Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12472/2016, 11/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12472/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 11 Μαΐου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χ'Κωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 5 κατηγορίες. Αφορούν οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΕΧ 238, στις 16/10/2015, στην οδό Αρχ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό, χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια[1] (κατηγορία 1), εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος ενώ είχε προκληθεί ζημιά σε περιουσία[2] (κατηγορία 2), χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[3] (κατηγορία 3), ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 66 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22 (κατηγορία 4)[4] και ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο δώδεκα μηνών από τις 23/6/2015 μέχρι τις 23/6/2016 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 2111/14[5] (κατηγορία 5).
- Ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη και η υπόθεση 8312/2015 στην οποία ο κατηγορούμενος επίσης παραδέχθηκε ενοχή. Η εν λόγω υπόθεση αφορά τα ακόλουθα αδικήματα, οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής CΑQ 432, στις 16/4/2014, στην οδό Μιχαήλ Μιχαηλίδη στη Λεμεσό, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 79 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί των επιτρεπόμενων 22[6] (κατηγορία 1) παράλειψη συμμόρφωσης με κόκκινο φωτεινό σηματοδότη[7] (κατηγορία 2) και επικίνδυνη οδήγηση[8] (κατηγορία 3). Γεγονότα της Υπόθεσης 12472/16[9]
- Στις 16/10/2015 και περί ώρα 23:40 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΕΧ238 στην οδό Αρχ. Μακαρίου Γ' στον Ύψωνα με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, λόγω μέθης κινήθηκε δεξιότερα της πορείας του, μπήκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΝΑ715 το οποίο ήταν σταθμευμένο σε κόλπο στάθμευσης οχημάτων στην δυτική πλευρά του δρόμου, βλέποντας βόρεια. Από το δυστύχημα είχε πέσει ο προφυλακτήρας του αυτοκίνητου του κατηγορουμένου με την πινακίδα του αρ. εγγραφής. Ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος και αφού διένυσε απόσταση 4 χλμ ακινητοποιήθηκε στην οδό Πάφου.
- Περί ώρα 23:50 ενημερώθηκε ο Αστ. 895 για το δυστύχημα και από άγνωστο πολίτη ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν ακινητοποιημένο στην οδό Πάφου. Ο Αστ. 895 στις 17/10/15 και περί ώρα 00:05 μετέβη στη οδό Πάφου όπου εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου το οποίο ήταν αρκετά κτυπημένο και του έλειπε ο μπροστινός προφυλακτήρας. Στη θέση του οδηγού εντόπισε τον κατηγορούμενο. Φαινόταν μεθυσμένος αφού τα μάτια του ήταν κόκκινα και μιλούσε ασυνάρτητα. Τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη στην εκπνοή του 75mg% αλκοόλης αντί 22mg%. Αφού τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «ήπια». Στη συνέχεια οδήγησε τον κατηγορούμενο στην Τροχαία Λεμεσού και τον υπέβαλε σε τελική εξέταση με χαμηλότερη ένδειξη στην εκπνοή του 66mg% αντί 22mg%. Αφού τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Ετοιμάστηκε σχετικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 1).
- Από περεταίρω εξετάσεις που έγιναν διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΕΧ 238 χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας έναντι τρίτου και ενώ είχε στερηθεί της άδειας οδήγησης του. Ο Αστ. 2162 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε επισκεφθεί φιλικό του σπίτι όπου κατανάλωσε αλκοόλ ενώ για το δυστύχημα ανέφερε ότι οδηγούσε στο δρόμο αλλά δεν θυμόταν αν κτύπησε σε αυτοκίνητο. Στη συνέχεια του υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε. Ο Αστ. 2162 τον κατηγόρησε γραπτώς και απάντησε «Απολογούμαι για το τι έγινε, παραδέχομαι το λάθος μου, αντιμετωπίζω όμως πολλά προβλήματα και ζητώ την επιείκεια του Δικαστηρίου». Γεγονότα της υπόθεσης 8312/2015
- Στις 16/11/14 και ώρα 18:10 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAQ 432 δυτικά στην οδό Γλάστωνος και αφού έφθασε στα φώτα τροχαίας του Πεντάδρομου παραβίασε το κόκκινο φως της πορείας του, εισήλθε στη διασταύρωση στρίβοντας δεξιά στην οδό Αγίας Ζώνης με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚRX 355 βόρεια στην οδό Ανεξαρτησίας. Ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚRX 355 ακολούθησε τον κατηγορούμενο βόρεια στην οδό Αγίας Ζώνης μέχρι την οδό Μιχαηλίδη όπου και ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημα του. Ειδοποιήθηκε η Τροχαία Λεμεσού. Μετέβη στη σκηνή ο Αστ. 3331 ο οποίος υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη στην εκπνοή του 121mg% αντί 22mg%. Συνέλαβε τον κατηγορούμενο, τον μετέφερε στην Τροχαία Λεμεσού και τον υπέβαλε σε τελικό έλεγχο με ένδειξη στην εκπνοή του 79mg% αντί 22mg.
- Η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 51 ετών. Είναι διαζευγμένος από το 2009 και έχει ένα γιο ηλικίας 13 ετών, ο οποίος ζει με την μητέρα του. Ο κατηγορούμενος είναι άνεργος, λήπτης ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος, €634, στο οποίο περιλαμβάνεται και το μηνιαίο ενοίκιο του ύψους €
- Καταβάλλει €150 μηνιαίως διατροφή. Μετά το δημοτικό, εργάστηκε ως λουστραδόρος και επιπλοποιός. Υπηρέτησε στρατιωτική θητεία 13 μηνών γιατί προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια. Το 1986 ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα. Λόγω των τραυματισμών που υπέστη δεν εργάστηκε ξανά. Η συνήγορος του ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος έχει χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού. Είναι απομονωμένος, έχει ανασφάλειες και μόνο του καταφύγιο είναι η επικοινωνία που έχει με τον γιό του. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης πέραν του ενός μηνός να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή του επιδόματος του. Σήμερα δεν οδηγεί ούτε έχει αυτοκίνητο. Η συνήγορος του κατηγορουμένου δεν αναφέρθηκε καθόλου στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Κάλεσε όμως το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής.
- Για σκοπούς επιβολής της ποινής, θα εξετάσω πρώτα την 5η κατηγορία, η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Ν. 86/
- Σύμφωνα με το άρθρο 19Α: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» 10. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227 και CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288).
- Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι παρακοής, αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[10] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196).
- Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, στη σελ 1/745, παρ. 11.85[11] αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα οδήγησης μετά από στέρηση, ως επιβαρυντικοί παράγοντες: αν η οδήγηση έγινε από πρόσωπο που ήταν ελεύθερο με εγγύηση, αν δεν πέρασε ποτέ εξέταση οδήγησης, η οδήγηση έναντι αμοιβής, η προσπάθεια αποφυγής εντοπισμού, η μεγάλη απόσταση οδήγησης, ο προσχεδιασμός, η συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και η πρόσφατη επιβολή ανικανότητας. Ως μετριαστικοί παράγοντες αναφέρονται: έκτακτο συμβάν, το μικρό της απόστασης οδήγησης, η συνεργασία με την αστυνομία και η μεταμέλεια.
- Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 86/72, το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (κατηγορία 1) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με πρόστιμο €1708 ή και τις δύο ποινές. Το Δικαστήριο επίσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου, δύναται να επιβάλει και ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης για τέτοιο χρονικό διάστημα ως ήθελε καθορίσει. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής, τους ακόλουθους παράγοντες (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235[12] με αναφορά στην Diran Der Avedisian v. Ρ
(1969)2 CLR 57),
(1)το βαθμό αμέλειας,
(2)τις συνέπειες του δυστυχήματος,
(3)τυχόν αμέλεια προσώπου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα, και
(4)τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ειδικότερα σε σχέση με το μητρώο του ως οδηγού.
- Η συνήθης ποινή για αμελή οδήγηση είναι η ποινή προστίμου. Όπου η αμέλεια του κατηγορουμένου είναι ιδιαίτερα σοβαρή ή όπου ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, ή και τα δύο, η ποινή προστίμου συνδυάζεται με στέρηση της άδειας οδήγησης (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235, 236[13]).
- Ποινή φυλάκισης δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί όπου επιδείχθηκε άκρως αδιάφορη για την ασφάλεια τρίτων συμπεριφορά (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 239[14]) ή όπου το αδίκημα συνοδεύεται και από την ταυτόχρονη διάπραξη και άλλων αδικημάτων. Σχετική είναι η Eleftheriades v. Republic
(1967)2 CLR 214, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 5 μηνών σε κατηγορούμενο που παρέβη κόκκινο σηματοδότη και συγκρούστηκε με άλλο όχημα τραυματίζοντας τους επιβαίνοντες. Βέβαια όπως αναφέρθηκε στην Mirachis v. Police
(1965)2 CLR 28, 32[15], το δικαστήριο θα πρέπει να καταφεύγει σε ποινή φυλάκισης ως το τελευταίο μέτρο και μόνο αφού άλλου είδους ποινές κριθούν ακατάλληλες. 16. Αναφορικά με την 2η κατηγορία που αφορά εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας όπου προκλήθηκε ζημιά, το άρθρο 235Α
(2)
(3)του Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «235 Α.
(2)- Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί ζημιά σε περιουσία, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. ........
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.» 17. Άντλησα καθοδήγηση από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 389, Νικοδήμου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 67, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1 και Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ
- Από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει ότι επιδρούν ως μετριαστικοί παράγοντες ο πανικός που μπορεί να καταλάβει τη δεδομένη στιγμή τον εμπλεκόμενο και η μετέπειτα συμπεριφορά του.
- Εξετάζοντας την 3η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)και
(5)[16] του Ν. 96 (Ι)/ 2000, το αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή €1708 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Επιβάλλεται επίσης στέρηση της άδειας οδήγησης που δεν είναι μικρότερη των έξι μηνών. Για το αδίκημα αυτό, όπως επίσης της εγκατάλειψης, εναπόκειται στον κατηγορούμενο να παραθέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Αυτό δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός ότι η εξουσία στέρησης της άδειας οδήγησης εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής (ανωτέρω), Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 19. Όσον αφορά το αδίκημα οδήγησης καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, η 4η κατηγορία δηλαδή, η προβλεπόμενη ποινή για την υπέρβαση που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €3000, ή σε στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή όλες τις ποινές (βλ. άρθρο 11
(1)(γ)[17] του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε). 20. Όπως έχει λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham
(1993)2 ΑΑΔ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση που έχει ληφθεί υπόψη αφορά τροχαίες παραβάσεις και ειδικότερα αδικήματα που αφορούν οδήγηση καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης και επικίνδυνη οδήγηση.
- Ο κατηγορούμενος στις 16/10/2015 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της στέρησης που του είχε επιβληθεί και χωρίς ασφάλεια, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και για τη μη ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Μάλιστα οδήγησε σε σύντομο χρόνο από την καταδίκη και επιβολή στέρησης της άδειας του. Οδήγησε καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλκοόλης κάτι που όπως αναφέρθηκε στα γεγονότα, ήταν και η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος και της όλης συμπεριφοράς που επέδειξε. Αυτή η οδική συμπεριφορά ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική. Θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα αφού επιδείχθηκε εγωιστική συμπεριφορά. Σημειώνω ότι δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την οδήγηση. Περαιτέρω η κατανάλωση αλκοόλης, αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα στην ποινική του ευθύνη.
- Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την παραδοχή του κατηγορούμενου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και η ιδιαίτερα το κίνδυνο απώλειας του επιδόματος που λαμβάνει και τις ενδεχόμενες συνέπειες στην καταβολή της μηνιαίας διατροφής. Έλαβα επίσης υπόψη μου τη παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361) και μέχρι την επιβολή ποινής. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας.
- Δεν αναφέρθηκε κανένας λόγος ως προς την αναγκαιότητα διατήρησης της άδειας οδήγησης του. Αντίθετα αναφέρθηκε ότι δεν οδηγεί πια.
- Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(2)Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Επιβάλλονται 5 Βαθμοί Ποινής στην άδεια του. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(3)Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
(4)Στην 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 1 μηνός.
(5)Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στερείται της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια για 6 μήνες από σήμερα.
- Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν.
- Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[18] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
- Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303),
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής,
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
- Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, το μητρώο του και την κατάσταση της υγείας του. Κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες.
- Τα έξοδα ύψους €100 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Driving while disqualified Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Οδήγηση κατά παράβαση Δικαστικού διατάγματος αποστέρησης της άδειας οδήγησης. [1] Κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 235Α
(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [4] Κατά παράβαση των άρθρων 2
(1), 5, 5Α, 6, 7, 10 και 11
(1)(α) (β) (γ) (δ),
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [5] Κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72, όπως τροποποιήθηκε. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, όπως τροποποιήθηκε. [7] Κατά παράβαση των κ. 58
(2)(δ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [8] Κατά παράβαση του άρθρου 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/72, όπως τροποποιήθηκε. [9] Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 έκθεση γεγονότων. [10] The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching the terms of an order of the court. [11] The Sentencing Guidelines deal with this offence. Courts are to assess the seriousness of the offence, having regard to aggravating and mitigating factors, then go on to consider offender mitigation, and finally to decide sentence. It is suggested that the following may be considered as aggravating factors relating to the offence: offence committed on bail; driver has never passed a test; driving for remuneration; efforts to avoid detection; long distance driven; planned, long-term evasion; recent disqualification. Among mitigating factors relating to the offence are suggested: emergency established; full period expired but test not re-taken; short distance driven. Under the heading of offender mitigation are listed: co-operation with the police; remorse. [12] 'Charges under s.8 are usually laid after a road accident. The factors that principally determine sentence upon conviction on a charge of negligent driving were discussed by the Supreme Court in Diran Der Avedisian v. Ρ. They are: (
- a)the degree of negligence involved; (
- b)the consequences of the accident; (
- c)the negligence of any other party involved in the collision; contributory negligence on the part of any other person, though not a defence, is a mitigating factor; and (
- d)the personal circumstances of the accused, with particular reference to his driving record.' [13] 'The punishment ordinarily imposed for negligent driving is a fine. Whenever the negligence of the accused is of a high degree or his record is bad or in face of a combination of the two, a monetary sentence is often accompanied by disqualification.' [14] 'Imprisonment, though a rare form of punishment for offences of careless driving, is not to be ruled out. It may be imposed if the negligence of the accused betrays wanton disregard for the safety of others.' [15] 'When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution, in the proper enforcement of the law; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender'. [16] 3
(1)..
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. ...
(5)Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [17] 11.-
(1)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ακόλουθες ποινές: .. (γ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 55μ g/100ml ή τα 125mg/100ml αντίστοιχα, αλλά είναι μικρότερη των 71μ g/100ml ή των 161mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή σε στέρηση της ικανότητας του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές· [18] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο