Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έλενα Παναγιώτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7662/14, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7662/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον
- Έλενα Παναγιώτου
- Νεκταρία Βλάχου
- Πολύκαρπος Γιαννακού --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31.05.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για την κατηγορούμενη 1 : κ. Π. Παύλου Για την κατηγορούμενη 2 : κ. Ν. Σαβεριάδης Για τον κατηγορούμενο 3 : κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν της αθώωσης τους στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως σε κάποιες εκ των κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες : 1η κατηγορία (την αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι 1 & 3) για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (δηλ. πλαστογραφία επίσημου εγγράφου), κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 3η κατηγορία (την αντιμετωπίζουν από κοινού όλοι οι κατηγορούμενοι) για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (δηλ. απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις), κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 5η κατηγορία (την αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι 1 & 3) για πλαστογραφία επίσημου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 6η κατηγορία (την αντιμετωπίζει μόνον η 1η κατηγορούμενη) για κυκλοφορία επίσημου πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 7η κατηγορία (την αντιμετωπίζουν από κοινοί όλοι οι κατηγορούμενοι) για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Συνοψίζω λέγοντας ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες: Η κατηγορούμενη 1 τις κατηγορίες 1, 3, 5, 6 και
- Η κατηγορούμενης 2 τις κατηγορίες 3 και
- Ο κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 1, 3, 5 και
- Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 11 μάρτυρες και στα πλαίσια της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 30 τεκμήρια. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση του τεκμηρίου της υπόθεσης (δηλ. του τεκμ.5) από την Αστυνομία έγινε σύμφωνα με το Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, η κατηγορούμενη 1 κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση της, η κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση ενώ ο κατηγορούμενος 3 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Όπως γίνεται αντιληπτό από τον αριθμό των μαρτύρων που κατέθεσαν για την παρούσα υπόθεση η μαρτυρία καταλαμβάνει κάποια έκταση. Με αυτό υπόψη το Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της και θα αρκεστεί σε συνοπτική αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, σημειώνεται δε περαιτέρω ότι θα γίνει αναφορά στη μαρτυρία στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Μ.Κ.1 Α/Αστ. 2097 Σταύρος Αντωνίου Υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 1 και 2 στις 18.10.12 (βλ. τεκμήρια 2 και 3), οι οποίες δεν παραδέχτηκαν. Μ.Κ.2 Μιχάλης Νεοκλέους (κατά τον επίδικο χρόνο Αστ. 934) Υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης (βλ. κατάθεση του τεκμήριο 4 - διευκρίνισε αναφορικά με το τεκμ.4 ότι η ημερομηνία 12.10.13 στην 5η γραμμή είναι λανθασμένη και πως και η ορθή είναι 12.10.12). Κατέθεσε δε τα εξής έγγραφα : - το επίδικο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος (τεκμήριο 5), - το έντυπο Αστ. 161 που συνέταξε και με το οποίο ζήτησε να εξεταστεί η γνησιότητα του τεκμηρίου 5 (τεκμήριο 6), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 7), - ένταλμα σύλληψης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 8), - ένταλμα σύλληψης εναντίον της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12, (τεκμήριο 9), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 10), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 14.10.12 (τεκμήριο 11), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 14.10.12 (τεκμήριο 12), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 17.10.12 (τεκμήριο 13), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 17.10.12 (τεκμήριο 14), - ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 3 ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 15), - ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 3 ημερ. 2.5.13 (τεκμήριο 16), - γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 3 (τεκμήριο 17), - την κατάθεση της Δέσποινας Ηλία ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 18- μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της), - την κατάθεση του Νίκου Τοφαρίδη ημερ. 15.10.12 (τεκμήριο 19 - μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της), και τέλος, - την κατάθεση του Κωνσταντίνου Βακανά ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 20- μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της). Κατά την αντεξέταση του είπε μεταξύ άλλων ότι σαν ανακριτής εισηγήθηκε στις 4.5.13 την ποινική δίωξη όλων των κατηγορουμένων. Είπε επίσης ότι όσον αφορά τον τίτλο ιδιοκτησίας (τεκμήριο 5) δεν ζητήθηκε από ΥΠΕΓΕ η σύγκριση υπογραφών αλλά η γνησιότητα ή όχι του τίτλου. Απάντησε δε σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν εν σχέση με τις ενέργειες του. Μ.Κ.3 Αστ. 2635 Σοφία Ηλιάδου Υπηρετεί στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Στο εργαστήριο τους εξετάζουν έγγραφα των οποίων αμφισβητείται η αυθεντικότητα. Κατέθεσε την έκθεση που ετοίμασε στις 10.4.13 (τεκμήριο 22). Το τεκμήριο που παρέλαβε για εξέταση είναι το τεκμήριο
- Το αποτέλεσμα της εξέτασης της είναι ότι το αμφισβητούμενο πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι πρωτότυπο αφού αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου Laser. Μ.Κ.4 Δέσποινα Ηλία Είναι υπεύθυνη στο λογιστήριο της Πολυκλινικής Υγείας στη Λεμεσό. Αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 18) εις την οποία αναφέρει ότι με βάση τα αρχεία τους τουλάχιστον το τελευταίο έτος δεν εργαζόταν κοντά τους άτομο με το όνομα Έλενα Παναγιώτου, αρ. ταυτότητας 663384, ούτε γνωρίζει τέτοιο άτομο. Μ.Κ.5 Γεώργιος Σταύρου Είναι ο παραπονούμενος. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 25) και αφού την διάβασε είπε ότι είναι αυτά που συνέβησαν. Το τεκμήριο 5 είναι ο τίτλος που του παρέδωσε η 1η κατηγορούμενη για να το έχει στην κατοχή του σαν εγγύηση. Αντεξεταζόμενος δε επί μακρόν από τους συνηγόρους υπεράσπισης απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν. Μ.Κ.6 Α/Αστ. 2129 Κωνσταντίνος Γεωργούδης Αναγνώρισε την κατάθεση του (τεκμήριο 26). Αναφέρει εις αυτήν ότι στις 12.10.12 έλαβε κατάθεση από τον Γεώργιο Σταύρου (Μ.Κ.5) και ότι ο τελευταίος του παρέδωσε ένα τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚWP 565 (τεκμήριο 5) τον οποίο παρέδωσε στον Αστ. 934 (Μ.Κ.2). Μ.Κ.7 Νίκος Τοφαρίδης Είναι επαρχιακός λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ). Αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο
- Αναφέρει σ' αυτήν ότι έκανε έλεγχο στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τ.Ο.Μ για το ιστορικό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 και διεφάνη ότι αυτό είναι εγγεγραμμένο στην IRINA CEREVATOVA από τις 15.6.12 και ουδέποτε βρισκόταν εγγεγραμμένο σε κάποιο Γεώργιο Σταύρου. Επίσης είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο τίτλος (τεκμήριο 5) είναι πλαστός αλλά οι αριθμοί σε αυτόν και συγκεκριμένα το μέγεθος των γραμμάτων του φαίνονται παράξενοι. Μ.Κ.8 Κωνσταντίνος Βακανά Αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο
- Αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της Irina Cerevatova και πως η τελευταία έχει εγγεγραμμένο στο όνομα της το όχημα Mercedes με αρ. εγγραφής KWP
- Περί τις αρχές Αυγούστου του 2012 τον πήρε τηλέφωνο ο 3ος κατηγορούμενος που είναι φίλος του και του είπε ότι ήθελε το πιο πάνω αυτοκίνητο για να το οδηγήσει λίγη ώρα με σκοπό να κάνει εντύπωση σε κάποιους ξένους. Έτσι και έγινε. Αργότερα την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε τον τίτλο ιδιοκτησίας και το ΜΟΤ διότι τον έπιασε όπως του είπε η Αστυνομία των Βάσεων και δεν τον άφηναν αν δεν τους τα έδειχνε. Του είπε εντάξει και ο κατηγορούμενος 3 είπε ότι θα έστελνε κάποιον να τα πάρει. Μετά ήρθε στο πρακτορείο του κάποιος Κύπριος και του έδωσε το ΜΟΤ και αντίγραφο της ασφάλειας και του είπε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας είναι στο συρταράκι του αυτοκινήτου. Την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος 3 του επέστρεψε το αυτοκίνητο αλλά από έλεγχο που έκαναν σε μεταγενέστερο στάδιο ανακάλυψαν ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου είχε χαθεί. Δεν γνωρίζει τις κατηγορούμενες 1 και
- Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν μετά που γύρισε πίσω το αυτοκίνητο το κοτσιάνι το είχε βάλει η σύζυγος του σε ένα ντουλαπάκι της κουζίνας. Μ.Κ.9 Irina Cerevatova Αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ. 13.10.12 (τεκμήριο 27). Εις αυτήν αναφέρει ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 Mercedes. Το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής βρίσκεται στην κατοχή της και συγκεκριμένα πάνω από το ψυγείο στην κουζίνα του σπιτιού της. Η τελευταία φορά που το είδε εκεί ήταν πριν 2 βδομάδες και δεν γνωρίζει αν είναι εκεί ακόμα. Δεν γνωρίζει τις κατηγορούμενες 1 και 2 ή τον παραπονούμενο. Μ.Κ.10 Φώτης Σταύρου Είναι αδελφός του παραπονούμενου (Μ.Κ.5) και ανέφερε ότι γνωρίζει την Irina Cerevatova, η οποία είναι η κατηγορούμενη
- Την γνώρισε στο σπιτάκι του στον Αρακαπά γύρω στις 6 του Σεπτέμβρη όταν πήγε εκεί με τον αδελφό του. Τους είπε ότι ήταν γιατρός και δούλευε στην Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν ανέφερε 6 του Σεπτέμβρη, αν δεν κάνει λάθος ήταν το
- Την ξαναείδε μετά όταν παρήγγειλε κάποια καλλυντικά από τη γυναίκα του. Μ.Κ.11 Λοχ. 3004 Αντώνης Ιωάννου Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων 1 και 2 και του παραπονούμενου (τεκμήρια 29, 28 και 30 αντίστοιχα). Κατηγορούμενη 1 Προέβαλε τους δικούς της ισχυρισμούς για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα με τον κατηγορούμενο και αντεξέταστηκε. Στην ουσία πρόβαλε την θέση ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε παράπονο εναντίον της που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης επειδή αποφάσισε να τον εγκαταλείψει. ΜΥ1 για την κατηγορούμενη 1 - Ειδ. Αστυφ. 5411 Σάββας Σάββα Υπηρετεί στην Εισαγγελία Λεμεσού. Στις 07/02/2017 επιβλήθηκε στον Γεώργιο Σταύρου Φάντη (παραπονούμενο στην παρούσα) ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών στα πλαίσια της υπόθεσης 20016/16 που αφορούσε κλοπή. Η κατηγορούμενη 2 ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: « Τον Γεώργιο Σταύρου άλλως Φάντης, τον γνωρίζω αρκετά χρόνια. Μερικές φορές όταν είχα ανάγκη δανείστηκα λεφτά από αυτόν και πάντοτε του τα επέστρεφα. Δεν του οφείλω κανένα ποσό. Δεν έχω καμία σχέση με αυτά που με κατηγορεί ή ισχυρίζεται. Σε ότι αφορά το άτομο μου δεν λέει την αλήθεια. Είμαι αθώα. » Όσον αφορά την επιλογή της αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της δήλωσης και τις αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω σημειώνω ότι δεν μπορώ να δώσω στη δήλωση κάποια αξία. Διότι αν έχει σχέση ή όχι με την υπόθεση και αν είναι αθώα η κατηγορούμενη 2 είναι αυτό που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω ή και αφορά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Πριν προχωρήσω περαιτέρω σημειώνω επίσης ότι το δικαίωμα της σιωπής που τήρησε ο κατηγορούμενος 3 ήταν απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). O Α/Αστ. 2097 Σταύρος Αντωνίου, ΜΚ1, απλά κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 1 και 2. Δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο Μιχάλης Νεοκλέους, ΜΚ2, εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς τις ενέργειες του και μέσα από τη μαρτυρία του σημειώνω δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία εν σχέση με οτιδήποτε ή για την αξιοπιστία του. Ενήργησε θεωρώ αντικειμενικά στα πλαίσια των καθηκόντων του και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Η Αστ. 2635 Σοφία Ηλιάδου, Μ.Κ.3, κατέθεσε αναμφίβολα ως εμπειρογνώμονας. Το βιογραφικό σημείωμα που κατέθεσε η μάρτυρας (τεκμ.21) σε συνδυασμό με την αποδοχή από μέρους των συνηγόρων υπεράσπισης των προσόντων της μάρτυρος (παραδεκτό γεγονός) και η όλη παρουσία της στο Δικαστήριο συν η τεκμηριωμένη μαρτυρία της και οι απαντήσεις της για τις εξετάσεις που έκανε επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Εν πάση περίπτωση η μάρτυρας αυτή αναφέρεται με τις απαντήσεις της και τον τρόπο που κατέθεσε δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της. Συναφώς κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της και βεβαίως το αποτέλεσμα της εξέτασης της το οποίο έχει αιτιολογήσει και τεκμηριώσει με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα (Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498). Η μαρτυρία της Δέσποινας Ηλία, Μ.Κ.4, δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Ερχόμενος στον Γεώργιο Σταύρου, ΜΚ5, τον παραπονούμενο δηλαδή, ευθέως αναφέρω πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αυτός κατ' αρχήν δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση αφού ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του αντιδραστικός και είρωνας, ενώ εν σχέση με τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν είτε δεν απαντούσε υπεκφεύγοντας είτε απαντούσε με άσχετα πράγματα. Απλή ανάγνωση των στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.18/10/16 επιβεβαιώνει θεωρώ σε μεγάλο βαθμό του λόγου το αληθές. Εν πάση περιπτώσει να προσθέσω ότι ο μάρτυρας με τις αντιδράσεις του, τον τρόπο που κατέθεσε και τις απαντήσεις του δεν με έπεισε ότι όσα κατέθεσε ήταν γεγονότα που συνέβησαν στην πραγματικότητα. Όπως δεν με έπεισε συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη 1 του παρουσιάστηκε σαν Ιρίνα από την Ουκρανία και για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το πραγματικό της όνομα όταν την μετέφερε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη ότι του μιλούσε άπταιστα Κυπριακά κατά τον ίδιο και έζησε μαζί της για κάποιο χρονικό διάστημα συν η εμπειρία του με αλλοδαπές γυναίκες με τις οποίες εργάστηκε κατά τον τρόπο που ανέφερε αλλά και ότι το παρουσιαστικό της κατηγορούμενης 1 ουδόλως παραπέμπει τουλάχιστον εκ πρώτης σε γυναίκα με καταγωγή από την Ουκρανία, είναι στοιχεία που ιδωμένα μαζί δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει η θέση προκύπτει να είναι εκτός λογικής. Από εκεί και πέρα σημειώνω τις αντιφάσεις στη μαρτυρία του εν σχέση με την κατάθεση του στην Αστυνομία σε πολύ ουσιώδη ζητήματα σε βαθμό που η μαρτυρία του να ελέγχεται ως αναξιόπιστη. Συγκεκριμένα: Αναφέρει στην κατάθεση του τεκμ.25 ότι πήγε στην τράπεζα και έκανε ανάληψη €10.000.- αφού τόσα μπορούσε να τραβήσει και την επόμενη ημέρα έκανε ανάληψη από το ίδιο κατάστημα €5000 και €
- Μαζί δε με το ποσό των €2000 που κρατούσε σε μετρητά συμπλήρωσε το ποσό των €20.000.- που ήθελε η Ιρίνα (όπως του συστήθηκε η 1η κατηγορούμενη). Πήγε και έπιασε με το αυτοκίνητο την 2η κατηγορούμενη και πήγαν στην Πολυκλινική Υγεία που του λέχθηκε ότι εργαζόταν η Ιρίνα και εκεί έξω της έδωσε τον φάκελο με τα λεφτά. Στην μαρτυρία του είπε ότι έκανε από την τράπεζα ανάληψη €10.000.- τη Δευτέρα και το απόγευμα πήγαν στην Πολυκλινική με τη 2η κατηγορούμενη και έδωσε τα λεφτά στην 1η κατηγορούμενη. Την επόμενη ημέρα η τελευταία του είπε ότι πιέζεται και τον ρώτησε αν μπορεί να της φέρει και το υπόλοιπο ποσό. Της είπε ναι και αφού πήρε από το ίδιο παράρτημα της τράπεζας €5000 της τα έδωσε. Επίσης ανέφερε ότι του είπε θα πήγαινε στην Ελλάδα στον γιο της τον φοιτητή και τις επόμενες 24 ώρες του ζήτησε μέσω τηλεφωνήματος από Ελλάδα να πάει στο Western Union και να της στείλει €3000 γιατί επείγεται για τον γιό της. Πήγε και του έδωσαν €3000 και τα έστειλε στο όνομα που του έδωσε στην Ελλάδα. Όπως γίνεται αντιληπτό με βάση τα πιο πάνω ουδεμία σχέση έχει η εκδοχή του μάρτυρα στην κατάθεση του για το ποσό που εδόθη και τον τρόπο που έγινε αυτό εν σχέση με όσα ανέφερε στη μαρτυρία του, ενώ ας σημειωθεί καμία δεν ενισχύθηκε με οποιοδήποτε έγγραφο την ίδια στιγμή που ο μάρτυρας ισχυριζόταν ότι υπήρχαν τα σχετικά υποστηρικτικά της θέσης του έγγραφα κάτι που βεβαίως έχει δημιουργήσει σε κάθε περίπτωση αμφιβολίες στο Δικαστήριο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης 2 και όταν ετέθη προ της αντίφασης πιο πάνω ανέφερε ότι όσα είπε στην κατάθεση του είναι αλήθεια, αναιρώντας ουσιαστικά όσα είπε στο Δικαστήριο. Έχοντας και αυτό υπόψη είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του, όταν προσθέτω η μαρτυρία του ως προς το ποσό που ισχυρίστηκε ότι έδωσε και ο τρόπος που το έδωσε έχει καταρρεύσει με αυτό τον τρόπο. Ένα τελευταίο δε σημείο που αναμφίβολα μαζί με όλα τα πιο πάνω με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αναξιόπιστο πρόσωπο είναι το εξής. Κατά τη μαρτυρία του αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων και επί των προηγούμενων καταδικών του. Ο μάρτυρας απέφυγε επιμελώς να αποκαλύψει όλη την έκταση της προηγούμενης εγκληματικής του συμπεριφοράς. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε όμως το ποινικό του μητρώο (τεκμ.30) μέσα από το οποίο προκύπτει σαφώς αφενός ότι έχει πλούσιο εγκληματικό ιστορικό και αφετέρου ότι δεν έχει καλό χαρακτήρα, εάν ληφθεί υπόψη ότι μεταξύ άλλων καταδικάστηκε για αδικήματα ληστειών, κλοπών, μαστροπείας, αποζείν από κέρδη πορνείας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων, δημόσιας εξύβρισης, επιθέσεων, ανησυχίας, απειλής βιαιοπραγίας και εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία εδώ όμως είναι το γεγονός ότι ο μάρτυρας ενώ προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει πληρώσει για τα λάθη του, έχει τιμωρηθεί, λέγοντας σημειώνω ότι εκτελούσε και χρέη νεωκόρου για 12 χρόνια στις κεντρικές φυλακές και ουσιαστικά έχει γυρίσει σελίδα στη ζωή του, μετά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία κλοπής και στις 07/02/17 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Ο Α/Αστ. 2129 Κωνσταντίνος Γεωργούδης, Μ.Κ.6, δεν αμφισβητήθηκε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο Νίκος Τοφαρίδης Μ.Κ.7, είναι επαρχιακός λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ) και κατέθεσε ότι γνώριζε από έλεγχο που έκανε στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τ.Ο.Μ για το ιστορικό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 και για το πιστοποιητικό τεκμ.
- Είναι ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, του οποίου στην ουσία η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ερχόμενος τώρα στους ΜΚ8 & ΜΚ9, Κωνσταντίνο Βακανά και Irina Cerevatova αντίστοιχα, σημειώνω τα εξής. Την ίδια στιγμή που ο ΜΚ8 ισχυρίζεται στην κατάθεση του ημερ.16/10/12 (τεκμ.20) ότι σε μεταγενέστερο στάδιο που του επέστρεψε το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 3 ανακάλυψαν ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου είχε χαθεί, η ΜΚ9 και ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 Mercedes στη δική της κατάθεση ημερ. 13/10/12 (τεκμ.27) αναφέρει ότι το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής βρίσκεται στην κατοχή της και συγκεκριμένα πάνω από το ψυγείο στην κουζίνα του σπιτιού της. Με αυτά υπόψη και με δεδομένο ότι ο ΜΚ8 κατά την αντεξέταση του άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο πράγματι η ΜΚ9 να πήρε το πιστοποιητικό αλλά και το γεγονός ότι η ΜΚ9 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της επί των όσων ανέφερε, το Δικαστήριο αποδέχεται επί του σημείου αυτού την μαρτυρία της ΜΚ
- Κατά τα λοιπά δεν συντρέχει κανένας λόγος να μην γίνει αποδεκτή η μαρτυρία τους. Ο Φώτης Σταύρου, Μ.Κ.10, είναι αδελφός του παραπονούμενου (Μ.Κ.5). Δεν έχω πεισθεί με βάση όσα ανέφερε ο μάρτυρας. Ας σημειωθεί εδώ κατ' αρχήν ότι ο μάρτυρας ερωτώμενος να τοποθετήσει χρονικά τα όσα κατέθεσε αναφέρθηκε στο 2014 (επίδικος χρόνος στην παρούσα είναι ο Αύγουστος του 2012). Όσα ανέφερε εν πάση περιπτώσει ήταν θεωρώ γενικά και δεν μπορεί να αποκλειστεί προσυνεννόηση με τον αδελφό του πριν καταθέσει. Οπότε δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Ο Λοχ. 3004 Αντώνης Ιωάννου, Μ.Κ.11, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τυπικός μάρτυρας αφού περιορίστηκε σε κατάθεση των ποινικών μητρώων των κατηγορουμένων 1 και 2 και του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας σημειώνω δεν αντεξετάστηκε. Γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του. Ερχόμενος στην κατηγορούμενη 1 ευθέως αναφέρω ότι η εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο δεν είναι καλή. Έχοντας παρακολουθήσει τη μάρτυρα πολύ προσεκτικά ενώ κατέθετε, τον τρόπο που απαντούσε, τις αντιδράσεις της και τις απαντήσεις της δεν έχω αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια. Έντονα διαφάνηκε σημειώνω η προσπάθεια της να αποκρύψει την αλήθεια και να υπεκφύγει όταν ερωτήθηκε για τις προηγούμενες καταδίκες της. Εν πάση περιπτώσει να σημειώσω εδώ ότι η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ του ότι το μεγαλύτερο μέρος της και το υπόβαθρο θα έλεγα της μαρτυρίας της συνίσταται από θέσεις και ισχυρισμούς που ουδέποτε ετέθησαν στον ΜΚ5-παραπονούμενο για σχολιασμό. Παρεμβάλλω ότι δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε η αναφορά σε όλα τα παραδείγματα που έχουν εντοπιστεί από την αρχή της κυρίως εξέτασης της μέχρι το τέλος της αντεξέτασης της και θεωρώ ότι εδώ είναι αρκετό να σημειωθεί ότι η απλή ανάγνωση της αντεξέτασης του ΜΚ5 και της μαρτυρίας της επιβεβαιώνουν πέραν πάσης αμφιβολίας του λόγου το αληθές. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ισχυρισμοί που δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ5 ήταν : - οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν για 1η φορά, - ότι της έκλεψαν το αυτοκίνητο και της δάνεισε το αυτοκίνητο του μάρκας Mercedes, - ότι αποφάσισε να τον χωρίσει όταν έμαθε με τι ασχολείτο, αυτός δεν το δέχτηκε και της είπε θα της δείξει ποιος είναι ο Φάντης και ουσιαστικά ξεκίνησε η παρούσα, - τα περί καταγγελίας εναντίον του για τα πράγματα της στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη, - ότι κτύπησε την μάνα του και δεν είχε σχέσεις με τα αδέλφια του πλην του Φώτη διότι δεν τον ήθελαν, - ότι μετά το πίγκο την έγραψε 2 φορές η τροχαία λόγω ταχύτητας ενώ οδηγούσε η ίδια και πήρε το πρόστιμο η ίδια σαν Έλενα Παναγιώτου - ότι καμία φορά δεν ταξίδεψε και τον λόγο που δεν μπορούσε να ταξιδέψει, - ότι της έδινε λεφτά καθημερινά και ξόδεψαν μαζί μπορεί και παραπάνω από το ποσό που αφορά η καταγγελία, - ότι όταν την γνώρισε προσφέρθηκε να τη βοηθήσει με το γραφείο ευημερίας, - ότι στα πανηγύρια πήγαινε μαζί του και έβλεπαν πολλούς από την Πάφο και μιλούσαν, το ίδιο σε εστιατόρια και καφετέριες, - ότι την άφησε να οδηγήσει για την Αστυνομία για να μην του φύγει όπως της είπε και την κτύπησε, κάτι που είπε του αστυνομικού και δεν το δέκτηκαν, το θεώρησαν σαν αστείο, - ότι είπε του αστυνομικού να πιάσουν τον πελλόν και ετσιρίλλαν ο ΜΚ5 στην Αστυνομία και του είπαν να μην φωνάζει, και - ότι ασχολείτο με πλαστά χαρτονομίσματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassier KG v The Jonitexo Ltd
(1087)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
- Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, ΜΚ5 στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, χωρίς καμιά ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ..» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στη δική μας περίπτωση, κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών, δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής της Υπεράσπισης, έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, ακριβώς με την μη προβολή εξαρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραπέμπω επίσης σχετικά στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελίδες 720 -
- Ο Ειδικός Αστυφύλακας 5411, Σάββας Σάββα, ΜΥ1 για την κατηγορούμενη 1, δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια. Είναι αστυνομικός που υπηρετεί στο Δικαστήριο και μαρτύρησε για ότι περιήλθε στην αντίληψη του και συγκεκριμένα για την καταδίκη του παραπονούμενου στην παρούσα σε συγκεκριμένη υπόθεση στις 07/02/
- Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της πλαστογραφίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 (5η κατηγορία) διέπεται από τα άρθρα 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
- Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R.12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ. Welham (ανωτέρω), Georghiou (ανωτέρω) και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14). Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλ. η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou (ανωτέρω) και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.457). Δεν απαιτείται δηλ. η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham (ανωτέρω). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 μέσω της 6ης κατηγορίας, πραγματεύεται το άρθρο 339 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της 7ης κατηγορίας την οποία αντιμετωπίζουν όλοι οι κατηγορούμενοι, εδράζεται στα άρθρα 297, 298 και 20 του Κεφ.
- Τα άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Ερχόμενος τώρα στις κατηγορίες 1 και 3 που αφορούν κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή πλαστογραφίας και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις αντίστοιχα και τις οποίες αντιμετωπίζουν την μεν 1η κατηγορία οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ενώ την 3η κατηγορία όλοι οι κατηγορούμενοι σημειώνονται τα εξής. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω τα ευρήματα μου προκύπτουν από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Όμως με βάση αυτά και έχοντας απορρίψει τις μαρτυρίες του ΜΚ5-παραπονούμενου και της κατηγορούμενης 1, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να πείθει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν και το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και ασφαλή συμπεράσματα επί της ουσίας. Ελλείπει θα έλεγα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο το οποίο να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν δηλαδή : Η κατηγορούμενη 1 από τις κατηγορίες 1, 3, 5, 6 και 7. Η κατηγορούμενης 2 από τις κατηγορίες 3 και 7. Ο κατηγορούμενος 3 από τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις / άρθρα 20, 297, 298, 331, 333, 337, 339, 371 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο