NOSKOV SERGEI κ.α. ν. OLGA VASILYEVA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11635/16, 8/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11635/16
- NOSKOV SERGEI
- NOSKOVA LIUBOV Παραπονούμενοι -εναντίον-
- OLGA VASILYEVA
- ΦΥΣΕΝΤΖΟΥ ΣΑΒΒΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
- ΝΑΤΑΣΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κ. Μ. Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση η κα Ιωάννου) Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ Πρώτης Όψεως) Αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι 13 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση του αρ.280 Κεφ.154, της κλοπής κατά παράβαση του αρ.255 Κεφ.154, της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του αρ.306 Κεφ.154, της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του αρ.309 Κεφ.154, της απάτης κατά παράβαση του αρ.300 Κεφ.154, της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του αρ.305 Κεφ.154 και της απόπειρας απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των αρ. 298 και 366 Κεφ.154, αδικήματα που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο έλαβαν χώρα σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο 25/06/15-17/09/
- Ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η παρούσα υπόθεση, είναι το παράπονο που αμφότεροι οι δύο παραπονούμενοι προβάλλουν, οι οποίοι να σημειωθεί είναι αντρόγυνο, εναντίον των κατηγορουμένων, σε σχέση με την απώλεια περιουσιακών τους στοιχείων και συγκεκριμένα σε σχέση με: Α. Το κατά ½ μερίδιο, διαμέρισμα τους «...που βρίσκεται στον 3ο όροφο της πολυκατοικίας WHITE ARCHES HOLIDAY APART. BLOCK G αρ. θύρας 340 στη Λεωφόρο Αμαθούντος της κοινότητας Άγιος Τύχωνας Λεμεσός αρ. εγγραφής 4/1692 Φ/Σχ. 0/2-211-342 τεμάχιο ΕΠΙ 160..»(εφ' εξής το διαμέρισμα), Β. Το περιεχόμενο ενός χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν εντός του προαναφερόμενου διαμερίσματος ήτοι «...€47.000,- εις μετρητά ένα κλειδί του διαμερίσματος, 2 κλειδιά αυτοκινήτου αρ. εγγραφής LBT473 μάρκας MAZDA 6 SALOON, το πρωτότυπο έγγραφο του ασφαλιστικού συμβολαίου δια το ίδιο αυτοκίνητο εις την ασφαλιστική εταιρεία AIG EUROPE LIMITED το οποίο αυτοκίνητο οι παραπονούμενοι αγόρασαν καινούργιο από την αντιπροσωπεία για το ποσό των €26.000,-, την πρωτότυπη απόδειξη για αγορά από την αντιπροσωπεία του αυτοκινήτου LBT473, 2 τηλεχειριστήρια του γκαράζ που ευρίσκετο εις το ισόγειο της πολυκατοικίας, αποδείξεις πληρωμής των κοινοχρήστων φόρων προς τις αρμόδιες αρχές παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και υδατοπρομήθειας για το διαμέρισμα πρωτότυπα έγγραφα και αποδείξεις που αφορούσαν δοσοληψίες των παραπονουμένων με την κατηγορούμενη 1 εις τη Ρωσία.» και Γ. Το αυτοκίνητο τους με αρ. εγγραφής LBT473 μάρκας MAZDA 6 SALOON (εφ' εξής το αυτοκίνητο) Αν και τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια, οι λεπτομέρειες και το αντικείμενο τους, είναι διαφορετικά. Για σκοπούς εύκολης αντίληψης και κατανόησης των θεμάτων στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση κρίνω ορθό όπως συνοψίσω τις κατηγορίες, με βάση το περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αυτές αφορούν. Α. Διαμέρισμα Αναφορικά με το διαμέρισμα των παραπονουμένων, το κατηγορητήριο αναφέρει ότι:
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μεταξύ 25/06/15-17/09/15 εισήλθαν παράνομα σε αυτό με σκοπό να διαπράξουν ποινικό αδίκημα και να ενοχλήσουν τους παραπονούμενους (1η κατηγορία).
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 «...όλοι μαζί και/ή ο κάθε ένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους συνωμότησαν μεταξύ τους...» και με απάτη (5η κατηγορία) και «εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις» (7η κατηγορία), απέσπασαν μεταξύ 7/8/15 - 2/9/15, από τους παραπονούμενους, το διαμέρισμα και την ιδιοκτησία του.
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μεταξύ 7/8/15-2/9/15, «...όλοι μαζί και/ή ο κάθε ένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους συνωμότησαν μεταξύ τους...» και αποπειράθηκαν να αποσπάσουν το εν λόγω διαμέρισμα με ψευδείς παραστάσεις (6η κατηγορία).
- Ο κατηγορούμενος 2, μεταξύ 7/8/15-2/9/15 αποδέχτηκε το διαμέρισμα ως «κλεπταποδόχος» γνωρίζοντας ότι «τούτο κλάπηκε ή αποκτήθηκε παράνομα από την κατηγορούμενη 1» (3η κατηγορία) και παράνομα κατέχει το εν λόγω διαμέρισμα αφού «υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι είναι κλοπιμαίο» (4η κατηγορία). Β. Αυτοκίνητο Αναφορικά με το αυτοκίνητο των παραπονουμένων, το κατηγορητήριο αναφέρει ότι:
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μεταξύ 25/06/15-17/09/15 το «έκλεψαν» (8η κατηγορία).
- Οι κατηγορούμενοι, 1, 2 και 3 «...όλοι μαζί και/ή ο κάθε ένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους συνωμότησαν μεταξύ τους...» και με απάτη (11η κατηγορία) και «εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις» (13η κατηγορία), απέσπασαν μεταξύ 25/06/15-12/08/15 από τους παραπονούμενους το αυτοκίνητο και την ιδιοκτησία του.
- Οι κατηγορούμενοι, 1, 2 και 3 «...όλοι μαζί και/ή ο κάθε ένας ξεχωριστά και/ή σε συνεργασία μεταξύ τους συνωμότησαν μεταξύ τους...» και αποπειράθηκαν να αποσπάσουν μεταξύ 25/06/15-12/08/15 το εν λόγω αυτοκίνητο με ψευδείς παραστάσεις (12η κατηγορία).
- Η κατηγορούμενη 3 μεταξύ 25/06/15-17/09/15 αποδέχτηκε το αυτοκίνητο ως «κλεπταποδόχος» γνωρίζοντας ότι «τούτο κλάπηκε ή αποκτήθηκε παράνομα από την κατηγορούμενη 1» (9η κατηγορία) και παράνομα κατέχει το εν λόγω αυτοκίνητο αφού «υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι είναι κλοπιμαίο» (10η κατηγορία). Γ. Το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν εντός του διαμερίσματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι μεταξύ 25/06/15-17/09/15 το έκλεψαν (2η κατηγορία) Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς παραπονούμενων ήταν μακροσκελής, ογκωδέστατη και εκτενής όπως εκτενής ήταν και η αντεξέταση που έγινε από την υπεράσπιση. Εκ μέρους των παραπονουμένων, κατέθεσαν εννέα
(9)μάρτυρες ήτοι ο κτηματομεσίτης Σ. Μποσνακίδης (ΜΚ1), ο πρώτος παραπονούμενος (ΜΚ2), οι λειτουργοί του κτηματολογίου Π. Παναγιώτου, Μ. Αταλιώτη και Ε.Μιχαηλίδου (ΜΚ4, ΜΚ7 και ΜΚ8 αντίστοιχα), ο Χ.Δημητρίου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΜΚ3) και οι Σ. Παντελή, Α. Παπαπερικλέους και Ν.Μαρκουλλής, ως άτομα που ασχολούνται με αγοραπωλησίες και εκτιμήσεις αυτοκινήτων (ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ9 αντίστοιχα.). Στο σύνολο τους κατατατέθηκαν επίσης 23 Τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένης και της δικογραφίας της πολιτικής υπόθεσης 3789/15 του Ε.Δ. Λ/σου) Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιστράφηκε γύρω από τις περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης χωρίς ιδιαίτερη αναφορά ως προς την ουσία της, αφού η εμπλοκή του συγκεκριμένου μάρτυρα στα επίμαχα θέματα ήταν περιορισμένη. Η μαρτυρία των λειτουργών του κτηματολογίου αλλά και του λειτουργού του Τ.Ο.Μ., περιστράφηκε γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ιστορικό του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου πριν και κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα καθώς και γύρω από τα διαδικαστικά θέματα που έλαβαν χώρα κατά την κάθε αγοραπωλήσια και μεταβίβαση τόσο του διαμερίσματος όσο και του αυτοκινήτου, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα αντίστοιχα σχετικά κυβερνητικά μητρώα. Η μαρτυρία των ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ9 περιστράφηκε γύρω από την κατάσταση και την αξία του αυτοκινήτου, τόσο κατά την αγορά του όσον και κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν αυτό πλέον, θεωρείτο ως «μεταχειρισμένο». Επί της ουσίας των θεμάτων που προέκυψαν μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορουμένων προσκομίσθηκε η μαρτυρία του 1ου παραπονούμενου (ΜΚ2). Η 2η παραπονούμενη, έστω και είναι μία εκ των «κατηγόρων», δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Η ουσία της εκδοχής των παραπονούμενων, όπως αυτή προβλήθηκε από τον ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του, στα πλαίσια της οποίας ο μάρτυρας ουσιαστικά βασίστηκε στα όσα υπέβαλε ως γραπτή καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στις 21/9/15 (Τεκ.3), είναι συνοπτικά η εξής. Ο ίδιος και η σύζυγός του είναι Ρώσοι πολίτες και την 1η κατηγορούμενη, η οποία είναι επίσης Ρωσίδα, την γνώρισαν το 2006 στη Ρωσία και ανέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις μαζί της. Μετά που αυτή παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 2007, όταν οι παραπονούμενοι επισκέπτονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα την Κύπρο για διακοπές, διέμεναν μαζί της στην κατοικία της στον Άγιο Αθανάσιο, οδός Παρθενώνος
- Μετά πάροδο χρόνου και συγκεκριμένα περί τον Σεπτέμβριο 2012, οι παραπονούμενοι αποφάσισαν να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και αποφάσισαν να αποταθούν για βοήθεια στην 1η κατηγορούμενη, η οποία τους είχε παρουσιαστεί ως καλή γνώστης της αγοράς ακινήτων στην Κύπρο και στην οποία είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω και της φιλίας που τους συνέδεε. Οι παραπονούμενοι αποφάσισαν όπως αγοράσουν το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο ήταν τότε εγγεγραμμένο στο όνομα του υιού της 1ης κατηγορούμενης αλλά τύγχανε διαχείρισης από την τελευταία δυνάμει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, έναντι €250.
- Ως αγοραστής του διαμερίσματος αποφασίστηκε να δηλωθεί η δεύτερη παραπονούμενη οπόταν και σχετικό συμβόλαιο αγοράς ετοιμάστηκε, υπογράφηκε και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο περί τον Οκτώβριο
- Ένεκα του ότι επρόκειτο για αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο από αλλοδαπό, υπεβλήθη μέσω δικηγόρου, στις 5/11/12 σχετική αίτηση για έγκριση στο Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο και ενέκρινε το αίτημα στις 24/1/
- ((βλ. έγγραφο που επισυνάπτεται στο Τεκ.3) Στις 23/1/13, οι παραπονούμενοι ήρθαν στην Κύπρο και αφού η 1η κατηγορούμενη τους παρέδωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος, αυτοί μετέφεραν στο χώρο διάφορα προσωπικά τους αντικείμενα και ξεκίνησαν να διαμένουν εκεί. Κατά την περίοδο 23/1/13 - 30/1/13 που οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στην Κύπρο, εξέφρασαν την επιθυμία όπως το διαμέρισμα μεταβιβαστεί επ'ονόματι και των δύο τους αντί μόνο στην 2η παραπονούμενη. Για το σκοπό αυτό, επισκέφθηκαν το δικηγόρο της 1ης κατηγορούμενης, Πανίκο Ονουφρίου, ο οποίος είχε ήδη εμπλακεί στις αρχικές νομικές διαδικασίες που απαιτούνταν για να ολοκληρωθεί η «πράξη», για να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά που ο ΜΚ2 έκαμε στην Αστυνομία, ως προς το τι έλαβε χώρα στο γραφείο του προαναφερόμενου δικηγόρου (Τεκ.3): «... Επισκεφτήκαμε τον δικηγόρο της OLGA VASILYEVA Κ. Πανίκο Ονουφρίου ο οποίος ετοίμασε κάποια έγγραφα που είχαν σχέση με το διαμέρισμα για να μεταβιβασθεί το διαμέρισμα όχι επ' ονόματι της NOSKOVA LIUBOV αλλά επ' ονόματι και των δύο μας ανά ½ μερίδιο έκαστος όμως ούτε η OLGA VASILYEVA ούτε ο δικηγόρος κ. Πανίκος Ονουφρίου έδωσαν προς εμάς το νέο αγοραπωλητήριο έγγραφο που υπογράψαμε. Εις το γραφείο του δικηγόρου κ. Πανίκου Ονουφρίου στις πιο πάνω επισκέψεις μας υπογράψαμε 2 πληρεξούσια έγγραφα στα αγγλικά και η OLGA VASILYEVA μας είπε το πληρεξούσιο το υπογράφουμε για να μας μεταβιβάσει το διαμέρισμα επ' ονόματι μας ανά ½ μερίδιο έκαστος και εξασφαλίσει και παραλάβει τους τίτλους ιδιοκτησίας του διαμερίσματος από το Κτηματολόγιο και εμείς αφού δεν μιλούσαμε αγγλικά δεν κατανοήσαμε το περιεχόμενο των πληρεξουσίων εγγράφων που ήταν γραμμένο στα αγγλικά αφού εμείς δεν γνωρίζαμε αγγλικά και ούτε μας εξηγήθη ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ήτο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο και αυτά όλα τα πληροφορηθήκαμε στις 22.09.15 όταν οι δικηγόροι μας παρέλαβαν από το Κτηματολόγιο τα διάφορα έγγραφα» (έμφαση δική μου). Πρόσθετα των πιο πάνω, οι παραπονούμενοι, κατόπιν αιτήματος της 1ης κατηγορούμενης, υπέγραψαν και «3 άδειες κόλλες» ο καθένας τους, τις οποίες έδωσαν στην πρώτη, διότι τους ανέφερε ότι «μπορεί να χρειαστεί κάτι για το διαμέρισμα εμείς θα είμαστε στην Ρωσία για να μην ερχόμαστε στην Κύπρο χωρίς λόγο...». Σημειώνω εδώ ότι το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αναφέρει ως ημερομηνία κατάρτισης την 8/2/13 και ως τιμή πώλησης το ποσό των €140.000 και ότι τα πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία είναι γενικής φύσεως, φέρουν ημερομηνία υπογραφής και πιστοποίησης από τον πιστοποιούντα υπάλληλο ενώπιον του οποίου υπογράφτηκαν, την 28/01/
- Πλήρες σετ των εν λόγω εγγράφων, κατατέθηκε με το Τεκμήριο 13, το έντυπο δηλαδή με το οποίο κατατέθηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο την 12/2/13 με αρ. ΠΩΕ 124/13 και το οποίο υλοποιήθηκε με τη Δήλωση Πώλησης που κατατέθηκε στις 30/4/13 με αρ. Π 525/13 (Τεκ. 11). Κατά τη διαδικασία «κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου» στο Κτηματολόγιο στις 12/2/13 (Τεκ.13), τους παραπονούμενους αγοραστές τους εκπροσώπησε η 1η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, ιδιότητα που κατείχε και σε σχέση με τον πωλητή υιό της. Υπό αυτή της την ιδιότητα, η 1η κατηγορούμενη εκπροσώπησε αμφότερους πωλητή και αγοράστες και στις 30/4/13, όταν υποβάλλοντας τη σχετική Δήλωση Πώλησης, δήλωσε ενώπιον της ΜΚ7, ότι το τίμημα πώλησης είχε πλήρως καταβληθεί. Η τελευταία αφού εξέτασε τα έγγραφα και ικανοποιήθηκε από τη δήλωση «εξόφλησης» της 1ης κατηγορούμενης, ενέκρινε την «πράξη». Με την αποπεράτωση όλων των νενομισμένων διαδικασίών στο Κτηματολόγιο, συμπεριλαμβανομένης και της εξασφάλισης στις 24/1/13, νέας έγκρισης από το Υπουργείο Εσωτερικών σε σχέση πλέον και με τους δύο παραπονούμενους, το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των τελευταίων κατά ½ μερίδιο στις 16/5/
- (βλ. Τεκ.11 και μαρτυρία ΜΚ7) Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος, το οποίο να σημειωθεί οι παραπονούμενοι θεωρούσαν ότι ανέρχετο στις €250.000, αυτοί ισχυρίζονται ότι το κατέβαλαν μεταξύ 14/5/13 - 15/5/13, μετά δηλαδή που έγινε η Δήλωση Πώλησης στο Κτηματολόγιο και μία μέρα πριν την ολοκλήρωση των ελέγχων του Κτηματολογίου, μεταφέροντας από το λογαριασμό τους στη Ρωσία στο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο το ποσό των €436.
- Την απόλυτη διαχείριση του λογαριασμού τους στην Κύπρο, οι παραπονούμενοι, την είχαν από προηγουμένως παραχωρήσει στην 1η κατηγορούμενη, με σχετική εξουσιοδότηση που υπέγραψαν και υπέβαλαν στην Ελληνική Τράπεζα στις 24/01/13, ήτοι τέσσερεις μέρες πριν την υπογραφή των προαναφερομένων πληρεξουσίων εγγράφων. (βλ. έγγραφο που επισυνάπτεται στο Τεκ.3) Όταν επομένως αποστάληκε το ποσό των €436.800 στο λογαριασμό των παραπονουμένων, οι τελευταίοι, ενημέρωσαν σχετικά την 1η κατηγορούμενη και της ζήτησαν όπως χρησιμοποιήσει την εξουσιοδότηση της και αποσύρει ολόκληρο το ποσό όπως και έπραξε την επόμενη μέρα στις 15/5/
- Είναι με αυτό τον τρόπο, που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι κατέβαλαν πλήρως στην παραπονούμενη το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι, το επιπρόσθετο ποσό των €186.800 που απεστάλη από τη Ρωσία και εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη 1, αφορούσε «οικονομική βοήθεια» προς αυτή λόγω κάποιων «δυσκολιών» που τους είχε αναφέρει στο παρελθόν ότι αντιμετώπιζε και για τις οποίες ζήτησε τη βοήθεια τους. Ο ΜΚ2 δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι παρόμοια εμβάσματα έγιναν και μεταγενέστερα της 14/5/13 ήτοι στις 23/9/13, 3/4/14 και 3/7/14, συνολικού ύψους περί τις €600.
- Αφαιρουμένου του ποσού των €250.000 που αφορούσε το διαμέρισμα, ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι και το υπόλοιπο ποσό των €350.000 περίπου, που αποστάληκε σταδιακά από τη Ρωσία και για το οποίο ειδοποιήθηκε η 1η κατηγορούμενη να το αποσύρει, αφορούσε σε «οικονομική της βοήθεια». Σύμφωνα με το ΜΚ2, αυτή η «οικονομική βοήθεια» προς την 1η κατηγορούμενη ήταν και ο λόγος που οι παραπονούμενοι είχαν δώσει στην πρώτη, πλήρη εξουσιοδότηση, να διαχειρίζεται όπως αυτή θέλει το λογαριασμό τους. Αντί δηλαδή να της στέλλουν απ' ευθείας χρήματα, τα έστελλαν στο δικό τους λογαριασμό και αυτή, χρησιμοποιώντας το σχετικό πληρεξούσιο που είχε, τα εισέπραττε. Από της παράδοσης των κλειδιών του διαμερίσματος στις 23/1/13 μέχρι και τις 17/9/15, οι παραπονούμενοι, σύμφωνα με τον ΜΚ2, απολάμβαναν, ανενόχλητη κατοχή και χρήση του διαμερίσματος, το οποίο χρησιμοποιούσαν όταν επισκέπτονταν την Κύπρο 2-3 φορές το χρόνο. Το Μάιο 2013, σύμφωνα με τον ΜΚ2, οι παραπονούμενοι αποφάσισαν όπως για τη διακίνηση τους στην Κύπρο, αγοράσουν αυτοκίνητο. Για το σκοπό αυτό, αγόρασαν περί τις 29/5/13, ένα καινούριο αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA 6 SALOON, αξίας €26.000, το οποίο και ενεγράφη επ' ονόματι του ΜΚ2, με αρ. εγγραφής LBT
- (βλ. Τεκ. 20 και μαρτυρία ΜΚ3 και ΜΚ5). Το εν λόγω όχημα, οι παραπονούμενοι όταν έφευγαν από την Κύπρο, το φύλατταν στο γκαράζ του διαμερίσματος, η πόρτα του οποίου άνοιγε και έκλεινε με τηλεχειριστήριο. Οι μόνοι που είχαν τα δύο κλειδιά του αυτοκινήτου και τα δύο τηλεχειριστήρια του γκαράζ, ήταν σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι και τα εν λόγω αντικείμενα, όταν έφευγαν, τα αποθήκευαν στο χρηματοκιβώτιο που υπήρχε εντός του διαμερίσματος. Τον κωδικό του εν λόγω χρηματοκιβωτίου, σύμφωνα με το ΜΚ2, τους τον είχε δώσει η 1η κατηγορούμενη όταν τους παρέδωσε το διαμέρισμα και τον οποίο όμως, ο ΜΚ2 άλλαξε, περί τον Ιούνιο 2015 όταν είχε έρθει στην Κύπρο.. Μετά την τελευταία επίσκεψη των παραπονουμένων στην Κύπρο τον Ιούνιο 2015 και πριν τα επίμαχα γεγονότα, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία ο ΜΚ2, «...ειχαμε τοποθετημένα εις το χρηματοκιβώτιο 2 κλειδιά του αυτοκινήτου 2 κοντρόλ του γκαράζ, ένα σετ κλειδιά του διαμερίσματος και είχαμε €47.000,- σε μετρητά...και περαιτέρω είχαμε τοποθετημένα στο χρηματοκιβώτιο αποδείξεις για την αγορά του αυτοκινήτου και διάφορα προσωπικά έγγραφα». Παρόμοια ήταν και κατά την ακρόαση η θέση του μάρτυρα αναφορικά με το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου, εξαιρουμένης όμως της αναφοράς του ως προς τα μετρητά που υπήρχαν εντός του χρηματοκιβωτίου. Θέση του κατά την ακρόαση ήταν ότι στο χρηματοκιβώτιο υπήρχαν €45.000 (αντί €47.000 που κατήγγειλε στην Αστυνομία) «...που εγώ προσωπικά έκαμα ανάληψη από την κάρτα μου...». Την απόδειξη ανάληψης αυτού του ποσού ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν την έχει διότι ήταν και αυτή μέσα στο χρηματοκιβώτιο μαζί με τα μετρητά. Σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι, μέχρι και τον Ιούνη 2015 που επέστρεψαν στη Ρωσία, ήταν οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες τόσο του διαμερίσματος και του περιεχομένου του όσο και του αυτοκινήτου. Όταν στις 17/9/15, οι παραπονούμενοι ξαναήρθαν στην Κύπρο, μετέβηκαν στο διαμέρισμα τους. Κατά την άφιξη τους εκεί, αν και κατάφεραν να ξεκλειδώσουν την μπροστινή πόρτα, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να εισέλθουν εντός του διαμερίσματος γιατί είχε εγκατασταθεί ακόμη μία κλειδαριά της οποίας όμως δεν είχαν κλειδί. Με ξέροντας τι να κάμουν, τηλεφώνησαν στην 1η κατηγορούμενη όμως αυτή δεν απαντούσε. Όταν στη συνέχεια η 2η παραπονούμενη έστειλε στην 1η κατηγορούμενη μήνυμα να μάθει «τι συμβαίνει», η τελευταία της απάντησε ότι «το διαμέρισμα είναι πωλημένο, το αυτοκίνητο είναι πωλημένο» και τους προειδοποίησε να μην ενοχλήσουν την πόρτα γιατί «θα έχουν πρόβλημα με την αστυνομία». Επικοινώνησαν τότε με το ΜΚ1, τον οποίο γνώριζαν από παλιά και κατόπιν προτροπής του, πήγαν στην Αστυνομία. Εκεί ενημερώθηκαν από τους αστυνομικούς ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα στα οποία είχε πρόσβαση η αστυνομία, το αυτοκίνητο φαινόταν να είχε πουληθεί ενώ ενημερώθηκαν επίσης ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε ένας εκ των αστυνομικών με την 1η κατηγορούμενη, το ίδιο έγινε και με το διαμέρισμα. Τους συμβούλεψαν ακολούθως όπως αποταθούν στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ). Την επόμενη μέρα, 18/9/15, δηλαδή, ημέρα Παρασκευή, ξαναεπισκέφτηκαν την Αστυνομία. Εκεί είχε κληθεί και η 1η κατηγορούμενη, η οποία παρουσιάστηκε με τη συνοδεία δικηγόρου και η οποία έφερε μαζί της τα 2 πληρεξούσια που είχε στην κατοχή της. Αφού ο καθένας τους ανέφερε την εκδοχή του στους αστυνομικούς και υποδείχτηκαν τα έγγραφα που είχαν όλοι φέρει μαζί τους, μετέβηκαν όλοι μαζί, με τη συνοδεία και της αστυνομίας, στο διαμέρισμα. Εκεί, η 1η κατηγορούμενη, λέγοντας τους ότι «εγώ και ο Γιάννης (2ος κατηγορούμενος) βγάλαμε όλα τα πράγματα σας και τα βάλαμε στο γκαράζ», τους παρέδωσε μια σακούλα με διάφορα πράγματα τα οποία όμως, σύμφωνα με το ΜΚ2 ήταν διάφορα άχρηστα αντικείμενα που είχαν μέσα στο διαμέρισμα. Η είσοδος στο διαμέρισμα, δεν τους επετράπηκε. Μετά την προαναφερόμενη συνάντηση τους με την αστυνομία και την 1η κατηγορούμενη, ο ΜΚ1, τους πήρε σε δικηγόρο (το νυν δικηγόρο τους), στον οποίο και εξιστόρησαν τι είχε γίνει. Μέχρι τότε, οι ίδιοι δεν είχαν ιδέα και τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για το τι είχε συμβεί. Τη Δευτέρα, 21/9/15, σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι, ετοίμασαν με το δικηγόρο τους μία «γραπτή κατάθεση» των όσων είχαν λάβει χώρα, στην οποία αναφέρονταν στις δόλιες κατ' εκείνους ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης κατά την υπογραφή των 2 πληρεξουσίων καθώς επίσης και στις μετέπειτα παράνομες ενέργειες της τελευταίας, να χρησιμοποιήσει, εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης τους, τα εν λόγω πληρεξούσια για να μεταβιβάσει το διαμέρισμα στον 2ο κατηγορούμενο καθώς το αυτοκίνητο τους στην 3η κατηγορούμενη. Παράλληλα έδωσαν οδηγίες και ετοιμάστηκε σχετική πολιτική αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων καθώς και αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Εν τω μεταξύ, ο δικηγόρος των παραπονουμένων, με επιστολή του προς το Κτηματολόγιο με ημερομηνία 20/9/15 (Κυριακή), ζήτησε όπως μη επιτραπεί οποιαδήποτε μεταβίβαση του διαμερίσματος «...δια το λόγο ότι (οι παραπονούμενοι) ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και σε περίπτωση που υπέγραψαν τέτοιο πληρεξούσιο εν αγνοία των ή λόγω του ότι παραπλανήθηκαν το ακυρώνουν το αποσύρουν και παρακαλώ όπως μη δεχθείτε οποιοδήποτε πληρεξούσιο με σκοπό την μεταβίβαση του ακινήτου τους και ο λόγος είναι ότι άγνωστοι παρέλαβαν κατοχή του διαμερίσματος και η υπόθεση έχει ήδη καταγγελθεί στο ΤΑΕ Λεμεσού». (έμφαση δική μου) - (βλ. Τεκ.18 και 19). Στις 22/9/15, ο δικηγόρος των παραπονουμένων, προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο, οπόταν και οι παραπονούμενοι διαπίστωσαν ότι η κατηγορούμενη 1, χρησιμοποιώντας τα 2 γενικά πληρεξούσια που είχε εξασφαλίσει στις 28/1/13, αφού ετοίμασε και κατέθεσε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 6/8/15, το οποίο παρουσίαζε τους παραπονούμενους να πωλούν στον 2ο κατηγορούμενο το διαμέρισμα έναντι €140.000, προχώρησε και ζήτησε, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους, όπως, το διαμέρισμα μεταβιβαστεί επ' ονόματι του 2ου κατηγορούμενου, όπως και έγινε στις 2/9/
- (βλ. Τεκ.14, 15 και 17). Σύμφωνα με το ΜΚ2, με τον κατηγορούμενο 2, η 1η κατηγορούμενη φαίνεται να διατηρεί δεσμό εξ' ου και την βοήθησε στις παράνομες ενέργειες της. Ενδεικτικό τούτου, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, είναι ότι ως διεύθυνση και των δύο τους, δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο η διεύθυνση της κατηγορούμενης 1 στον Άγιο Αθανάσιο. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι, προηγουμένως, στις 27/7/15, η 1η κατηγορούμενη προσπάθησε με παρόμοιο τρόπο να «πωλήσει» και μεταβιβάσει το διαμέρισμα στο όνομα της πλην όμως δεν της επετράπη γιατί «...τα πληρεξούσια που της υπογράψαμε δεν προνοούσαν ότι μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εαυτό της...», οπόταν και απέσυρε την όλη διαδικασία. Την αγωγή τους εναντίον των κατηγορουμένων οι παραπονούμενοι την καταχώρησαν με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο 2.1, τρεις μέρες αργότερα ήτοι στις 25/9/15, στο ΕΔ. Λεμεσού, με αρ. 3789/
- Την ίδια ημέρα καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάφορα απαγορευτικά διατάγματα, τα οποία, το πολιτικό δικαστήριο εξέτασε και εξέδωσε μονομερώς. (βλ. Τεκ. 23) Αργότερα την ίδια μέρα, οι παραπονούμενοι μετέβηκαν στο ΤΑΕ Λεμεσού και παράδωσαν την «γραπτή τους καταγγελία» (Τεκ.3). Η εν λόγω καταγγελία φέρει ημερομηνία 21/9/15 και σφραγίδα παραλαβής από το ΤΑΕ Λεμεσού ημερομηνίας 25/9/
- Μέχρι εκείνη τη μέρα, οι παραπονούμενοι δεν γνώριζαν οτιδήποτε αναφορικά με το πως το αυτοκίνητο τους περιήλθε στην ιδιοκτησία της 3ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την καταγγελία τους, τα αδικήματα που θεωρούν ότι διαπράχθηκαν εις βάρος τους από όλους τους εμπλεκόμενους είναι τα αδικήματα «...της κλοπής, της κλοπής υπό αντιπροσώπου, της απόκρυψης εγγράφων, του αποχωρισμού πράγματος με σκοπό την κλοπή, το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της απάτης, της συνομωσίας για καταδολίευση, της απάτης κατά την πώληση περιουσίας, την εξασφάλιση της εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, της κλεπταποδοχής και παράνομης κατοχής περιουσίας, της δόλιας διάθεσης περιουσίας, του καταρτισμού πλαστού εγγράφου με πρόθεση καταδολίευσης, της κυκλοφορίας πληρεξουσίων εγγράφων που δεν είχαν ισχύ, της απόπειρας διάπραξης αδικήματος και της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος...» Στα πλαίσια της διαδικασίας εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης τους στην αγωγή 3789/15, από τα όσα οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν, οι παραπονούμενοι έμαθαν ότι η 1η κατηγορούμενη, μέσω του 2ου κατηγορούμενου, είχε διαφημίσει προς πώληση το αυτοκίνητο τους για €10.000, διαφήμιση στην οποία εκδήλωσε ενδιαφέρον ο σύζυγος της 3ης κατηγορούμενης. Μετά και που ο τελευταίος συναντήθηκε με τους πρώτους και που του παρουσιάστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η 1η κατηγορούμενη φαινόταν να είναι γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των παραπονουμένων και να δικαιούτο να προχωρήσει με την πώληση, ο σύζυγος της 3ης κατηγορούμενης, συμφώνησε να αγοράσει το αυτοκίνητο, για τη γυναίκα του, την 3η κατηγορούμενη, έναντι €10.
- Μέχρι και την ημέρα που έδωσε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο ΜΚ3, ήτοι στις 2/2/17, οι παραπονούμενοι δεν γνώριζαν πότε και πώς ακριβώς είναι που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε το αυτοκίνητο επ' ονόματι της κατηγορούμενης
- Κατά την ακρόαση, ο ΜΚ3 κατέθεσε το σχετικό έντυπο μεταβίβασης του ΤΟΜ σύμφωνα με το οποίο το αυτοκίνητο ενεγράφη επ' ονόματι της κατηγορούμενης 3 στις 12/8/15 και ότι εκ μέρους του πωλητη, το σχετικό έντυπο, υπέγραψε η 1η κατηγορούμενη ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος δυνάμει του σχετικού πληρεξουσίου ημερ. 28/1/
- (Τεκ. 7) Την κατηγορούμενη 3, οι παραπονούμενοι την θεωρούν επίσης υπόλογη για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που της καταλογίζουν με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης διότι το αυτοκίνητο το αγόρασε σε τόσο έκδηλα χαμηλή τιμή που θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι ήταν κλοπιμαίο. Σύμφωνα με τους παραπονούμενους η αγοραία αξία ενός παρόμοιου μεταχειρισμένου οχήματος στην κατάσταση που ήταν το δικό τους κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησης του στην κατηγορούμενη 3, ανέρχετο περί τις €17000-€17100 (βλ. μαρτυρία ΜΚ5 και ΜΚ9). Ο λόγος που σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι προχώρησαν, πέραν της αγωγής τους και καταχώρησαν και την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, ένα περίπου χρόνο μετά ήτοι στις 2 Ιουνίου 2016, είναι διότι οι Αστυνομικές αρχές επέδειξαν αδράνεια στη διερεύνηση του παραπόνου τους και μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΚ2 (29/11/16 και 7/12/16), καμία ενέργεια έγινε από μέρους της Αστυνομίας. Μη έχοντας άλλη επιλογή και εφόσον επιθυμούν την τιμωρία των κατηγορουμένων οι παραπονούμενοι καταχώρησαν από μόνοι τους ποινική δίωξη. Όσον αφορά την αγωγή των παραπονουμένων, η Έκθεση Απαίτησης τους καταχωρήθηκε στις 21/10/15 και ακολούθησαν τα υπόλοιπα δικόγραφα. Σήμερα, η εν λόγω αγωγή, ακόμη εκκρεμεί (βλ. Τεκ.23). Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, η εκδοχή των παραπονουμένων, αν και εκτενής, στην ουσία της ήταν απλή. Αγόρασαν ένα διαμέρισμα και ένα αυτοκίνητο με τη βοήθεια της 1ης κατηγορούμενης. Η τελευταία τους ζήτησε να της υπογράψουν από ένα πληρεξούσιο για να μπορεί να τους μεταβιβάσει το διαμέρισμα εφόσον αυτοί θα απουσίαζαν από την Κύπρο και αυτοί το έπραξαν θεωρώντας ότι επρόκειτο ουσιαστικά για πληρεξούσια για τον ειδικό αυτό σκοπό. Αν και τόσο το διαμέρισμα όσο και το αυτοκίνητο ενεγράφηκαν επ' ονόματι τους, εντούτοις, μια μέρα βρέθηκαν, χωρίς να το γνωρίζουν, να μην έχουν ούτε διαμέρισμα ούτε αυτοκίνητο. Όπως διεφάνη στην πορεία, αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τους τα «αποστέρησε» η 1η κατηγορούμενη με τη βοήθεια του 2ου κατηγορούμενου και την εμπλοκή της 3ης κατηγορούμενης, χρησιμοποιώντας τα δύο πληρεξούσια που της υπέγραψαν το 2013 και τα οποία αποδείχτηκαν τελικά να ήταν γενικά πληρεξούσια κάτι το οποίο ξεγελάστηκαν να κάμουν και ουδέποτε το γνώριζαν. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 όμως, ανέκυψε μία άλλη διάσταση στην όλη υπόθεση Παραπονούμενοι και 1η κατηγορούμενη όντως γνωρίζονταν από παλιά. Οι σχέσεις τους όμως δεν περιορίζονταν σε απλή φιλία αλλά επεκτείνονταν και σε «αμοιβαία συνεργασία» στην διαχείριση της περιουσίας της 1ης κατηγορούμενης στη Ρωσία, αξίας περί τα 33.500.000 ρωσικά ρούβλια - €820.000 με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την 14/5/13, που οι παραπονούμενοι έκαμαν το προαναφερόμενο έμβασμα στον κυπριακό λογαριασμό τους. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του επί αυτού του θέματος ο ΜΚ2 προέκυψαν τα εξής τα οποία ο ΜΚ2 δέχτηκε ότι ευσταθούν. Η 1η κατηγορούμενη είχε χορηγήσει γενικό πληρεξούσιο προς όφελος της 2ης παραπονούμενης για να διαχειριστεί και να πωλήσει την περιουσία της στη Ρωσία διότι η ίδια, για νομικούς λόγους δεν μπορούσε να μεταβεί στη Ρωσία και να προβεί προσωπικά στην εν λόγω πώληση. Η περιουσία πωλήθηκε λίγο καιρό πριν τις 14/5/13 και το προαναφερόμενο ποσό που εισπράχτηκε έπρεπε να δοθεί στην 1η κατηγορούμενη, κάτι το οποίο ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε ότι, η σύζυγος του, 2η παραπονούμενη, το έπραξε πλήρως σύμφωνα και με την ανάλογη διαδικασία που προνοείται από το Ρωσικό δίκαιο. Η 1η κατηγορούμενη, καταχώρησε αγωγή εναντίον της συζύγου του στη Ρωσία περί τον Ιούνη 2016, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία, από τις €820.000 που εισέπραξε προς όφελος της από την πώληση της περιουσίας της, μόνο, €436.800 της έστειλε και οι οποίες λήφθηκαν στις 14/5/13 -15/5/13 όταν έγινε το σχετικό έμβασμα. (βλ. Τ.5). Το Ρωσικό Δικαστήριο, αφού άκουσε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, εξέδωσε απόφαση στην εν λόγω αγωγή στις 18/10/16, με την οποία έκρινε ότι η 2η παραπονούμενη, δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι κατέβαλε στη 1η κατηγορούμενη όλο το ποσό των 33.5 εκ. ρουβλιών που εισέπραξε εκ μέρους της και επομένως θα έπρεπε να της καταβάλει ακόμη 13.7000.000 ρούβλια πλέον 3.500.000 ρούβλια περίπου ως τόκους και έξοδα, σύνολο περί τα 17.260.000 ρούβλια (€250.000-€260.000). Ακολούθως, το Ρωσικό Δικαστήριο εξέδωσε ανάλογη απόφαση για την οποία η σύζυγος του έχει ξεκινήσει διαδικασίες έφεσης της. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι οι αναφορές του Ρωσικού Δικαστηρίου σε €436.800 που στάληκαν στις 14/5/13 και σε €47.000 που εισπράχθηκαν από το λογαριασμό του από την παραπονούμενη, αφορούσαν επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν από τη σύζυγο του στη Ρωσία σε σχέση με την πώληση της περιουσίας της 1ης κατηγορούμενης. Ο Μκ2 επίσης, επικαλέστηκε άγνοια ως προς τη θέση που του υπεβλήθη ότι η 1η κατηγορούμενη, το καλοκαίρι 2015, ενημέρωσε τη σύζυγο του ότι επροτίθετο να μεταβιβάσει επ' ονόματι της το διαμέρισμα και το αυτοκίνητο τους ούτως ώστε να εξοφληθεί το προαναφερόμενο χρέος των 17.260.000 ρούβλιων (€250.000-€260.000) και ότι η τελευταία της απάντησε ότι μπορούσε να κάμει ότι έκρινε ορθό. Τέλος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι βέβαιος, ότι η 1η κατηγορούμενη έφερε «ειδικό» για να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο και ότι στο διαμέρισμα, μένει πλέον αυτή μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο, σύμφωνα και με τα όσα του ανέφεραν οι γείτονες. Ισχυρίστηκε δε ότι, η 1η κατηγορούμενη, αν θεωρούσε ότι της οφείλονταν λεφτά, θα έπρεπε να αποταθεί σε δικαστήριο και όχι να μπει παράνομα στο σπίτι τους και να τους «κλέψει» την περιουσία τους. Πρόσθετα των πιο πάνω, κατά τη μαρτυρία του ΜΚ4, λειτουργού του Κτηματολογίου, προέκυψε επίσης ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο αναφορικά με το όλο ιστορικό της υπόθεσης. Μετά την καταγγελία των παραπονουμένων στην Αστυνομία στις 25/9/15, οι αρχές, αντίθετα με το τι θεωρούσε ο ΜΚ2, δεν φαίνεται να έμειναν αδρανείς. Αντίθετα, προχώρησαν σε διερεύνηση του όλου θέματος, με την εν λόγω έρευνα μάλιστα να συνεχίζει και εκκρεμούσης της ακρόασης της υπόθεσης. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14 και 16, η αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ Αστυνομίας και Κτηματολογίου περί τον Σεπτέμβριο 2016, με την οποία οι πρώτοι, στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, ζητούσε από τους τελευταίους να τους εφοδιάσουν με όλα τα σχετικά με την καταγγελία των παραπονουμένων έγγραφα κάτι το οποίο οι τελευταίοι έπραξαν εντός ημερών. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο συνήγορος των κατηγορουμένων, μετά που άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης, οι πελάτες του ειδοποιήθηκαν από την αστυνομία όπως προσέλθουν σε αστυνομικό σταθμό για να τους ληφθεί κατάθεση οπόταν και αυτός ενημέρωσε τις αρχές ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει ένεκα του ότι έχει ήδη καταχωρηθεί ποινική δίωξη απ' ευθείας από τους ίδιους τους παραπονούμενους η οποία και εκδικάζεται. Από τα όσα ανέφερε ο συνήγορος, μετά από αυτή την ενημέρωση, οι έρευνες της Αστυνομίας φαίνεται να έχουν ανασταλεί προσωρινά ή τουλάχιστο περιοριστεί. Μετά το πέρας της υπόθεσης των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε προφορικά εισήγηση ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του σε καμιά κατηγορία. Πέραν της θέσης ότι η μαρτυρία των παραπονουμένων, απέτυχε να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, αντικείμενο του κατηγορητηρίου, ο συνήγορος υποστήριξε ότι η όλη υπόθεση των παραπονουμένων πάσχει ένεκα του ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια καθαρά αστικής φύσεως διαφορά που έγκειται στην νομιμότητα ή μη 2 πληρεξουσίων εγγράφων που αντηλλάγηκαν στα πλαίσια μιας αστικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Υποστήριξε ο συνήγορος ότι, εφόσον η όλη εκδοχή των παραπονουμένων εδράζεται σε ενέργειες που έγιναν στη βάση πληρεξουσίων εγγράφων, τα οποία δεν έχουν κριθεί να είναι άκυρα ή προϊόν δόλου ή απάτης, ως ισχυρίστηκαν οι παραπονούμενοι και καμιά κατηγορία προσάπτεται εναντίον των πελατών του περί αυτού του ισχυρισμού, η όλη υπόθεση απομένει πλέον να είναι μια καθαρά αστική διαφορά που θα πρέπει να επιλυθεί στο πολιτικό Δικαστήριο όπου έχει ήδη οδηγηθεί. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων, με την γραπτή αγόρευση που κατέθεσε, απέρριψε την εισήγηση στην ολότητα της και υποστήριξε ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Υποστήριξε περαιτέρω ο συνήγορος ότι, θέση των πελατών του είναι ότι τα πληρεξούσια που υπέγραψαν εξασφαλίστηκαν με δόλιο τρόπο και ότι σε κάθε περίπτωση, η 1η κατηγορούμενη όφειλε ως τέτοιος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος να συμμορφωθεί με το καθήκο εμπιστοσύνης και υπευθυνότητας που είχε απέναντι στους παραπονούμενους και να μην ενεργήσει κατά τρόπο αντίθετο με τις οδηγίες και τις εντολές τους. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, το πλήρες κείμενο των οποίω είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
- Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υπεβλήθη και έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο παρατηρώ τα εξής.
- ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 3 Η εν λόγω κατηγορούμενη αντιμετωπίζει από μόνη της τις κατηγορίες της κλεπταποδοχής - αρ.306(β)[1] - (9η κατηγορία) και την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας - αρ.309[2] - (10η κατηγορία). Αντιμετωπίζει επίσης από κοινού με τους κατηγορούμενους 1 και 2 τις κατηγορίες της απάτης - αρ.300 - (11η κατηγορία), της απόπειρας εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις - 298
(2)- (12η κατηγορία) και της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις - αρ. 305 - (13η κατηγορία). Η πρώτη ομάδα αδικημάτων, τα οποία η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει από μόνη της, έτυχαν εκτενούς ανάλυσης στην υπόθεση, ALEXANDROS TOFI KAMILARIS AND ANOTHER ν. THE POLICE (V18) 1 CLR 78 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην μεταγενέστερη υπόθεση IOANNIS KYPRIANOU ν. THE POLICE,
(1976)2 Α.Α.Δ. 75. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, για να αποδειχτεί το αδίκημα του αρ.309 (πρώην αρ.297) «...θα πρέπει να καταδειχθεί μια υποψία, μια εύλογη υποψία, ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία και αυτή η υποψία θα πρέπει να δημιουργηθεί από κάποιον κατά το χρόνο που αυτή η περιουσία βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του κατηγορούμενου» (ελεύθερη μετάφραση). Εάν τέτοια «υποψία» καταδειχθεί, ο κατηγορούμενος δύναται να αθωωθεί αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτός απέκτησε την περιουσία κατά νόμιμο τρόπο. Στην παρούσα υπόθεση, η μόνη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς παραπονουμένων σε σχέση με την εμπλοκή της κατηγορούμενης 3, είναι ότι η κατηγορούμενη ενεγράφη ως ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου στις 12/8/15, ακολουθώντας τη νενομισμένη διαδικασία ενώπιον του ΤΟΜ και αφού η αρμόδια αρχή ικανοποιήθηκε ως προς την ορθότητα και νομιμότητα της μεταβίβασης (βλ. μαρτυρία ΜΚ3). Η μόνη άλλη μαρτυρία που προσκόμισαν οι παραπονούμενοι, είναι τα όσα η ίδια η κατηγορούμενη 3 ανέφερε στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής ήτοι ότι το αυτοκίνητο το διαπραγματεύτηκε και το αγόρασε ο σύζυγος της, ο οποίος, ανταποκρίθηκε σε «διαφήμιση» της κατηγορούμενης 1, η οποία του παρουσιάστηκε ως νόμιμα και νομότυπα διορισμένη πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη. Για την ιδιότητα αυτή της κατηγορούμενης 1, ικανοποιήθηκαν με την προσκόμιση του σχετικού πληρεξουσίου και ο σύζυγος της κατηγορούμενης 3 και η ίδια αλλά και οι υπόλοιποι ανεξάρτητοι εμπλεκόμενοι όπως ο λειτουργός του ΤΟΜ καθώς και ο πιστοποιών υπάλληλος που πιστοποίησε αμφότερες της υπογραφές. Μάλιστα δε, χωρίς την ικανοποίηση των τελευταίων δύο, η μεταβίβαση δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα ποτέ. Καμία επομένως βάση υπάρχει, επί της οποίας θα δικαιολογείτο η κλήση της κατηγορούμενης 3 να προβάλει την υπεράσπιση της σε σχέση με αυτό το αδίκημα, ενώ η μαρτυρία που προσκομίστηκε, αντικειμενικά κρινόμενη, ουδόλως καταδεικνύει οτιδήποτε το μεμπτό από μέρους της. Το να κληθεί επομένως η κατηγορούμενη 3 απλά για να υιοθετήσει και επαναλάβει τα όσα ήδη λέχθηκαν και τα οποία ούτως η άλλως δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν τη καταδίκη της, θα ήταν όχι μόνο άσκοπο και ανούσιο αλλά θα ήταν και αντίθετο με τις νομικές αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται σε αυτό το στάδιο. Η κατηγορούμενη επομένως θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από αυτό το στάδιο σε σχέση με τη 10η κατηγορία. Τα πιο πάνω όμως ισχύουν και σε σχέση με την 9η κατηγορία αυτή της κλεπταποδοχής. Μπορεί η τιμή στην οποία αγοράζεται περιουσία να συνιστά μαρτυρία, που σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, να δύναται να οδηγήσει σε συμπεράσματα περί γνώσης του κατηγορούμενου ως προς το ύποπτο της προέλευσης της περιουσίας όμως δεν είναι απομονωμένα που αντικρίζεται μια τέτοια μαρτυρία. (βλ. Ττουλιάς ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258 και IOANNIS KYPRIANOU ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, πρόσθετα των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω αναφορικά με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί σε σχέση με το πως περιήλθε στην ιδιοκτησία της κατηγορούμενης 3 το αυτοκίνητο, ούτε η τιμή των €10.000 στην οποία αυτό πωλήθηκε, αντικειμενικά πάντα κρινόμενη, μπορεί να δικαιολογήσει κλήση της εν λόγω κατηγορούμενης να προβάλει την υπεράσπιση της. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, μια ενδεικτική τιμή που θα αναλογούσε στην αξία του αυτοκινήτου, θεωρητικά όμως πάντα εφόσον ουδείς εκ των εμπειρογνωμόνων των παραπονουμένων, είδε ή επιθεώρησε το αυτοκίνητο, είναι αυτή των €17.000. Εξ' άλλου, η τιμή των €10.000 στην οποία πωλήθηκε το αυτοκίνητο, χαρακτηρίστηκε από τους ΜΚ5 και ΜΚ9 απλά ως «μια καλή ευκαιρία». Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η κλήση της κατηγορούμενης 3 στην κατηγορία της κλεπταποδοχής δεν δικαιολογείται για ακόμη ένα λόγο. Αυτό που καταλογίζουν στην κατηγορούμενη 3 οι λεπτομέρειες της 9ης κατηγορίας είναι ότι αυτή γνώριζε ότι το αυτοκίνητο «κλάπηκε ή αποκτήθηκε παράνομα» Το αδίκημα της κλεπταποδοχής όμως, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο «αποκτήθηκε» η περιουσία, χωρίζεται στο Νόμο, σε πλημμέλημα και κακούργημα με διαφορετικές προβλεπόμενες ποινές για το καθένα. Ο διαχωρισμός αυτός, πέραν της ρητής αναφοράς στο νόμο σε πλημμέλημα ή κακούργημα, προκύπτει και από τα ίδια τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήτοι από το κατά πόσο η επίμαχη περιουσία είναι «κλοπιμαία» ή «αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα» (βλ. επίσης Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed παρ. 2089 - «Stolen or obtained under circumstances amounting to felony or misdemeanour». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος, όταν περιουσία αποκτήθηκε κάτω από συνθήκες που συνιστούν είτε πλημμέλημα είτε κακούργημα, δεν χρειάζεται όπως στις λεπτομέρειες αδικήματος, συγκεκριμενοποιηθεί το πλημμέλημα ή κακούργημα. Θα πρέπει όμως να συγκεκριμενοποιείται στην κατηγορία, κατά πόσο αυτή αφορά σε περιουσία που αποκτήθηκε συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος ένεκα και της διαφορετικής σοβαρότητας του αδικήματος αλλά και του οποιουδήποτε δικαιοδοτικού θέματος δυνατό να προκύπτει. Καταλήγουν επομένως οι έγκριτοι συγγραφείς, με αναφορά στην υπόθεση DPP v Nieser [1959] 1 QB 254, ότι όχι μόνο δεν είναι αρκετό στην κατηγορία να αναφέρεται απλά ότι η περιουσία «αποκτήθηκε παράνομα» αλλά και ότι είναι ανεπίτρεπτο στην ίδια κατηγορία να γίνεται αναφορά και σε πλημμέλημα και σε κακούργημα. Μάλιστα δε, σε μια τέτοια περίπτωση, όπου δηλαδή γίνεται ισχυρισμός για περιουσία αποκτηθείσα συνεπεία πλημμελήματος ενώ πρόκειται για κακούργημα ή αντίστροφα, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. (βλ. επίσης παρ. 2098). Στην υπό κρίση κατηγορία, γίνεται αναφορά σε «κλαπείσα» περιουσία, προερχόμενη δηλαδή από κακούργημα[3] και ταυτόχρονα σε περιουσία που «αποκτήθηκε παράνομα». Πέραν του ότι αυτή η διττή και γενική αναφορά στις λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται σε σχέση με το αδίκημα της κλεπταποδοχής, το ότι οι άλλες τρεις κατηγορίες που αφορούν το πώς είναι, κατά τους παραπονούμενους, που αποκτήθηκε εξ' αρχής το αυτοκίνητο, αφορούν σε κακουργήματα (απάτη και απόπειρα απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις) αλλά ταυτόχρονα και σε πλημμέλημα (εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις[4], σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης εναντίον της 3ης κατηγορούμενης σε σχέση με ΄την 9η κατηγορία από αυτό το στάδιο. Όσον αφορά τις άλλες τρεις κατηγορίες που η κατηγορούμενη 3 αντιμετωπίζει από κοινού με τους κατηγορούμενους 1 και 2 (11η, 12η, και 13η κατηγορία), πέραν των όσων θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος, θεωρώ ότι ούτε για τον εξής λόγο δικαιολογείται η κλήση της 3ης κατηγορούμενης. Οι λεπτομέρειες αδικήματος όλων των εν λόγω κατηγοριών αποδίδουν στην κατηγορούμενη 3 «συνομωσία» με τους κατηγορούμενους 1 και 2 να διαπράξουν το αντίστοιχο αδίκημα. Παρά το ότι στην Έκθεση Αδικήματος της κάθε κατηγορίας δεν υπάρχει καμία πρόνοια που να παραπέμπει σε συνομωσία, ούτε η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη έχει καταδείξει κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδειξη της «συνομωσίας» τελεί υπό την άμεση προϋπόθεση απόδειξης «συμφωνίας» μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Αν και η απόδειξη αυτής της συμφωνίας είναι από μόνη της αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν αρκεί. Το αν εν τέλει οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο, εφόσον κατέληξαν σε συμφωνία. Το mens rea της συνομωσίας βέβαια δεν είναι άλλο από την πρόθεση του προσώπου που συνάπτει τη συμφωνία, να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη συμφωνηθείσα «δράση», για την προώθηση του προτιθέμενου και συμφωνημένου αξιόποινου σκοπού. Για τα πιο πάνω σχετικές είναι οι Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL καθώς και Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-
- Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Όπως ανέφερα, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, της προσκομισθείσας μαρτυρίας αντικειμενικά πάντα κρινόμενης, που να παραπέμπει σε σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ της κατηγορουμένης 3 και των υπόλοιπων κατηγορουμένων για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, που τους καταλογίζονται στις υπό εξέταση κατηγορίες και δη συνομωσίας εναντίον των παραπονουμένων. Όπως ανέφερα πιο πάνω η προσκομισθείσα μαρτυρία φέρει την κατηγορούμενη 3 να είναι ένα εντελώς άγνωστο και άσχετο πρόσωπο στην όλη υπόθεση, με την μόνη εμπλοκή της να είναι η εγγραφή του αυτοκινήτου στο όνομα της μετά που ο σύζυγος της αποφάσισε να της το αγοράσει. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται συμφωνία μεταξύ της και των λοιπών κατηγορουμένων για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Έπεται επομένως και για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω ότι ούτε και για τις υπό εξέταση κατηγορίες έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 3ης κατηγορούμενης η οποία θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από αυτές σε αυτό το στάδιο.
- ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ 1 ΚΑΙ 2 Η υπόθεση των παραπονουμένων εναντίον των εν λόγω κατηγορουμένων, εδράζεται ουσιαστικά στα αδικήματα της κλοπής του αρ.255, της απάτης του αρ.300, της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις του αρ. 305 και της απόπειρας απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των αρ. 298
(2)και 366. Αφήνω προς το παρόν κατά μέρος ότι, με τη συμπερίληψη των εν λόγω αδικημάτων, στο ίδιο κατηγορητήριο, αυτό που καταλογίζεται ουσιαστικά στους κατηγορούμενους, είναι ότι «πέτυχαν» να «αποκτήσουν» ή «αποσπάσουν» την περιουσία των παραπονουμένων (5η, 7η, 8η, 11η, 13η κατηγορία) και ταυτόχρονα, ότι «απέτυχαν» να το καταφέρουν τούτο, έστω και αν προσπάθησαν (6η και 12η κατηγορία). Με το θέμα αυτό θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Πουτζιουρής άλλος ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 309 και Έλληνας ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 με αναφορά στην Charalambos Soteriou (Pambos) v. Republic
(1962)CLR 188, ο δικός μας Ποινικός Κώδικας, πηγάζει από το περί Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Διάταγμα του Ανακτοσυμβουλίου, που εκδόθηκε το 1928 για να εφαρμοστεί στην τότε αποικία της Κύπρου σε αντικατάσταση του Οθωμανικού Ποινικού Κώδικα που ίσχυε μέχρι τότε και βασίζεται στο αρχέτυπο της νομοθεσίας που καταρτίστηκε από το νομικό τμήμα του Υπουργείου Αποικιών και εφαρμόστηκε στις χώρες της Ανατολικής Αφρικής που ήταν κάτω από την Αγγλική κυριαρχία και στις οποίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα. Υπάρχουν επομένως αδικήματα στο Κεφ.154 τα οποία ενώ δεν απαντώνται στο αγγλικό κοινοδίκαιο ή στην τότε σε ισχύ αγγλική νομοθεσία, απαντώνται, πανομοιότυπα όμως, στους Ποινικούς Κώδικες της Κένυας, της Νιγηρίας, της Ζάμπια, των Σεϋχελλών κ.λ.π. Ένα παράδειγμα ενός τέτοιου αδικήματος είναι το «αδίκημα της πρόκλησης εκτέλεσης ή υπογραφής εγγράφου με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόμενο ή την ισχύ του εγγράφου» του αρ.341 Κεφ.154, το οποίο δεν απαντάται πουθενά στην αγγλική Νομοθεσία ή στο αγγλικό κοινοδίκαιο, με τα μόνα εκεί «παρόμοια» αδικήματα να είναι το αδίκημα της «εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις - Procuring execution of valuable security by deception, πρώην s.32
(2)Larceny Act 1916 και νυν s.20
(2)Theft Act 1968» και το αδίκημα της «αποκόμισης υπηρεσιών ή όφελους ή απαλλαγής από ευθύνη ή χρέος, με απάτη - Obtaining services/benefit or remission/exemption from liability to make payment by deception, πρώην s.1 και 2 του Theft Act 1978 και νυν s.1 Fraud Act 2006». Σε μεγάλο βαθμό όμως, οι αρχές του κοινοδικαίου και τα συναφή ποινικά αδικήματα που ίσχυαν κατά τον τότε καιρό στην Αγγλία, έχουν κωδικοποιηθεί και ενσωματωθεί στο Κεφ.
- Όπως όμως έχει καταδείξει η κυπριακή νομολογία, αρκετά από αυτά τα αδικήματα, αν και έχουν ως βάση την αγγλική έννομη τάξη, εντούτοις πολλές φορές διαφέρουν τόσο ως προς την ουσία τους όσο και ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Τέτοια αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα είναι τα αδικήματα της κλοπής, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων τα οποία, αν και έχουν ως βάση το τότε σε ισχύ αγγλικό Larceny Act 1916 και τις μέχρι τότε εφαρμοστέες αρχές του κοινοδικαίου, το εν λόγω νομοθέτημα και αρχές, δεν αποτυπώθηκαν στην ολότητα τους και αυτούσια στο Κεφ.
- (βλ. Charalambos Soteriou (Pambos) v. Republic
(1962)CLR 188, Platritis v. Police
(1967)2 C.L.R. 174, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και cf. Zissimides v. Republic
(1978)2. C.L.R. 382). Ομοίως, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που έλαβαν χώρα στην Αγγλία με το Theft Act 1968, δεν επεκτάθηκαν στο κυπριακό ποινικό δίκαιο το οποίο εξακολουθεί να περιέχει τα αδικήματα ως αυτά ίσχυαν κατά το 1928 που θεσπίστηκε το Κεφ.154 υπό τις διαφορές που επεσήμανε η κυπριακή νομολογία (βλ Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Azinas και Χαραλάμπους ανωτέρω). Ως αποτέλεσμα, διάφορες έννοιες και αρχές που ίσχυαν στην Αγγλία κατά το 1928 σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα και οι οποίες αποδείχτηκαν από τη μεταγενέστερη αγγλική νομολογία και νομικούς θεσμούς ως «προβληματικές» και ως τέτοιες «επιχειρήθηκαν να επιλυθούν»΄με το Theft Act 1968 (βλ. Eighth Report of the Criminal Law Revision Committee, Theft and Related Offences (Cmnd 2977
(1966)και Zissimides ανωτέρω), στην Κύπρο, παρέμειναν οι ίδιες και εξακολουθούν να ισχύουν και να συνιστούν την κυπριακή έννομη τάξη. Χρήσιμη επομένως καθοδήγηση ως προς το πως θα πρέπει να προσεγγίζονται τα εν λόγω αδικήματα για σκοπούς του Κεφ.154 μπορεί να αντληθεί από νομικά συγγράμματα προ-1968, όπως το σύγγραμμα Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed, αναφορά στο οποίο κάμνω πιο κάτω. Α) Η κλοπή του αρ.255 και τα συναφή αδικήματα σχετίζονται, ως αναφέρεται και στον ορισμό του αδικήματος, με την λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (βλ. Ανδρονίκου ανωτέρω). Στην Αγγλία, ο όρος «appropriation» που εισήχθη με το Theft Act 1968, καθιστά άνευ σημασίας πλέον αν είχε εξασφαλισθεί η συγκατάθεση ή μη του ιδιοκτήτη (βλ. R v Gomez - [1993] 1 All ER 1 απόφαση πλειοψηφίας). Β) Το στοιχείο «της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη» συνιστούσε στην Αγγλία, μέχρι το 1968, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ των αδικημάτων της κλοπής και των αδικημάτων εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις ή απάτη, εφόσον στην πρώτη περίπτωση απαιτείτο η απουσία συγκατάθεσης ενώ στη δεύτερη, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να πειστεί (induced) ο ιδιοκτήτης, να αποχωριστεί της περιουσίας του (βλ. Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861. Βεβαίως, το αρ.255
(2)καθιστά ως κλοπή και την απόκτηση κατοχής με «τέχνασμα» ήτοι το αγγλικό αδίκημα του «larceny by trick» (βλ. Αrchbold παρ.1483). Αυτό εξυπακούει την απόκτηση κατοχής από τον ιδιοκτήτη συνεπεία «εξαπάτησης του» και παραπέμπει επομένως σε απόκτηση της συγκατάθεσης του. Όπως όμως αναφέρεται στον Archbold παρ. 1483 και επισημαίνεται από Law Commission στο Eighth Report ανωτέρω, σε αυτή την περίπτωση, ο ιδιοκτήτης του «πράγματος» δεν συγκατατίθεται στην ολοκληρωτική αποχώριση της περιουσίας του αλλά μόνο στην προσωρινή παράδοση της κατοχής της, εξ' ου και δύναται να διαπραχθεί το αδίκημα της κλοπής δια τεχνάσματος. Όπως επίσης χαρακτηριστικά αναφέρει ο Lord Lowry στην ιστορική νομική αναδρομή που κάνει στη δική του απόφαση στην Gomez ανωτέρω: «...Under the old law they could not have been found guilty of larceny, because the seller agreed to transfer the property in the goods to Ballay, and the fact that the seller's agreement was obtained by a fraud does not affect that conclusion. Indeed, if the seller's consent could have been vitiated in that way, Parliament would never have needed to create the statutory offence of obtaining by false pretences. ... In the case of larceny by a trick, as I explained earlier, the owner consents to hand over possession but he does not consent to transfer ownership of his property, unlike the victim of what was formerly known as false pretences, who does indeed consent to transfer his ownership. Γ) Το πρόβλημα όμως που προέκυψε με την πάροδο του χρόνου ήταν ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου ήταν δύσκολο να διαχωριστεί κατά πόσο είχε διαπραχθεί το αδίκημα της κλοπής ή τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων και της απάτης ιδιαίτερα όταν το πρώτο «εξουδετερώνει» τα άλλα και αντιστρόφως - mutually exclusive offences (βλ. Archbold παρ.1462). Η απόδειξη «εξασφάλισης συγκατάθεσης» που απαιτούν οι «ψευδείς παραστάσεις» αναιρεί και εκθεμελιώνει το αδίκημα της κλοπής που απαιτεί την απόδειξη «απουσίας συγκατάθεσης». Το πρόβλημα πρόβαλλε εντονότερο μετά και τις αποφάσεις R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068 και R. v. Cockburn [1968] 1 All E.R. 466 (βλ. σχ. τις αναφορές που γίνονται σε σχέση με τις εν λόγω αποφάσεις στην Zissimides ανωτέρω). Το Law Commission, στο Eighth Report του, συνόψισε τα προβλήματα ως εξής: (Par. 19) - '...In addition to the division of misappropriation into three main offences the distinction between larceny and obtaining by false pretences contrary to 1916 s. 32 is sometimes very subtle. ...The essential difference between this offence and larceny is that in larceny the victim does not part with the ownership but in obtaining by false pretences he does. But since "obtaining the possession by any trick" amounts to a taking for the purpose of larceny, it is notoriously difficult to draw any logical distinction between larceny by a trick and obtaining by false pretences and to decide whether a particular case amounts to the one offence or the other. The matter is made worse by the fact that the two offences are construed as being mutually exclusive;.» (par. 38) «..Obtaining by false pretences is ordinarily thought of as different from theft, because in the former the owner in fact consents to part with his ownership; a bogus beggar is regarded as a rogue but not as a thief, and so are his less petty counterparts..» . (par.90) .The (proposed) extension .will be a much easier offence to establish than is the present offence of obtaining by false pretences, as it will be unnecessary to show that the owner was deceived into intentionally passing the ownership but sufficient to show that he was tricked into parting with the possession. Theft could be charged only in very clear cases. The new law will have the advantage that the prosecution will not be in the present difficulty (referred to in paragraph 19) of deciding which of two mutually exclusive offences to charge.» Ούτε όμως ήταν δυνατό να επιτραπεί καταδίκη για απόπειρα απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις όταν η κατηγορία αφορούσε κλοπή (βλ. Archbold 1462, Eighth Report par.90 και Gallagher
(1929)21 Cr App R 172) Δ) Το πιο πάνω πρόβλημα επιχειρήθηκε να λυθεί νομοθετικά στην Αγγλία, με την θέσπιση του S.44 Larceny Act 1916. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια, όταν κάποιος κατηγορείται για απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, μπορεί να καταδικαστεί για το εν λόγω αδίκημα έστω και αν αποδειχτεί ότι στην πραγματικότητα «έκλεψε» την περιουσία. Ταυτόχρονα, σύμφωνα και πάλι με την εν λόγω νομοθετική πρόνοια, κάποιος ο οποίος κατηγορείται ότι «έκλεψε περιουσία», μπορεί να αθωωθεί για το αδίκημα της κλοπής και να καταδικαστεί για το αδίκημα της «απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις» αν αποδειχτεί ότι τελικά είχε πείσει τον ιδιοκτήτη να αποχωριστεί την περιουσία του. Όπως όμως επεσήμανε το Law Commission στην παρ. 90 της έκθεσης του, οι εν λόγω πρόνοιες δεν ήταν ικανοποιητικές εφόσον, αν κάποιος που κατηγορείτο για κλοπή, καταδικάζετο συνεπεία εσφαλμένης εφαρμογής του S.44 για «ψευδείς παραστάσεις», το Εφετείο δεν θα μπορούσε να αλλάξει την καταδίκη, εφόσον η εφαρμογή του S.44 εξυπάκουε αθώωση στην κλοπή (βλ. Fisher (
(1921)16 Cr App R 53)). Επισημαίνω εδώ ότι στην Αγγλία τότε, όπως και στην Κύπρο μέχρι το 2006, τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων θεωρούνταν πλημμέλημα (misdemeanour) ενώ το αδίκημα της κλοπής, κακούργημα (felony) ήτοι σοβαρότερο αδίκημα. Είναι γι' αυτό το λόγο που το S.44 επέτρεπε την καταδίκη για το ελαφρύτερο αδίκημα όταν η κατηγορία αφορούσε το σοβαρότερο ενώ στην αντίθετη περίπτωση επέτρεπε μόνο την επικύρωση της καταδίκης για το ελαφρύτερο. Ένεκα της έντονης κριτικής που επιδέχτηκε το S.44, ως πρόνοια που συνιστούσε «σφάλμα αρχής» (wrong in principle), αφού ουσιαστικά καταδίκαζε ένα πρόσωπο για αδίκημα που σύμφωνα με την ετυμηγορία δεν διέπραξε, εν τέλει η πρόνοια καταργήθηκε με τη θέσπιση του Theft Act
- Όπως προανέφερα όμως, παρά τις πιο πάνω αλλαγές στην Αγγλική νομοθεσία, στην Κύπρο, τα υπό εξέταση αδικήματα και «προβληματικές έννοιες και αρχές» παρέμειναν στην ουσία, ως ίσχυαν στην Αγγλία κατά το
- Τέτοιες έννοιες και αρχές είναι οι εξής: Α) Ο όρος «fraudulently» και «intent to defraud» στα αρ.255, 298, 300 σημαίνει μόνο "σκόπιμα και εκ προθέσεως", δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Οι αγγλικές αποφάσεις συνεπώς, αναφορικά με την έννοια του όρου "ανεντιμότητα" - dishonesty - στο Theft Act του 1968 δεν σχετίζονται άμεσα κατά την ερμηνεία του Κυπριακού Νόμου. (βλ. Αrchbold παρ.1470 και Ανδρονίκου ανωτέρω καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Β) Για να αποδειχθεί το αδίκημα της κλοπής στην Κύπρο, απαιτείται η απόδειξη «απουσίας συγκατάθεσης» του ιδιοκτήτη να αποχωριστεί της περιουσίας του. (Ανδρονίκου). Για να αποδειχθούν τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων, απαιτείται να αποδειχτεί «η παρακίνηση (inducement) του θύματος με ψευδείς παραστάσεις κλπ, να συγκατατεθεί να αποχωριστεί των λεφτών ή της περιουσίας του.» (βλ. Archbold 36th ed. par. 1960 και The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε, με επιδοκιμασία, στην εν λόγω αρχή που προκύπτει από το λόγο της αγγλικής αυθεντίας R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704, την οποία και αναγνώρισε ως ορθά αποδίδουσα το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει το εν λόγω αδίκημα στην Κύπρο). Γ) Τα υπό κρίση αδικήματα είναι επομένως αμοιβαίως αντιφατικά - mutually exclusive και θα μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο κατηγορητήριο μόνο αν είχαν κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι τα αδικήματα της κλοπής και κλεπταποδοχής (βλ. Ανδρονίκου ανωτέρω και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάμνει στις αγγλικές υποθέσεις R. v. Bellman
(1989)2 W.L.R. 37, R. v. Kray [1970] 1 Q.B.D. 125 και Plain v. R. 51 Cr. App. R. 91) κάτι που δεν ισχύει αναφορικά με τα υπό κρίση αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο του ιδίου κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση. Δ) Η συνύπαρξη των εν λόγω αδικημάτων στο ίδιο κατηγορητήριο και το πρόβλημα το οποίο δημιουργείται λόγω αυτής της συνύπαρξης πλήττει τα θεμέλια της δίκης. Αυτό διότι αφ' ενός δεν υπάρχει αντίστοιχη του S.44 Larceny Act 1916, πρόνοια στο Κεφ.154 και αφετέρου, μετά και την τροποποίηση του Ν. 18(I)/2006, τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων και της απάτης, κατέστησαν κακουργήματα και τιμωρούνται με ψηλότερη ποινή από το αδίκημα της κλοπής. Παρόμοια «αναγωγή» δεν έγινε σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής το οποίο εξακολουθεί να τιμωρείται με μέγιστη ποινή αυτή των τριών χρόνων φυλάκισης. Στρέφομαι τώρα στο γεγονός ότι το κατηγορητήριο περιλαμβάνει πέραν των κατηγοριών που αφορούν στην ισχυριζόμενη διάπραξη «συμπληρωμένων αδικημάτων - complete offences» και κατηγορίες για απόπειρα όμοιων ή συναφών αδικημάτων. Ο ορισμός της «απόπειρας» παρέχεται στο αρ. 366 Κεφ.154 σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.» Το αδίκημα της «απόπειρας», το οποίο είναι αυτοτελές αδίκημα, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για απόπειρα διάπραξης κακουργήματος ή πλημμελήματος, συνιστά πλημμέλημα, εκτός αν ο Νόμος ορίζει διαφορετικά ή αν πρόκειται για διάπραξη κακουργήματος που τιμωρείται με θάνατο ή φυλάκιση πέραν των 10 χρόνων.[5] Είναι νομολογημένο αλλά και θεσμοθετημένο στα αρ.85
(2)και
(4), ότι το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση, να καταδικάσει κάποιο κατηγορούμενο για απόπειρα διάπραξης ενός αδικήματος αν ικανοποιηθεί ότι αποδείχτηκε τέτοια απόπειρα αντί του «συμπληρωμένου» αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. 'Αβισσινός'',
(1993)2 Α.Α.Δ. 104) Η «εξήγηση» για αυτή τη δυνατότητα του δικαστηρίου παρέχεται στον ίδιο τον ορισμό της απόπειρας στο Νόμο, ήτοι η μη ολοκλήρωση της υλοποίησης της πρόθεσης για διάπραξη του αδικήματος. Αυτή η «αποτυχία συμπλήρωσης» του αδικήματος είναι και που συνιστά το συστατικό στοιχείο της «απόπειρας» και που «διαχωρίζει» την απόπειρα από το «συμπληρωμένο αδίκημα» (βλ. Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ.2),
(1994)2 Α.Α.Δ. 65). Πρόσθετα τούτου όμως, η κατηγορία της «απόπειρας», ως αυτοτελές αδίκημα που εδράζεται στην «αποτυχία ολοκλήρωσης» είναι αμοιβαίως αντιφατική με την κατηγορία για το «συμπληρωμένο αδίκημα» Ως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Lord Parker CJ στην R v Males [1961] 3 All ER 705: «...It may be said that the two offences, the attempt and the complete offence, are mutually exclusive and that, as it has been said in an American case (Commonwealth v Crow
(1931)303 Penn 91), failure is the essence of the one, namely, the attempt, and success is the essence of the other, namely, the complete offence...» Στο κοινοδίκαιο, λόγω της διάκρισης μεταξύ πλημμελήματος (misdemeanour) και κακουργήματος (felony) αλλά και του δικαιοδοτικού πλαισίου εντός του οποίου το καθένα εκδικάζετο - συνοπτικά το πρώτο (magistrates/summarily) και με ενόρκους το δεύτερο (indictement/Crown Court) - αναπτύχθηκε το «δόγμα της συγχώνευσης» (doctrine of merger) (βλ. Webley v Buxton [1977] 2 All ER 595). Σύμφωνα με το δόγμα, αν σε δίκη για «απόπειρα», αδίκημα το οποίο και στο κοινοδίκαιο είναι πλημμέλημα, παρουσιάζετο μαρτυρία ότι είχε διαπραχθεί το συμπληρωμένο αδίκημα και αυτό ήταν κακούργημα, τότε η απόπειρα συγχωνεύετο στο συμπληρωμένο αδίκημα και εξαφανίζετο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί καταδίκη για απόπειρα. (βλ. Webley ανωτέρω και Archbold 578, 4101 και 4104). Αυτό το δόγμα του κοινοδικαίου όμως, φαίνεται να μην μπορούσε να εφαρμοστεί σε σχέση με «όμοιου τύπου» αδικήματα, γεγονός που προκαλούσε αρκετά προβλήματα (βλ. Webley, Males ανωτέρω και Rogers v Arnott [1960] 2 All ER 417). Αρχικά το δόγμα επιχειρήθηκε να περιοριστεί νομοθετικά με το S.12 Criminal Procedure Act 1851, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, το δόγμα δεν εφαρμόζετο σε δίκη με ενόρκους ήτοι σε δίκη για κακουργήματα ή πλημμελήματα σοβαρής δημόσιας φύσης, όπου πλέον μπορούσε να στοιχειοθετηθεί καταδίκη για το αδίκημα της «απόπειρας» έστω και αν είχε αποδειχτεί το «συμπληρωμένο αδίκημα». Ούτε όμως έτσι δόθηκε ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα οπόταν και κρίθηκε αναγκαία η ριζική αλλαγή του όλου συστήματος. Ως εκ τούτου με τα S.1
(1), 1
(2)και 6
(4)του Criminal Law Act 1967 καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ πλημμελήματος και κακουργήματος όπως επίσης και η διαφορετικότητα στη διαδικασία εκδίκασης τους. Παράλληλα, δόθηκε πλέον δια Νόμου, η εξουσία όπως, σε περίπτωση που σε δίκη για απόπειρα αποδειχτεί το συμπληρωμένο αδίκημα, αυτό δεν θα συνιστά κώλυμα για καταδίκη για απόπειρα, νοουμένου όμως ότι δεν υπάρχει κατηγορία για το «συμπληρωμένο αδίκημα». Η πιο πάνω επιφύλαξη, επισημαίνεται και από το Crown Prosecution Service στην τελευταία έκδοση του Crown Prosecution Service Legal Guidance ήτοι ότι ένας κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί και για απόπειρα και για το συμπληρωμένο αδίκημα. Αυτό σε συνδυασμό με την παρατήρηση στον Archbold par. 4110, ότι είναι «ασύνηθες - unusual» να περιλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο και κατηγορία για απόπειρα και κατηγορία για το πλήρες αδίκημα υποδηλοί ότι τέτοια πρακτική δυνατό να καταστεί προβληματική. Με δεδομένο ότι στην Κύπρο δεν εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες, το υπό κρίση ερώτημα, είναι κατά πόσο δύναται να υπάρχουν στο ίδιο κατηγορητήριο, κατηγορίες για απόπειρα και κατηγορίες για συμπληρωμένο αδίκημα, έστω σε σχέση με όμοια ή συναφή αδικήματα, στη βάση όμως της ίδιας ισχυριζόμενης συμπεριφοράς. Έχοντας υπόψη ότι κάποια αδικήματα δύναται ως εκ της φύσης τους να συνυπάρχουν, το εν λόγω ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί με αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Επανερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση σημειώνω τα ακόλουθα. Τα όσα ανέφερα πιο πάνω αναφορικά με την κατηγορούμενη 3 σε σχέση τον ισχυρισμό περί «συνομωσίας» στις κατηγορίες 11, 12 και 13, ισχύουν και για τους κατηγορούμενους 1 και 2 σε σχέση με το ανυπόστατο των εν λόγω κατηγοριών καθώς και των κατηγοριών 5, 6 και 7. Ομοίως, τα όσα ανέφερα περί της νομικής και δικονομικής πτυχής της κατηγορίας της κλεπταποδοχής που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη 3, ισχύουν και εφαρμόζονται σε σχέση και με την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος. Πρόσθετα τούτου όμως σημειώνω για την εν λόγω κατηγορία όπως και για την 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος για παράνομη κατοχή περιουσίας, η υπό κρίση «κλοπιμαία» περιουσία αναφέρεται στις λεπτομέρειες να είναι ακίνητη ιδιοκτησία. Ως είναι πάγια νομολογημένο αλλά προκύπτει και από το ίδιο το αρ.255 Κεφ.154, η ακίνητη ιδιοκτησία ή προσαρτήματα αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο κλοπής εκτός αν διαχωριστούν από την ακίνητη ιδιοκτησία (βλ. πχ. Police v. Philippos Andreou Protopapas
(1973)JSC 1382). Ως εκ τούτου οι εν λόγω κατηγορίες δεν μπορούν παρά να απορριφθούν από αυτό το στάδιο. Πέραν των πιο πάνω όμως παρατηρώ και τα εξής αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης των παραπονουμένων. Όπως ήδη ανέφερα, η όλη εκδοχή των παραπονουμένων εναντίον και των 3 κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2, εδράζεται επί των ισχυρισμών των παραπονουμένων αναφορικά με τα δύο πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψαν το 2013 προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης. Με τα εν λόγω πληρεξούσια οι παραπονούμενοι παρουσιάζονται να έχουν δώσει τον έλεγχο του συνόλου της περιουσίας τους στην Κύπρο, κινητής και ακίνητης, στην 1η κατηγορούμενη. Πρωταρχική θέση των παραπονουμένων, ήταν ότι αυτά τα πληρεξούσια, εξασφαλίστηκαν με δόλο και ψευδείς παραστάσεις και χωρίς την πραγματική συγκατάθεση τους εφόσον αυτοί αφ' ενός δεν αντιλήφθηκαν το πραγματικό νόημα και σημασία τους διότι ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα την οποία δεν γνωρίζουν και αφετέρου, ότι η κατηγορούμενη 1 τους ξεγέλασε κατά την υπογραφή τους. Οι παραπονούμενοι ισχυρίζονται ότι ένεκα των πιο πάνω, η οι μεταγενέστερες μεταβιβάσεις του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου τους στοιχειοθετούν τα αδικήματα της Απάτης και των Ψευδών Παραστάσεων διότι η κατηγορούμενη 1, αν και εξασφάλισε τη συγκατάθεση τους να διαχειριστεί την περιουσία τους, εντούτοις την εξασφάλισε με δόλιο τρόπο, ξεγελώντας τους ως προς το τι της υπέγραφαν και πώς θα το χρησιμοποιούσε. Σημειώνω πρώτα ότι ο ισχυρισμός περί «ύπαρξης συγκατάθεσης τους να αποχωριστούν την περιουσία τους» καθιστά τις κατηγορίες για τα αδικήματα της κλοπής υποκείμενες σε απόρριψη. Κατά δεύτερο, πουθενά στο κατηγορητήριο δεν υπάρχει κατηγορία για «πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις[6]», για ευνόητους προφανώς λόγους, εφόσον το εν λόγω αδίκημα, όταν αφορά σε πληρεξούσιο έγγραφο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 14 χρόνων και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Κατά τρίτο, σημειώνω ότι τα εν λόγω αδικήματα, παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο να έγιναν, όχι το 2013 που υπογράφηκαν τα πληρεξούσια αλλά το 2015, κατά τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου. Με δεδομένο ότι το αδίκημα του αρ.298 απαιτεί την απόδειξη ψευδούς παράστασης υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος και το αδίκημα του αρ.300 απαιτεί την απόδειξη ότι χρησιμοποιήθηκε κάποιο δόλιο τέχνασμα ή επινόημα κατά τη δεδομένη στιγμή της απόσπασης, με τις ενέργειες αυτές να πρέπει να αποδειχτούν ότι έπεισαν το θύμα να αποχωριστεί της περιουσίας του, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς η κατηγορούμενη 1 ή ο κατηγορούμενος 2 διέπραξαν τα εν λόγω αδικήματα κατά τη μεταβίβαση της επίμαχης περιουσίας όταν η θέση των παραπονουμένων είναι ότι καμία προηγούμενη ενημέρωση είχαν για τη μεταβίβαση ή έστω προηγούμενη επαφή με την κατηγορούμενη 1 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσαν υπό πλήρη άγνοια (βλ. Ιωάννου Μαργαρίτα και Ευθυμίου ανωτέρω). Παράλληλα με τα πιο πάνω όμως, θέση των παραπονουμένων είναι και το ότι στοιχειοθετούνται αδικήματα κλοπής διότι η κατηγορούμενη δεν είχε ποτέ τη συγκατάθεση τους να διαχειριστεί την περιουσία τους αφού ουδέποτε είχαν πρόθεση να τις δώσουν τέτοιας φύσης πληρεξούσια είτε διότι δεν αντιλήφθηκαν το περιεχόμενο τους που ήταν στα αγγλικά είτε διότι αυτή τους ξεγέλασε είτε και τα δύο. Ως ανέφερα πιο πάνω, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός τους περί «απουσίας συγκατάθεσης να αποχωριστούν την περιουσία τους» σφραγίζει την τύχη των κατηγοριών που αφορούν στα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων και της απάτης. Πρόσθετα τούτου όμως σημειώνω και τα εξής Οι παραπονούμενοι Ισχυρίστηκαν ότι «ξεγελάστηκαν» κατά την υπογραφή των πληρεξουσίων διότι αυτά, ετοιμάστηκαν από το δικηγόρο της 1ης κατηγορούμενης και ήταν στα αγγλικά. Από τα έγγραφα που οι ίδιοι κατέθεσαν όμως ως μέρος του Τεκμηρίου 3, προκύπτουν τα εξής: Α) Ο εν λόγω δικηγόρος, ενεργούσε ως δικός τους δικηγόρος τουλάχιστο από τις 5/11/12 (βλ. επιστολή Υπουργείου Εσωτερικών προς 2η παραπονούμενη φ/δι δικηγόρου Π.Ονουφρίου ημερ. 24/1/13). Ομοίως και στις 25/2/13 όπου ο εν λόγω δικηγόρος φαίνεται να ενεργεί εκ μέρους και των δύο παραπονουμένων για εξασφάλιση άδειας κατοχής ακίνητης περιουσίας από το Υπουργείο Εσωτερικών - επιστολή 25/2/13 στο Τεκ.11) Β) Τόσο τα επίμαχα πληρεξούσια όσο και όλες οι άλλες εργασίες που ο εν λόγω δικηγόρος έκαμε αναφορικά με τους παραπονούμενους, τις έκαμε κατόπιν συμφωνίας μαζί τους, για λογαριασμό τους και στη βάση συμφωνηθείσας αμοιβής. (βλ. Επιστολή Π.Ονουφρίου προς παραπονούμενους ημερ. 23/5/13 «.invoice for legal job rendered on your behalf with reference the above flat») (βλ. επίσης τιμολόγιο που επισυνάπτεται στην εν λόγω επιστολή και το οποίο εξοφλήθηκε μερικώς από τους παραπονούμενους στις 29/1/13 ήτοι μετά την υπογραφή των πληρεξουσίων «...AGREED FEES for Consultation, negotiation and execution as follows.f.Drafting 2 Power of Attorney from Sergei Noskov on the name of Olga Vasilyeva and from the name of Liubov Noskova on the name Olga Vasilyeva.m.various meetings at our office» (βλ. επίσης αποδείξεις Π. Ονουφρίου ημερ. 29/1/13 και 24/5/13 προς παραπονούμενους) Γ) Όλη η αλληλογραφία που είχαν με τον εν λόγω δικηγόρο ήταν στα αγγλικά Η εν λόγω μαρτυρία επομένως, αντικειμενικά ιδωμένη δεν καταδεικνύει ότι η 1η κατηγορούμενη προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή δόλια τεχνάσματα προς αυτούς κατά την υπογραφή των επίμαχων πληρεξουσίων. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, οι παραπονούμενοι προβάλλουν και τον ισχυρισμό ότι αν και όντως είχαν πρόθεση να εκδώσουν τα επίμαχα πληρεξούσια, εντούτοις ήταν μόνο για κάποιο «ειδικό και συγκεκριμένο σκοπό». Ισχυρίζονται επομένως ότι αν και υπήρχε αρχικά η συγκατάθεση τους εντούτοις η 1η κατηγορούμενη την καταχράστηκε και την υπερέβηκε. Ο επί του προκειμένου όμως ισχυρισμός των παραπονουμένων, μάλλον στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου παραπέμπει παρά σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα επί του κατηγορητηρίου. Το εν λόγω αδίκημα όμως, αν και αποτέλεσε βασικό παράπονο των παραπονουμένων στη καταγγελία τους στην Αστυνομία, εντούτοις δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο προφανώς και πάλι διότι πρόκειται για αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέραν των 5 χρόνων και επομένως αδύνατο να δικαστεί στα πλαίσια συνοπτικής δίκης και δη ιδιωτικής ποινικής. Το αναφέρω αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω ότι η επί του προκειμένου θέση των παραπονουμένων είναι μια εντελώς διαφορετική θέση από τις άλλες δύο που προβλήθηκαν και στις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω. Σημειώνω όμως εδώ επίσης ότι, ενώ στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που καταχώρησαν οι παραπονούμενοι αρχικά περιλαμβάνετο ως πρώτη αιτούμενη θεραπεία η ακύρωση των πληρεξουσίων, εντούτοις, η εν λόγω θεραπεία δεν φαίνεται να περιέχεται στην έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα. Αντίθετα δε, η πλειοψηφία των αξιώσεων των παραπονουμένων στην Έκθεση Απαίτησης τους φαίνεται να έχει ως δεδομένο ότι η 1η κατηγορούμενη όντως διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους οπόταν και όφειλε να ενεργήσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και όχι ότι ο διορισμός της ήταν άκυρος και παράνομος. (βλ κατ' αντιστοιχία Ιωάννου Μαργαρίτα). Είναι μάλιστα υπό αυτή της την ιδιότητα που οι παραπονούμενοι θεωρούν με την αγωγή τους ότι θα πρέπει η 1η κατηγορούμενη να τους αποζημιώσει και για το ισχυριζόμενο απολεσθέν περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους δηλαδή που έχει ευθύνη απέναντι τους. Το «διαζευκτικό» των θέσεων που παρατηρείται τόσο στη μαρτυρία των παραπονουμένων όσο και στις κατηγορίες αντικείμενο του κατηγορητηρίου, είναι θεωρώ έκδηλο. Προβάλλει δε τούτο εντονότερα, όταν πρόσθετα των πιο πάνω, ληφθεί υπόψη και το ότι, με την 6η και 12η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι «αποπειράθηκαν» να πράξουν τα όσα τους καταλογίζονται ότι έπραξαν στις υπόλοιπες κατηγορίες. Μπορεί οι εν λόγω απόπειρες να καλύπτονται από το μανδύα διαφορετικών αδικημάτων, όμως οι λεπτομέρειες τους καταδεικνύουν ότι πρόκειται για την ίδια ισχυριζόμενη συμπεριφορά. Αυτός ο τρόπος προώθησης ποινικής υπόθεσης, είναι άγνωστος στο ποινικό δίκαιο και ουδόλως μπορεί να αποτελέσει βάση για να κληθεί κάποιος κατηγορούμενος να προβάλει την οποιαδήποτε υπεράσπιση πόσο μάλλον να καταδικαστεί. Είναι νομίζω περιττό να υπενθυμίσω ότι ο κανόνας ότι δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών ή εναλλακτικών ισχυρισμών γεγονότων χρήζει αυστηρής εφαρμογής στο ποινικό δίκαιο. Η διαζευκτικότητα στις θέσεις του κατήγορου επί των γεγονότων δεν επιτρέπεται. Η εικόνα που σκιαγραφείται από το κατηγορητήριο και ξεκινά να αναδύεται κατά την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν υπόκειται σε αλλοίωση και δη αλλοίωση σε τέτοιο βαθμό που να ανάγεται σε «παγίδα» ουσιαστικά για την υπεράσπιση. Τόση η σπουδαιότητα του κανόνα αυτού, που η νομολογία έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι ακόμα και η παραμικρή αποτυχία απόδειξης των όσων αναφέρονται κατά την εναρκτήρια δήλωση της κατηγορούσας αρχής, εκεί και όπου βέβαια, τέτοια δήλωση γίνεται, τείνει να εξασθενήσει την κατηγορία και να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορούμενου. (βλ. Παφίτης ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Είναι πρόδηλο πως το όλο θέμα δεν εξαρτάται από το κατά πόσο η πιο πάνω συνολική εικόνα της υπόθεσης των παραπονουμένων παραβιάζει ή όχι τα δικαιώματα των κατηγορουμένων να τύχουν της ορθής υπεράσπισης. Το ζήτημα που δημιουργείται είναι πιο βαθύ και άπτεται αυτής καθ΄ αυτής της φύσης της υπόθεσης που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν δικαιολογείται να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Προκύπτει επομένως το εξής ερώτημα. Σε ποια απ' όλες τελικά τις εκδοχές του κατηγορητηρίου θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κληθούν να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους και το Δικαστήριο να αποφασίσει αν θα τους καταδικάσει. Στην εκδοχή ότι απέκτησαν περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση των παραπονουμένων, στην εκδοχή ότι την εν λόγω περιουσία την απέκτησαν αφού εξασφάλισαν τη συγκατάθεση των παραπονουμένων με δόλιο τρόπο ή μήπως στην τρίτη εκδοχή, ότι αποπειράθηκαν να αποκτήσουν την εν λόγω περιουσία αλλά δεν τα κατάφεραν. Είναι θεωρώ, έκδηλο, ότι η παρούσα υπόθεση, η οποία ξεκίνησε σαν μια καθαρά αστική διαφορά μεταξύ τριών προσώπων που ενεπλάκησαν σε αμοιβαίες συμφωνίες συνεργασίας, οι οποίες ήδη εκδικάστηκαν από ένα αστικό Δικαστήριο στη Ρωσία και αναμένεται να εκδικαστούν και από ένα αστικό δικαστήριο στην Κύπρο, ως τέτοια παρέμεινε μέχρι και σήμερα και ουδέποτε έλαβε το στίγμα της ποινικής υπόθεσης (βλ. Ιωάννου και Ευθυμίου ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 σε καμία από τις κατηγορίες 2-
- Παραμένει επομένως προς εξέταση η 1η κατηγορία ήτοι αυτή της παράνομης εισόδου. Παραθέτω αυτούσιες τις επίμαχες πρόνοιες του άρθρου 280 Κεφ.154: «Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κλπ.
- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων» (έμφαση δική μου) Θεωρώ ορθό όμως, εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 280 έχει ως εξής: « Any person who enters into or upon property in the possession of another with intent to commit an offence punishable by this Code, or by any Law in force within the Colony, or to intimidate, insult or annoy any person in possession of such property; or having lawfully entered into or upon such property, unlawfully remains there with intent thereby to intimidate, insult or annoy any such person, or with intent to commit an offence punishable by this Code or by any Law in force within the Colony, is guilty of a misdemeanor and is liable to imprisonment for two years. (έμφαση δική μου) Η υπόθεση Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 354, είναι άκρως διαφωτιστική. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, «...το Άρθρο 280 του Κεφ.154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας...». Προς επίρρωση των ανωτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στον Ινδικό Ποινικό Κώδικα, όπου το S.441 δημιουργεί πανομοιότυπο αδίκημα με το αρ.280 (το 1961, το αδίκημα στον Ινδικό Κώδικα τροποποιήθηκε με την προσθήκη ενός επιπρόσθετου τρόπου διάπραξης του αδικήματος που δεν αφορά όμως την παρούσα). Σημειώνεται ότι στο Αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει παρόμοιο αδίκημα παρά μόνο το αδίκημα του «forcible entry» το οποίο όμως εδράζεται επί διαφορετικών προϋποθέσεων και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει βοηθητικό οδηγό για την παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Penal Law of India, 10th ed, στις σελ. 3785-3821, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) Παράνομη είσοδος ή παράνομη διαμονή σε περιουσία που κατέχει άλλος, β) Με σκοπό (πρόθεση) τη διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Το αδίκημα αυτό της «ποινικής επέμβασης» (criminal trespass), διότι περί τούτου πρόκειται, διαχωρίζεται από το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε περιουσία (civil trespass). Για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα, ο παραπονούμενος θα πρέπει να έχει πραγματική και φυσική κατοχή του ακινήτου η οποία και θα πρέπει να είναι αποκλειστική (exclusive).[7] Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος, το αδίκημα «είναι σχεδιασμένο για να προστατέψει τον κάτοχο της περιουσίας και όχι τον ιδιοκτήτη, ενώ το ποιος έχει τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι θέμα άσχετο και «ξένο» με το αδίκημα[8], θέση που συνάδει πλήρως και με την κυπριακή νομολογία, (βλ. Κυριάκου ανωτέρω) Ως εκ τούτου, ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον ενοίκου, για «ποινική επέμβαση», από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, όταν ο πρώτος δεν εγκατέλειψε το ακίνητο παρά την υπόσχεση που έδωσε προς τούτο, απορρίφθηκε ως μη εμπίπτουσα στην εμβέλεια του ποινικού αδικήματος αλλά ως καθαρά αστική διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί στα αστικά Δικαστήρια[9]. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αποδειχθεί και το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της «πρόθεσης για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας». Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί αξιόποινη, για σκοπούς του αρ.280, η όποια τυχόν «επέμβαση» από πλευράς κατηγορούμενου.[10] Η πρόθεση για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας, πρέπει να αποτελεί και την πραγματική και κυρίαρχη πρόθεση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που ο τελευταίος εισήλθε ή αποφάσισε να παραμείνει στο ακίνητο. (ANDREAS ELIA LAMBIDES ν. THE POLICE,
(1967)2 Α.Α.Δ. 142). H απλή διαμονή ή κατοχή του ακινήτου, έστω και παράνομη, δεν μπορεί να αναχθεί σε «ποινική επέμβαση», χωρίς την ύπαρξη της αναγκαίας πρόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο[11]. Μάλιστα δε, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα ή ενοχλήσει τον κατηγορούμενο, ενώ είναι στο ακίνητο, χωρίς όμως ποτέ να είχε αυτή την πρόθεση όταν εισέρχετο ή όταν αποφάσισε να μείνει, τότε αν και μπορεί να είναι ξεχωριστά ένοχος για το εν λόγω αδίκημα, εντούτοις δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της «ποινικής επέμβασης».[12] Σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση η σχετική κατηγορία καταλογίζει στους κατηγορούμενους, απλά, πρόθεση «όχλησης» των παραπονουμένων και διάπραξης ποινικού αδικήματος. Παρά την αόριστη αναφορά σε διάπραξη ποινικού αδικήματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων υποστήριξε στην αγόρευση του ότι είναι φανερό ότι οι κατηγορούμενοι εισήλθαν στο διαμέρισμα των παραπονουμένων με «πρόθεση να πάρουν τα κλειδιά του αυτοκινήτου να πάρουν το τηλεχειριστήριο του γκαράζ, να κατεβούν στο ισόγειο όπου εβρίσκετο το γκαράζ, να ανοίξουν το γκαράζ και να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής του αυτοκινήτου καθώς και όλων των άλλων αντικειμένων που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία.» Τέτοιες λεπτομέρειες όμως που αναφέρει ο συνήγορος, στο κατηγορητήριο δεν υπάρχουν. Αντίθετα γίνεται μόνο μια απλή αναφορά σε «σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και όχλησης» Το σημαντικό όμως σε σχέση με το αδίκημα του αρ.280 δεν είναι τόσο η συγκεκριμενοποίηση του αδικήματος όσο το να αποδειχθεί ότι η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ήταν και ο σκοπός που οι κατηγορούμενοι εισήλθαν στο ακίνητο. Τα όσα αναφέρει ο συνήγορος των παραπονουμένων να συνιστούν το προφανές κατ' εκείνον αδίκημα που σκόπευαν να διαπράξουν οι κατηγορούμενοι, δεν συνιστούν τίποτε άλλο παρά ένα συμπέρασμα του συνηγόρου το οποίο όσο λογικό και να είναι δεν παύει από του να είναι απλά ένα συμπέρασμα. Άλλωστε ως είναι νομολογημένο, υποθετικά συμπεράσματα όσο εύλογα και αν είναι, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για καταδίκη σε μια ποινική υπόθεση (βλ. (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Το ότι το συμπέρασμα του συνηγόρου, εν τη απουσία συγκεκριμενοποίησης του στις λεπτομέρειες αδικήματος, παραμένει στη σφαίρα του θεωρητικού, προκύπτει και από το υπόλοιπο κατηγορητήριο όπου οι κατηγορούμενοι παρουσιάζονται, μετά που εισήλθαν στο ακίνητο, να διέπραξαν και διάφορα άλλα αδικήματα τα οποία ο συνήγορος δεν αναφέρει. Λαμβανομένου υπόψη ότι επιπρόσθετα, στις 6 από τις 13 κατηγορίες, αποδίδεται στους κατηγορούμενους να είχαν, εντός της περιόδου που τους καταλογίζεται η παράνομη είσοδος, συνωμοτήσει μεταξύ τους να διαπράξουν και άλλα αδικήματα, δεν μπορώ να δεχτώ την θέση του συνηγόρου ότι το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποδείχτηκε. Ούτε όμως το συστατικό στοιχείο της όχλησης κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί και αυτό γιατί, για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η είσοδος ή η παραμονή στην περιουσία έγινε με σκοπό την όχληση του κατόχου, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι αυτός ήταν και ο σκοπός του κατηγορούμενου όταν αποφάσισε να παραμείνει στην περιουσία. Το ότι η ενόχληση μπορεί να συνιστά φυσική συνέπεια της παραμονής στην περιουσία δεν αρκεί.[13] Στη βάση της εκδοχής των παραπονουμένων στην παρούσα υπόθεση, δεν διαπιστώνω να έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, τέτοια πρόθεση από πλευράς των κατηγορουμένων 1 και
- Σημειώνω εδώ ότι η θέση των παραπονουμένων ήταν ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, διατηρούν δεσμό και ότι αφενός συγκατοικούν στην κατοικία της 1ης κατηγορούμενης στον Άγιο Αθανάσιο, διεύθυνση την οποία και ο ίδιος ο ΜΚ2 δήλωσε στο ΤΟΜ ως διεύθυνση διαμονής του (βλ. τίτλο ιδιοκτησίας αυτοκινήτου στο Τεκ.3 ημερ.29/5/13) και αφ' ετέρου ότι και οι δύο τους διαμένουν στο επίμαχο διαμέρισμα. Κρίνω επομένως ότι ούτε για την 1η κατηγορία έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον όλοι κατηγορούμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον των παραπονουμένων, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Άπατη-Συνομωσία [1]
- Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. [2]
- Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους. [3] Αρ. 262 Κεφ.154 - Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή [4] Αρ.
- Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων [5] Βλ. Αρ.367 και 368 Κεφ.154 [6] Βλ. Αρ.341 Κεφ.154 [7] Βλ. Penal Law of India, 10th ed, pg.3800-3801 par.14-15, pg.3819 par. 24 [8] Ibid pg.3789 par.3, και pg.3793, par.6 [9] Ibid pg.3787 «Person lawfully entering into possession of property», Mangal Ram Bhagat v State 1976 Cr.L.J. 362 [10] Ibid pg.3789 par.2, pg.3819 [11] Βλ.Textbook on the Indian Penal Code, K.D. Gaur, 4th ed.
(2011), pg. 743 και η νομολογία που το σύγγραμμα εκεί παραθέτει. [12] Penal Law od India pg.3799 par.12, Baby Ram v State 1971 ALJ 4 [13] Ibid pg.3790-3791 par.5, Suramanian v Mari
(1966)MLJ 99 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο