία ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της για αυτό και γίνεται αποδεκτή. Παρακολουθώντας τους δύο κατηγορούμενους να καταθέτουν, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα σχημάτισα την εντύπωση ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτοί σε αντίθεση με τους Μ.Κ.2 και 3 που ήταν όπως προαναφέρεται οι ουσιαστικοί μάρτυρες κατηγορίας, παρέμειναν σταθεροί στη μαρτυρία τους χωρίς να περιπέσουν σε αντιφάσεις. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι τα όσα προέβαλαν. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε άλλο εύρημα παρά μόνο ότι στις 7/12/2103 και όταν οι Μ.Κ.2 και 3 βρέθηκαν στην οδό Μίλτωνος προς διερεύνηση περιστατικού για το οποίο είχαν κληθεί στο χώρο που βρίσκεται το σουβλιτζίδικο και το σπίτι των δύο κατηγορούμενων, μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και του Μ.Κ.3 έγινε έντονη συζήτηση μετά από απαίτηση του τελευταίου όπως ο πρώτος μετακινήσει εντός του καταστήματος του τις καρέκλες που βρίσκονταν στην βεράντα του υποστατικού του. Όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη κάθε κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας

(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έγινε αποδεκτή, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του......». Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους 1 και 2. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται 1-5 και η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 6η κατηγορία. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.