← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. PHOTOS ARESTIS & SON LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 23736/14, 9/6/2017

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. PHOTOS ARESTIS & SON LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 23736/14, 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 23736/14 Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -και-

  1. PHOTOS ARESTIS & SON LIMITED
  2. ΦΩΤΟΥ ΑΡΕΣΤΗ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Σ. Σωφρονίου Κατηγορούμενος 2: παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά επτά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε ισχυριζόμενες παραβάσεις της εργασιακής νομοθεσίας. Στις τρεις κατηγορίες, 1η, 2η και 5η, οι οποίες αφορούν παράληψη των κατηγορουμένων να ενημερώσουν γραπτώς, μέχρι και τις 30/05/14, την υπάλληλο τους Πηνελόπη Θεοδοσίου για τους βασικούς όρους της απασχόλησης της, παράληψη να παρουσιάσουν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, από τις 06/06/2014 μέχρι τις 22/07/2014, αντίγραφα τέτοιας γραπτής ενημέρωσης της κας Θεοδοσίου όταν τους ζητήθηκαν από αρμόδιο Λειτουργό και άρνηση να προσκομίσουν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, αρχείο μισθοδοσίας που τους ζητήθηκε για το σκοπό διερεύνησης του παραπόνου της κας Θεοδοσίου για μη καταβολή μισθού, οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν παραδοχή. Στις υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες, 3η , 4η, 6η και 7η, οι οποίες αφορούν παράληψη πληρωμής 13ου μισθού στην προαναφερόμενη υπάλληλο (εφ΄ εξής παραπονούμενη), για τα έτη 2013 και 2014, €2.000 και €821 αντίστοιχα, κατά παράβαση των αρ. 2, 9

(1)και 20 Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 (Ν.35(Ι)/2007)και 2012 (Ν.200(Ι)/2012), οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή οπόταν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για τις εν λόγω κατηγορίες. Σημειώνω εδώ ότι τις εν λόγω κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι τις αντιμετωπίζουν χωριστά, ήτοι η μεν 1η κατηγορούμενη εταιρεία διώκεται ως εργοδότης (3η και 4η κατηγορία), ο δε 2ος κατηγορούμενος, ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και ως πρόσωπο που «παρακίνησε», κατά παράβαση του αρ.20 Κεφ.154, την εταιρεία να μην καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς, διαπράττοντας έτσι το σχετικό αδίκημα του Νόμου (6η και 7η κατηγορία). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι συνήγοροι, με τη σύμφωνο γνώμη και των κατηγορουμένων, δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι, οι κατηγορούμενοι όντως δεν κατέβαλαν στην παραπονούμενη υπάλληλο τους, Πηνελόπη Θεοδοσίου, η οποία είναι γνωστή και ως Πηνελόπη Κωνσταντίνου, τους επίμαχους μισθούς που αναφέρονται στις κατηγορίες 3 και 4 ήτοι τους 13ους μισθούς για το 2013 και
  1. Περαιτέρω, ως παραδεκτό και ως προς το περιεχόμενο του, κατατέθηκε το Τεκμήριο Α, έγγραφο με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 2013, το οποίο υπογράφουν οι υπαλλήλοι της κατηγορούμενης 1, συμπεριλαμβανομένων της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου 2 και το οποίο αναφέρει ότι: «Εμείς οι υποφαινόμενοι υπαλλήλοι του ελεκτικού γραφείου Φώτος Αρέστη & Υιός Λτδ, συμφωνούμε και αποδεχόμαστε ομόφωνα με τον κύριο Φώτο Αρέστη ότι η εταιρία λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει αδυνατεί να μας παραχωρήσει 13ο μισθό για το 2012» Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως περαιτέρω παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη και ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα Με τη κατάθεση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και εγγράφου, το μόνο ουσιαστικά θέμα που παρέμεινε να εκδικαστεί, ήταν το κατά πόσο, η μη πληρωμή των επίμαχων ποσών στην παραπονούμενη, συνεπάγεται με βάση το Νόμο, ποινική ευθύνη τόσο για την κατηγορούμενη 1 όσο και για τον κατηγορούμενο 2, διευθυντή της. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, την παραπονούμενη, Π. Θεοδοσίου (Κωνσταντίνου) ως ΜΚ1 και την Έλενα Παπαμιλτιάδους Νικολάου, Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (εφ' εξής το Τμήμα), ως ΜΚ
  2. Οι κατηγορούμενοι, μετά που κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Εκ μέρους τους κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος
  3. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΚ1, ανέφερε ότι από το 1995 μέχρι και το Μάιο 2014, εργάζετο ως λογίστρια στο ελεγκτικό γραφείο του 2ου κατηγορούμενου. Κατά την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης της, ο καθαρός (net) μισθός που λάμβανε ήταν, €2000 μηνιαίως. Σύμφωνα με την ίδια, περί το Μάιο 2014, αναγκάστηκε να τερματίσει την εργοδότηση της ένεκα του ότι οι εργοδότες της, παρέλειπαν να της καταβάλουν τους μισθούς της για δύο συνεχόμενους μήνες, ήτοι τους μισθούς για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο
  4. Την παραίτηση της, η ΜΚ1, ανέφερε ότι την υπέβαλε γραπτώς στις 9/5/14 και κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή παραίτησης, η οποία απευθύνετο και προς τους δύο κατηγορούμενους, η ΜΚ1 ενημέρωνε τους τελευταίους, τόσο για την απόφαση της να παραιτηθεί, ένεκα του ότι αυτοί παρέλειπαν να τις καταβάλουν τους προαναφερόμενους μισθούς της και συνάμα ζητούσε όπως, της καταβληθούν, ο 13ος μισθός για το 2013 και η αναλογία του 13ου μισθού για το
  6. Επειδή μέχρι και τον Ιούνη 2014 που έληξε η περίοδος προειδοποίησης που η Μ.Κ.1 έδωσε στους κατηγορούμενους, οι τελευταίοι δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα ποσά, η ΜΚ1, αποφάσισε να υποβάλει παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Το εν λόγω παράπονο, το οποίο υποβλήθηκε στις 4/6/14 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Σύμφωνα με τη ΜΚ1 και τα όσα αυτή ανέφερε στο Τμήμα, οι κατηγορούμενοι, κατά την υποβολή του παραπόνου, της είχαν καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς που της όφειλαν για το Μάρτη και τον Απρίλη. Για τους 13ους μισθούς όμως καθώς και για το μισθό Μαΐου 2014 που είχε επίσης καταστεί οφειλόμενος, καμία παρόμοια πληρωμή έγινε. Ισχυρίστηκε η ΜΚ1 ότι, καθ' όλη την εργοδότηση της λάμβανε 13ο μισθό. Το 2012 όμως, σύμφωνα πάντα με την ίδια, όταν ο εν λόγω μισθός κατέστη πληρωτέος, δόθηκε στους υπαλλήλους του γραφείου, το Τεκμήριο Α για να το υπογράψουν. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, αν και ο κατηγορούμενος 2 τους υποσχέθηκε ότι θα τους έδινε το 13ο μισθό, τους ζήτησε να υπογράψουν το εν λόγω έγγραφο «για να μην έχει πρόβλημα με τις Εργασιακές Σχέσεις», οπόταν και αυτή δέχτηκε και υπέγραψε. Παρά ταύτα όμως, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε τον εν λόγω μισθό για το
  8. Όταν περί τα τέλη 2013 - αρχές 2014, η σύζυγος του κατηγορούμενου 2, που επίσης εργαζόταν στο γραφείο, της έφερε παρόμοιο έγγραφο να υπογράψει, αυτή τη φορά σε σχέση με το 13ο μισθό του 2013, αυτή αρνήθηκε, επικαλούμενη την παράλειψη των κατηγορουμένων να εκπληρώσουν την προηγούμενη υπόσχεση τους για το
  9. Μετά που η Μ.Κ.1 εξέφρασε την άρνηση της, την επισκέφθηκε ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος προσπάθησε να την μεταπείσει, αυτή όμως δεν ενέδωσε στις απαιτήσεις του. Εξ' όσων γνωρίζει υπήρχαν και άλλοι υπάλληλοι των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως και αυτή, αρνήθηκαν να υπογράψουν το εν λόγω έντυπο ένεκα του ότι οι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν την προηγούμενη υπόσχεση τους. Αντεξεταζόμενη η μάρτυς, απέρριψε κατηγορηματικά υποβολές που της τέθηκαν ότι μόνο ένα έγγραφο είχε κυκλοφορήσει αναφορικά με το 13ο μισθό ήτοι το Τεκ. Α και ότι με το εν λόγω έγγραφο, αυτή, όπως και όλοι οι υπόλοιποι υπαλλήλοι, είχε συγκατατεθεί όπως μη λαμβάνει πλέον 13ο μισθό. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, το «πάνω χέρι» στην εταιρεία το είχαν η σύζυγος και ο υιός του κατηγορούμενου 2 και ότι ο τελευταίος είχε ουσιαστικά αποσυρθεί από τα δρώμενα της εταιρείας. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, ως εργοδότη της αυτή ήξερε πάντα το 2ο κατηγορούμενο, οποίος ήταν και το πρόσωπο που έδινε οδηγίες στο γραφείο και που την είχε αρχικά προσλάβει. Εξ' όσων δε ενημερώθηκε, μετά την αποχώρηση της, έγιναν νέα συμβόλαια στους υπαλλήλους των κατηγορουμένων, τα οποία όμως δεν προνοούσαν πλέον την καταβολή 13ου μισθού ως ίσχυε προηγουμένως όταν ήταν αυτή υπάλληλος. Τέλος, η ΜΚ1 ανέφερε αντεξεταζόμενη ότι, παράλληλα με την εργοδότηση της στους κατηγορούμενους, εργαζόταν part-time τα Σαββατοκυρίακα, σε εταιρεία προώθησης καλλυντικών προϊόντων από την οποία λάμβανε κάποιο επιπλέον εισόδημα μηνιαίως, αρνήθηκε όμως ότι τέτοιο εισόδημα ήταν ψηλό ή σταθερό ή ότι ανέρχετο στις €2000-€2500 ως της υπέβαλε ο συνήγορος των κατηγορουμένων. Η ΜΚ2 είναι Επιθεωρήτρια στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων από την 02/01/08 και μεταξύ των καθηκόντων της ήταν και είναι η διενέργεια επιθεωρήσεων και ελέγχων για σκοπούς εφαρμογής της εργασιακής νομοθεσίας, η παροχή πληροφοριών και εξυπηρέτηση του κοινού. Η ανάμιξη της στην παρούσα υπόθεση έγκειτο στο ότι ήταν η λειτουργός στην οποία ανατέθηκε η διερεύνηση του παραπόνου της ΜΚ1 και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που ενεπλάκη προσωπικά στην όλη υπόθεση. Για όλες τις ενέργειες που έκαμε, η μάρτυς ανέφερε ότι συνέταξε σχετική έκθεση, την οποία και κατέθεσε ως μέρος της κύριας εξέτασης της ως Έγγραφο Β. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου της ΜΚ1, κρίθηκε αναγκαίο, όπως ενημερωθούν σχετικά οι κατηγορούμενοι και όπως τους ζητηθεί να προσκομίσουν για έλεγχο και διερεύνηση του παραπόνου, το αρχείο μισθοδοσίας της παραπονούμενης, αντίγραφο της γραπτής ενημέρωσης της για τους βασικούς όρους απασχόλησης της και αποδείξεις πληρωμής της σε σχέση με το 13ο μισθό για τα έτη 2010-
  10. Για το σκοπό αυτό, η μάρτυς ανέφερε ότι ετοίμασε και απέστειλε επιστολή στους κατηγορούμενους, στις 06/06/14, τη λήψη της οποίας επιβεβαίωσε την ίδια μέρα κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τη σύζυγο του κατηγορούμενου
  11. Στην επιστολή της, η ΜΚ2, καθόριζε την 13/6/14 ως την τελευταία ημερομηνία που οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να προσκομίσουν τα ζητούμενα έγγραφα, ενώ παράλληλα, ενημέρωνε τους κατηγορούμενους, για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας συνεπάγεται. Η εν λόγω επιστολή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, απευθύνεται στην κατηγορούμενη 1 και είναι σε προσοχή του κατηγορούμενου
  12. Στις 10/06/14, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, επικοινώνησε μαζί της ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος, αφού επιβεβαίωσε εκ νέου τη λήψη της επιστολής, ζήτησε παράταση χρόνου για την προσκόμιση των εγγράφων που ζητήθηκαν μέχρι και τις 20/6/14 και ανέφερε ότι το θέμα θα το χειριζόταν ο δικηγόρος του. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, στις 11/6/14, επικοινώνησε εκ νέου με το Τμήμα, ο τότε δικηγόρος των κατηγορουμένων, ο οποίος την ενημέρωσε ότι, παρά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία, ο μισθός της παραπονούμενης για το Μάιο 2014 θα της καταβάλλετο μέχρι το τέλος Ιουνίου 2014 ενώ αναφορικά με το θέμα του 13ου μισθού, θα το συζητούσε με τους πελάτες του και θα επανέρχετο. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που η μάρτυρας ανέφερε ότι είχε στη συνέχεια με το υιό του κατηγορούμενου 2, ο τελευταίος την ενημέρωσε ότι, το δικαίωμα που η παραπονούμενη είχε σε 13ο μισθό, αφορούσε την εργοδότηση της στην αρχική εταιρεία. Όταν όμως η νέα εταιρεία που ιδρύθηκε το 2011, ανέλαβε τις εργασίες και τους υπαλλήλους της παλιάς εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης και της παραπονούμενης, δεν προνοείτο η πληρωμή 13ου μισθού εξ' ου και δεν καταβλήθηκε στην τελευταία τέτοιος μισθός. Η μάρτυς του ανέφερε ότι θα εξέταζε το θέμα και θα τον ενημέρωνε. Στις 12/6/14, την επόμενη μέρα δηλαδή, ο τότε δικηγόρος των κατηγορουμένων, απέστειλε επιστολή στο Τμήμα, με την οποία ενημέρωνε τη ΜΚ2 και γραπτώς, για τα όσα είχαν λεχθεί τηλεφωνικώς την προηγούμενη μέρα (Τεκμήριο 4). Παράλληλα, ζήτησε παράταση χρόνου, για την προσκόμιση των ζητούμενων εγγράφων μέχρι και το τέλος Ιουνίου, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε. Ακολούθως, την επόμενη μέρα, η ΜΚ1 ανέφερε ότι επικοινώνησε εκ νέου με τον δικηγόρο των κατηγορουμένων, τον οποίο ενημέρωσε ότι κατόπιν εξέτασης του θέματος που οι πελάτες του έθιξαν σε σχέση με το δικαίωμα της παραπονούμενης σε 13ο μισθό, κρίθηκε ότι η θέση των πελατών του, δεν ισχύει στην περίπτωση της παραπονούμενης εφόσον η υπηρεσία της ήταν συνεχόμενη και οι όροι απασχόλησης της οι ίδιοι. Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων τότε, σύμφωνα με τη μάρτυρα, της ανέφερε ότι θα συζητούσε το θέμα με τους πελάτες του και θα επανέρχετο με πρόταση προς την παραπονούμενη για διευθέτηση. Έκτοτε και μέχρι τις 22/7/14 που δόθηκε παράταση στους κατηγορούμενους να προσκομίσουν τα ζητούμενα έγγραφα, σύμφωνα με τη ΜΚ2, έλαβαν χώρα διάφορες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ της ίδιας, των κατηγορουμένων και των εκπροσώπων τους. Το μόνο όμως που επετεύχθη, ήταν να καταβληθεί στην παραπονούμενη, ο μισθός της για το Μάιο 2014 ενώ ούτε οι 13οι μισθοί καταβλήθηκαν ούτε οποιαδήποτε έγγραφα προσκομίσθηκαν. Η μάρτυς ανέφερε επίσης ότι μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, της απεστάλη από πλευράς κατηγορουμένων, το Τεκμήριο Α. Η θέση των κατηγορουμένων ήταν ότι η παραπονούμενη, από το 2012, με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, είχε συγκατατεθεί όπως μη λαμβάνει πλέον 13ο μισθό. Με την ερμηνεία αυτή του Τεκμηρίου Α, η μάρτυς ανέφερε ότι διαφωνεί και ότι η εν λόγω συγκατάθεση φαίνεται να αφορούσε μόνο το 13ο μισθό για το
  13. Πέραν τούτου, η μάρτυς ανέφερε ότι, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι απέστειλαν αίτημα στην Υπουργό Εργασίας όπως αναστείλει την υπόθεση, αίτημα όμως το οποίο, μετά που προσκομίσθηκαν οι απόψεις της μάρτυρος (Τεκμήριο 6), απερρίφθη. Η εν λόγω επιστολή των κατηγορουμένων, η οποία υπογράφεται από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της κατηγορούμενης 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Αντεξεταζόμενη η μάρτυς, ανέφερε ότι, αν και δεν έχει υπόψη της να υποβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο παράπονο από τους υπόλοιπους υπαλλήλους των κατηγορουμένων, αυτό δε συνεπάγεται ότι η παραπονούμενη υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, ως υπεβλήθη από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, από τα όσα αναφέρονται στη γραπτή παραίτηση της ΜΚ1, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτή εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω του ότι δεν της καταβλήθηκαν οι δεδουλευμένοι μισθοί της και όχι διότι προσπαθούσε αλλότρια να πληρωθεί 13ο μισθό χωρίς να δικαιούται, ως της υπέβαλε ο κ. Σωφρονίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ΜΚ2 ανέφερε ότι, τυχόν αποκοπές ή περιορισμοί στην αντιμισθία ενός υπάλληλου, επιτρέπονται μόνο κατόπιν της γραπτής συγκατάθεσης του υπάλληλου. Στην παρούσα περίπτωση ανέφερε η μάρτυς, τέτοια συγκατάθεση για τους 13ους μισθούς του 2013 και 2014, τους οποίους η παραπονούμενη δικαιούτο, δεν εξασφαλίστηκε. Αντεξεταζόμενη η μάρτυς ανέφερε ότι, ως ενημερώθηκε από άλλη συνάδελφο της, η οποία διενήργησε πρόσφατα έλεγχο στην εταιρεία για κάποιο άλλο θέμα, από τον Ιούνη 2014, μετά δηλαδή που παραιτήθηκε η παραπονούμενη, οι κατηγορούμενοι υιοθέτησαν νέα συμβόλαια για τους υπαλλήλους τους, τα οποία δεν προνοούν πλέον για 13ο μισθό και τα οποία ισχύουν και αφορούν τους υπαλλήλους της εταιρείας, από τον Ιούλη 2014 και μετά. Απέρριψε η μάρτυς υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη, δεν δικαιούτο σε 13ο μισθό από το 2011 και μετά και ότι το όποιο ποσό έλαβε προηγουμένως δεν ήταν 13ος μισθός αλλά χαριστικό φιλοδώρημα. Υπέδειξε συνεπώς η ΜΚ2 στο ίδιο το Τεκμήριο Α που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, ότι για το 2012, το εν λόγω ποσό οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι το αναφέρουν ως «13ο μισθό». Τέλος, αναφορικά με τα θέματα πρακτικής της εταιρείας, για τα οποία ο συνήγορος υπεράσπισης την αντεξέτασε, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να τα γνωρίζει, γιατί ακριβώς, οι κατηγορούμενοι, μέχρι και σήμερα δεν της έχουν αποστείλει τα σχετικά έγγραφα που τους ζήτησε και την όποια ενημέρωση έχει για τα θέματα αυτά, την έλαβε από άλλη συνάδελφο της. Ο 2ος κατηγορούμενος, κατά την ένορκη μαρτυρία του, αφού έκαμε μια ιστορική αναδρομή στο πώς έφτασε να ιδρύσει την κατηγορούμενη εταιρεία το 2011, ανέφερε ότι, λόγω και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, (Τεκμήριο 7), αποφάσισε όπως με την ίδρυση της νέας εταιρείας, ο ίδιος παραμείνει τυπικά ως διευθυντής και όπως την εταιρεία την διαχειρίζεται πλέον ο γιος του. Σύμφωνα με το 2ο κατηγορούμενο, όταν ιδρύθηκε η εταιρεία, υπήρχαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Αυτό, σύμφωνα με τον 2ο κατηγορούμενο, η παραπονούμενη το γνώριζε όπως γνώριζε και ότι ο 13ος μισθός, μετά δυσκολίας καταβλήθηκε στους υπαλλήλους για εκείνη τη χρονιά. Ζητήθηκε συνεπώς, ανέφερε ο 2ος κατηγορούμενος, η επίδειξη κατανόησης από πλευράς των υπαλλήλων, ιδιαίτερα σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρείτο γενικά στην καταβολή των μισθών, καθυστέρηση η οποία οφείλετο κυρίως σε έλλειψη ρευστότητας. Ακολούθως, ανέφερε ο μάρτυρας, αποφασίστηκε η αποκοπή του 13ο μισθού «...μέχρι να δούμε τι εξέλιξη θα υπάρξει...», οπόταν και ζητήθηκε από τους υπαλλήλους όπως υπογράψουν το Τεκμήριο Α, το οποίο υπέγραψε και ο ίδιος αλλά και η σύζυγος και ο γιος του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το Τεκμήριο Α είναι ξεκάθαρου περιεχομένου και σημασίας, ήτοι ότι πρόκειται για συγκατάθεση των υπαλλήλων όπως σταματήσει οριστικά να τους καταβάλλεται 13ος μισθός μέχρι να μπορέσει η εταιρεία να επανέλθει. Με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι άλλαξε ουσιαστικά η πρακτική της εταιρείας για καταβολή 13ου μισθού και απέρριψε υποβολή του κ. Προδρόμου ότι το Τεκμήριο Α αφορά μόνο το 13ο μισθό για το
  15. Ανέφερε επίσης ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του, ότι δεν επιχειρήθηκε να υπογραφεί παρόμοιο έγγραφο το 2013 και το 2014, «διότι όταν ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν συμβόλαια εργοδότησης και σχεδόν όλο το προσωπικό δεν ήθελε να υπογράψει διότι εν τους εσύμφερε όπως τους εμάθαμε...», η μη καταβολή 13ου μισθού εισήχθη πλέον ως συμβατικός όρος στα νέα συμβόλαια εργοδότησης που υιοθετήθηκαν το 2014 και μετά. Ο ίδιος, σύμφωνα με τη θέση του, από το 2012 και μετά, ήταν ένας συνηθισμένος υπάλληλος της εταιρείας, τυπικά εγγεγραμμένος ως διευθυντής και δεν εμπλέκετο στη διοίκηση της εταιρείας. Αρνήθηκε ότι η ρητή αναφορά στο Τεκμήριο Α, ότι η εκεί προνοούμενη συμφωνία γίνεται μεταξύ του ιδίου προσωπικά, της εταιρείας του και των υπαλλήλων τους, αντικρούει τη θέση του αυτή και επανέλαβε ότι διευθυντής ήταν μόνο στα χαρτιά και ότι κατά τον εν λόγω χρόνο, δεν ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας. Όσον αφορά την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτή εκδικητικά έχει υποβάλει το επίμαχο παράπονο, διότι της έκαμνε παρατηρήσεις λόγω των ελλείψεων της. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το ότι είναι εκδικητικά που υπέβαλε το παράπονο της η παραπονούμενη φαίνεται από το γεγονός ότι αυτή περίμενε να διαλυθεί το Ταμείο Προνοίας της εταιρείας και να πάρει το μερίδιο της προτού υποβάλει την παραίτηση της. Όπως περαιτέρω ανέφερε κατά την αντεξέταση του «...το Μάιο όταν ήρθε να μου υποβάλει την παραίτηση της και δεν την υπόγραψα για να της δώσω ακόμα μια ευκαιρία...» προχώρησε και «κατάγγειλε μας σαν ήταν ακόμα στο γραφείο». Τέλος, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι, η εταιρεία όφειλε να καταβάλει στην παραπονούμενη 13ους μισθούς και ότι ο ίδιος ήταν ο ιθύνων νους της εταιρείας και το πρόσωπο που ουσιαστικά αποφάσισε όπως μην καταβληθούν οι εν λόγω μισθοί και ανέφερε ότι «η εταιρεία σαν νέο πρόσωπο συμμορφώθηκε το 2011, απ' εκεί και πέρα αποφασίσαμε ότι δεν θα δίνει 13ο...». Μετά το πέρας της μαρτυρίας της υπεράσπισης, οι συνήγοροι προέβησαν σε τελικές αγορεύσεις. Αμφότεροι υποστήριξαν την αξιοπιστία των μαρτύρων τους σε αντίθεση με τη μαρτυρία που προσκόμισε η άλλη πλευρά και ζήτησαν, ο μεν συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, όπως το Δικαστήριο κρίνει και τους δύο κατηγορούμενους ένοχους στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει, ο δε συνήγορος υπεράσπισης, όπως το Δικαστήριο απορρίψει την υπόθεση και αθωώσει τους κατηγορούμενους. Ειδικότερα, ο κ. Σωφρονίου ανέφερε ότι η θέση των κατηγορουμένων, η οποία αποδείχτηκε από την μαρτυρία, είναι ότι «με την υπογραφή του Τεκμηρίου Α για μη καταβολή του 13ου μισθού για το 2012, υπήρξε και προφορική συμφωνία, υπό όρους, για τη μη καταβολή 13ου μισθού.» Αναφορικά με το 2ο κατηγορούμενο και τις χωριστές κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε ότι αυτό που κατέδειξε η μαρτυρία ήταν ότι ήταν τυπικά ο διευθυντής της εταιρείας και ότι την όλη διοίκηση της εταιρείας την είχε αναλάβει ο γιος του. Επομένως, υποστήριξε ο συνήγορος, καμία «παρακίνηση» από το 2ο κατηγορούμενο αποδείχτηκε ως του καταλογίζεται στο κατηγορητήριο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο από τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο όσο και από την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κρίνω ορθό όπως αξιολογήσω πρώτα τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 - Ε. Νικολάου. Η μάρτυς μου έκανε καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ως το πρόσωπο που διερεύνησε το παράπονο της Μ.Κ.1 και ενεπλάκη προσωπικά στην υπόθεση, είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Εκεί που δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα, δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Ούτε όμως επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση, αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής όπως ήταν για παράδειγμα, η πρακτική που ακολουθείται στην εταιρεία από το 2014 και μετά, θέμα για το οποίο, όπως ανέφερε, αν και έλαβε κάποια ενημέρωση από άλλη συνάδελφο της, εντούτοις η ίδια δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, εφ΄ όσον δεν είχε ιδία γνώση, αλλά ούτε και τα έγγραφα που της ζήτησε να της στείλουν οι κατηγορούμενοι. Η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται επίσης και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της ούτε και φάνηκε να ωθείται από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα, ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παραπονούμενη - Μ.Κ.1 Η μάρτυρας μου άφησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε ως το πρόσωπο που βίωσε τα γεγονότα και είχε άμεσο παράπονο από τους κατηγορούμενους. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν φάνηκε να κλονίζεται η μαρτυρία της ως υποστήριξε ο κύριος Σωφρονίου κατά την τελική του αγόρευση. Χαρακτηριστικά όμως γνήσια ήταν και η απάντηση της, στην υποβολή του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η καθυστέρηση της να υποβάλει την παραίτηση της, δείχνει τον αλλότριο σκοπό της - «εσείς το 2014 μετά την κρίση, θεωρείται ότι είναι κάτι εύκολο για κάποιον υπάλληλο που εργαζόταν 19.5 χρόνια και μισθό €2.000 εύκολα να δώσει παραίτηση. Είχα την κόρη μου σε λίγους μήνες να πάει για σπουδές. Μόνο ένας τρελός θα το έκανε.». Πρόσθετα τούτου όμως, η μαρτυρία της παρουσίαζε συνοχή αλλά και οι θέσεις της, από το Μάιο 2014 που τις εξέφρασε γραπτώς με την παραίτηση της, μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ουδόλως διαφοροποιήθηκαν. Μάλιστα δε όταν υπέβαλε το παράπονο της στο Τμήμα και το προώθησε στο Δικαστήριο με τη μαρτυρία της, όχι μόνο ανέφερε με ειλικρίνεια ότι η δεδουλευμένοι μισθοί της είχαν καταβληθεί πλήρως αλλά αναγνώρισε και τη δέσμευση της υπογράφοντας το Τεκμήριο Α ότι δε δικαιούται σε 13ο μισθό για το 2012, έστω και αν τέτοιος μισθός δεν της καταβλήθηκε ποτέ παρά την περί του αντιθέτου προφορική υπόσχεση των κατηγορουμένων. Αν όντως επρόκειτο για πρόσωπο που υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα και που προσπαθούσε να πλήξει προσωπικά το 2ο κατηγορούμενο, ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, τότε σίγουρα θα αναμένετο ότι θα προσπαθούσε να ξεφύγει του Τεκμηρίου Α και να διεκδικήσει και αυτόν το μισθό, επικαλούμενη την υπόσχεση του 2ου κατηγορούμενου. Τίποτα τέτοιο όμως επιχείρησε να πράξει η παραπονούμενη, παρά μόνο παρέμεινε πιστή στη γραπτή δέσμευση της και αξίωσε μόνο αυτά που δεν αποδέχθηκε να της αποκοπούν. Θεωρώ ότι η παραπονούμενη ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και σε καμία περίπτωση δεν καταδείχθηκαν οι οποιοιδήποτε εκδικητικοί λόγοι που η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι την διακατείχαν. Όσον αφορά τα περί δεύτερης δουλειάς που της αναφέρθηκαν κατά την αντεξέταση της, η μάρτυς τα δέχτηκε ευθέως και δεν προσπάθησε να τα αποκρύψει. Το μόνο που δε δέχτηκε, ήταν τη θέση της υπεράσπισης ότι το σχετικό επιπρόσθετο εισόδημα που λάμβανε από την δεύτερη αυτή εργασία της ήταν σταθερό και ανέρχετο στις €2000-€2500 μηνιαίως, θέση για την οποία έδωσε μία ειλικρινή και πειστική απάντηση - «αν έπαιρνα έτσι λεφτά ήταν να παραιτηθώ και να μένω απλήρωτη; Ήμασταν υπάλληλοι όχι ζητιάνοι». Τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί, την αποδέχομαι στο σύνολο της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κατηγορούμενος 2 Όσον αφορά το 2ο κατηγορούμενο, διεξήλθα τη μαρτυρία του με την ίδια προσοχή, παρακολουθώντας τον παράλληλα, ενώ κατέθετε. Ο 2ος κατηγορούμενος, προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποσυνδέσει τον εαυτό του, από την οποιαδήποτε εμπλοκή στην διοίκηση της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτός ήταν πλέον ένας απλός υπάλληλος σαν όλους τους άλλους και ότι εν΄ όψει του επίμαχου παραπόνου, αυτός ήταν και το πραγματικό θύμα της υπόθεσης. Παρατηρώ όμως τα εξής: Κατά πρώτο, η θέση του ότι το Τεκμήριο Α, το περιεχόμενο του οποίου κατατέθη ως παραδεκτό και με τη σύμφωνο γνώμη του, συνιστά παντελή αποποίηση του δικαιώματος των υπαλλήλων σε 13ο μισθό για όλα τα μετέπειτα χρόνια εργοδότησης, όχι μόνο αντικρούεται με το παραδεχτό περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α, το οποίο κάθε άλλο παρά υποστηρίζει αυτή τη θέση αλλά στερείται και οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος. Το Τεκμήριο Α, αναφέρει ρητά, ότι η «κατανόηση» των υπαλλήλων, αφορούσε στην αδυναμία καταβολής του 13ου μισθού για το
  1. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Και η σχετική αναφορά του ιδίου του 2ου κατηγορούμενου όμως, στην επιστολή που αυτός απέστειλε προς την Υπουργό Εργασίας ότι, «. αφού πρώτα μίλησα με όλους τους υπαλλήλους έγινε αποδεκτό γραπτώς από μέρους τους, όπως μην τους καταβληθεί ο 13ος μισθός για το έτος 2012.», καταδεικνύει το ανυπόστατο των επί του προκειμένου ισχυρισμών του. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα «ανενεργό» ουσιαστικά στέλεχος της κατηγορούμενης εταιρείας, η έκταση της μαρτυρίας του ως προς το πώς λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία, τις αποφάσεις που λαμβάνονταν κατά καιρούς και τους λόγους για αυτές, ιδιαίτερα σε σχέση με θέματα μισθών, αλλά και τον τρόπο που ο ίδιος προέβαινε σε πειθαρχικές παρατηρήσεις προς τους υπαλλήλους του και συγκεκριμένα προς την παραπονούμενη, φανερώνει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτός ήταν ο ιθύνον νους της εταιρείας και η κάθε απόφαση της, ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα της δική του κρίσης και βούλησης. Αυτό δείχνει και η ίδια η επιστολή του προς την Υπουργό Εργασίας, Τεκμήριο
  2. Σημειώνω εδώ ενδεικτικά, τις αναφορές του κατά την αντεξέταση του, περί «πολιτικής» του ιδίου να έχουν πρόσβαση οι υπαλλήλοι του στα λογιστικά αρχεία της εταιρείας, το ότι είναι σε αυτόν που υπέβαλε την παραίτηση της η παραπονούμενη, ως το αρμόδιο προφανώς πρόσωπο να τη δεχτεί καθώς και την επιβεβαιωτική τούτου, άρνηση του ιδίου να αποδεχτεί την εν λόγω παραίτηση και τέλος, την αναφορά του ότι, όταν εν τέλει συνειδητοποιήθηκε ότι για να καταστεί δυνατή η αποκοπή 13ου μισθού, θα έπρεπε να υπάρχει γραπτή συγκατάθεση των υπαλλήλων και «σχεδόν όλο το προσωπικό δεν ήθελε να υπογράψει διότι εν τους εσύμφερε όπως τους είχαμε μάθει», «αποφασίσαμε ότι δε θα δίνει (η εταιρεία) 13ο.» και υιοθετήθηκαν νέου τύπου συμβόλαια εργοδότησης. Τρανό στοιχείο του αναξιόπιστου των θέσεων του, είναι και η ίδια η εικόνα του Τεκμηρίου Α. Ενώ ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής της κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το πρόσωπο που λάμβανε όλες τις αποφάσεις της εταιρείας, το Τεκμήριο Α, το οποίο συντάχθηκε και υπογράφτηκε το 2013 σε επιστολόχαρτο της κατηγορούμενης 1, αναφέρει ρητά στο κάτω αριστερό μέρος του ότι, ο κατηγορούμενος 2, είναι αυτός ακριβώς ο Managing Director της εταιρείας, ο Εκτελεστικός Διευθυντής δηλαδή. Παρεμβάλλω όμως εδώ και το λόγο που ο 2ος κατηγορούμενος επικαλέστηκε στην επιστολή του στην Υπουργό Εργασίας προς υποστήριξη του αιτήματος του για αναστολή της υπόθεσης ήτοι ότι θα πρέπει να αποφευχθεί το «ξεσήκωμα» και των υπόλοιπων υπαλλήλων για διεκδίκηση 13ων μισθών, με καταστροφικές οικονομικές συνέπειες για την εταιρεία. Η στάση αυτή, ουδόλως καταδεικνύει ένα ανενεργό στέλεχος της εταιρείας και έναν «εκ των απλών υπαλλήλων», ως ισχυρίστηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος
  3. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι η εμπλοκή του 2ου κατηγορούμενου στη διοίκηση της κατηγορούμενης εταιρείας, όχι μόνο δεν ήταν «τυπική» ως αυτός ισχυρίστηκε, τουναντίον, ήταν καθοριστική, αφού προκύπτει ότι ήταν αποκλειστικά ο δικός του λόγος που μετρούσε για τις αποφάσεις της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων που αφορούσαν στην καταβολή ή μη των μισθών. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δε μπορώ να δεκτώ ούτε τη μαρτυρία ούτε την εκδοχή του κατηγορούμενου 2, την οποία κρίνω ως παντελώς αναξιόπιστη και ως τέτοια την απορρίπτω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πρόσθετα των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η παραπονούμενη, καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης της και ειδικότερα κατά τα έτη 2012, 2013 και μέχρι και το Μάιο 2014 που παραιτήθηκε, δικαιούτο σε 13ο μισθό και ότι, ενώ είχε συγκατατεθεί γραπτώς όπως τέτοιος μισθός μην της καταβληθεί για το 2012, δεν έδωσε παρόμοια συγκατάθεση για τα έτη 2013 και
  4. Βρίσκω επίσης ότι καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της εταιρείας να μην καταβάλει τους επίμαχους μισθούς στην παραπονούμενη, είχε ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν ουσιαστικά το πρόσωπο που διεύθυνε την εταιρεία και λάμβανε όλες τις αποφάσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων για θέματα καταβολής ή μη μισθών στους υπαλλήλους της εταιρείας και στην παραπονούμενη και ο οποίος γνώριζε, ότι η παραπονούμενη είχε αρνηθεί να συγκατατεθεί όπως μην της καταβληθούν οι επίμαχοι μισθοί και ότι τους δικαιούτο πλήρως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το υπό εξέταση αδίκημα, αντικείμενο όλων των κατηγοριών, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/
  5. Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017 και MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.120/2015, 26/4/2017 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Η παράλειψη καταβολής του μισθού συνιστά και το σχετικό αδίκημα του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και με δεδομένο ότι η μη καταβολή των επίμαχων μισθών στην παραπονούμενη συνιστά παραδεκτό γεγονός, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/07, δεν κατέβαλε στην παραπονούμενη ως όφειλε, το 13ο μισθό που της αναλογούσε για τα έτη 2013 και 2014, ήτοι τα ποσά των €2.000 και €821 αντίστοιχα, ως αναφέρεται στην 3η και 4η κατηγορία. Κρίνω συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το 2ο κατηγορούμενο, με γνώμονα ότι οι εναντίον του κατηγορίες εδράζονται στο αρ.20 Κεφ.154, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου ως προς τον καθοριστικό ρόλο που αυτός και οι αποφάσεις του διαδραμάτισαν στην απόφαση της εταιρείας να μην καταβάλει τους επίμαχους 13ους μισθούς που οφείλονταν στην παραπονούμενη και να διαπράξει έτσι το αδίκημα του Ν.35(Ι)/07 και στη βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις MAGAR TEREZIAN και ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ανωτέρω καθώς και στις αποφάσεις Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 και Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 26, κρίνω ότι αποδείχτηκε στον απαιτούμενο για το αρ.20 Κεφ.154 βαθμό, και η δική του ενοχή στις κατηγορίες 6 και 7 που αντιμετωπίζει. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3 και 4 και ο κατηγορούμενος 2 ένοχος στις κατηγορίες 6 και 7. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π., Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων - Παράλειψη πληρωμής μισθών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.