← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SIMEON KOSTADINOV MANOLEV, Aρ. Υπόθεσης: 1121/17, 24/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SIMEON KOSTADINOV MANOLEV, Aρ. Υπόθεσης: 1121/17, 24/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 1121/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον SIMEON KOSTADINOV MANOLEV --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24.05.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα έξι κατηγορίες. Συγκεκριμένα : Αρ. Κατηγορίας 1 : Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι) και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 19ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση πλαστογράφησε την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, με αρ. 35841281, η οποία εκδόθηκε στην ΠΟΒΕΚ Λεμεσού - Σύνδεσμος Ισιωτών & Βαφέων Λεμεσού, συμπληρώνοντας την αριθμητικώς και ολογράφως για το ποσό των €600, χωρίς την εξουσιοδότηση του πιο πάνω Συνδέσμου. Αρ. Κατηγορίας 2 : Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι) και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος o κατηγορούμενος την 15ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση πλαστογράφησε την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, με αρ. 35841280, η οποία εκδόθηκε στην ΠΟΒΕΚ Λεμεσού - Σύνδεσμος Ισιωτών & Βαφέων Λεμεσού, συμπληρώνοντας την αριθμητικώς και ολογράφως για το ποσό των €500, χωρίς την εξουσιοδότηση του πιο πάνω Συνδέσμου. Αρ. Κατηγορίας 3 : Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος o κατηγορούμενος την 30ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Αρ. Κατηγορίας 4 : Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος o κατηγορούμενος την 27ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 2η κατηγορία. Αρ. Κατηγορίας 5 : Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος o κατηγορούμενος την 30ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Τράπεζα Κύπρου, το χρηματικό ποσό των €600, δηλαδή ο κατηγορούμενος κατάθεσε στον λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό 357013020189, την επιταγή που αναφέρεται στην 1η κατηγορία για το ποσό των €600, ψευδώς προσποιηθείς ότι η πιο πάνω επιταγή ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. Αρ. Κατηγορίας 6 : Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος o κατηγορούμενος την 27ην Δεκεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, το χρηματικό ποσό των €500, δηλαδή ο κατηγορούμενος κατάθεσε στον λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό 357013020189, την επιταγή που αναφέρεται στην 2ην κατηγορία για το ποσό των €500, ψευδώς προσποιηθείς ότι η πιο πάνω επιταγή ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες, ενώ οι γραπτές καταθέσεις άλλων μαρτύρων κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως παραδεκτές. Έγινε επίσης ένα παραδεκτό γεγονός. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παραδεκτή : (α) Κατάθεση του Αστ. 3512 Μ. Περικλέους (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 26) ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι τοποθετημένος στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων Λεμεσού. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 30.1.2017 παρέλαβε από την Αστ. 4782 (Μ.Κ.2) τα δείγματα γραφής - υπογραφής και τις πρωτότυπες επιταγές (τεκμήρια 4-9) τα οποία μετέφερε και τα παρέδωσε την ίδια ημέρα στο εργαστήριο γραφολογίας για να τύχουν γραφολογικών εξετάσεων. (β) Κατάθεση της Αστ. 1321 Μ. Φρίξου (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 27) η οποία υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι τοποθετημένη στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων Λεμεσού. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 18.1.2017 κατόπιν διαταγής παρουσίασης εγγράφων παρέλαβε από την Βαθούλλα Δημητριάδη του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού την πρωτότυπη επιταγή αρ. 35841280 (τεκμήριο 4) την οποία στις 24.1.2017 παρέδωσε στην Αστ. 4782 (Μ.Κ.2). (γ) Κατάθεση του Γιώργου Μαυροκορδάτου ημ. 11.1.2017 (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 28). Είναι υπεύθυνος συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου στο κατάστημα του πενταδρόμου και σε συμμόρφωση με τη διαταγή παρουσίασης εγγράφων που επιδόθηκε στην τράπεζα αναφέρει ότι παραδίδει συγκεκριμένα έγγραφα ήτοι

(1)πρωτότυπη επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αρ. 35841281 (τεκμήριο 5),
(2)έγγραφα ανοίγματος του λογαριασμού όπου κατατέθηκε η πιο πάνω επιταγή, δικαιούχος του οποίου είναι ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 19),
(3)αντίγραφο διαβατηρίου του κατηγορούμενου (τεκμήριο 20) και
(4)κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού όπου φαίνεται η κατάθεση των δύο αναφερόμενων επιταγών (τεκμήριο 18). Όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 4 πληρώθηκε κανονικά και τα λεφτά αποσύρθηκαν από τον δικαιούχο ενώ η δεύτερη επιταγή (τεκμήριο 5) επιστράφηκε απλήρωτη, παρόλο που λόγω κάποιων δικαιολογιών που τους είπε του πλήρωσαν ως τράπεζα και την επιταγή αυτή των €600 και τα χρήματα εισπράχθηκαν κανονικά από αυτόν με τον λογαριασμό του να έχει χρεωστικό υπόλοιπο. (δ) Κατάθεση της Βαθούλλας Δημητριάδη (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 29) είναι υπεύθυνη του τμήματος τρεχούμενων του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και σύμφωνα με τη διαταγή προσαγωγής εγγράφων ημερομηνίας 18.1.2017 αναφέρει ότι παραδίδει έγγραφα στα οποία φαίνονται τα στοιχεία των ατόμων που άνοιξαν τον λογαριασμό 20030-40-28550-4, πότε ανοίχθηκε ο λογαριασμός και ποιοι είναι οι δικαιούχοι του. Επίσης, ποια άτομα έχουν δικαίωμα υπογραφής που είναι τρία και μπορούν να υπογράφουν δύο εκ των τριών και τέλος πρωτότυπη επιταγή με αριθμό 35841280 (τεκμήρια 4 & 17). (ε) Κατάθεση του Στέφανου Κουρσάρου (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 31) ο οποίος είναι γενικός γραμματέας της ΠΟΒΕΚ. Την Τετάρτη 7.12.2016 ήταν συντονιστής συνεδρίας που έγινε στα γραφεία τους η οποία έληξε στις 22:
  1. Κλείδωσε το γραφείο και όπως συνεννοήθηκε με την υπάλληλο της ΠΟΒΕΚ Χρύσω τοποθέτησε το κλειδί σε φάκελο και στην έξοδο του έβαλε το φάκελο με το κλειδί στο γραμματοκιβώτιο. Κατά τη συνεδρία δεν αντιλήφθηκε άλλα άτομα εκτός των ατόμων που συνεδρίαζαν μαζί του ούτε οτιδήποτε ύποπτο και δεν γνωρίζει εάν στο γραφείο φυλάσσονται βιβλιάρια επιταγών διαφόρων συνδέσμων. Δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε αντιλήφθηκε να υπήρχε άτομο που συνεδρίαζαν στις 7.12.2016 και να μην τον γνωρίζει. (στ) Κατάθεση του Κώστα Φαίδωνος (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 32) ο οποίος είναι ταμίας του συνδέσμου ισιωτών και βαφέων Λεμεσού. Το βιβλιάριο επιταγών του συνδέσμου φυλάγεται στα γραφεία της ΠΟΒΕΚ για σκοπούς ασφαλείας επειδή εκεί κάνουν τις συνεδριάσεις τους και από εκεί θα εκδοθεί κάποια επιταγή εάν χρειαστεί. Δικαίωμα υπογραφής επιταγών με απόφαση του συνδέσμου έχει ο ίδιος, ο Αχιλλέας Φαίδωνος και ο Νεοκλής Νεοκλέους και για να εξαργυρωθεί μια επιταγή μπορούν να υπογράφουν δύο εκ των τριών τους. Όσον αφορά τις δύο επιταγές καμία δεν φέρει την υπογραφή του και δεν αναγνωρίζει καμία από τις υπογραφές των επιταγών. Τέλος, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κανένα με το όνομα του κατηγορούμενου και σημειώνει στο τέλος ότι δεν γράφει καθόλου Αγγλικά. (ζ) Κατάθεση του Αχιλλέα Φαίδωνος (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 33) ο οποίος ήταν πρόεδρος του Συνδέσμου ισιωτών και βαφέων Λεμεσού και αναφέρει ότι ενόσω διατελούσε πρόεδρος ήταν ένα εκ των τριών προσώπων που είχαν δικαίωμα υπογραφής για την έκδοση επιταγών. Δικαίωμα είχαν άλλα δύο πρόσωπα και για να είναι έγκυρη μια επιταγή θα έπρεπε να υπογράψουν δύο εκ των τριών. Παρόλο που δεν είναι πλέον πρόεδρος εξακολουθεί να έχει δικαίωμα υπογραφής επειδή ακόμα δεν έκαναν τις απαραίτητες διαδικασίες για να γίνουν οι αλλαγές στην τράπεζα. Όσον αφορά τις δύο επίδικες επιταγές καμία δεν φέρει την υπογραφή του ούτε και αναγνωρίζει καμία από τις υπογραφές στις επιταγές. Τέλος, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κανένα με το όνομα του κατηγορούμενου και σημειώνει στο τέλος ότι δεν γράφει καθόλου Αγγλικά. (η) Κατάθεση του Νεοκλή Νεοκλέους (κατατεθείσα εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της - Τεκμήριο 34) ο οποίος είναι ο γραμματέας του Συνδέσμου ισιωτών και βαφέων Λεμεσού και αναφέρει ότι το βιβλιάριο επιταγών του συνδέσμου φυλάγεται στα γραφεία της ΠΟΒΕΚ για σκοπούς ασφαλείας και δικαίωμα υπογραφής επιταγών έχει ο ίδιος, ο Αχιλλέας Φαίδωνος και ο Κώστας Φαίδωνος. Για να εξαργυρωθεί μια επιταγή πρέπει να υπογραφεί από δύο εκ των τριών τους. Όσον αφορά τις δύο επίδικες επιταγές καμία δεν φέρει την υπογραφή του ούτε και αναγνωρίζει καμία από τις υπογραφές στις επιταγές. Τέλος, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κανένα με το όνομα του κατηγορούμενου. Παραδεκτό γεγονός που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο : Η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση των Τεκμηρίων της υπόθεσης της Αστυνομίας έγινε σύμφωνα με τον Νόμο, χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Λοχίας 837 Γεώργιος Χρυσάνθου : Κατ΄ αρχήν στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι σταθμεύει στο Αρχηγείο Αστυνομίας και υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών. Συγκεκριμένα είναι υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας. Είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων, χειρόγραφων και δακτυλογραφημένων κειμένων. Για το θέμα δικανικής εξέτασης γραφής και υπογραφής έχει τύχει εκπαίδευσης στη υπηρεσία του και μετεκπαίδευσης σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Επίσης είναι κάτοχος πιστοποιητικού ISO 17025 που αφορά στη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής. Κατέθεσε δε ενώπιον του Δικαστηρίου βιογραφικό σημείωμα (τεκμ.1) και αντίγραφο πιστοποιητικού διαπίστευσης (τεκμ.2). Για την παρούσα υπόθεση έχει ετοιμάσει την έκθεση με αριθμό αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε 504 του 2017, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (τεκμ.3). Προέβη δε σε ανάγνωση της έκθεσης του και κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια που αναφέρονται στην έκθεση του: - Επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 15.12.2016 υπ' αριθμό 35841280 ως Τεκμήριο
  2. - Επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 19.12.2016 υπ' αριθμό 35841281 ως Τεκμήριο
  3. - Δέσμη αποτελούμενη από 10 τεμάχια χαρτιού με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον Κώστα Φαίδωνος αριθμημένα 1‑ 10 ως Τεκμήριο
  4. - Δέσμη αποτελούμενη από 10 τεμάχια χαρτιού με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον Νεοκλή Νεοκλέους αριθμημένα από 1‑10 ως Τεκμήριο
  5. - Δέσμη με 10 τεμάχια χαρτιού με δείγμα γραφής και υπογραφής του αποδίδεται στον Αχιλλέα Φαίδωνος αριθμημένα από 1‑10 ως Τεκμήριο
  6. - Δέσμη αποτελούμενη από 30 τεμάχια χαρτιού με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αριθμημένα από 1‑10, 3 φορές, ως Τεκμήριο
  7. Όπως ανέφερε η αιτούμενη εξέταση ήταν τα τεκμήρια 4 και 5 του Δικαστηρίου να συγκριθούν με το δειγματικό υλικό δηλ. τα τεκμήρια 6‑9 του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα δε της εξέτασης του φαίνεται στις σελ.2-3 της έκθεσης του τεκμ.
  8. Εξήγησε δε επίσης τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του και συγκεκριμένα την αναλυτική συγκριτική μέθοδο που έχει χρησιμοποιηθεί, καταθέτοντας παράλληλα ενώπιον του Δικαστηρίου συγκριτικό πίνακα ως τεκμήριο 10 προκειμένου να δείξει πως κατέληξε στα συμπεράσματα αυτά τον οποίο βεβαίως επεξήγησε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ως προς την έκφραση που χρησιμοποιεί στην 3η σελίδα της έκθεσης του τεκμ.3 και ως προς το αποτέλεσμα δηλαδή των ευρημάτων του, τόσο ως προς τον κατηγορούμενο, όσο και ως προς τους υπόλοιπους, ότι η παράγραφος 2 αναφέρει ότι έχουμε 5 αμφισβητούμενες υπόγραφες και οι 5 αυτές υπόγραφες είναι γραφικές παραστάσεις. Οι τρεις υπόγραφες οι οποίες βρίσκονται στο Τεκμήριο 4 φαίνεται να παρουσιάζουν κανονικό ρυθμό ροής όπως αναφέρει του γραφικού μέσου. Οι δύο υπόγραφες οι οποίες βρίσκονται στο Τεκμήριο 5 και πάλι είναι γραφικές παραστάσεις οι οποίες όμως παρουσιάζουν κάποιες διπλογραφίες, κάποια σταματήματα, έναν αφύσικο ας το πούμε ρυθμό ροής γραφικού μέσου. Εάν δούμε μεταξύ τους τις υπόγραφες, μπορούμε να πούμε ότι ως προς τη μορφή υπάρχουν 3 κατηγορίες. Οι δύο πρώτες ως υπόγραφες εκδότη, τα Τεκμήρια 4 και 5, η δεύτερη υπογραφή εκδότη πάλιν στο 4 και στο 5 και η τρίτη κατηγορία είναι αυτή που είναι στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου
  9. Αυτό που λέει στην τρίτη σελίδα, δηλαδή ότι σύγκρινε αυτές τις υπόγραφες με τα δείγματα που του έχουν υποβληθεί και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανενός από αυτούς είναι γνήσια υπογραφή του. Δηλαδή είχαμε 4 άτομα τα οποία υπογράφουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, έχουν δηλαδή μια γνήσια υπογραφή ο καθένας. Αυτή η γνήσια υπογραφή που έχει ο καθένας δεν είναι η ίδια με αυτές τις υπόγραφες που υπήρχαν στις επιταγές. Δεν είναι δηλαδή όπως λέει η γνήσια υπογραφή τους. Εάν τώρα αυτές οι αμφισβητούμενες υπόγραφες έχουν γίνει, έχουν παραχθεί από κάποιον από αυτούς τους 4 αυτό δεν μπορεί γραφολογικά να το πει. Δηλαδή εάν αυτές οι υπόγραφες είναι για παράδειγμα ένα φανταστικό μόρφωμα το οποίο έγινε για μια συγκεκριμένη στιγμή από κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά δεν είναι η υπογραφή του η δική του, δεν μπορεί να τον συνδέσει και να πει ότι έχει γίνει από αυτό το πρόσωπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλες αυτές οι υπόγραφες έχουν συγκριθεί με τα δείγματα των ατόμων όλων συμπεριλαμβανόμενων και του κατηγορουμένου και δεν βρέθηκαν σημεία όπου να φαίνονται κομμάτια ας το πούμε της γνήσιας υπογραφής του, ούτε του ιδίου ούτε των άλλων προσώπων. Ως εκεί είναι το σημείο που μπορεί γραφολογικά να εκφέρει άποψη με βάση τα Τεκμήρια. Είπε επίσης ότι το Τεκμήριο 10 του Δικαστηρίου είναι ο φωτογραφικός πίνακας για να υποδείξει στο Δικαστήριο αυτά που εντόπισε κατά την εξέταση. Η όλη εξέταση και σύγκριση έγινε στα πρωτότυπα έγγραφα, όπως αυτά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, σε όλο το δειγματικό υλικό και έχει κάνει επιλογή από ορισμένα και ορισμένα σημεία ακόμη, τα οποία δείχνουν αυτά που εντόπισε ώστε να είναι στην καλύτερη τους μορφή για να είναι αντιληπτά, τόσο από το Δικαστήριο όσο και από τους υπόλοιπους εδώ, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τα περί Γραφολογίας και το τι σημαίνουν ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή οι φωτογραφίες που μπήκαν εδώ είναι ώστε να δώσει με καλύτερη ευκρίνεια στο Δικαστήριο τα ευρήματα. Έχει κάνει αξιολόγηση σε όλα τα γράμματα και σε όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής. Έχει παρουσιάσει 16 σημεία που είναι ένας συνδυασμός εμφανών χαρακτηριστικών, τα οποία μπορούν να φανούν στο Δικαστήριο με γυμνό μάτι και ο οποίος συνδυασμός επαναλαμβάνεται στο δειγματικό υλικό κατά τον ίδιο τρόπο και είναι αυτός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα που έχει αναφέρει. Δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξετάσει και τα υπόλοιπα που είναι γραμμένα τόσο στα αμφισβητούμενα όσο και στα δείγματα αμφισβητούμενα. Απαντώντας δε σε σχετική υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης καταληκτικά είπε πως η γνήσια υπογραφή τόσο του κατηγορούμενου όσο και των άλλων προσώπων δεν έχει ανευρεθεί στα Τεκμήρια 4 και
  10. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Αστ.4782 Νίκολα Παπανικολάου : Στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε αρχικά την κατάθεση της για την παρούσα υπόθεση ημερ.30/01/17 (τεκμ.11) την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρεται στις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Κατέθεσε δε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια: - Ένταλμα συλλήψεως υπόπτου αναφορικά με τον κατηγορούμενο με οπισθογράφηση για την εκτέλεση του ως Τεκμήριο
  11. - Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου στη βουλγαρική γλώσσα με επισυνημμένη πιστή μετάφραση της στα ελληνικά ως Τεκμήριο
  12. - Έγγραφο αναφορικά με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου στη βουλγαρική γλώσσα ως Τεκμήριο
  13. - Απόδειξη παράδοσης Τεκμηρίων ως Τεκμήριο
  14. - Διαταγή προσαγωγής εγγράφων από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ημερομηνίας 09.01.2017 ως Τεκμήριο
  15. - Δέσμη εγγράφων τα οποία παραλήφθηκαν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού δυνάμει της διαταγής προσαγωγής εγγράφων Τεκμήριο 16, ως Τεκμήριο
  16. - Κατάσταση λογαριασμού του κατηγορουμένου στην Τράπεζα Κύπρου υπ' αριθμό 357013020189 ως Τεκμήριο 18 (όπου φαίνεται είπε η κατάθεση των δύο πρωτότυπων επιταγών τεκμ.4 και 5). - Έγγραφο αναφορικά με το άνοιγμα λογαριασμού του κατηγορούμενου στην Τράπεζα Κύπρου ως Τεκμήριο
  17. - Φωτοαντίγραφο διαβατηρίου του κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 20 και αντίγραφο λογαριασμού ρεύματος του κατηγορούμενου ως Τεκμήριο
  18. - Κατάσταση λογαριασμού της Π.Ο.Β.Ε.Κ στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού που αφορά την κατάθεση της επιταγής των €500 στον λογαριασμό, ως Τεκμήριο
  19. - Διαταγή προσαγωγής εγγράφων προς τον Διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 09.01.2017 ως Τεκμήριο
  20. - Δέσμη αποτελούμενη από αντίγραφα των δύο επιταγών, Τεκμήρια 4 και 5 τα οποία παραδόθηκαν στη μάρτυρα από τη Γεωργούλα Χριστοφή ως Τεκμήριο
  21. - Επιστολή της Π.Ο.Β.Ε.Κ προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, ημερομηνίας 22.02.2011 με επισυνημμένο απόσπασμα πρακτικών κατατίθεται ως Τεκμήριο
  22. Επίσης η μάρτυρας αναγνώρισε τις επιταγές τεκμ.4 και 5 ως τα πρωτότυπα επιταγών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού τα οποία παρέλαβε ως Τεκμήρια σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Είπε ακόμη ότι το Τεκμήριο 6 είναι 10 δείγματα γραφής, υπογραφής του Κώστα Φαίδωνος, τα οποία έδωσε στην παρουσία της και τα παρέλαβε ως Τεκμήριο. Το Τεκμήριο 7 είναι 10 δείγματα γραφής, υπογραφής του Νεοκλή Νεοκλέους τα οποία έδωσε την 09.01.2017 στην παρουσία της και τα οποία παρέλαβε ως Τεκμήριο. Το Τεκμήριο 8 είναι 10 δείγματα γραφής υπογραφής του Αχιλλέα Φαίδωνος, τα οποία έδωσε την 25.01.2017 στην παρουσία της και τα οποία παρέλαβε ως Τεκμήριο. Και το Τεκμήριο 9 είναι δείγματα γραφής, υπογραφής του κατηγορουμένου τα οποία έδωσε στην παρουσία της και στην παρουσία του διερμηνέα Nasser Saleh και τα οποία παρέλαβε ως Τεκμήριο. Όσον αφορά δε το τελευταίο αυτό τεκμήριο ανέφερε ως προς τη διαδικασία λήψης τους ότι καθ' υπόδειξη της αφού έδωσε κενά φύλλα στον κατηγορούμενο, του υπαγόρευσε και συμπλήρωσε τα όσα αναγράφονται με βάση τις πρωτότυπες υπογραφές που αναφέρονταν ότι είχε παραλάβει ως Τεκμήρια, πάντα με τη βοήθεια του διερμηνέα της βουλγαρικής γλώσσας και αφού τα συμπλήρωσε τα παρέλαβε ως Τεκμήρια και τα έστειλε για γραφολογικές εξετάσεις. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι το βιβλιάριο επιταγών αποτελείτο από 50 φύλλα επιταγών και πως όταν το παρέλαβε ως τεκμήριο έλειπαν κάποια φύλλα ενώ κάποια άλλα ήταν κενά. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του συνδέσμου οι μόνες επιταγές που δεν εκδόθηκαν νόμιμα ήταν οι δύο συγκεκριμένες. Όσες εκ των επιταγών ήταν κενές στο βιβλιάριο δεν ήταν υπογεγραμμένες. Όσον αφορά την επιταγή των €500 αυτή εξαργυρώθηκε κανονικά χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και μετά στάλθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ξεκαθάρισμα. Τα λεφτά αποσύρθηκαν. Για την δεύτερη επιταγή των €600 υπήρχε κάποιο πρόβλημα στην αρχή και επιστράφηκε απλήρωτη αλλά στη συνέχεια πληρώθηκε. Εν σχέση και με τις δύο επιταγές αναφορικά με το τι έγινε όταν παρουσιάστηκαν οι επιταγές η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει και γνωρίζει όσα της ανέφεραν οι τραπεζικοί υπάλληλοι. Για τις υπογραφές στις επιταγές η Τράπεζα Κύπρου όπου κατατέθηκαν αρχικά δεν ήταν σε θέση να κάνει τεχνικό έλεγχο δηλαδή να ελέγξει τις υπογραφές γιατί τα δείγματα υπογραφής των εκδοτών ήταν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού όπου τηρείτο και ο λογαριασμός. Όπως προκύπτει από την κατάθεση της κοπέλας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου τεχνικός έλεγχος γίνεται για μεγάλα ποσά ή εάν προκύψει θέμα ακάλυπτης επιταγής. Δεν γνωρίζει σε ποιους ανήκουν οι υπογραφές στις δύο επιταγές ενώ σημείωσε ότι ως εξετάστρια κάλεσε τα άτομα που έχουν δικαίωμα να υπογράψουν και κανένας από τους τρεις δεν αναγνώρισε αυτές τις υπογραφές ως δικές του. Ως ΜΚ3 κατέθεσε η Γιωργούλλα Χριστοφή: Στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την κατάθεση της (τεκμήριο 30) την οποία ανέγνωσε ενώπιον του δικαστηρίου και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Εις αυτήν πολύ επιγραμματικά αναφέρει ότι εργάζεται ως γραμματέας στην ΠΟΒΕΚ η οποία έχει την εποπτεία διαφόρων συνδέσμων μεταξύ των οποίων και ο σύνδεσμος ισιωτών και βαφέων Λεμεσού. Ακολούθως αναφέρει ότι ο σύνδεσμος αυτός έχει βιβλιάριο επιταγών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και φυλάγεται σε ένα συρτάρι στο γραφείο της το οποίο δεν είναι κλειδωμένο. Αναφέρει ακόμη ότι με βάση τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της και εξ΄όσων γνωρίζει προσωπικά για να εκδοθεί μια επιταγή του συνδέσμου θα πρέπει να υπογράψουν δύο εκ των τριών ακόλουθων ατόμων ήτοι Αχιλλέας Φαίδωνος, Νεοκλής Νεοκλέους και Κώστας Φαίδωνος. Στις 7.12.2016 μία εκ των συνεδριών που θα γίνονταν ήταν λίγο πιο αργά και θα την έκανε ο Στέφανος Κουρσάρης γενικός γραμματέας της ΠΟΒΕΚ ο οποίος δεν έχει κλειδί. Του δόθηκε κλειδί και εξηγήθηκαν με συναδέλφισσα της να το αφήσει στο γραμματοκιβώτιο φεύγοντας που βρίσκεται στο ισόγειο εντός της πολυκατοικίας. Το επόμενο πρωί που πήγαν στο γραφείο βρήκαν αναμμένα τα φώτα και την πόρτα ξεκλείδωτη και έλειπε και το κλειδί από το γραμματοκιβώτιο. Επικοινώνησαν με τον κ. Κουρσάρη ο οποίος τους είπε όμως ότι κλείδωσε. Ακολούθως είδαν τις κάμερες ασφαλείας και είδαν η ώρα 23:00 ένα άνδρα να μπαίνει στην πολυκατοικία και να κατευθύνεται προς το σημείο που είναι τα γραμματοκιβώτια, σημείο όμως που δεν καταγράφουν οι κάμερες και μετά τον δείχνει να επιστρέφει και να κατευθύνεται προς τις σκάλες, ακολούθως δε μετά από πάροδο 50 λεπτών περίπου να βγαίνει από την πολυκατοικία. Μετά τον έλεγχο που έγινε στις κάμερες έλεγξαν τα γραφεία τους και επειδή δεν διαπίστωσαν να λείπει κάτι δεν ενημέρωσαν την αστυνομία. Στις 4.1.2017 ενημερώθηκε από την Τράπεζα Κύπρου ότι μια επιταγή του συνδέσμου είχε επιστραφεί λόγω του ότι ήταν λάθος η υπογραφή του Νεοκλή. Της είπαν ότι ήταν επιταγή για €600 ημερομηνίας 19.12.2016 και της φάνηκε παράξενο γιατί ήξερε ότι αυτές τις ημέρες δεν είχαν εκδοθεί επιταγές. Αμέσως αναζήτησε το βιβλιάριο επιταγών και από έλεγχο που έκανε είδε ότι εντός του βιβλιαρίου υπήρχαν δύο αποκόμματα ασυμπλήρωτα και συγκεκριμένα τα αποκόμματα των δύο επίδικων επιταγών. Αμέσως κατάλαβε ότι κάποιο πρόβλημα υπήρχε γιατί πάντα όταν εκδοθεί επιταγή ταυτόχρονα συμπληρώνουν και κάποια στοιχεία στο απόκομμα. Από περαιτέρω έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι η επιταγή τεκμήριο 5, η οποία της στάληκε εν τω μεταξύ με email από την τράπεζα ήταν πλαστογραφημένη αφού καμία από τις δύο υπογραφές δεν ήταν ορθή. Στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι παρουσιάστηκε και η επιταγή τεκμήριο 4 και είχε εξαργυρωθεί. Όπως ενημερώθηκε μετά από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού την επιταγή των €600 την επέστρεψαν λόγω διαφοράς στις υπογραφές ενώ για την επιταγή των €500 που εξαργυρώθηκε της είπαν ότι όταν υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο και το ποσό είναι κάτω από ένα ποσό δεν ελέγχουν τις υπογραφές. Στη συνέχεια αναγνώρισε τις επιταγές τεκμ. 4 και 5 ως επιταγές του Συνδέσμου λέγοντας ότι οι υπογραφές και τα γράμματα σε αυτές (ποσό και δικαιούχος) δεν είναι των ιδίων. Επίσης αναγνώρισε άλλα τεκμήρια που παρέδωσε η ίδια στην Αστυνομία και τα αρχικά της σε αυτά (τεκμ.15, 24 και 25). Κατά την αντεξέταση της είπε ότι τη συγκεκριμένη μέρα είχε μόνο ένα βιβλιάριο επιταγών στο συρτάρι του γραφείου της και από αυτό έλειπαν 2 φύλλα. Στα υπόλοιπα κενά φύλλα που υπήρχαν μέσα στο βιβλιάριο δεν ήταν συμπληρωμένες οι υπογραφές των εκδοτών, ποτέ δεν είναι συμπληρωμένες. Υπογράφουν τα δύο από τα τρία άτομα στις επιταγές αυτές όταν αποφασίσουν ότι πρέπει να εκδοθεί η επιταγή από το σύνολο της Επιτροπής. Η ίδια δεν παρευρίσκεται σε αυτή τη διαδικασία. Παρούσα είναι η συνάδελφος της και καταγράφεται στα πρακτικά όταν εκδοθεί επιταγή. Διευκρίνισε δε ότι όταν την είχαν πάρει τηλέφωνο από την Τράπεζα, της είχαν ζητήσει το τηλέφωνο του κύριου Νεοκλή γιατί διέφερε η υπογραφή του στην επιταγή. Τότε ζήτησε εξηγήσεις από την Τράπεζα, γιατί ήξερε ότι δεν είχε εκδοθεί επιταγή. Της είπαν ότι ήταν μια επιταγή με τον τάδε αριθμό, το τάδε ποσό και τους είπε να της την στείλουν στο email της. Όταν της την είχαν στείλει στο email, είδε ότι οι δικαιούχοι υπογραφής δεν ήταν εκείνοι που έπρεπε και επικοινώνησε ξανά μετά πίσω και τους είπε ότι το λάθος της επιταγής είναι ότι οι δικαιούχοι δεν είναι εκείνοι που πρέπει. Και από εκεί ξεκίνησε η διαδικασία με το Ταμιευτήριο να δει ότι είχε γίνει και γιατί εξαργυρώθηκε η πρώτη επιταγή και ανακάλυψαν ότι οι υπογραφές και στις δύο επιταγές δεν ήταν οι ίδιοι που έπρεπε να υπογράψουν. Επικοινώνησε και μαζί τους και με τον συνάδελφο που μένει τα βράδια στις συνεδρίες και της είπαν ότι δεν είχαν εκδώσει καμία επιταγή. Βλέποντας δε τις επιταγές τεκμ.4 και 5 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις υπογραφές και πως πρέπει να έχει μπροστά της το έγγραφο το οποίο υποδεικνύει τις υπογραφές για να κάνει τη σύγκριση. Στον έλεγχο που είχαν κάνει δεν ήταν οι ίδιες. Τέλος, είπε ότι ο σύνδεσμος ζημιώθηκε με την επιταγή των €500.- που ήταν η πρώτη και είχε εξαργυρωθεί, την οποία τους έχει καλύψει το Συνεργατικό Ταμιευτήριο μετά από απαίτηση του Συνδέσμου. Η επιταγή των €600 δεν εξαργυρώθηκε και δεν έχουν υποστεί ως Σύνδεσμος οποιανδήποτε ζημιά. Ο κατηγορούμενος : Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν έχει πλαστογραφήσει οποιαδήποτε επιταγή του Συνδέσμου Βαφέων. Τις έχει χρησιμοποιήσει, τις κατέθεσε στην τράπεζα, αλλά δεν ήξερε ότι είναι πλαστές οι επιταγές. Όσον αφορά την κατάθεση στην Αστυνομία τεκμήριο 13 και ερωτώμενος αν είναι δική του απάντησε πως μπορεί, δεν είναι σίγουρος. Ερωτώμενος δε για το πώς βρέθηκαν στα χέρια του οι δύο επιταγές είπε ότι του τις έδωσε μια γυναίκα στον Μόλο κοντά στη θάλασσα, στο πάρκο δίπλα από τη θάλασσα. Ανέφερε πιο συγκεκριμένα ότι ενώ περπατούσε τον πλησίασε μια γυναίκα με ξανθά μαλλιά μακριά και η οποία του συστήθηκε ως Ζωή, είχαν μια συνομιλία και τελικά για να τον βοηθήσει του έδωσε τις δύο επιταγές οι οποίες ήταν υπογραμμένες. Δεν ήταν συμπληρωμένες. Τον ρώτησε πόσα λεφτά θέλει για να του δώσει, της είπε €500 και του είπε εντάξει και επίσης του είπε να γράψει το όνομα του για να μην γίνει κάποιο λάθος, να γράψει €500 στη μια επιταγή και την ημερομηνία για τον Δεκέμβρη. Στην άλλη επιταγή του είπε να γράψει το όνομα του, €600 και πάλι ημερομηνία Δεκέμβρη. Μετά πήρε τις επιταγές και έκατσαν, έμειναν ακόμα 20‑30 λεπτά, του είπε ότι πρέπει να φύγει και ότι καλύτερο στη ζωή του. Στις επιταγές τεκμ. 4 και 5 αναγνωρίζει ότι είναι γραμμένα από τον ίδιο η ημερομηνία, το όνομα και το ποσό με γράμματα και με αριθμούς. Οι υπογραφές στις επιταγές δεν είναι δικές του, έτσι ήταν οι υπογραφές πάνω στις επιταγές όταν του τις έδωσε αυτή η κοπέλα η Ζωή. Στην αντεξέταση έγιναν ερωτήσεις σε πρώτο στάδιο για το θέμα της κατάθεσης του στην Αστυνομία. Του υποδείχθηκε το τεκμ.13 και ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρος αν είναι η κατάθεση του επειδή δεν πιστεύει κανέναν πλέον και δεν μπορεί να πει. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν αναγνωρίζει τις υπογραφές του στο τεκμ.13 και απάντησε ότι δεν πιστεύει σε υπογραφές και δεν μπορεί να πει. Συμφώνησε όμως ότι έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία στην παρουσία διερμηνέα και μόλις τελείωσε υπόγραψε την κατάθεση του. Στην κατάθεση τεκμ.13 αναγνωρίζει μόνο το όνομα του πάνω. Μελετώντας δε το βουλγαρικό κείμενο που του υποδείχθηκε (τεκμ.13) είπε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του πλην από ένα σημείο στο τέλος όπου γράφει ότι πήρε €600.- Δεν πήρε μετρητά πρόσθεσε, μπήκαν στο λογαριασμό του. Τώρα που διάβασε το τεκμ.13 συμφωνεί ότι είναι αυτά που είπε στην Αστυνομία με εξαίρεση το σημείο που ανέφερε πιο πάνω. Ακολούθως η αντεξέταση περιστράφηκε γύρω από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν οι επιταγές στην κατοχή του και τη θέση του πιο πάνω για το ότι του τις έδωσε κάποια Ζωή στο Μόλο και για την κατάθεση των επιταγών στην τράπεζα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Όσον αφορά τους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 αναφέρω ευθέως πως αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, η οποία στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη. Όμως σε κάθε περίπτωση σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχήν την εξαιρετική εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο ο ΜΚ1, ο οποίος αναμφίβολα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας (παραδεκτό σημειώνεται και από την Υπεράσπιση όπως προκύπτει από το απόσπασμα που παρατίθεται πιο κάτω από την αγόρευση της κας Αδάμου). Εν πάση περίπτωση ο μάρτυρας αυτός αναφέρεται με τις απαντήσεις του και τον τρόπο που κατέθεσε δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του. Συναφώς κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του και βεβαίως το αποτέλεσμα της εξέτασης του το οποίο έχει αιτιολογήσει και τεκμηριώσει με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα (Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498). Όσον αφορά την ΜΚ2, ανακρίτρια της υπόθεσης, αυτή έχει κάνει επίσης πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε άμεσες, σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και ήταν αντικειμενική, ενώ κρίνω πως η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την αντεξέταση της. Τέλος, σημειώνω ως προς την ΜΚ3, η οποία επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι η μαρτυρία της στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Όμως εδώ έχει σημασία να σημειωθεί ως προς τους 3 μάρτυρες κατηγορίας ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου ευθέως δήλωσε στην τελική της αγόρευση ότι η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Είπε συγκεκριμένα «..αναφέρω ότι πράγματι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς μας οποιοσδήποτε μάρτυρας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, τόσο αυτοί που έχουν καταθέσει ενόρκως όσο και αυτούς τους παραδεχτούς μάρτυρες, .... Με βρίσκει σύμφωνη και η έκθεση του εμπειρογνώμονα, κυρίου Χρυσάνθου ......». Όσον αφορά την μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτή και το αναφερθέν ανωτέρω παραδεκτό γεγονός, δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο. Αυτή γίνεται σε κάθε περίπτωση αποδεκτή. Ερχόμενος στον κατηγορούμενο ευθέως αναφέρω ότι η εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο δεν είναι καλή. Κατ' αρχήν σημειώνω την ακατανόητη στάση του όταν του υποβλήθηκαν ερωτήσεις για το θέμα της κατάθεσης του στην Αστυνομία. Του υποδείχθηκε η κατάθεση τεκμ.13 και είπε δεν είναι σίγουρος αν είναι δική του και μεταξύ άλλων ότι δεν πιστεύει κανέναν πλέον, έχει κάτι στο κεφάλι του που ξέρει και δεν πιστεύει σε υπογραφές. Όμως αυτές οι αόριστες αναφορές, το γεγονός ότι όταν έλεγε ότι δεν πιστεύει σε υπογραφές δεν έβλεπε καν την κατάθεση του και η γενικότερη στάση του έδωσαν την εικόνα κάποιου ο οποίος προσπαθεί να αποφύγει την πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι εκ τούτων κατά την κρίση μου προκύπτει και αναξιοπιστία της Υπεράσπισης γενικότερα η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε την ΜΚ2 η οποία ανέφερε ότι το τεκμ.13 είναι η ανακριτική κατάθεση που η ίδια έλαβε από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα και μάλιστα έγινε δήλωση ότι το ελληνικό κείμενο αποτελεί πιστή μετάφραση του βουλγαρικού κειμένου. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε γενικότερα με την μαρτυρία του. Όσα ανέφερε δε για τον τρόπο που ήρθαν στην κατοχή του οι επιταγές και την Ζωή που εμφανίστηκε μπροστά του και μετά από κάποια λεπτά για να τον βοηθήσει του έδωσε τις συγκεκριμένες επιταγές δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής και εν πάση περιπτώσει δεν εδόθησαν από τον κατηγορούμενο τέτοιες πειστικές λεπτομέρειες ώστε η εκδοχή του να μπορεί να ελεγχθεί ως πραγματική. Αντίθετα θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι επιταγές αυτές βρέθηκαν στην κατοχή του σκέφτηκε αυτή τη φανταστική ιστορία. Πως ακριβώς περιήλθαν οι επιταγές στην κατοχή του δεν προκύπτει από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, όμως το σίγουρο είναι ότι ο κατηγορούμενος που όφειλε να δώσει εξήγηση είπε ψέματα για το θέμα αυτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα :
  1. Ο Σύνδεσμος Ισιωτών και Βαφέων Αυτοκινήτων Λεμεσού (ΠΟΒΕΚ) τηρούσε καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ.20030-40-28550-4, στη βάση του οποίου μπορούσαν να εκδίδονται επιταγές. Για τούτο ο Σύνδεσμος είχε στην κατοχή του βιβλιάριο επιταγών που για λόγους ασφαλείας φυλασσόταν στα γραφεία της ΠΟΒΕΚ, όπου ελάμβαναν χώρα και οι συνεδριάσεις του Συνδέσμου. Δικαιούχοι για υπογραφή επιταγών ήταν οι Κώστας Φαίδωνος, Αχιλλέας Φαίδωνος και Νεοκλής Νεοκλέους και προκειμένου να είναι έγκυρη και να μπορεί να εξαργυρωθεί μια επιταγή έπρεπε να υπογράψουν δύο εκ των τριών αυτών προσώπων.
  2. Δύο εκ των επιταγών του βιβλιαρίου επιταγών πιο πάνω ήτοι τα τεκμήρια 4 και 5 αφαιρέθηκαν από το βιβλιάριο επιταγών χωρίς εξουσιοδότηση και ή κλάπηκαν, προφανώς από άγνωστο πρόσωπο που εισήλθε παράνομα στα γραφεία της ΠΟΒΕΚ στις 07/12/16, και περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορούμενου κάτω από άγνωστες συνθήκες. Ο εν λόγω Σύνδεσμός να σημειωθεί όμως ότι δεν εξέδωσε ποτέ στον κατηγορούμενο τις επιταγές αυτές ή τον εξουσιοδότησε να εξαργυρώσει τις επιταγές αυτές, ούτε και οι δικαιούχοι για υπογραφή γνωρίζουν τον κατηγορούμενο. Ας σημειωθεί ότι ουδείς εκ των δικαιούχων έχει υπογράψει για την έκδοση των επιταγών αυτών και οι υπογραφές στις επιταγές δεν ανήκουν σε οιονδήποτε εξ' αυτών.
  3. Οι επιταγές σημειώνεται ήταν κενές και όλα τα στοιχεία που εμφαίνονται σε αυτές, πλην των υπογραφών, δηλαδή το όνομα δικαιούχου, η ημερομηνία πληρωμής και το ποσό τόσο ολογράφως όσο και με αριθμούς συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ακολούθως τις κατέθεσε στην τράπεζα Κύπρου για πληρωμή. Πιο συγκεκριμένα τις κατέθεσε σε λογαριασμό που διατηρεί στην εν λόγω τράπεζα υπ' αρ. 357013020189 στις 27/12/16 και 30/12/16 αντίστοιχα.
  4. Ας σημειωθεί ότι η επιταγή τεκμ.4 εξαργυρώθηκε κανονικά από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, στο οποίο δεν είχαν ελεγχθεί οι υπογραφές στην επιταγή λόγω του ότι υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο και αφορούσε ποσό κάτω από το ποσό που γίνεται τέτοιος έλεγχος, ενώ η επιταγή τεκμ.6 επιστράφηκε λόγω διαφοράς στις υπογραφές του εκδότη. Ο κατηγορούμενος όμως είσπραξε όχι μόνον την 1η επιταγή τεκμ.4 αλλά και την 2η επιταγή τεκμ.5 αφού εν σχέση με την τελευταία λόγω κάποιων δικαιολογιών που έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου που κατέθεσε την επιταγή η τράπεζα του πλήρωσε το ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της πλαστογραφίας εδράζεται στα άρθρα 331, 333 και 334 του Ποινικού Κώδικα ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στο άρθρο
  5. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως εξής: «331.Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης
  6. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα· (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (δ) υπογράφει έγγραφο— (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι· (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει· ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο πού υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου· (iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.
  7. Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.
  8. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  9. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου,
  10. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ουσιαστικά δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 (η οποία έχει υιοθετηθεί ουσιαστικά από τη δική μας νομολογίας στην Georghiou (ανωτέρω), έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ. Welham (ανωτέρω), Georghiou (ανωτέρω) και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14). Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλ. η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou (ανωτέρω) και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.457). Δεν απαιτείται δηλ. η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham (ανωτέρω). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα που έχουν ως ακολούθως: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της πλαστογραφίας ισχύουν και για το υπό εξέταση αδίκημα. Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Από τα όσα δε έχουν αναφερθεί στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Παρεμβάλλω εδώ σχετικά έχοντας κατά νου σχετική εισήγηση της κας Αδάμου στην τελική της αγόρευση ότι δεν θεωρώ πως η μη αναφορά του άρθρου 334 στις εκθέσεις αδικήματος των κατηγοριών συνεπάγεται ουσιαστικά, όπως έγινε αντιληπτή η θέση της, πως δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της καταδολίευσης. Ότι απαιτείται πρόθεση καταδολίευσης για διάπραξη των αδικημάτων προκύπτει εκ των άρθρων 331, 339 και 298 που δημιουργούν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος, το άρθρο 334 δε όπως αναφέρθηκε πιο πάνω έρχεται να επεξηγήσει την έννοια αυτή δηλ. την πρόθεση καταδολίευσης. Εν πάση περιπτώσει η Υπεράσπιση γνώριζε εξ' αρχής με βάση το κατηγορητήριο ποια αδικήματα αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και ίσως εκ του περισσού αναφέρω πως η μη αναφορά του άρθρου 334 ουδεμία δυσμένεια έχει δημιουργήσει στην Υπεράσπιση, ούτε και έχει υπάρξει τέτοια εισήγηση ενώπιον του Δικαστηρίου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τις επιταγές τεκμ.4 και 5 γνωρίζοντας ότι δεν τις παρέλαβε από τον Σύνδεσμο Ισιωτών και Βαφέων που φαίνεται σαν εκδότης τους και περαιτέρω πως δεν του εδόθη καμία απολύτως εξουσιοδότηση από τον τελευταίο ή από οποιοδήποτε να τις συμπληρώσει, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζεται σαν δικαιούχος των επιταγών αυτών ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν πραγματικότητα. Παρουσίασε δε τις επιταγές αυτές στην τράπεζα εν γνώσει του ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να εισπράξει τα ποσά που αναφέρονταν σε αυτές και που ο ίδιος συμπλήρωσε και έλαβε τα ποσά των επιταγών. Μέσα από αυτά προκύπτει κατά την κρίση μου πως έχει αποδειχθεί το στοιχείο της καταδολίευσης. Συνεπώς διαπιστώνεται πως η κατηγορούσα αρχή απέδειξε ως όφειλε τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1-4. Η παράδοση δε των εν λόγω πλαστών επιταγών στην τράπεζα ως γνήσιων στοιχειοθετεί ψευδή παράσταση η οποία σε συνδυασμό με την πρόθεσης καταδολίευσης που προαναφέρθηκε οδήγησε στην απόσπαση από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα των ποσών που αναφέρονται στις επιταγές. Συνεπώς έχουν αποδειχθεί θεωρώ και τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 5 και 6 και χωρίς να έχει διαφύγει ότι μέσα από τη μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί γνώση του περί του ότι οι επιταγές ήταν κλοπιμαίες ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Η γνώση του περί της πλαστογράφησης τους είναι αρκετή, ενώ θεωρώ πως δεν χρειάζεται κάποια τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να κριθεί ένοχος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι πέτυχε να αποδείξει όλες τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1-6. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις / άρθρα 297, 298, 331, 333, 334, 336, 339 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.