Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. IBRAHIM ELSHAMALI, Αρ. Υπόθεσης: 5599/17, 23/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5599/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον IBRAHIM ELSHAMALI --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23.06.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο : κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες : 1η κατηγορία για πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας προς την κατηγορούσα αρχή του έτους 2015 και της 30/11/16 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την Συριακή ταυτότητα με αριθμό 07020095624 η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. 2η κατηγορία για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 30ην Νοεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την ταυτότητα που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. 3η κατηγορία για εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 30ην Νοεμβρίου 2016 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα εξασφάλισε εγγραφή και άδεια παραμονής στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες, ενώ οι καταθέσεις άλλων 2 προσώπων κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη των τεκμηρίων της υπόθεσης της Αστυνομίας έγινε σύμφωνα με το Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, υιοθετώντας για το σκοπό αυτό αυτούσια την κατάθεση του στην Αστυνομία, τεκμ.4Α & Β. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ συμφώνου κατατεθείσα ως παραδεκτή: - Κατάθεση Salex Nasser ημερ.20/04/2017 - τεκμ.1 : Είναι διερμηνέας της Aραβικής γλώσσας, εξουσιοδοτημένος για μεταφράσεις από τα Aραβικά στα Eλληνικά και αντίστροφα. Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης κλήθηκε στις 20/04/17 από τον αστυφύλακα 1100 K. Πολυκάρπου του ΤΑΕ Λεμεσού για να βοηθήσει στη μετάφραση με ύποπτο τον κατηγορούμενο στην παρούσα και καθ' υπόδειξη του εν λόγω αστυφύλακα εξήγησε στο εν λόγω πρόσωπο τους λόγους της σύλληψής του ενώ στη συνέχεια της ίδιας μέρας κατέγραψε την ανακριτική του κατάθεση από τα Αραβικά στα Ελληνικά και αντίστροφα. - Κατάθεση Αστ.1100 Κ Πολυκάρπου - τεκμ.2 : Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ. Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης στις 16/12/16 ανέλαβε ανακριτής της υπόθεσης. Την ίδια μέρα δε παρέλαβε ως τεκμήριο από τον αστυφύλακα 4704 Α. Γερμανού (ΜΚ2 κατωτέρω) μία Συριακή ταυτότητα του κατηγορουμένου υπ.αρ' 07020095624 με αραβικούς χαρακτήρες, την οποία παρέδωσε στις 28/12/16 στον αστυφύλακα 3512 Μ.Περικλέους του τμήματος του για να το μεταφέρει στο γραφείο Εκτυπώσεως και Ασφάλειας της ΥΠΕΓΕ για περαιτέρω εξετάσεις. Αφού διαπιστώθηκε ότι η ταυτότητα ήταν εξ' ολοκλήρου πλαστή, εναντίον του κατηγορούμενου στις 31/03/17 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και αναζητήθηκε χωρίς να εντοπιστεί. Στις 20/04/17 στο ΤΑΕ Λεμεσού, με τη βοήθεια του ως άνω αναφερόμενου διερμηνέα αραβικής γλώσσας, συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμ.3) αφού προηγουμένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε «εντάξει». Την ίδια μέρα με τη βοήθεια του πιο πάνω διερμηνέα κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του εξήγησε τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να τον ανακρίνει. - Μ.Κ.1 Αστ.2635 Σοφία Ηλιάδου : Υπηρετεί στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (τεκμ.5), την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε ημερ.23/03/17 (τεκμήριο 6), το έντυπο Συρίας με αραβικούς χαρακτήρες και φωτογραφία που εξέτασε ως προς την γνησιότητα του (τεκμ.7) και συγκριτικούς πίνακες με τα ευρήματα της που επεξήγησε (τεκμ.8). Το αποτέλεσμα της εξέτασης της είναι ότι το αμφισβητούμενο έντυπο τεκμ.7 είναι εξολοκλήρου πλαστό. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε κατ' αρχήν αναφορικά με τα προσόντα της. Σε περαιτέρω ερωτήσεις απάντησε ότι εάν ένας κοινός άνθρωπος δει το τεκμ.7 με μια ματιά, θα καταλάβει / υποψιαστεί ότι είναι πλαστή ανάλογα με τις γνώσεις και την επαφή που έχει. Ανέφερε επίσης ότι πρόκειται για μια πολύ κακής ποιότητας ταυτότητα. - Μ.Κ.2 Α/Αστ.4704 Αντώνης Γερμανού : Υπηρετεί στην ΥΑΜ και στην κυρίως εξέταση του κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε για την παρούσα (τεκμ.9), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και στη συνέχεια προέβη στην ανάγνωση της. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 30/11/2016 και ώρα 08:00, ενώ βρισκόταν καθήκον στο γραφείο της YAM Λεμεσού προσήλθε ο κατηγορούμενος Σύριος υπήκοος και ζήτησε να υποβάλει αίτηση για πολιτικό άσυλο. Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε διαπίστωσε ότι εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι τα στοιχεία του δεν εντοπίζονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων προσώπων τα οποία εισέρχονται νόμιμα στη Δημοκρατία και ούτε στο Στοπ Λιστ. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε την αίτησή του και του παραχωρήθηκε επιβεβαιωτική επιστολή στο φάκελο F16-02052R (τεκμ.11) για να προχωρήσει σε ιατρικές εξετάσεις. O κατηγορούμενος προσήλθε εκ νέου στα γραφεία της YAM όπου προσκόμισε τις ιατρικές εξετάσεις, το αίτημα του ολοκληρώθηκε και ενεγράφη ως αλλοδαπός με αριθμό ΔΕΑ 5752463 (βλ. και τεκμ.10). Στις 15/12/16 από περαιτέρω διακριτικό έλεγχο που έκανε στην συριακή ταυτότητα του πιο πάνω αλλοδαπού διαπίστωσε ότι αυτή δεν αντιδρά σε υπεριώδες φωτισμό, οι γραμμές του μελανιού ασφαλείας στη δευτεροβάθμια φωτογραφία διακόπτονται, δεν υπάρχει το ανάγλυφο έμβλημα της Συριακής Δημοκρατίας στην μπροστινή όψη αλλά αυτό φαίνεται να είναι φωτοτυπημένο σχέδιο, δεν υπάρχει σχέδιο ασφαλείας που να φαίνεται στον υπεριώδες φωτισμό, οι γραμμές του μελανιού ασφαλείας διακόπτονται στην πρωτοβάθμια φωτογραφία, το συριακό έμβλημα της Συρίας κάτω από την πρωτοβάθμια φωτογραφία και το υδατογράφημα κάτω από τη δευτεροβάθμια φωτογραφία στην πισινή όψη του δελτίου ταυτότητας δεν μεταβάλλονται. Σύμφωνα με τα πιο πάνω θεώρησε ότι εκ πρώτης όψεως η ταυτότητα είναι πλαστή και ακολούθως την παρέδωσε στον αστυφύλακα 1100 του ΤΑΕ Λεμεσού για να αποσταλεί στο τμήμα Εξέτασης Εντύπων της ΥΠΕΓΕ για επιστημονική εξέταση και για εξέταση της υπόθεσης. Επιπλέον ανέφερε ότι έχει τύχει εκπαίδευσης για να αναγνωρίζει, εκ πρώτης όψεως, αν ένα έγγραφο είναι πλαστό ή όχι. Αναγνώρισε δε το τεκμ. 7 ως την ταυτότητα του αλλοδαπού που του παράδωσε κατά την ημερομηνία που υπέβαλε την αίτηση του για το πολιτικό άσυλο. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος αν κάνουν διακριτικό έλεγχο εις όλες τις ταυτότητες απάντησε καταφατικά, λέγοντας όμως ότι υπάρχει πιθανότητα, λόγω πίεσης και λόγω έλλειψης χρόνου να γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση παράλαβε την ταυτότητα, αποδέχτηκε το άσυλο, αλλά δεν είχε τον χρόνο να εξετάσει ενδελεχώς το δελτίο ταυτότητας, μπορεί να του ξέφυγε. Έπρεπε να την εξετάσει αλλά μάλλον αμέλησε λόγω πίεσης χρόνου. Είπε θα το εξετάσει περαιτέρω αργότερα. Γι' αυτό πέρασαν οι 15 μέρες για να το κάνει όπως φαίνεται στην κατάθεση του. - O κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας ότι επαναλαμβάνει όσα περιέχονται στην κατάθεση του τεκμ.4Α & Β δηλαδή: «Κατάγομαι από την Συρία και ήρθα στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων στις 05/09/2016 μόνος μου. Για να φτάσω στην Κύπρο ταξίδεψα παράνομα με πλοίο μέσω Τουρκίας και στην συνέχεια έφτασα στις κατεχόμενες περιοχές. Από τις κατεχόμενες περιοχές ο διακινητής που με έφερε μέσω Τουρκίας με βοήθησε να περάσω στις ελεύθερες περιοχές με αυτοκίνητο αλλά δεν γνωρίζω ποιος ήταν ο οδηγός του. Πριν να έρθω στην Κύπρο και λόγω του ότι έσπασε πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια νομίζω η ταυτότητά μου και έτσι και λόγω του ότι ήθελα να φύγω από τη Συρία και να πάω στην Κύπρο να αιτηθώ πολιτικό άσυλο, πριν ένα χρόνο περίπου από την άφιξή μου στην Κύπρο ζήτησα από κάποιο γνωστό μου να μου εκδώσει νέα ταυτότητα. Εγώ του είπα τι χρειάζεται για να την εκδώσω και αυτός μου είπε ότι πρέπει να του υπογράψω ένα πληρεξούσιο έγγραφο και να του δώσω 100 δολάρια πράγμα το οποίο και έκανα. Ο λόγος που δεν μπορούσα εγώ να εκδώσω από μόνος μου ταυτότητα ήταν γιατί λόγω της κατάστασης του πολέμου δεν μπορούσα να ταξιδέψω από τον τόπο διαμονής μου στην Δαμασκό και ζήτησα από τον φίλο μου να με βοηθήσει. Έτσι μου έκδωσε ταυτότητα και με αυτή την παρέδωσα στο immigration στις 30/11/2016 με σκοπό να υποβάλω αίτηση για πολιτικό άσυλο. Εγώ μέχρι σήμερα που ενημερώθηκα από την Αστυνομία δεν γνώριζα ότι η ταυτότητά μου ήταν πλαστή αφού δεν χρησιμοποιήθηκε πουθενά αλλού. Απολογούμαι για το τι έγινε αλλά δεν το έκανα επίτηδες. » Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η Αστ. 2635 Σοφία Ηλιάδου, Μ.Κ.1, κατέθεσε αναμφίβολα ως εμπειρογνώμονας. Το βιογραφικό σημείωμα που κατέθεσε η μάρτυρας (τεκμ.5) και η όλη παρουσία της στο Δικαστήριο συν η τεκμηριωμένη μαρτυρία της και οι απαντήσεις της για τις εξετάσεις που έκανε επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Εν πάση περίπτωση η μάρτυρας αυτή αναφέρεται με τις απαντήσεις της και τον τρόπο που κατέθεσε δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της. Συναφώς κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της και βεβαίως το αποτέλεσμα της εξέτασης της το οποίο έχει αιτιολογήσει και τεκμηριώσει με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα (Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498). Η μαρτυρία του Α/Αστ.4704 Αντώνη Γερμανού Μ.Κ.2, γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε ευθέως και με σαφήνεια στις ερωτήσεις που του έγιναν, ήταν ειλικρινής, ενώ ουδόλως έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του εκ της αντεξέτασης που έτυχε. Όσον αφορά την μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι γίνεται αποδεκτή. Η κατάθεση του κατηγορούμενου, στον βαθμό που περιέχει παραδοχές, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα αυτών και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R.
- Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του στο πλαίσιο της ανώμοτης του δήλωσης, επομένως θεωρώ ότι αυτή είναι θεληματική και αποτελεί μαρτυρία εναντίον του. Αναφορικά με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σημειώνεται βέβαια ότι σε αυτή ο κατηγορούμενος ουσιαστικά υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία, η οποία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του, ενώ περαιτέρω η απλή δήλωση του ότι δεν γνώριζε ότι η ταυτότητα ήταν πλαστή και ότι έγινε δεν το έκανε επίτηδες αποτελεί τη θέση του και αυτή θα αξιολογηθεί στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας για τον σκοπό έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως εκ της αξιολόγησης ανωτέρω και έχοντας υπόψη την παραδεκτή μαρτυρία, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και ήρθε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων στις 05/09/16, έχοντας ταξιδέψει παράνομα με πλοίο μέσω Τουρκίας. Στις 30/11/2016 και ώρα 08:00, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το γραφείο της YAM Λεμεσού και ζήτησε να υποβάλει αίτηση για πολιτικό άσυλο. Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε την αίτησή του και του παραχωρήθηκε επιβεβαιωτική επιστολή στο φάκελο F16-02052R για να προχωρήσει σε ιατρικές εξετάσεις. O κατηγορούμενος προσήλθε εκ νέου στα γραφεία της YAM όπου προσκόμισε τις ιατρικές εξετάσεις, το αίτημα του ολοκληρώθηκε και ενεγράφη ως αλλοδαπός με αριθμό ΔΕΑ
- Στις 15/12/16 από περαιτέρω διακριτικό έλεγχο που έγινε από τον ΜΚ2 στην συριακή ταυτότητα που του παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι αυτή δεν αντιδρά σε υπεριώδες φωτισμό, οι γραμμές του μελανιού ασφαλείας στη δευτεροβάθμια φωτογραφία διακόπτονται, δεν υπάρχει το ανάγλυφο έμβλημα της Συριακής Δημοκρατίας στην μπροστινή όψη αλλά αυτό φαίνεται να είναι φωτοτυπημένο σχέδιο, δεν υπάρχει σχέδιο ασφαλείας που να φαίνεται στον υπεριώδες φωτισμό, οι γραμμές του μελανιού ασφαλείας διακόπτονται στην πρωτοβάθμια φωτογραφία, το συριακό έμβλημα της Συρίας κάτω από την πρωτοβάθμια φωτογραφία και το υδατογράφημα κάτω από τη δευτεροβάθμια φωτογραφία στην πισινή όψη του δελτίου ταυτότητας δεν μεταβάλλονται. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ο ΜΚ2 θεώρησε ότι εκ πρώτης όψεως η ταυτότητα είναι πλαστή και ακολούθως την παρέδωσε στον αστυφύλακα 1100 του ΤΑΕ Λεμεσού για να αποσταλεί στο τμήμα Εξέτασης Εντύπων της ΥΠΕΓΕ για επιστημονική εξέταση και για εξέταση της υπόθεσης. Κατόπιν εξετάσεων της ΜΚ1 στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι πράγματι η αμφισβητούμενη ταυτότητα είναι εξολοκλήρου πλαστή. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, στις 31/03/17 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και αναζητήθηκε χωρίς να εντοπιστεί. Στις 20/04/17 στο ΤΑΕ Λεμεσού, με τη βοήθεια του διερμηνέα αραβικής γλώσσας, Σάλεχ Νάσερ ο Αστ.1100 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης αφού προηγουμένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε «εντάξει». Την ίδια μέρα με τη βοήθεια του πιο πάνω διερμηνέα κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του εξήγησε τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να τον ανακρίνει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της πλαστογραφίας (1η κατηγορία) διέπεται από τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
- Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R.12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ. Welham (ανωτέρω), Georghiou (ανωτέρω) και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14). Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλ. η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou (ανωτέρω) και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.457). Δεν απαιτείται δηλ. η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham (ανωτέρω). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (2η κατηγορία), πραγματεύεται το άρθρο 339 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της 3ης κατηγορίας, εδράζεται στο άρθρο 305 του Κεφ.
- Το άρθρο αυτό προνοεί τ' ακόλουθα: "
- Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα,
- Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση,
- Να εξασφαλίζει για τον εαυτό του, εγγραφή δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού. Απαιτείται λοιπόν για την απόδειξη αυτού του αδικήματος η στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης δηλ. παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή (βλ. άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα). Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η εγγραφή ήταν αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ' αρχήν είναι σαφές πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που κατήρτισε την πλαστή ταυτότητα και συνεπώς ελλείπει συστατικό στοιχείο της 1ης κατηγορίας. Ως εκ τούτου 1η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί. Ερχόμενος στη 2η κατηγορία σημειώνω τα εξής. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η επίδικη ταυτότητα είναι εξ' ολοκλήρου πλαστό έγγραφο και ότι κατά την επίδικη ημερομηνία, 30.11.2016, ο κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία την επίδικη ταυτότητα, και συγκεκριμένα την παρουσίασε στον Μ.Κ.2 στα πλαίσια υποβολής της αίτησης του για πολιτικό άσυλο. Εκείνο που απομένει να αποδειχθεί είναι η γνώση του κατηγορούμενου ότι η εν λόγω ταυτότητα ήταν πλαστογραφημένη και κατά συνέπεια η πρόθεση καταδολίευσης με την κυκλοφορία αυτής. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ελλείπει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει τη γνώση του κατηγορούμενου ότι το επίδικο δελτίο ταυτότητας ήταν πλαστογραφημένο και το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει σε περιστατική μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το στοιχείο. Ως προς τον τρόπο απόδειξης της γνώσης με περιστατική μαρτυρία, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, και το ακόλουθο απόσπασμα: «Όπως ορθά έχει επισημανθεί στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη της γνώσης, θα πρέπει να αθωωθεί. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε, για πολύ καλούς λόγους, τις εξηγήσεις που έδωσε ο εφεσείων. Στην πραγματικότητα οι εξηγήσεις, όπως αναφέρει και η πρωτόδικη απόφαση, ήταν εν πολλοίς αντιφατικές και καθόλου πειστικές. Αντίθετα, καταλήγει η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας που προσήχθη από την κατηγορούσα αρχή, δεν μπορούσε να είναι συμβατή με οποιαδήποτε άλλη λογική ερμηνεία της μαρτυρίας. Η φύση και η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται θα εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνεται ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120). Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε τρωτό στη συλλογιστική που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Η μαρτυρία την οποία αποδέκτηκε δεν μπορούσε να οδηγήσει σε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του εφεσείοντα. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή που έδωσε ο εφεσείων απορρίφθηκε ως αντιφατική και μη αληθής. Ακόμα μπορεί να σημειωθεί πως, η μαρτυρία του αφήνει πολλά ερωτηματικά, σε ορισμένα μάλιστα σημεία, τείνει σε απόδειξη της γνώσης και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος». Επίσης παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτη Νικολάου, Ποιν. Έφεση αρ. 212/2009, ημερ. 10.11.2010, για το ίδιο θέμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν τα ακόλουθα δεδομένα τα οποία καλείται να αξιολογήσει για να καταλήξει κατά πόσο αυτά είναι ικανά να αποδώσουν γνώση του γεγονότος της πλαστότητας της ταυτότητας στον κατηγορούμενο.
- Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία.
- Ήθελε να φύγει από τη Συρία και να έρθει στην Κύπρο για να αιτηθεί πολιτικό άσυλο.
- Για σκοπούς υποβολής της αίτησης ασύλου αναφέρει ότι ήθελε να εξασφαλίσει ταυτότητα στη Συρία. Παρεμβάλλω ότι όσα αναφέρει για τον γνωστό του που δεν κατονομάζει στον οποίο αποτάθηκε για ταυτότητα, χωρίς να αναφέρει τίποτε συγκεκριμένο γι' αυτόν, τι δουλειά έκανε και γιατί αυτός μπορούσε να τον βοηθήσει ή πως μπορούσε ο τελευταίος να πάει στη Δαμασκό για το σκοπό αυτό ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε και χωρίς μαρτυρία σε τι συνίστατο το ποσό των 100 δολαρίων που του έδωσε, τι ποσό απαιτείται για την έκδοση μιας κανονικής, νόμιμης ταυτότητας, αλλά και για τη διαδικασία έκδοσης μιας κανονικής ταυτότητας, είναι στοιχεία που ιδωμένα μαζί αφήνουν τους ισχυρισμούς του μετέωρους και έκθετους σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να πείσει με αυτά το Δικαστήριο.
- Όμως, ακόμα και με όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος, είναι δεδομένο ότι ο αυτός δεν αποτάθηκε ποτέ σε οιανδήποτε αρμόδια αρχή για να εκδώσει ταυτότητα.
- Ταξίδεψε παράνομα με πλοίο μέσω Τουρκίας, με τη βοήθεια διακινητή, και εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
- Ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την παραμονή του στην Κύπρο και οι ενέργειες του αποσκοπούσαν στο να βοηθήσει την κατάσταση του.
- Μετέβη στο γραφείο της ΥΑΜ Λεμεσού και υπέβαλε την αίτηση του για πολιτικό άσυλο παρουσιάζοντας μια εξ' ολοκλήρου πλαστή ταυτότητα, πολύ κακής ποιότητας, για την κατοχή της οποίας από τον κατηγορούμενο το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του καμία λογική εξήγηση μέσω αποδεκτής μαρτυρίας. Με βάση αυτά καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η ταυτότητα ήταν πλαστή. Αυτό συνάγεται από το σύνολο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης ως το μόνο λογικό συμπέρασμα. Παρεμβάλλω ότι όσα ανέφερε η κα Ιωάννου στην αγόρευση της για το ότι μπορούσε να κάνει την αίτηση του και χωρίς έγγραφα, αυτό δεν έχει σημασία και εν πάση περιπτώσει δεν ετέθη μαρτυρία από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Αντίθετα εκ της ανώμοτης δήλωσης του προκύπτει ότι ήθελε την ταυτότητα για σκοπούς υποβολής αίτησης. Όμως εν πάση περιπτώσει όπως έχουν τα πράγματα συνάγεται ότι η επιλογή του ήταν να υποβάλει την αίτηση με την παρουσίαση της συγκεκριμένης πλαστής ταυτότητας και σαφώς όταν το έκανε καταλήγω πως είχε πρόθεση να βοηθήσει την κατάσταση του ή διαφορετικά θεωρούσε πως με τον τρόπο αυτό ξεγελούσε τον ΜΚ2 και κατά συνέπεια τις αρμόδιες κρατικές αρχές, παρουσιάζοντας ένα υποτίθεται κανονικό έγγραφο. Άρα ικανοποιούμαι και ότι η εν λόγω κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου έγινε δόλια. Συνεπώς θεωρώ πως η 2η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Ως προς την 3η κατηγορία έχω προβληματιστεί. Έχοντας όμως κατά νου τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό πως η εγγραφή του σαν αλλοδαπού και η εξασφάλιση άδειας παραμονής έγινε συνεπεία της παρουσίασης της πλαστής ταυτότητας, για τα στοιχεία της οποίας παρεμβάλλω δεν υπάρχει καμία μαρτυρία (εκ πρώτης όμως φαίνεται, εάν λάβω υπόψη μου ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ2 εξ' αρχής παρουσιάστηκε κοντά του το συγκεκριμένο πρόσωπο που ευρίσκεται ενώπιον και του Δικαστηρίου, ότι περιέχει τα δικά του στοιχεία) ή και ότι ήταν αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Διότι ο ΜΚ2 δεν συνέδεσε την έγκριση της αίτησης καθ' οιονδήποτε τρόπο με την παρουσίαση από μέρους του κατηγορούμενου της πλαστής ταυτότητας. Ολοκληρώνοντας αναφέρεται ότι έχω μελετήσει όσα ανέφερε γενικότερα στην αγόρευση της η κα Ιωάννου πλην όμως δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα διαφοροποιούσε τα πράγματα ή και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου πιο πάνω εν σχέση με την 2η κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 3 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όμως πέτυχε να το πράξει στην κατηγορία
- Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και 3, κρίνεται όμως ένοχος στην 2η κατηγορία. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις / άρθρα 305, 331, 333, 335, 339 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο