Δημοκρατία ν. Ζήνωνα Αχιλλίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 7/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:10 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32547/14 Δημοκρατία ν. 1.Ζήνωνα Αχιλλίδη, από τη Λεμεσό
- Γεώργιου Χ"Γεωργίου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Π. Παφίτη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις πιο κάτω κατηγορίες: · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, πλαστογραφία εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 2ης κατηγορίας (1η κατηγορία). · Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8 Δεκεμβρίου 2011 με αριθμό 00393-02-0016381, η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα (2η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 2ης κατηγορίας (3η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 2η κατηγορία (4η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, πλαστογραφία εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 6ης κατηγορίας (5η κατηγορία). · Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8 Δεκεμβρίου 2012 με αριθμό 00393-02-0016381, η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα (6η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 6ης κατηγορίας (7η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 6η κατηγορία (8η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, πλαστογραφία εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 10ης κατηγορίας (9η κατηγορία). · Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8 Σεπτεμβρίου 2011 με αριθμό 00393-02-0016372, η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα (10η κατηγορία) . · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 10ης κατηγορίας (11η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339,335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στη 10η κατηγορία (12η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, εξασφάλιση αγαθών και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού των €334,187 με ψευδείς παραστάσεις ως αναφέρονται στη 14η κατηγορία (13η κατηγορία). · Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις , κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε. Οι κατηγορούμενοι μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 2009 και της 8ης Νοεμβρίου 2010 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασαν από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ) το χρηματικό ποσό των €334,187 για επιπλέον εργασίες, απρόβλεπτα και πάτωμα, προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις, ο μεν κατηγορούμενος 1 με τις δηλώσεις του ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2009 προς τα αρμόδια όργανα του ΤΕΠΑΚ και ο δε κατηγορούμενος 2 με τις δηλώσεις του ημερομηνίας 23 Νοεμβρίου 2009 προς το ΤΕΠΑΚ αναφορικά με το κτίριο "Συμεών", ενώ στην πραγματικότητα δεν πίστευαν ότι είναι αληθινές (14η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009, άλλη που αυτή που αναφέρεται στην 13η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, εξασφάλιση αγαθών και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού των €337,241.60 με ψευδείς παραστάσεις ως αναφέρονται στη 16η κατηγορία (15η κατηγορία). · Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε .Οι κατηγορούμενοι μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 2009 και της 9ης Σεπτεμβρίου 2010 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασαν από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ) το χρηματικό ποσό των €337,241.60 για επιπλέον εργασίες και απρόβλεπτα, προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις, ο μεν κατηγορούμενος 1 με τις δηλώσεις του ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2009 προς τα αρμόδια όργανα του ΤΕΠΑΚ και ο δε κατηγορούμενος 2 με τις δηλώσεις του ημερομηνίας 23 Νοεμβρίου 2009 προς το ΤΕΠΑΚ αναφορικά με το κτίριο "Καλυψώ", ενώ στην πραγματικότητα δεν πίστευαν ότι είναι αληθινές (16η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5(α) του Περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 όπως τροποποιήθηκε. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και συγκεκριμένα των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στη 14η και 16η κατηγορία (17η κατηγορία). · Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5(α) του Περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 όπως τροποποιήθηκε. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 2009 και της 8ης Νοεμβρίου 2010 , στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι περιουσία, δηλαδή, το χρηματικό ποσό των €671,428.60 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω χρηματικό ποσό το οποίο αποτελεί το σύνολο των εξασφαλισθέντων ποσών που αναφέρονται στη 14η και 16η κατηγορία (18η κατηγορία). · Κατάχρηση εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 και κατά παράβαση των άρθρων 105 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος 1 μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 2009 και της 8ης Δεκεμβρίου 2010, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν Δημόσιος Λειτουργός, δηλαδή, Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντά του, ενήργησε αυθαίρετη πράξη που παράβλαπτε τα δικαιώματα του ΤΕΠΑΚ, δηλαδή, υπέβαλε ψευδή δήλωση ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2009 στα αρμόδια όργανα του ΤΕΠΑΚ για τα έργα "Συμεών" και "Καλυψώ" με αποτέλεσμα την παράνομη αποδέσμευση του χρηματικού ποσού των €861,148.06 προς όφελος του 2ου κατηγορούμενου μέσω των εταιρειών του (20η κατηγορία). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ήταν η θέση τους ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών και επιπρόσθετα έχει παραβιαστεί η αρχή της Δίκαιης Δίκης. Σε σχέση με τα αδικήματα του καταρτισμού πλαστού εγγράφου και κυκλοφορίας αυτών ο κ. Παπαϊωάννου εκ μέρους του κατηγορουμένου 1 εισηγήθηκε ότι ο πελάτης του δεν συνδέεται με τον καταρτισμό των πλαστών εγγράφων και καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτός γνώριζε ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά. Ο κ. Πικής εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 αρνήθηκε ότι ο πελάτης του είχε οποιανδήποτε ανάμιξη είτε με τον καταρτισμό, είτε με την κυκλοφορία των πιο πάνω εγγράφων. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την πρόθεση καταδολίευσης, συστατικό στοιχείο αμφοτέρων των αδικημάτων. Σε σχέση με τις κατηγορίες της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, είναι η θέση και των δύο κατηγορουμένων ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι ψευδείς παραστάσεις και περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί η πρόθεση καταδολίευσης και η υποκίνηση των θυμάτων να αποχωρισθούν την περιουσία τους προς όφελος των κατηγορουμένων. Ο κ. Παπαϊωάννου τόνισε το γεγονός ότι κανένα από τα πρόσωπα που κατ΄ ισχυρισμό καταδολιεύθηκαν πλην του Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17, δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Η κα Ιωαννίδου, εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε την αντίθετη άποψη. Ήταν η θέση της ότι προσκομίσθηκε επαρκής περιστατική μαρτυρία που καταδεικνύει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Στο στάδιο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά και τα αδικήματα του δεκασμού, κατηγορίες 19, 21 και 22, τις οποίες η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέστειλε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας μετά την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης για εκ πρώτης όψεως υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΑΔΙΚΗΜΑ Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προβλέπεται από το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η Αγγλική Πρακτική του 1962 - [1962] 1 All E.R. 448 που εκδόθηκε από το Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court σαν καθοδήγηση για τους Άγγλους Δικαστές όταν εξετάζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η πιο πάνω πρακτική προβλέπει ότι: «. A submission that there is no case to answer may properly be made and upheld: (
- a)When there has been no evidence to prove an essential element in the alleged offence; (
- b)when the evidence adduced by the prosecution has been so discredited as a result of cross examination or is so manifestly unreliable that not reasonable tribunal could safely convict on it. Apart from those situations a tribunal should not in general be called on to reach a decision as to conviction or acquittal until the whole of the evidence, which either side wishes to tender, has been placed before it. If, however, a submission is made that there is no case to answer the question should depend not so much on whether the adjudicating tribunal (if compelled to do
- so)would at that stage convict or acquit but on whether the evidence is such that a reasonable tribunal might convict. If a reasonable tribunal might convict on the evidence so far laid before it, there is a case to answer.» Η Πρακτική του 1962 δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποτελεί όμως ένα σωστό οδηγό για αυτά όταν ασκούν ποινική δικαιοδοσία. Στην Αzinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9, αναφέρθηκαν επί του θέματος σχετικά τα πιο κάτω: « ... Το Practice Note, αν και δεν είναι δεσμευτικό για τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποτελεί στην πρακτική ένα αξιόλογο οδηγό και σωστά έχει ακολουθηθεί από τα ποινικά δικαστήρια του τόπου μας, λόγω της ομοιότητας του δικού μας δικαίου στο ζήτημα τούτο με το Αγγλικό και επειδή εκφράζει τις βασικές αρχές που ένα δικαστήριο πρέπει να΄χει υπόψη του, όταν παίρνει τη σχετική απόφαση στο θέμα τούτο.» Στην υπόθεση R. v. Galbraith[1], το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας τις αρχές από τις οποίες το Δικαστήριο καθοδηγείται, όταν εξετάζει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, είπε τα πιο κάτω, σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Πώς τότε ο Δικαστής πρέπει να αντιμετωπίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει υπόθεση,
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα έχει διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο, δεν υπάρχει δυσκολία. Ο Δικαστής θα σταματήσει φυσικά την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία εγείρεται όταν υπάρχει κάποια μαρτυρία, αλλά αυτή είναι αδύνατου χαρακτήρα (tenuous character), παραδείγματος χάριν λόγω αδυναμίας ή ασάφειας ή όταν δεν συνάδει με άλλη μαρτυρία. (α) Όταν ο Δικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη στον πιο ψηλό βαθμό της (taken as its highest), είναι τέτοια που οι ένορκοι, ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν δικαίως να καταδικάσουν στηριζόμενοι πάνω της, τότε είναι καθήκον του Δικαστή να σταματήσει την υπόθεση. (β) Όταν όμως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τέτοια που η βαρύτητά της ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα ή από άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των ενόρκων και όταν σε μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία επί της οποίας οι ένορκοι μπορούν να βασισθούν για να καταλήξουν ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε το θέμα πρέπει να αφίεται από το Δικαστήριο για να αποφασισθεί από τους ενόρκους.». Καθοδηγητική και πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας και Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο Δικαστής Πικής, , αναλύοντας τον όρο «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» είπε τα πιο κάτω τα οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 CLR 250. ............................ H απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) oποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. ...................................................................................................... Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (
- a)Wiseman & Another v. Borneman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης». Με βάση τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε και θα εξετάσουμε την εισήγηση που πρόβαλε η υπεράσπιση των δύο κατηγορουμένων για απόρριψη όλων των κατηγοριών στο στάδιο αυτό. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν είκοσι συνολικά μάρτυρες, οι εξεταστές της υπόθεσης, Αστ. 3981 Α. Παπανεοκλέους, ΜΚ1, ο Λοχ. 32 Χ. Χαραλάμπους, ΜΚ2, ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ Πανίκος Λεωνίδου, ΜΚ16, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ17, η νομική σύμβουλος του ΤΕΠΑΚ Ζωή Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, ο εσωτερικός ελεγκτής του ΤΕΠΑΚ Άκης Κλεάνθους, ΜΚ13, ο Φίλιππος Φιλίππου, ΜΚ14, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Οικονομικών και Ανθρωπίνου Δυναμικού, Κώστας Χόππας, ΜΚ3, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ Μαρία Τέκλου, ΜΚ4, Γενέθλιος Γενεθλίου, ΜΚ5, και Χριστιάνα Κωνσταντίνου, ΜΚ6, οι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου, Ελένη Κατσιολούδη, ΜΚ8, Μελίνα Παλμύρη, ΜΚ9, Θεόδωρος Χ"Δημητρίου, ΜΚ19, Σταύρος Τάκη, ΜΚ10 και Σωτήρης Δημοσθένους, ΜΚ11, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ που εργαζόντουσαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, Ιωάννης Βακανάς ΜΚ12, Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15 και Μαρίκα Νικολάου, ΜΚ18 και η Λειτουργός στο Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας Ρένα Αντωνιάδου, ΜΚ20. Κατατέθηκε μεγάλος όγκος εγγράφων, 119 συνολικά Τεκμήρια στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επίδικες συμφωνίες, τα πρακτικά των συνεδριών του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ, η αλληλογραφία μεταξύ των λειτουργών του ΤΕΠΑΚ και οι καταθέσεις των δύο κατηγορουμένων. Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν πέραν της μίας φοράς καθότι αποτελούσαν αναπόσπαστα μέρη των φακέλων. Ο όγκος της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τεράστιος. Θα προσπαθήσουμε όμως να τη συνοψίσουμε και να επικεντρωθούμε στα επίδικα γεγονότα. Το ΤΕΠΑΚ ιδρύθηκε με βάση το Νόμο 198(Ι)/2003 ο οποίος τροποποιήθηκε από το Νόμο 74(Ι)/2005 και δέχθηκε τους πρώτους φοιτητές το Σεπτέμβριο του 2007. Η στελέχωση του Πανεπιστημίου έγινε σταδιακά. Το πρώτο διοικητικό προσωπικό προσλήφθηκε το 2005. Μέχρι τις αρχές του 2012 το Πανεπιστήμιο διοικείτο από την Διοικούσα Επιτροπή η οποία είχε το ρόλο τόσο του Συμβουλίου ήτοι ασχολείτο με διοικητικά και οικονομικά θέματα του Πανεπιστημίου όσο και της Συγκλήτου, που ασχολείτο με τα ακαδημαϊκά θέματα. Αρχές του 2012 η Διοικούσα Επιτροπή έπαυσε να λειτουργεί και τα καθήκοντά της ανέλαβε το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου. Διευθυντής του Τμήματος Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ17. Ο ΜΚ17 κατείχε την πιο πάνω θέση από την 1.11.2005 μέχρι την 1.10.2012. Το Μάιο του 2012 ο μάρτυρας έλαβε προαφυπηρετική άδεια. Ο ΜΚ17 ήταν ο κατά Νόμο υπεύθυνος του προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου. Ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου εδίδετο στο ΜΚ17, αυτός όμως στη συνέχεια τον "εκχωρούσε" στους προϊσταμένους των διοικητικών υπηρεσιών που υπάγονταν σε αυτόν. Στο ΜΚ17 υπάγονταν έξι Διοικητικές Υπηρεσίες. Ανάμεσα στις πιο πάνω υπηρεσίες ήταν και η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, η οποία ασχολείτο με τα περιουσιακά στοιχεία του Πανεπιστημίου, κινητά και ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων και των θεμάτων στέγασης του Πανεπιστημίου. Ο προϊστάμενος της πιο πάνω Υπηρεσίας είχε την ευθύνη να εντοπίζει κτίρια που ήταν κατάλληλα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του Πανεπιστημίου. Στην Υπηρεσία αυτή εργαζόντουσαν αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, μηχανολόγοι και άλλοι επιστήμονες που ήταν σε θέση να δώσουν εξειδικευμένες απόψεις για τα συγκεκριμένα κτίρια. Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας υπέβαλλε σημειώματα στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου σε σχέση με τα κτίρια που η Υπηρεσία του θεωρούσε ως κατάλληλα. Στα σημειώματα συμπεριλαμβάνονταν οι απόψεις του προϊσταμένου και ενδεχομένως και άλλων μελών της Υπηρεσίας. Ο ρόλος του περιοριζόταν στην υποβολή εισηγήσεων, τις τελικές αποφάσεις για τα θέματα αυτά της ελάμβανε το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ, ΜΚ17. Η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας ήταν χωρισμένη σε τέσσερις τομείς, Προγραμματισμού και Μελετών Έργων με υπεύθυνη την αρχιτέκτονα Μυριάνθη Αστανιώτη, Κατασκευών και Συντήρησης με υπεύθυνο τον Πολιτικό Μηχανικό Γιάννη Οικονομίδη, Ηλεκτρολογικών και Μηχανολογικών Εργασιών με υπευθύνους τους Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη και Μάριο Στυλιανού και Ασφάλειας και Υγείας με υπεύθυνο τον Αιμίλιο Ιωάννου. Σύμφωνα με το ΜΚ17, κατά τον επίδικο χρόνο, οι τιμές των ακινήτων ήταν πολύ ψηλές και χαρακτήρισε την εποχή εκείνη ως τη "φούσκα των ακινήτων". Υπήρχε μία τεράστια πίεση, "σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα" για την στέγαση των φοιτητών. Ασφυκτική πίεση υπήρχε και στη συνέχεια για τη στέγαση των φοιτητών της Νοσηλευτικής Σχολής. Όλα τα κτίρια του ΤΕΠΑΚ, σύμφωνα πάντα με το ΜΚ17, έπρεπε να βρίσκονται κοντά στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά "η πολιτική απόφαση η οποία λήφθηκε από την Κεντρική Κυβέρνηση ας το πούμε, έβαλε το Πανεπιστήμιο εγκλωβισμένο σε ένα νοητό τετράγωνο πέριξ του ιστορικού κέντρου της Λεμεσού που έπρεπε να στεγάσει τους φοιτητές του ΤΕΠΑΚ". Αντικείμενο όλων των κατηγοριών είναι τα κτίρια που θα ανεγείροντο από τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd γνωστά ως κτίρια "Συμεών" και "Kαλυψώ" αντίστοιχα. Διευθυντής αμφοτέρων των πιο πάνω εταιρειών ήταν ο κατηγορούμενος 2. Την 31.7.2009 υπεγράφησαν δύο συμφωνίες ενοικίασης των δύο αυτών κτιρίων. Αποτελεί κοινή θέση όλων των μερών ότι δεν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία των προσφορών. Η Χριστιάνα Κωνσταντίνου, ΜΚ6, λειτουργός στην Υπηρεσία Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ από την 1.11.2006, κατέθεσε ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν ήταν οι μοναδικές όπου δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία των προσφορών. Υπήρξαν και άλλες συμφωνίες ενοικίασης κτιρίων, προτού καν αναλάβει καθήκοντα ο κατηγορούμενος 1, στις οποίες δεν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία των προσφορών. Παραθέτουμε στη συνέχεια τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής των δύο συμφωνιών ενοικίασης. Σε σχέση με το κτίριο "Συμεών" προκύπτει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι το ΤΕΠΑΚ με δημοσίευση ημερομηνίας 21.4.2008 ζήτησε από άτομα ή εταιρείες την εκδήλωση ενδιαφέροντος για ενοικίαση κτιρίων ελάχιστου εμβαδού 800 τ.μ. που διέθεταν ή θα διέθεταν στο άμεσο μέλλον για ικανοποίηση των αναγκών στέγασής του. Η εταιρεία Voltura Ltd εκδήλωσε ενδιαφέρον και απέστειλε σχετική επιστολή προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας προτείνοντας προς ενοικίαση κτίριο το οποίο θα ανέγειρε επί της οδού Ειρήνης, στην Ενορία Καθολικής. Την 8.7.2008 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, κατηγορούμενος 1, με σημείωμα του προς το Πρυτανικό Συμβούλιο πρότεινε προς ενοικίαση διάφορα ακίνητα για να καλυφθούν οι κτιριακές ανάγκες του Πανεπιστημίου. Μεταξύ των κτιρίων που πρότεινε ήταν και το κτίριο που θα ανέγειρε η εταιρεία Voltura Ltd γνωστό ως "ΣΥΜΕΩΝ". Στο σημείωμα του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι το κτίριο θα ανεγειρόταν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Πανεπιστημίου για σκοπούς στέγασης του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών. Το άτυπο Πρυτανικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρία του την 11.7.2008 μελέτησε το σημείωμα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος 1 για την ενοικίαση αριθμό ακινήτων που θα κάλυπταν τις κτιριακές ανάγκες του Πανεπιστημίου μέχρι το 2012 και εξουσιοδότησε τον κατηγορούμενο 1 να αρχίσει τις διαδικασίες διαπραγμάτευσης για ενοικίαση των πιο πάνω κτιρίων, μεταξύ των οποίων ήταν και το κτίριο "Συμεών", που θα ανεγείρετο επί της οδού Ειρήνης και το οποίο θα σχεδιαζόταν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ΤΕΠΑΚ. Λίγες μέρες αργότερα ο κατηγορούμενος 1, με επιστολή του ημερομηνίας 21.7.2008, πληροφόρησε την εταιρεία Voltura Ltd ότι το Πανεπιστήμιο θα αποδεχόταν την πρότασή του. Σε σχέση με το κτίριο "Καλυψώ" τέθηκε ενώπιον μας, από την Κατηγορούσα Αρχή, η πιο κάτω μαρτυρία: Την 13.3.2009 ο κατηγορούμενος 1 απέστειλε σημείωμα προς τη Διοικούσα Επιτροπή που περιλάμβανε διάφορες εισηγήσεις για ενοικίαση κτιρίων που θα κάλυπταν μέρος των αναγκών στέγασης του Πανεπιστημίου. Στις εισηγήσεις του περιλαμβανόταν και κτίριο που θα ανήγειρε η εταιρεία GVG Trading Ltd επί της οδού Ναυαρίνου για να καλύψει τις ανάγκες του Κέντρου Γλωσσών του Πανεπιστημίου. Το άτυπο Πρυτανικό Συμβούλιο συνεδρίασε την 18.3.2009. Κατά τη συνεδρία ήταν παρόντες η Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, ο Αντιπρόεδρος Οικονομικών και Διοίκησης και ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ17. Στη συνεδρία κλήθηκε και παρέστη για παροχή πληροφοριών, για συγκεκριμένα θέματα, ο κατηγορούμενος 1, ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Ο κατηγορούμενος 1 όμως αποχωρούσε από την αίθουσα πριν τη λήψη εκάστης απόφασης. Κατά τη συνεδρία ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε κατάλογο με τις προτεινόμενες ενοικιάσεις που θα κάλυπταν μέρος των αναγκών του Πανεπιστημίου. Μεταξύ των εισηγήσεων ήταν και το κτίριο που θα ανέγειρε η εταιρεία GVG Trading Ltd επί της οδού Ναυαρίνου. Το άτυπο Πρυτανικό Συμβούλιο αφού έλαβε γνώση των πιο πάνω παρέπεμψε το σημείωμα στην επόμενη συνεδρία της Διοικούσας Επιτροπής για έγκριση. Δύο μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 20.3.2009 συνεδρίασε η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΠΑΚ. Στη συνεδρία έλαβαν μέρος η Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, ο Αντιπρόεδρος Οικονομικών και Διοίκησης και ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ17 και επτά μέλη του Συμβουλίου. Και σε αυτή τη συνάντηση κλήθηκε και παρέστη για παροχή πληροφοριών, για συγκεκριμένα θέματα, ο κατηγορούμενος 1, ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Ο κατηγορούμενος 1 όμως αποχωρούσε από την αίθουσα πριν τη λήψη εκάστης απόφασης. Κατά τη συνεδρία με βάση πάντα τα πρακτικά αυτής, Τεκμήριο 26, έγινε αναλυτική ενημέρωση των μελών της Διοικούσας Επιτροπής από τον κατηγορούμενο 1 αναφορικά με τα κτίρια τα οποία αυτός εισηγείτο να ενοικιαστούν από το Πανεπιστήμιο. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα την ενοικίαση των κτιρίων στα οποία περιλαμβάνετο και το κτίριο που θα ανέγειρε η εταιρεία GVG Trading Ltd επί της οδού Ναυαρίνου. Την 31.7.2009 συνεδρίασε η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΠΑΚ. Παρόντες κατά τη συνεδρία ήταν η Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος Οικονομικών και Διοίκησης, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Ανδρέας Μαλλούππας (ΜΚ17) και επτά μέλη. Κατά τη συνεδρία η Επιτροπή ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου. Ενημερώθηκε ότι θα υπήρχε μείωση του προϋπολογισμού για το 2010 και ως εκ τούτου έθεσε ως πρώτιστο μέλημα της τη μέγιστη αξιοποίηση των κονδυλίων του 2009. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά, από τα πρακτικά της συνεδρίας, Τεκμήριο 73: «2.2 Προϋπολογισμός 2010 Η ΔΕ ενημερώθηκε από το ΔΔΟ αναφορικά με προφορική ενημέρωση που είχε από τον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού ότι τελικά ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου για το 2010 θα είναι κατά πολύ χαμηλότερος των 62 εκ. Ευρώ που είχε κοινοποιηθεί γραπτώς προς το Πανεπιστήμιο από τον Υπουργό ως το όριο, ύστερα από τις σχετικές διαβουλεύσεις Υπουργείου-Πανεπιστημίου. Η ΔΕ θα αναμένει την επίσημη γραπτή πληροφόρηση επί τούτου πριν προχωρήσει σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Πρώτιστο μέλημά της επί του παρόντος είναι η μέγιστη αξιοποίηση των κονδυλίων του 2009 εστιάζοντας την προσοχή της σε δαπάνες που είναι κρίσιμης σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη του Πανεπιστημίου και ταυτόχρονα περιορίζοντας τις λειτουργικές δαπάνες οι οποίες σε περίοδο οικονομικής κρίσης μπορεί να κριθούν ως πολυτέλεια.» Κατά την ιδίαν συνεδρία η Επιτροπή εξουσιοδότησε τον Ανδρέα Μαλλούππα και τον Κώστα Χόππα, Προϊστάμενο ΥΟΑΔ να διερευνήσουν που θα μπορούσαν να γίνουν προπληρωμές ή και να αγοραστούν εξοπλισμοί που θα αξιοποιούνταν το 2010 με στόχο την αξιοποίηση του προϋπολογισμού του 2009. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας, Τεκμήριο 73: «Η ΔΕ εξουσιοδότησε το ΔΔΟ και τον Προϊστάμενο ΥΟΑΔ σε συνεργασία με τα Τμήματα και τις Υπηρεσίες να διερευνήσουν που ενδείκνυται να γίνουν περαιτέρω μεταφορές κονδυλίων ή/και που μπορούν να γίνουν προπληρωμές ή/και να αγοραστούν εξοπλισμοί που θα αξιοποιηθούν εντός του 2010 με στόχο την όσο γίνεται μεγαλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων κονδυλίων από τον Προϋπολογισμό του 2009, κυρίως σε σχέση με εξοπλισμούς και κτήρια. Η ΔΕ να ενημερωθεί σχετικά κατά την επόμενη συνεδρία της για να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις.» Την ιδία ημέρα, ήτοι την 31.7.2009, ως αναφέραμε και ανωτέρω, υπεγράφησαν μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των εταιρειών Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, Συμφωνίες Ενοικίασης των κτιρίων που θα ανέγειραν οι πιο πάνω εταιρείες. Αμφότερα τα έγγραφα αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 5. Με βάση τη Συμφωνία Ενοικίασης που υπεγράφη μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και της Voltura Ltd, το ακίνητο που θα ανεγείρετο θα αποτελείτο από υπόγειο χώρο στάθμευσης, ισόγειο και δύο ορόφους. Στο ισόγειο θα υπήρχε αμφιθέατρο χωρητικότητας 240 θέσεων ενώ στους ορόφους θα υπήρχαν αίθουσες διδασκαλίας. Τόσο στο ισόγειο όσο και στους δύο ορόφους θα υπήρχε χώρος υποδοχής, χώροι υγιεινής, ανελκυστήρες και κλιμακοστάσιο. Ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου καθορίστηκε η 1.1.2011. Το ενοίκιο θα καταβάλλετο την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από την ημερομηνία παράδοσης. Με βάση την Συμφωνία Ενοικίασης που υπεγράφη μεταξύ της GVG Trading Ltd και του ΤΕΠΑΚ, το ακίνητο που θα ανεγείρετο θα αποτελείτο από ισόγειο και τρεις ορόφους. Στο κτίριο θα υπήρχαν 15 χώροι στάθμευσης, αίθουσες διδασκαλίας, χώροι συνεδριάσεων, ένα στούντιο, γραφεία, χώροι υγιεινής και κλιμακοστάσια. Ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου καθορίστηκε η 1.9.2010. Το ενοίκιο θα καταβάλλετο την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από την ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου. Η διάρκεια ενοικίασης που προβλεπόταν και στις δύο περιπτώσεις ήταν πολυετής. Και στις δύο Συμφωνίες Ενοικίασης, υπήρχε πρόνοια ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούτο όπως εκτελέσει όλες τις εργασίες που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Γ" με βάση τις προδιαγραφές που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Δ". Τα Παραρτήματα Γ και Δ ήταν συνημμένα στις Συμφωνίες. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούτο επίσης να εγκαταστήσει τον εξοπλισμό που θα της ζητούσε το ΤΕΠΑΚ, εντός 60 ημερών από την υπογραφή της Συμφωνίας. Και στις δύο Συμφωνίες υπήρχε ρητός όρος ότι η εγκατάσταση του εξοπλισμού στο ακίνητο θα γινόταν με ευθύνη της ιδιοκτήτριας εταιρείας και έξοδα του ενοικιαστή ήτοι του ΤΕΠΑΚ. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική παράγραφο, παράγραφος 1.5 της Συμφωνίας: «"Eξοπλισμός" : σημαίνει τα αντικείμενα, που θα εγκατασταθούν στο Ακίνητο με ευθύνη του Ιδιοκτήτη και έξοδα του Ενοικιαστή, ο οποίος, εντός 60 ημερών από την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας, θα γνωστοποιήσει στον Ιδιοκτήτη το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον χώρο εγκατάστασης και οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες κρίνει αναγκαίες και αφορούν ή σχετίζονται με τον Εξοπλισμό. Το κόστος του Εξοπλισμού και ο τρόπος καταβολής του, θα φαίνεται αναλυτικά σε προσφορά που ο ιδιοκτήτης θα υποβάλει και ο Ενοικιαστής θα αποδεχτεί, η οποία θα αποτελεί μέρος της παρούσας Συμφωνίας. Ο Εξοπλισμός θα ανήκει στον Ενοικιαστή.» Οι Συμφωνίες Ενοικίασης, υπεγράφησαν εκ μέρους του ΤΕΠΑΚ από τον Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17. Ο τελευταίος ήταν αυτός που είχε δώσει οδηγίες στην εσωτερική σύμβουλο του ΤΕΠΑΚ, τη Ζωή Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, να τις συντάξει. Η ΜΚ7 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι είχε χρησιμοποιήσει για τη σύνταξη των επιδίκων Συμφωνιών ένα "σχέδιο/δείγμα συμφωνίας" που χρησιμοποιούσε και σε άλλες περιπτώσεις. Το πιο πάνω "δείγμα συμφωνίας" το είχε συντάξει σε συνεργασία με το Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17. Το δείγμα αυτό "καθιερώθηκε", ως ανέφερε χαρακτηριστικά για όλες τις συμφωνίες ενοικίασης που έκανε το ΤΕΠΑΚ. Οι συμφωνίες διαφοροποιούνταν σε σχέση με ορισμένα σημεία, ήτοι τα στοιχεία του ιδιοκτήτη, την περιγραφή των ακινήτων, τα ποσά των ενοικίων, τις εργασίες που θα εκτελούνταν και τον εξοπλισμό. Η μάρτυρας λάμβανε οδηγίες σε σχέση με τη σύνταξη συμφωνιών από τον Ανδρέα Μαλλούππα, ο οποίος στη συνέχεια την παρέπεμπε στον κατηγορούμενο 1. Ο τελευταίος της έδιδε τις λεπτομέρειες που αυτή χρειαζόταν για να συμπληρώσει τις συμφωνίες. Η ΜΚ7 κατέθεσε επίσης ότι δεν διδόταν η απαιτούμενη σημασία στη σύνταξη των συμφωνιών, υπήρχε η αντιμετώπιση ότι ". αυτά όλα είναι νομικίστικα και οι δικηγόροι ζητούν πληροφορίες, λεπτομέρειες και μπαίνουν σε λεπτομέρειες αχρείαστες". Ερωτηθείσα αργότερα ποιοι δεν έδιδαν την απαιτούμενη σημασία, κατονόμασε τον Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17 και τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, ήτοι τον κατηγορούμενο 1. Κατά το χρόνο σύναψης των δύο συμφωνιών ενόψει του γεγονότος ότι ο εξοπλισμός δεν ήταν γνωστός, ". χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να τον αναλύσουν", τέθηκε ο όρος για παράδοση του σχετικού καταλόγου εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας. Υπήρξε, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα "αδικαιολόγητη βία" για να υπογραφούν οι Συμφωνίες, με αποτέλεσμα να μείνουν κάποια "κενά" σε αυτές. Της ελέχθη ότι τα κενά αυτά θα εξετάζονταν στην πορεία. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν ήταν οι μοναδικές που υπεγράφησαν μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των εταιρειών στις οποίες είχε συμφέροντα ο κατηγορούμενος 2. Η γραμματειακή λειτουργός του ΤΕΠΑΚ Μαρίκα Νικολάου, ΜΚ18, κατέθεσε ότι το ΤΕΠΑΚ συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 2 σε ακόμη τέσσερα κτίρια ενώ ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Πανίκος Λεωνίδου, ΜΚ16, τόνισε την καλή συνεργασία που είχε το ΤΕΠΑΚ με τον κατηγορούμενο 2. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά ". ο κ. X"Γεωργίου ήταν ένας εργολάβος ο οποίος ήταν γνωστός και προς τον κ. Κοντίδη ο οποίος ήταν πρώην δήμαρχος, είχε κάμει και άλλα έργα στο Δήμο Λεμεσού και υπήρχε μία καλή επικοινωνία και μία καλή συνεννόηση." Πρόσθεσε, στη συνέχεια, ότι υπήρχε "απόλυτη εμπιστοσύνη". Μετά την υπογραφή των πιο πάνω Συμφωνιών έγιναν συναντήσεις μεταξύ των τεχνικών του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσίας, ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου και εκπροσώπων της εταιρείας Voltura Ltd για συζήτηση τεχνικών θεμάτων που αφορούσαν τόσο το κτίριο "Συμεών" όσο και το κτίριο "Καλυψώ". Με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα με βάση τη μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17, σε αυτές τις συναντήσεις ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη. Την 23.11.2009 ο κατηγορούμενος 2 απέστειλε δύο επιστολές προς το ΤΕΠΑΚ εις προσοχήν του Ανδρέα Μαλλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17, με κοινοποίηση στον κατηγορούμενο 1, Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας που αφορούσαν τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Στις πιο πάνω επιστολές επισυνάφθηκαν πίνακες με αναλυτική κατάσταση "των επιπλέον εργασιών/εξοπλισμού" που θα έπρεπε να γίνουν στα δύο κτίρια. Το περιεχόμενο των δύο επιστολών είναι ταυτόσημο, με τη μόνη διαφορά στο όνομα του κτιρίου, η μία αφορούσε το "Συμεών" και η άλλη το "Καλυψώ". Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήρια 62 και 63 αντίστοιχα, καθότι αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών 13 μέχρι 18 και 20.: «Θέμα: Έργο Κτίριο Συμεών Αξιότιμε Κύριε, Σε συνέχεια της υπογραφής του συμβολαίου ημερομηνίας 31.7.2009 μεταξύ της εταιρείας μας και του Πανεπιστημίου, και των συναντήσεων που είχαμε με τους Τεχνικούς του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσίας ως επίσης και με τους ακαδημαϊκούς, έχουμε καταλήξει στον εξοπλισμό και τις επιπλέον εργασίες που χρειάζεται να γίνουν στο κτίριο, για να μπορεί να λειτουργήσει σύμφωνα με τις απαιτήσεις σας. Επισυνάπτεται πίνακας με αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών/εξοπλισμού που θα γίνουν. Παρακαλώ όπως επισυναφθούν στο μεταξύ μας συμβόλαιο σύμφωνα με όρο 1,5 του συμβολαίου.» Ο κατηγορούμενος 1, τη 2.12.2009, απέστειλε σημείωμα προς τον Ιωάννη Μαντά, Αντιπρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής με κοινοποίηση προς τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής, τον Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών και τον Προϊστάμενο του ΥΣΦΜ, με το οποίο τους πληροφορούσε για τις κατασκευαστικές εργασίες που θα έπρεπε να γίνουν και για τον εξοπλισμό που θα έπρεπε να εγκατασταθεί στα κτίρια που θα ανεγείρονταν, "Συμεών" και "Kαλυψώ". Τους πληροφόρησε για το κόστος των πιο πάνω εργασιών και του εξοπλισμού, επισύναψε ανάλυση των ποσών και εισηγήθηκε παράλληλα τα ποσά αυτά επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του 2009 και να δοθούν στις ιδιοκτήτριες εταιρείες προκαταβολικά. Το πιο πάνω σημείωμα αποτελεί αντικείμενο των κατηγοριών 13 μέχρι 18 και 20 και ως εκ τούτου κρίνουμε σκόπιμο να το παραθέσουμε αυτούσιο (Τεκμήριο 25): «ΘΕΜΑ : Νέες Κτηριακές Εγκαταστάσεις Σχολής Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ) στην Λεμεσό Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα θα ήθελα να σας πληροφορήσω τα ακόλουθα: 1. Το Πανεπιστήμιο έχει κλείσει συμφωνίες ενοικιάσεως για τα κτήρια των Εταιρειών Voltura (οδός Ειρήνης) και GVG Trading (οδός Ναυαρίνου) τα οποία θα ανεγερθούν για τις ανάγκες μεταστέγασης της ΣΕΥ στην Λεμεσό. Τα κτήρια αυτά θα στεγάσουν τις εργαστηριακές ανάγκες της Σχολής (κτήριο Καλυψώ - GVG Trading) και τις διδακτικές ανάγκες της Σχολής (κτήριο Συμεών - Voltura). 2. Για να δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές στα κτήρια θα πρέπει να εγκατασταθεί σε αυτά εργαστηριακός εξοπλισμός και να γίνουν οι σχετικές κατασκευαστικές εργασίες. Οι ανάγκες της Σχολής σε εργαστηριακές και άλλες υποδομές έχουν διερευνηθεί και καταγραφεί σε συναντήσεις που είχε ο Προϊστάμενος της ΥΔΠ με μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού της Σχολής καθώς και με τον κ. Σάββα Σαββίδη, Ανώτερο Λειτουργό του Πανεπιστημίου. Για τον σκοπό αυτό έχουν ετοιμαστεί κατασκευαστικά σχέδια, τα οποία δόθηκαν στους Ιδιοκτήτες να τα κοστολογήσουν. Οι εργασίες αυτές θα γίνουν από τους Ιδιοκτήτες των κτηρίων ώστε τα κτήρια να είναι έτοιμα προς χρήση εντός του 2010. Στα συμβόλαια ενοικίασης των κτηρίων υπάρχει η σχετική πρόνοια, σύμφωνα με την οποία το Πανεπιστήμιο θα δώσει στους Ιδιοκτήτες τις απαιτήσεις του που αφορούν εξοπλισμό και επιπλέον εργασίες, τις οποίες ο Ιδιοκτήτης δεσμεύεται να τις εκτελέσει. Οι κατασκευαστικές εργασίες και ο εξοπλισμός έχουν κοστολογηθεί από τις Ιδιοκτήτριες Εταιρείες, ανάλυση των οποίων επισυνάπτεται στο σημείωμα. Οι εργασίες αυτές κοστολογήθηκαν βάση τιμών μονάδος που εξασφάλισε η ΥΔΠ από προηγούμενα Συμβόλαια με Εργολάβους ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι το Πανεπιστήμιο θα πληρώσει τις πιο συμφέρουσες τιμές για τις εργασίες αυτές. Συγκεκριμένα για το κτήριο Καλυψώ επί της οδού Ναυαρίνου στο οποίο θα κατασκευαστούν 7 εργαστήρια της ΣΕΥ θα απαιτηθούν €130.000 για εξοπλισμό και €367.000 για επιπλέον εγκαταστάσεις και υποδομές (+ ΦΠΑ). Για το κτήριο Συμεών επί της οδού Ειρήνης στο οποίο θα στεγαστούν 3 αίθουσες Η/Υ, 3 αίθουσες Η/Υ για πς ανάγκες του Κέντρου Γλωσσών, οι οποίες θα εξυπηρετούν κυρίως την ΣΕΥ και 1 αμφιθέατρο των 242 ατόμων, θα απαιτηθούν €108.000 για εξοπλισμό και €333.000 για επιπλέον εγκαταστάσεις και υποδομές (+ ΦΠΑ). Τα πιο πάνω ποσά θα είναι καλύτερα για το Πανεπιστήμιο αν επιβαρύνουν τον φετινό προϋπολογισμό στον οποίο η απορρόφηση των κονδυλίων είναι σχετικά μικρή. Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση της ΔΕ με την οποία η ΥΔΠ έχει πάρει έγκριση να προπληρώσει κάποιες κατασκευαστικές εργασίες ώστε να αυξηθεί η απορρόφηση του προϋπολογισμού του 2009. Σε περίπτωση που τα πιο πάνω κόστα επιβαρύνουν τον νέο προϋπολογισμό του 2010, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μην υπάρχει διαθέσιμο ποσό γι' αυτά λόγω της δραστικής μείωσης του προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου. Ως εκ τούτου, κρίνεται εξαιρετικά επείγον και αναγκαίο όπως η ΔΕ εγκρίνει τα πιο πάνω ποσά, ώστε μεγάλο μέρος αυτών να δοθεί προκαταβολικά στις Ιδιοκτήτριες Εταιρείες, θα ζητηθούν, φυσικά, από αυτές σχετικές Τραπεζικές εγγυητικές επιστολές ώστε το Πανεπιστήμιο να είναι πλήρως εξασφαλισμένο σε οποιαδήποτε περίπτωση (παρόμοια τακτική ακολουθείται σε όλα τα κατασκευαστικά έργα του Δημοσίου). Παρακαλώ όπως προωθήσετε το πιο πάνω αίτημα στην ΔΕ, με την δικαιολογία του κατεπειγόντος, ούτως ώστε να μπορέσει το Πανεπιστήμιο να ανταποκριθεί με επιτυχία στην μεταστέγαση της Σχολής Επιστημών Υγείας στην Λεμεσό.» Την 4.12.2009 η Διοικούσα Επιτροπή συνεδρίασε για διάφορα θέματα που αφορούσαν την εύρυθμη λειτουργία του Πανεπιστημίου. Παρόντες κατά τη συνεδρία ήταν έντεκα πρόσωπα, η Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, ο Αντιπρόεδρος Οικονομικών και Διοίκησης, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17 και επτά μέλη. Κατά τη συνεδρία κλήθηκε και παρέστη ο κατηγορούμενος 1 για να παρέχει πληροφορίες για τα θέματα που τον αφορούσαν, αποχωρούσε όμως από την αίθουσα πριν τη συζήτηση και τη λήψη κάθε απόφασης. Ένα από τα θέματα που απασχόλησε τη Διοικούσα Επιτροπή ήταν η χαμηλή απορροφητικότητα των κονδυλίων του 2009. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα ως καταγράφεται στα πρακτικά της πιο πάνω συνεδρίας και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 25: «Η χαμηλή απορροφητικότητα που παρουσιάζεται σε σχέση με τον Προϋπολογισμό για το 2009, οφείλεται κυρίως σε κάποιες δυσκολίες, οι οποίες παρουσιάστηκαν και καθυστέρησαν την υλοποίηση σημαντικών αναπτυξιακών έργων (σε κτηριακές και ηλεκτρονικές υποδομές), τα οποία, όμως, πρέπει αναγκαστικά να υλοποιηθούν το 2010, διαφορετικά θα προκύψουν σοβαρότατα λειτουργικά προβλήματα για το Πανεπιστήμιο. Ως εκ τούτου, η σχετικά χαμηλή απορροφητικότητα που παρουσιάζει το Πανεπιστήμιο σε σχέση με ορισμένα άρθρα του Προϋπολογισμού του 2009, δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για περαιτέρω περικοπές από τον Προϋπολογισμό του 2010.» Κατά την ίδια συνεδρία η Διοικούσα Επιτροπή ενημερώθηκε από το Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17, για την μεταφορά του Τμήματος Νοσηλευτικής από τη Λευκωσία στη Λεμεσό. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης η Διοικούσα Επιτροπή εξουσιοδότησε τον Αντιπρόεδρο των Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, τον Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών και τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες όπως επιληφθούν όλων των θεμάτων που άπτονταν της μετακόμισης του πιο πάνω Τμήματος στη Λεμεσό. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι οι συζητήσεις για τη μεταφορά της Νοσηλευτικής Σχολής από τη Λευκωσία στη Λεμεσό είχαν αρχίσει από το 2008. Σχετική επί τούτου είναι η μαρτυρία του ΜΚ3. Η απόφαση για τη μεταφορά της πιο πάνω Σχολής λήφθηκε από την κυβέρνηση χωρίς να ζητηθούν οι απόψεις του ΤΕΠΑΚ. Σχετική επί τούτου είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17. Στην ίδια συνεδρία η Διοικούσα Επιτροπή ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 1 για τις Συμφωνίες Ενοικίασης των κτιρίων "Καλυψώ" και "Συμεών" και τις υποδομές που θα έπρεπε να γίνουν για να μπορέσουν τα κτίρια αυτά να καλύψουν τις διδακτικές και εργαστηριακές ανάγκες της Σχολής Επιστημών Υγείας που θα μεταστεγαζόταν στη Λεμεσό. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας: «Η ΔΕ ενημερώθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας για τις συμφωνίες ενοικίασης του κτηρίου Συμεών της εταιρείας Voltura (Οδός Ειρήνης) και του κτηρίου Καλυψώ της εταιρείας GVG Trading (Οδός Ναυαρίνου), τα οποία θα στεγάσουν τις διδακτικές και εργαστηριακές ανάγκες της Σχολής Επιστημών Υγείας, με τη μεταστέγαση της στη Λεμεσό. Για να δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές στα κτήρια, θα πρέπει να εγκατασταθεί σε αυτά εργαστηριακός εξοπλισμός και να γίνουν οι σχετικές κατασκευαστικές εργασίες. Οι εργασίες αυτές θα γίνουν από τους Ιδιοκτήτες των κτηρίων ώστε αυτά να είναι έτοιμα προς χρήση εντός του 2010. Για το κτήριο Συμεών απαιτούνται €107,436.00 (+ΦΠΑ) για εξοπλισμό και €332,275.00 (+ΦΠΑ) για επιπλέον εγκαταστάσεις και υποδομές και για το κτήριο Καλυψώ €129,752.50 (+ΦΠΑ) για εξοπλισμό και €366,567.00 (+ΦΠΑ) για επιπλέον εγκαταστάσεις και υποδομές. Απόφαση: Η ΔΕ ενέκρινε την προπληρωμή του 80% του συνολικού κόστους που προκύπτει για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών στα κτήρια Συμεών και Καλυψώ, από τα αδιάθετα ποσά του Προϋπολογισμού για το 2009. Επίσης, αποφασίστηκε όπως κατατεθούν εκ μέρους των Ιδιοκτητών, Τραπεζικές Εγγυήσεις προς όφελος του Πανεπιστημίου.» Ο Ανδρέας Μαλλούππας, Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ, ΜΚ17, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με τις προκαταβολές, τόνισε ότι τον τελευταίο λόγο τον είχε η Διοικούσα Επιτροπή του Πανεπιστημίου. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Τόσο οι τεχνικοί της Υπηρεσίας, όσο και οι ακαδημαϊκοί μπορεί να ζητήσουν αυτά που εκείνοι πιστεύουν ότι πρέπει να έχουν. Το αρμόδιο όργανο που θα εγκρίνει αν θα έχουν αυτά τα πράγματα, είναι η Διοικούσα Επιτροπή του Πανεπιστημίου, γι΄ αυτό από την προηγούμενη δικάσιμο είδα ένα σημείωμα του κύριου Αχιλλίδη, νομίζω μέσα στον Δεκέμβρη που το υπέβαλε τον κατάλογο αυτόν στη Διοικούσα, για να της δοθεί η ευκαιρία, εκείνη είναι που έχει τον τελικό λόγο αν οι ακαδημαϊκοί και οι τεχνικοί θα έχουν αυτά τα πράγματα που λέει εδώ.» Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι ένας από τους λόγους που δόθηκαν οι προκαταβολές ήταν "για να απορροφηθούν από το ΤΕΠΑΚ τα κονδύλια του 2009". Την 11.12.2009 οι εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd έλαβαν δύο επιταγές, Τεκμήριο 20 Α, ως προκαταβολή για τα ποσά των €404.534,12 και €456.613,94 αντίστοιχα, τα οποία κατατέθηκαν σε λογαριασμούς που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Για την καταβολή των πιο πάνω ποσών εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμών με οδηγίες πληρωμής υπογεγραμμένες από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήρια 12 και 13. Τα ποσά που δόθησαν ως προκαταβολές κατατέθηκαν στους λογαριασμούς των δύο εταιρειών, σχετική είναι η μαρτυρία της Μελίνας Παλμύρη, ΜΚ9. Τα πιο πάνω ποσά μεταφέρθηκαν σταδιακά από τους λογαριασμούς των δύο εταιρειών στο λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd στην Τράπεζα Κύπρου. Η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd ήταν η εργολάβος των έργων "Συμεών" και "Καλυψώ". Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του Θεόδωρου Χ"Δημητρίου, ΜΚ19, Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών. Αποτελεί κοινή θέση όλων των μερών ότι οι πιο πάνω προκαταβολές δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ χωρίς να υπάρχει σχετική πρόνοια στις επίδικες Συμφωνίες και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τις ιδιοκτήτριες, ήτοι τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd και ή το διευθυντή αυτών κατηγορούμενο 2. Οι πιο πάνω εταιρείες ουδέποτε ζήτησαν από το ΤΕΠΑΚ όπως οι δαπάνες για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών καταβληθούν προκαταβολικά. Για εξασφάλιση των πιο πάνω ποσών που δόθηκαν προκαταβολικά οι εμπλεκόμενες εταιρείες έδωσαν δύο εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 81 και 82 αντίστοιχα. Οι εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου την 8.12.2009 και έληγαν την 8.12.2010. Το λεκτικό των δύο εγγυητικών ήταν πανομοιότυπο, το μόνο που διέφεραν ήταν τα στοιχεία των δύο εταιρειών και το ποσό της εγγύησης. Το ποσό της εγγύησης αντιστοιχούσε με το ποσό της προκαταβολής που δόθηκε σε κάθε εταιρεία. Και στις δύο εγγυητικές επιστολές γινόταν πρόνοια για μείωση του εγγυημένου ποσού κάθε μήνα και στην ημερομηνία λήξης τους το ποσό μηδενιζόταν. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική πρόνοια από την εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd που αφορά το κτίριο "Συμεών": «Κατά παράκληση των κυρίων VOLTURA LIMITED (οι αιτητές) κρατούμε στη διάθεσή σας το πιο πάνω ποσό ως εγγύηση, για την από μέρους σας προκαταβολή ποσού EUR404.534,12 (EYΡΩ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΕΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΙ 12/100) προς τους αιτητές σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ σας συμφωνίας ημερομηνίας 31/07/2009 για ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ ("ΣΥΜΕΩΝ") EΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ, ΕΝΟΡΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ το οποίο αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε χωρίς αναφορά στους αιτητές και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους, αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποία πρέπει να αναφέρετε ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της πιο πάνω συμβολαίου/συμφωνίας και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή. Αποτελεί ουσιώδη όρο της παρούσης εγγυητικής ότι η υποχρέωση της Τράπεζας θα μειώνεται κατά EUR36.775,83 (ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ 83/100) αρχής γενομένης από 08/02/2010 η δε εγγύηση μας θα συνεχίσει να ισχύει για το μειωμένο από καιρού εις καιρό ποσό μέχρι τελείας εξόφλησης της ή μέχρι την 08/12/2010 (ημερομηνίας λήξης) οποιοδήποτε συμβεί πρώτο, μετά το οποίο γεγονός ή την οποία ημερομηνία οποιαδήποτε υποχρέωση μας δυνάμει της εγγυήσεως αυτής τερματίζεται η δε εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς οποιαδήποτε αξία.» Παρόμοια πρόνοια περιλαμβάνεται και στην εγγυητική επιστολή της εταιρείας GVG Trading Ltd που αφορά το κτίριο "Kαλυψώ" με τη μόνη διαφορά ότι η μηνιαία μείωση του ποσού ήταν διαφορετική, ήτοι €57.076,74. Η Ελένη Κατσιολούδη, ΜΚ8, Διευθύντρια του Κέντρου Εμπορικών Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό και Πάφο, κατέθεσε ότι η Τράπεζα Κύπρου έθεσε ως όρο για την έκδοση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών την κατάθεση ποσών ίσων με αυτά που εγγυήθηκε η Τράπεζα σε λογαριασμούς που θα ήταν υπό τον έλεγχο της Τράπεζας. Οι εμπλεκόμενες εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, συμμορφώθηκαν με τον πιο πάνω όρο και άνοιξαν λογαριασμούς, στους οποίους κατέθεσαν τα ποσά που εγγυήθηκε η Τράπεζα, που ως αναφέραμε και πιο πάνω, αντιστοιχούσαν με τα ποσά που δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ στις δύο εταιρείες ως προκαταβολή. Τα ποσά που είχαν δεσμευθεί με τον τρόπο που περιγράφουμε πιο πάνω, μειώνονταν ανάλογα και με τη μείωση της εγγυητικής. Η Όλγα Σωτηρίου Κωνσταντίνου, ΜΚ15, εργαζόταν από το 2005 στο ΤΕΠΑΚ και εκτελούσε καθήκοντα βοηθού γραμματειακού λειτουργού. Κατά τον επίδικο χρόνο προϊστάμενος της μάρτυρος ήταν ο κατηγορούμενος 1. Το γραφείο της μάρτυρος βρισκόταν δίπλα από το γραφείο του κατηγορουμένου 1. Ανάμεσα στα καθήκοντα της μάρτυρος ήταν η αρχειοθέτηση των εγγράφων. H μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 2 επισκεπτόταν τα γραφεία τους και προσκόμιζε τις εγγυητικές επιστολές που αφορούσαν το κτίριο "Συμεών". Συγκεκριμένα προσκόμισε εγγυητικές επιστολές που αφορούσαν τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012. Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Ένδειξη Ξ2, ανέφερε ότι το έτος 2009 ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε τα γραφεία τους και της παρέδωσε την πρώτη εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου. Η μάρτυρας ζήτησε οδηγίες από τον υπεύθυνό της, τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με την αρχειοθέτηση των εγγράφων αυτών και ο τελευταίος της είπε να ανοίξει ένα ξεχωριστό φάκελο στον οποίο θα τοποθετούσε τις εγγυητικές, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ο φάκελος αυτός φυλάττετο στο γραφείο του κατηγορουμένου 1 σε ξεχωριστό ερμάρι το οποίο κλείδωνε. Κατά την προφορική της μαρτυρία διευκρίνισε ότι το κλειδί βρισκόταν πάντα πάνω στο ερμάρι. Στο φάκελο αυτό η μάρτυρας τοποθέτησε αρχικά τις δύο πρωτότυπες εγγυητικές επιστολές του 2009. Το 2010, πριν την λήξη των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών, η μάρτυρας, μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου 1, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 και του ζήτησε όπως προσκομίσει ανανεωμένες εγγυητικές. Ο κατηγορούμενος 2 προσήλθε στο γραφείο της, ζήτησε την πρωτότυπη εγγυητική του 2009 και την επομένη μέρα της παρουσίασε ανανεωμένη εγγυητική για το 2010. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τα έτη 2011, 2012. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο 2 επιστολές για ανανέωση των εγγυητικών επιστολών. Όταν ο κατηγορούμενος 2 παραλάμβανε τις εν λόγω επιστολές η μάρτυρας του ζητούσε όπως υπογράφει τα φωτοαντίγραφα των επιστολών αυτών ως απόδειξη του γεγονότος ότι τα παρέλαβε. Επρόκειτο για μία "πολιτική" που ακολουθείτο στο Τμήμα της σε σχέση με τις επιστολές που παραδίδονταν προσωπικά, να ζητείται η υπογραφή του παραλήπτη επί του αντιγράφου του εγγράφου που παρέμενε στο φάκελο για να είναι "σίγουρη ότι η επιστολή παραλήφθηκε". H μάρτυρας δεν ακολούθησε την πιο πάνω διαδικασία στην περίπτωση των επίδικων εγγυητικών επιστολών. Τέλη του 2013 ο κατηγορούμενος 2 προσήλθε στο γραφείο της, έλαβε την πρωτότυπη εγγυητική επιστολή, δεν παρουσίασε όμως ανανεωμένη εντός της ίδιας ή της επομένης μέρας. Η μάρτυρας ουδέποτε διάβασε το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών και δεν γνώριζε ο,τιδήποτε σε σχέση με αυτές. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι προτού παραδώσει τις πρωτότυπες εγγυητικές επιστολές στον κατηγορούμενο 2 έβγαζε φωτοτυπίες των εγγράφων αυτών. Τις φωτοτυπίες αυτές τις φύλαττε σε ένα ξεχωριστό φάκελο που ήταν στο γραφείο της. Η μάρτυρας απέστειλε αντίγραφα των εγγυητικών αυτών και σε άλλα Τμήματα του Πανεπιστημίου, όταν της το ζητούσαν. Απέστειλε μεταξύ άλλων και στο Λογιστήριο του Πανεπιστημίου. Το κτίριο "Συμεών" δεν ολοκληρώθηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου και την 10.4.2012 υπεγράφη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμπληρωματική Συμφωνία με την οποία μετατέθηκε η ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου την 1.4.2013. Το πιο πάνω κτίριο ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Η νομική σύμβουλος του ΤΕΠΑΚ Ζωή Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε ζητήσει τις απόψεις της για το θέμα των καθυστερήσεων που παρατηρούνταν στην ανέγερση των κτιρίων. Η μάρτυρας γνωμοδότησε ότι το Πανεπιστήμιο είχε δύο επιλογές, είτε τον τερματισμό της Συμφωνίας, είτε την αξίωση για καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης λόγω της καθυστέρησης. Οι συμφωνίες δεν τερματίστηκαν, υπογράφηκαν όμως προς διευθέτηση του θέματος οι πιο πάνω συμπληρωματικές Συμφωνίες. Οι λόγοι που το κτίριο ουδέποτε ολοκληρώθηκε είναι πολλοί, ως διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον μας. Δεν σκοπεύουμε να ενδιατρίψουμε σε βάθος σε σχέση με το θέμα αυτό, καθότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Θα περιοριστούμε σε μία σύνοψη των γεγονότων για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης πραγμάτων. Το κτίριο ως αναφέραμε και ανωτέρω προοριζόταν αρχικά για σκοπούς στέγασης του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών. Στη συνέχεια, λίγο χρόνο μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ημερομηνίας 31.7.2009, αποφασίστηκε όπως το εν λόγω κτίριο διατεθεί για τις ανάγκες της Νοσηλευτικής Σχολής. Σε κάποιο χρόνο, μετά την υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών, η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου απαίτησε όπως στο κτίριο τοποθετηθεί διπλός υποσταθμός της Ηλεκτρικής, ο οποίος θα τροφοδοτούσε με ρεύμα όλα τα κτίρια του ΤΕΠΑΚ στην περιοχή των οδών Ειρήνης και Ελευθερίας. Ενόψει τούτου δημιουργήθηκε η ανάγκη για ανέγερση δεύτερου υπογείου στο κτίριο. Η αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας κατατέθηκε την 31.3.2010. Η εξέτασή της διήρκησε επτά περίπου μήνες και εκδόθηκε τελικά την 27.10.2010 (Τεκμήριο 33, σελίδες 31-37). Το Νοέμβριο του 2010 επανήρχισαν οι εργασίες εκσκαφής των υπογείων αλλά λόγω της χειμερινής περιόδου και του ψηλού υδροφόρου ορίζοντα δεν προχώρησαν με ταχύ ρυθμό. Τον Ιούνιο του 2012 άρχισαν εργασίες ανάπλασης της οδού Ειρήνης οι οποίες εμπόδιζαν την πρόσβαση προς το εργοτάξιο. Μέχρι τότε είχε ανεγερθεί ο σκελετός του υπογείου. Οι εργασίες στην οδό Ειρήνης αποπερατώθηκαν τον Απρίλιο του 2013. Οι ανάγκες του Πανεπιστημίου είχαν εν τω μεταξύ διαφοροποιηθεί. Κρίθηκε ότι το κτίριο "Συμεών" δεν ήταν πλέον απαραίτητο για το Τμήμα της Νοσηλευτικής Σχολής. Η νομική σύμβουλος Ζωή Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, κατέθεσε ότι τον Ιούνιο 2013 το ΤΕΠΑΚ απαίτησε την τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και προδιαγραφών για να χρησιμοποιηθεί το κτίριο "Συμεών", για σκοπούς του Τμήματος Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων (ΓΕΒΕΤ). Για σκοπούς διερεύνησης της δυνατότητας στέγασης του Τμήματος ΓΕΒΕΤ έγιναν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και συζητήθηκε με τον ιδιοκτήτη η πιθανότητα σύναψης νέας τροποποιητικής συμφωνίας που θα παρείχε τη δυνατότητα ενοικιαγοράς του κτιρίου από το Πανεπιστήμιο. Το ενοίκιο που θα καταβάλλετο στην ιδιοκτήτρια εταιρεία θα λογαριάζετο έναντι της αγοραίας αξίας του ακινήτου ώστε το κτίριο σε διάστημα 20-25 ετών να αποκτάτο τελικά από το Πανεπιστήμιο (Τεκμήριο 33, σελίδες 28-30, 69 και 75-82). Το κτίριο "Συμεών", ως αναφέρουμε και ανωτέρω, ουδέποτε ολοκληρώθηκε και ουδέποτε παραδόθηκε προς ενοικίαση στο ΤΕΠΑΚ. Σε σχέση με το κτίριο "Καλυψώ" προκύπτει, με βάση τα ό,σα έχουν τεθεί ενώπιον μας, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην αδειοδότηση των εργασιών καθότι το ακίνητο εφάπτετο σε περιοχή ειδικού χαρακτήρα. Οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν τέλος του 2010. Από τη μαρτυρία του Ιωάννη Βακανά, ΜΚ12, που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως Πολιτικός Μηχανικός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, προκύπτει ότι μέχρι και τα τέλη του 2010 το Πανεπιστήμιο δεν είχε καταλήξει σε σχέση με τον εσωτερικό σχεδιασμό του κτιρίου "Καλυψώ". Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος 1 ανέθεσε στον εν λόγω μάρτυρα και σε τρία άλλα πρόσωπα να συντονίσουν τους ακαδημαϊκούς και τους τεχνικούς-υπευθύνους για τη διεκπεραίωση του έργου, για να επισπευσθεί ο σχεδιασμός των κτιρίων με βάση τις ανάγκες των ακαδημαϊκών. Για το σκοπό αυτό έγιναν πολλές συναντήσεις τόσο κατά το 2011 όσο και κατά το 2012. Ο σχεδιασμός ολοκληρώθηκε το 2012. Τη 10.4.2012, υπογράφηκε συμπληρωματική Συμφωνία και για το κτίριο "Καλυψώ", με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράταση του χρόνου παράδοσης του κτιρίου μέχρι την 31.8.2012, με επιπλέον περίοδο χάριτος δεκαπέντε ημερών. Η Συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι σε περίπτωση που το κτίριο δεν παραδιδόταν κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία το Πανεπιστήμιο θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη την καταβολή ημερησίου προστίμου ύψους €780. Η επίσημη παραλαβή του κτιρίου έγινε την 21.1.2013, 102 μέρες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 22.11.2012 ζήτησε όπως η καθυστέρηση θεωρηθεί ως δικαιολογημένη. Το αίτημά της στηρίχθηκε σε διάφορους λόγους που καταγράφονται με λεπτομέρεια στο Παράρτημα Α που επισυνάφθηκε στην επιστολή. Η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας αξιολόγησε το αίτημα του ιδιοκτήτη και κατέληξε ότι η δικαιολογημένη καθυστέρηση ήταν μόνο 63 ημέρες. Το θέμα τέθηκε ενώπιον της Ad-Hoc Επιτροπής Ενοικίων στην οποία παρίσταντο εκ μέρους του ΤΕΠΑΚ οι κύριοι Δ. Κοντίδης, Α. Αναγιωτός, Π. Λεωνίδου, Β. Πρωτοπαπάς, Ζ. Τσιάτταλου και ο κατηγορούμενος 1. Η Επιτροπή αφού άκουσε τον ιδιοκτήτη και αφού έλαβε υπόψη την Έκθεση του συντονιστή του έργου, Ιωάννη Βακανά, ΜΚ12, θεώρησε ότι η καθυστέρηση του έργου από τη 10.4.2012 μέχρι τη 12.12.2012 ήταν δικαιολογημένη, ενώ από τη 13.12.2012 μέχρι και την ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου ήταν αδικαιολόγητη. Η Επιτροπή και η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατέληξαν σε μία συμβιβαστική συμφωνία η οποία περιλάμβανε την καταβολή από την ιδιοκτήτρια εταιρεία στο Πανεπιστήμιο αποζημιώσεων €34.000 και το ενοίκιο από το Πανεπιστήμιο θα καταβάλλετο από την 1.3.2013. Η πιο πάνω συμβιβαστική συμφωνία υποβλήθηκε για εξέταση ενώπιον του Συμβουλίου το οποίο την ενέκρινε ομόφωνα[2]. O Πανίκος Λεωνίδου, ΜΚ16, ήταν από το Φεβρουάριο του 2012 μέχρι το Δεκέμβριο του 2014 Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ. Το καλοκαίρι του 2013 μέχρι και το Δεκέμβριο του ιδίου έτους εκτελούσε και τα καθήκοντα του Προέδρου του Συμβουλίου λόγω της παραίτησης του κ. Κοντίδη. Το Δεκέμβριο του 2013, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, γράφτηκε ως θέμα προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου το κτίριο "Συμεών". Ο μάρτυρας ζήτησε από την Πρύτανη του Πανεπιστημίου φωτοαντίγραφο του φακέλου του πιο πάνω κτιρίου για να το μελετήσει. Κατά τη μελέτη του φακέλου και συγκεκριμένα την 6.12.2013, ημέρα Παρασκευή, ο μάρτυρας αφού μελέτησε το φάκελο, διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχε μόνο μία εγγυητική επιστολή, σε φωτοτυπία, η οποία είχε λήξει την 8.12.2010. Επικοινώνησε με το Λογιστήριο του Πανεπιστημίου και με την Προϊσταμένη Οικονομικών και την επομένη μέρα του έδωσαν δύο εγγυητικές, σε φωτοτυπίες, για τα έτη 2011 και 2012 οι οποίες έληγαν την 8.12.2011 και 8.12.2012, αντίστοιχα. Για την περίοδο 2012-2013 δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε εγγυητική. Τη Δευτέρα 9.12.2013 ο μάρτυρας κάλεσε στο γραφείο του τον Αναπληρωτή Διευθυντή Φίλιππο Φιλίππου, ΜΚ14 και του ανέφερε τα ευρήματά του. Κλήθηκε στη συνέχεια και ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος στην παρουσία του Φίλιππου Φιλίππου, ΜΚ14, τον διαβεβαίωσε ότι υπήρχε εγγυητική επιστολή και για την περίοδο 2012-2013. Την ίδια ημέρα είχε συνάντηση και με τον κατηγορούμενο 2. Ο τελευταίος του ήγειρε ζητήματα που αφορούσαν την ουσία της διαφοράς του Πανεπιστημίου για το κτίριο "Συμεών", δηλαδή ότι θα διεκδικούσε αποζημιώσεις από το Πανεπιστήμιο. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να προσκομίσει νέα εγγυητική η οποία δεν θα περιλάμβανε την παράγραφο της αρχικής εγγυητικής επιστολής που αφορούσε την μηνιαία μείωση του ποσού. Ο κατηγορούμενος 2 συγκατατέθηκε στο πιο πάνω αίτημα και του ζήτησε λίγο χρόνο για να διαβουλευθεί με την Τράπεζά του και να προσκομίσει τη νέα εγγυητική. Ο ΜΚ16 επέδωσε την ίδια ημέρα στον υπεύθυνο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, στην οδό Σαριπόλου επιστολή που υπέγραψε ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου, ΜΚ14, με την οποία ζητείτο η ρευστοποίηση της εγγυητικής. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν είχε στα χέρια του οποιαδήποτε εγγυητική για την περίοδο 2012-2013, θεώρησε όμως σκόπιμο να αποστείλει την επιστολή για να διασφαλιστούν οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματα του Πανεπιστημίου. Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 ή 17 του ιδίου μήνα, ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου τον πληροφόρησε ότι η Τράπεζα απέστειλε επιστολή για το θέμα που προέκυψε, πρόκειται για την επιστολή ημερομηνίας 16.12.2013, (Τεκμήριο 22, σελίδα 2). Με την πιο πάνω επιστολή η Τράπεζα πληροφόρησε το Πανεπιστήμιο ότι δεν υπήρχε εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd για τη χρονική περίοδο 2012-2013. Για το θέμα που προέκυψε ενημερώθηκε η Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Ελπίδα Κεραυνού. Τη 18.12.2013 πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνεδρία του απερχομένου Συμβουλίου στο οποίο υπήρχε εγγεγραμμένο θέμα για το κτίριο "Συμεών", στην οποία εισηγήθηκε την αναβολή του θέματος και συζήτησή του από το νέο Συμβούλιο που θα διοριζόταν σε λίγες μέρες. Την 30.12.2013 ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στο ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας εκ μέρους της εταιρείας Voltura Ltd. Η εγγυητική αυτή έληγε την 30.6.2014 (Τεκμήριο 22, Έγγραφο 5), ανανεώθηκε όμως για έξι περαιτέρω μήνες (Τεκμήριο 2ΣΤ). Την 14.11.2014 η πιο πάνω εγγυητική εξαργυρώθηκε αφού προηγήθηκε σχετική απόφαση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου και ποσό €404.534,12 (Τεκμήριο 2Ε) κατατέθηκε στο λογαριασμό του Πανεπιστημίου. Τη 14.11.2014 προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού ο Κώστας Χόππας, ΜΚ3 και κατήγγειλε τον εντοπισμό πλαστού εγγράφου σε φάκελο που αφορούσε Συμβόλαιο του ΤΕΠΑΚ με την εταιρεία Voltura Ltd σε σχέση με το κτίριο "Συμεών". Ο ΜΚ3 παρέδωσε στον Αστ. 3981 Α. Παπανεοκλέους, ΜΚ1, φωτοαντίγραφο τραπεζικής εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Κύπρου, η οποία έφερε τον αριθμό 00393-02-0016381, με ημερομηνία έκδοσης την 8.12.2012 και λήξης την 7.12.2013. Ο ΜΚ1 καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε την πιο πάνω επιστολή ως το Τεκμήριο 3Β. Την 27.11.2014 ο ΜΚ1 μετέβη στα γραφεία του Γενικού Ελεγκτή και παρέλαβε από τη Ρένα Αντωνιάδου, ΜΚ20, το φάκελο της εταιρείας Voltura Ltd. Ο φάκελος που παρέλαβε ήταν "αναρχειοθέτητος", δεν υπήρχε ημερολόγιο καταγραφής των εγγράφων του φακέλου. Εντός του φακέλου υπήρχαν έγγραφα με "διάσπαρτες ημερομηνίες". Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας είπε ότι από αρκετά έγγραφα έλειπαν σελίδες τις οποίες σε κάποιες περιπτώσεις τις εντόπισε κάπου αλλού. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 5.12.2014 εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για τα αδικήματα της συνωμοσίας, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της κατάχρησης εξουσίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε την 5.12.2014 και ο κατηγορούμενος 2 την 7.12.2014. Την 27.11.2014 η Ρένα Αντωνιάδου, ΜΚ20, ενημέρωσε το ΜΚ1 ότι εντός του φακέλου που αφορούσε το κτίριο "Καλυψώ" είχε εντοπίσει ακόμη δύο εγγυητικές επιστολές, οι οποίες θεωρήθηκαν ύποπτες καθότι με βάση την ενημέρωση που είχε η Αστυνομία από την Τράπεζα Κύπρου, οι μόνες εγγυητικές επιστολές που είχαν εκδοθεί ήταν αυτές του 2009 που έληγαν το 2010. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι "οι ύποπτες" εγγυητικές επιστολές δεν υποβλήθηκαν σε οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση. Θεωρήθηκαν από την Αστυνομία πλαστές καθότι στις δύο εκ των τριών εγγυητικών επιστολών η ημερομηνία έκδοσής τους ήταν Σάββατο, ήτοι σε μη εργάσιμη για τις Τράπεζες ημέρα, οι δύο εγγυητικές επιστολές αυτές που αφορούσαν το κτίριο "Συμεών" έφεραν τον ίδιο αριθμό, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο να γίνει ενώ τα άτομα που φέρονταν να είχαν υπογράψει τις εγγυητικές επιστολές, δεν είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με τις γραπτές καταθέσεις που τους λήφθηκαν, να υπογράψουν εγγυητικές επιστολές τέτοιου ύψους ποσού. Από τον κατηγορούμενο 1 λήφθηκαν τέσσερεις συνολικά ανακριτικές καταθέσεις. Η πρώτη κατάθεση, ημερομηνίας 17.11.2014, Τεκμήριο 1, αφορούσε τις εγγυητικές επιστολές της εταιρείας Voltura Ltd. Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η εταιρεία Voltura Ltd είχε εκδώσει προς το ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου με την οποία εξασφάλιζε τα χρήματα που της είχαν δοθεί ως προκαταβολή. Η ανέγερση του κτιρίου "Συμεών", "αδυνατούσε να ολοκληρωθεί αφού υπήρχαν προβλήματα με τις οικοδομικές άδειες κ.ά. προβλήματα". Η εγγυητική των €404.534,12 ανανεωνόταν κάθε χρόνο και η Voltura Ltd κατέθετε το αυθεντικό στη Γραμματεία της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Το 2013, ο κατηγορούμενος 2, εκ μέρους της Voltura Ltd, παρέλαβε την αυθεντική εγγυητική επιστολή του 2012 για να εξασφαλίσει την καινούργια εγγυητική επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου. Η Voltura Ltd καθυστέρησε να προσκομίσει τη νέα εγγυητική και αυτό ώθησε το ΤΕΠΑΚ με επιστολή του να ζητήσει την εξαργύρωση των χρημάτων της εγγυητικής επιστολής από την Τράπεζα Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου ενημέρωσε το ΤΕΠΑΚ ότι δεν υπήρχε εγγυητική επιστολή για τη χρονική περίοδο 2012-2013. Το ΤΕΠΑΚ κάλεσε τον υπεύθυνο της εταιρείας ο οποίος ανέλαβε να προσκομίσει, εντός μίας εβδομάδας, νέα εγγυητική επιστολή. Η δεύτερη κατάθεση λήφθηκε την 5-6.12.2014, Τεκμήριο 49, στα πλαίσια διερεύνησης από την Αστυνομία των αδικημάτων της συνωμοσίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, πλαστογραφίες, δεκασμού δημοσίου λειτουργού, κατάχρησης εξουσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ανέφερε μεταξύ άλλων και τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Αναφορικά με τα πιο πάνω αδικήματα που μου αναφέρεις θέλω να ενημερωθεί η Αστυνομία ότι, εργαζόμουν στα Δημόσια έργα από το 2003 και τον Σεπτέμβριο του 2007 ανέλαβα Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕ.ΠΑ.Κ). Τα καθήκοντα μου είναι ο συντονισμός των εργασιών της Υπηρεσίας (Υ.Δ.Π) η οποία ασχολείται με ανέγερση κτηριακών εγκαταστάσεων, συντήρηση, καθαριότητα, ασφάλεια και περιβαλλοντική πολιτική, διάφορες κτηριακές μελέτες κ.ά. Το έτος 2007 το ΤΕ.ΠΑ.Κ είχε δύο-τρία κτήρια, ενώ είχε πολλαπλές κτηριακές ανάγκες, αφού χρειαζόταν άμεσα γραφειακές εγκαταστάσεις, αίθουσες διδασκαλίας, εργαστήρια, φοιτητικές εστίες κ.λ.π. .................................... ... το ΤΕ.ΠΑ.Κ είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και δεν μπορεί να έχει περιουσία στο όνομα του, η περιουσία του παραδιδόταν από την Δημοκρατία, μέσω απαλλοτρίωσης και λόγω των καθυστερήσεων στην υλοποίηση των απαλλοτριώσεων, το ΤΕ.ΠΑ.Κ ενοικίαζε χώρους από ιδιώτες. Με τον Γιώργο Χ"Γεωργίου, πρόσωπο το οποίο είχε περιουσία πέριξ του κέντρου της πόλης, .................................... ... Συνολικά περίπου ενοικιάστηκαν μέχρις σήμερα 30-40 κτήρια στη Λεμεσό, τα 4 από τα οποία ανήκουν στο Γιώργο. Πρόκειται για το Δωροθέα, το Χάνι, το Συμεών και το Καλυψώ. Για την συνεργασία του Γιώργου Χ"Γεωργίου με το ΤΕ.ΠΑ.Κ υπογράφτηκαν συμβόλαια μεταξύ των ετών 2008-2009, .................................... ... Όταν ετοιμαζόταν κάποιο συμβόλαιο με τον οπουδήποτε ιδιοκτήτη, το περιεχόμενο του, από νομικής πλευράς το έλεγχε και ετοίμαζε η Νομική Σύμβουλος και ο Διευθυντής που το υπόγραφε. Κατά τα έτη 2008-2009 ήταν διευθυντής ο Μαλούππας Ανδρέας ενώ η Νομική Σύμβουλος του ΤΕ.ΠΑ.Κ ήταν και είναι η Ζωή Παπαγρηγορίου. Από δικής μου πλευράς κάθε συμβόλαιο, εγώ το έλεγχα για τεχνικές - κατασκευαστικές πρόνοιες και κόστος, ως επίσης το ύψος του ενοικίου με βάση των τετραγωνικών μέτρων. Τα κατασκευαστικά σχέδια του κτηρίου επισυνάπτονταν στο συμβόλαιο ενοικίασης με την υποβολή της αίτησης κάθε ενδιαφερομένου. Συγκεκριμένα η διαδικασία επιλογής ακινήτων, μετά το έτος 2008 ήταν η ακόλουθη: πρώτα γινόταν η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος στις εφημερίδες, δεύτερο, καταρτισμός πίνακα με τα υποψήφια κτήρια, τρίτο, αξιολόγηση από την Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, τέταρτον, καταρτισμός πρότασης επιλεγμένων ακινήτων προς Διοικούσα Επιτροπή μέσω Διευθυντή, πέμπτο, έγκριση της Διοικούσας Επιτροπής για το ποια κτήρια να ενοικιαστούν και έκτον μετά από την τελική έγκριση με οδηγίες του Διευθυντή γινόταν ετοιμασία συμβολαίων από τη Νομική Σύμβουλο και καταρτισμός των τεχνικών προδιαγραφών που αφορούν κατασκευαστικές εργασίες που θα πρέπει να γίνουν από τον ιδιοκτήτη στα κτήρια. Στη διαδικασία των τεχνικών προδιαγραφών του κάθε κτηρίου λάμβαναν μέρος ακαδημαϊκοί από τα τμήματα που θα ενοικούσαν στο κάθε κτήριο και μηχανικοί από την Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας. Τα σχέδια του κτηρίου - οι όλες εργασίες και το κόστος τους επισυνάπτονταν στο συμβόλαιο που ετοίμαζε η Νομική Σύμβουλος και αποστέλλονταν στο γραφείο του Διευθυντή για έγκριση και τελική υπογραφή. .............. .................................... Οι λόγοι που δόθηκαν προκαταβολές στα Κτήρια Καλυψώ και Συμεών, ήταν νομίζω οι εξής: στο κτήριο Συμεών όσο και Καλυψώ δόθηκαν προκαταβολές από το Πανεπιστήμιο όχι κατ΄ αιτήματος του ιδιοκτήτη αλλά με σκοπό να υπάρχει καλύτερη απορρόφηση του προϋπολογισμού για το έτος 2009 δεδομένου ότι το Πανεπιστήμιο ειδοποιήθηκε από το Υπουργείο ότι θα έχει αισθητή μείωση προϋπολογισμού κατά το έτος 2010. Σας παραπέμπω για το θέμα αυτό στις σχετικές αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου για την περίοδο εκείνη. Για τον σκοπό αυτό η Διοικούσα Επιτροπή αποφάσισε να δώσει προκαταβολές επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό του 2009 έναντι Τραπεζικών Εγγυήσεων. Ο Γιώργος συμφώνησε και ως εκ τούτου μας έφερε Τραπεζικές Εγγυήσεις που κάλυπταν το 80% του κόστους των εκτιμωμένων επιπρόσθετων εργασιών και εξοπλισμού που θα γινόντουσαν από τον ιδιοκτήτη για λογαριασμό του ΤΕ.ΠΑ.Κ. Αφού πρώτα ο Γιώργος προσκόμισε τις Εγγυητικές του δόθηκε το ανάλογο ποσό. Για το κάθε κτήριο ετοιμάστηκε ξεχωριστός φάκελος ('Fail'). Στους συγκεκριμένους φακέλους επισυνάπτονταν διάφορα έντυπα όπως επιστολές - σχέδια κτηρίου - υπολογισμοί κ.ά. Όσον αφορά τις εγγυητικές η γραμματέας μου η Όλγα Σωτηρίου τις κρατούσε σε ξεχωριστό φάκελο σε ασφαλή σημείο στα γραφεία της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Γνωρίζω ότι εκ μέρους της γραμματέως μου (Όλγας) έγιναν προσπάθειες ούτως ώστε οι φάκελοι διαβιβαστούν στο Τμήμα Προσφορών του ΤΕ.ΠΑ.Κ. Το εν λόγω Τμήμα δεν τις αποδεχόταν λόγω του ότι δεν προέκυψαν μετά από προσφορές, οπότε και κρατήθηκαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας. Οι εγγυητικές είχαν ημερομηνία λήξης και στα καθήκοντα της Όλγας ήταν η επίβλεψη τους, δηλαδή έναν μήνα περίπου πριν να λήξουν η Όλγα θα έπρεπε να ενημέρωνε την ενδιαφερόμενη εταιρεία για να παρουσιάσει ανανέωση της. Το 2009 ο κ. Γιώργος Χ"Γεωργίου παρουσίασε Εγγυητική Επιστολή της Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης την 08 Δεκεμβρίου του 2009 και λήξης την 08 Δεκεμβρίου του 2010 και απ΄ ότι θυμάμαι η εγγυητική είχε ως όρους της ότι το ποσό της Εγγυητικής μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου το οποίο παράπεμπε στην πρόοδο των εργασιών στο κτήριο. Δεν θυμάμαι το ακριβές ποσό της Εγγυητικής, νομίζω ότι ήταν γύρω στις €400.000. Το Νοέμβρη του 2010 η γραμματέας Όλγα Σωτηρίου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κ. Χ"Γεωργίου και τον ενημέρωσε ότι πρόκειται να λήξει η Εγγυητική του και θα έπρεπε να παρουσιάσει καινούργια ανανεωμένη Εγγυητική. Η κ. Σωτηρίου με πληροφόρησε ότι ο Γ. Χ"Γεωργίου, προσήλθε στο γραφείο, ζήτησε την πρωτότυπη προηγούμενη Εγγυητική και προσκόμισε την ίδια ή την επομένη μέρα ανανεωμένη Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2010-Δεκεμβρίου του 2011. Ομοίως το Νοέμβρη του 2011 και πάλιν η ίδια γραμματέας επικοινώνησε με τον Γ. X"Γεωργίου ότι λήγει η Εγγυητική του και θα έπρεπε να προσκομίσει Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2011 με Δεκεμβρίου 2012. Απ΄ ότι ενημερώθηκα από την γραμματέα ο Γιώργος Χ"Γεωργίου προσήλθε στο γραφείο, ζήτησε την πρωτότυπη προηγούμενη Εγγυητική και προσκόμισε την ίδια ή την επόμενη μέρα ανανεωμένη Εγγυητική, δηλαδή για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2011-Δεκεμβρίου του 2012. Τον Νοέμβρη του 2012 η γραμματέας μου ετοίμασε επιστολή την οποία και στείλαμε μέσω φαξ στην εταιρεία "Voltura" όπου και ζητούσαμε την ανανέωση της Εγγυητικής για την περίοδο Δεκεμβρίου 2012-Δεκεμβρίου 2013. Απόδειξη του φαξ υπάρχει στον φάκελο του κτηρίου. Πριν την λήξη της Εγγυητικής, σύμφωνα με την γραμματέα μου, ο Χ"Γεωργίου ξαναπαρουσιάστηκε στο γραφείο, παρέλαβε την πρωτότυπη Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου 2011-Δεκεμβρίου 2012 και προσκόμισε την ανανεωμένη Εγγυητική Επιστολή για την περίοδο Δεκεμβρίου 2012-Δεκεμβρίου 2013. Τον Νοέμβρη του 2013 ετοιμάστηκε και πάλιν επιστολή προς την εταιρεία "Voltura" την οποία σύμφωνα με την γραμματέα μου, ήρθε προσωπικά ο κ. Χ"Γεωργίου ο οποίος παρέλαβε την επιστολή υπογράφοντας την παραλαβή της. .................... .................................... Να σου πω ότι, για τις Εγγυητικές που μου αναφέρεις της Εταιρείας "Voltura" που ως διαπίστωσες πρόκειται για πλαστές, εγώ δεν τις κατήρτισα, ο Γιώργος Χ"Γεωργίου τις παρουσίασε στην γραμματέα μου την Όλγα Σωτηρίου και πίστευα ότι ήταν αυθεντικές.» Τρεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 8.12.2014, Τεκμήριο 55, δόθηκε η τρίτη κατάθεση στην οποία ο κατηγορούμενος 1 αναφέρθηκε στο ποσό που δαπανήθηκε σε σχέση με το κτίριο "Συμεών" και το ποσό που αναμένετο να δαπανηθεί για την ολοκλήρωση του πιο πάνω έργου. Αναφέρθηκε και στο ποσό που δαπανήθηκε για την ανέγερση του κτιρίου "Καλύψω" το οποίο ήταν λιγότερο από το ποσό που είχε αρχικά υπολογιστεί. Ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Η γραμματέας Όλγα Σωτηρίου όταν παραλάμβανε από τον Γιώργο Χ"Γεωργίου εγγυητική επιστολή πάντοτε με ενημέρωνε την έβλεπα και την αρχειοθετούσε.» Η τέταρτη κατάθεση δόθηκε 12.12.2014, Τεκμήριο 60, και στα πλαίσια αυτής ο κατηγορούμενος 1 ανακρίθηκε κατά πόσο γνώριζε τον Ανδρέα Μαλλούππα και γιατί το σημείωμα, ημερομηνίας 16.3.2012, υπογράφηκε από τον Ανδρέα Αναγιωτό. Και στις δύο ερωτήσεις ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να απαντήσει κατόπιν νομικής συμβουλής. O MK1 έλαβε κατάθεση και από τον κατηγορούμενο 2 την 22.11.2014, Τεκμήριο 48. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 κάνει αναφορά στη συνεργασία της εταιρείας Voltura Ltd και του ΤΕΠΑΚ, στο ιστορικό σύναψης των δύο συμφωνιών μεταξύ των δύο πιο πάνω μερών για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Πανεπιστημίου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε η εγγυητική επιστολή για το ποσό των €405.534,12. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν τρία είδη εγγυητικών επιστολών, προκαταβολής, πιστής εκτέλεσης και προσφοράς. Η εγγυητική που δόθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν προκαταβολής. Η εγγυητική επιστολή είχε διάρκεια ενός χρόνου. Η πιο πάνω εγγυητική ουδέποτε ανανεώθηκε και έληξε το 2010, χωρίς στη συνέχεια να ανανεωθεί. Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε και στις επιπρόσθετες απαιτήσεις του ΤΕΠΑΚ σε σχέση με το κτίριο και συγκεκριμένα την απαίτηση του για δημιουργία εντός του κτιρίου διπλού υποσταθμού της ΑΗΚ και στους διαφόρους λόγους που προκάλεσαν την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου. Οι ανάγκες του ΤΕΠΑΚ ικανοποιήθηκαν με την παραχώρηση σ΄ αυτόν κάποιου άλλου αμφιθεάτρου. Σε συναντήσεις που έγιναν μεταξύ υπευθύνων του ΤΕΠΑΚ και του ιδίου συζητήθηκε η εκ νέου τροποποίηση των σχεδίων του κτιρίου διά της αφαιρέσεως του αμφιθεάτρου και διά της προσθήκης ορόφου στο κυρίως κτίριο. Ενόψει των πιο πάνω ο κατηγορούμενος 2 ανέμενε ότι το ΤΕΠΑΚ θα ετοίμαζε τροποποιητική συμφωνία στην οποία θα περιλαμβάνονταν οι πιο πάνω τροποποιήσεις. Το Δεκέμβριο του 2013 το ΤΕΠΑΚ με επιστολή του τον πληροφόρησε ότι το Συμβούλιο είχε εγκρίνει ομόφωνα τη νέα συμφωνία και του ζητήθηκε όπως προσκομίσει εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης η οποία θα κάλυπτε τη νέα συμφωνία. Η εμπλεκόμενη εταιρεία προχώρησε στην έκδοση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής την οποία παρέδωσε ο ίδιος στο ΤΕΠΑΚ. Το Δεκέμβριο του 2013 το ΤΕΠΑΚ τον ενημέρωσε προφορικά ότι "κάποια εγγυητική" που ήταν στο φάκελο του δεν μπορούσε να ρευστοποιηθεί. Αυτός τους απάντησε ότι η πρώτη εγγυητική επιστολή που αφορούσε την προκαταβολή είχε λήξει πριν τρία έτη. Ακολούθησε καινούργιο αίτημα του ΤΕΠΑΚ για ανανέωση της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης. Η εγγυητική πιστής εκτέλεσης ανανεώθηκε και κάποιο χρόνο αργότερα, την 19.11.2014 ρευστοποιήθηκε από το ΤΕΠΑΚ. Κατά την ανάκριση υποδείχθηκαν στο κατηγορούμενο 2 οι δύο εγγυητικές επιστολές που φέρονταν ως πλαστές. Για το θέμα αυτό κατέθεσε τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Σήμερα 22/11/2014 μου παρουσιάζεις δύο Εγγυητικές Επιστολές της Τράπεζας Κύπρου και με πληροφορείς ότι πρόκειται για πλαστές Εγγυητικές που βρέθηκαν αρχειοθετημένες στο φάκελο του ΤΕΠΑΚ. Σχετικά με τις εν λόγω Εγγυητικές θέλω να ενημερωθεί η Αστυνομία ότι, σήμερα 22/11/2014 αφού τις μελέτησα διαπίστωσα τα εξής: πρόκειται για δύο πιστά αντίγραφα της πρώτης Εγγυητικής που είχα υπογράψει το 2009, δηλαδή Εγγυητική (Προκαταβολής). Οι δύο εν λόγω εγγυητικές φαίνονται πλαστές αφού με βάση την πολύχρονη εμπειρία μου που έχω σε συμβόλαια φέρουν τον ίδιο αριθμό. Η εν λόγω Εγγυητική γίνεται πάντα στην αρχή του έργου και δεν έχει κανένα σκοπό υπογραφής της κατά την εξέλιξη του. Επίσης να ενημερωθεί η Αστυνομία ότι, η εν λόγω εγγυητική έχει διάρκεια ενός έτους και κάθε μήνα που περνά το ποσό της μειώνεται όπου και με την λήξη του έτους το ποσό μεταφέρεται στον Αιτητή, όταν και αφού ο δικαιούχος δεν προβεί στην ανανέωση της, πριν από την ημερομηνία λήξεως της. Η διαδικασία ανανέωσης όλων των εγγυητικών γίνεται, πάντα μετά από γραπτό αίτημα του δικαιούχου προς τον αιτητή ή προς την Τράπεζα, η οποία Τράπεζα πάντα ενημερώνεται γραπτώς. Επιπρόσθετα να αναφέρω ότι, οι εταιρείες μου αποπεράτωσαν αρκετά έργα και κτίρια του ΤΕΠΑΚ και συνήθως εγώ παραδίδω διά χειρός τις Εγγυητικές, ξεκαθαρίζω όμως ότι, εγώ ουδέποτε είτε κατασκεύασα είτε και κυκλοφόρησα τις Εγγυητικές που μου παρουσιάζεται σήμερα, αφού αυτό θα ήταν εις βάρος τόσο της εταιρείας μου όσο και της συνεργασίας μου με την Τράπεζα Κύπρου. Δεν υπάρχει λογική στο να κυκλοφορήσω τα εν λόγω πλαστά Έγγραφα, τα οποία και θα με κατέστρεφαν επαγγελματικά. Εγώ ως Διευθυντής της Εταιρείας, οποιεσδήποτε συναλλαγές ή και Εγγυήσεις είχα με το ΤΕΠΑΚ το είχα υπογράψει πάντα μετά από την κανονική διαδικασία, δηλαδή μετά από το γραπτό αίτημα του ΤΕΠΑΚ. Κατά τα έτη 2010-2012 δεν μου είχε ζητηθεί γραπτώς από το ΤΕΠΑΚ η οποιαδήποτε εγγυητική και θα ήταν παράλογο να κατασκευάσω πλαστή και να την αρχειοθετήσω στο ΤΕΠΑΚ. Δεν γνωρίζω ποιος είχε συμφέρον στην κατασκευή και κυκλοφορία των εν λόγω εγγράφων. Επιπρόσθετα παραδίδω στην Αστυνομία, έγγραφα επίσης συνεργασίας των εταιρειών μου, με το ΤΕΠΑΚ στην ανοικοδόμηση άλλων κτιρίων τα οποία ήδη έχουν ολοκληρωθεί και μπορείτε να αντιληφθείτε την σωστή διαδικασία που γίνεται στα θέματα Εγγυητήριων Εγγράφων μεταξύ των Αιτητών και Δικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, πάντα γινόταν η σωστή διαδικασία των εταιρειών μου με το ΤΕΠΑΚ, δηλαδή μετά από την γραπτή αίτηση τους με Επιστολές προχωρούσαμε σε αίτημα στην Τράπεζα για έκδοση των εγγυήσεων. Προς ενημέρωση της Αστυνομίας.» Την 8.12.2014 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2 δεύτερη κατάθεση. Στα πλαίσια της δεύτερης κατάθεσης ανακρίθηκε για τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο 1, τις σχέσεις του με τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, για το τι εγνώριζε σε σχέση με τα έργα "Συμεών" και "Καλυψώ" και για τις πλαστές εγγυητικές επιστολές που σχετίζονταν με τα δύο πιο πάνω έργα. Σε όλες τις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος 2 απαντούσε με την στερεότυπη φράση "Kατόπιν νομικής συμβουλής δεν επιθυμώ να απαντήσω". Ο Λοχίας 32 Χ. Χαραλάμπους, ΜΚ2, ήταν ο επικεφαλής του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τις θέσεις που του υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση σε σχέση με τα καθήκοντα του ανακριτή. Συμφώνησε, μεταξύ άλλων, ότι στο πλαίσιο ανάκρισης κάποιου υπόπτου πρέπει να του αποδίδονται με σαφήνεια οι αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες έτσι ώστε να του δίδεται η δυνατότητα να αντιληφθεί την υπόθεση που αντιμετωπίζει και να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς που συνηγορούν υπέρ της αθωότητάς του. Η Αστυνομία πρέπει "ανεπηρέαστα και χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη να διερευνά πλήρως τους σχετικούς προβαλλόμενους ισχυρισμούς και θέσεις του υπόπτου". Σε περίπτωση που ο ύποπτος παραπέμψει την Αστυνομία σε πραγματική μαρτυρία, για παράδειγμα, αλληλογραφία, σχέδια, μελέτες και προδιαγραφές η Αστυνομία θα πρέπει να προσπαθήσει να εντοπίσει την εν λόγω μαρτυρία, να την παραλάβει και να την εξετάσει. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο ύποπτος παραπέμπει την Αστυνομία σε μάρτυρες που είναι σε θέση να την διαφωτίσουν σε σχέση με τις πτυχές της υπόθεσης. Σε τέτοια περίπτωση η Αστυνομία οφείλει να τους προσεγγίσει, να λάβει από αυτούς καταθέσεις και να καταγράψει τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους. Όταν η Αστυνομία συλλέξει όλα τα στοιχεία και διερευνήσει όλους τους ισχυρισμούς συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων που παρουσίασε ο ύποπτος και των ισχυρισμών που αυτός προέβαλε, η Αστυνομία, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η ποινική δίωξη του υπόπτου και να υποβάλει ανάλογη εισήγηση στον ανακριτικό φάκελο. Ο ΜΚ2 παραδέχθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 1 δεν ανακρίθηκε για τα αδικήματα των κατηγοριών 14, 16, 19, 21 και 22. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του μετά από σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ανακρίθηκε γραπτώς σε σχέση με την κατηγορία των ψευδών παραστάσεων, δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να υποβλήθηκαν σε αυτόν προφορικές ερωτήσεις. Σε κάποιο στάδιο αργότερα του ζητήθηκε να αναφερθεί στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν προφορικά στον κατηγορούμενο 1, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ανακρίθηκε για τα θέματα που καταγράφονται στις δύο εκθέσεις της Ρένας Αντωνιάδου, ΜΚ20. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν έγινε έρευνα σε σχέση με τα ποσά που δαπάνησαν οι δύο εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, για την κατασκευή των δύο κτιρίων και ότι το ΤΕΠΑΚ ουδέποτε διαφώνησε γραπτώς με τους λόγους καθυστέρησης που προέβαλλε η εταιρεία Voltura Ltd στις επιστολές της. Κατέθεσε επίσης ότι δεν εντοπίσθηκε από την Αστυνομία οποιαδήποτε επιστολή του ΤΕΠΑΚ με την οποία να ζητούσε από την εταιρεία Voltura Ltd την επιστροφή των χρημάτων που δόθηκαν ως προκαταβολή. Ο Άκης Κλεάνθους, ΜΚ13, εργαζόταν ως εσωτερικός ελεγκτής στο ΤΕΠΑΚ. Το Δεκέμβριο του 2013 η Πρύτανης του ζήτησε να διερευνήσει το θέμα των δύο προκαταβολών που δόθησαν για τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ", κατά πόσο οι προκαταβολές αυτές "είχαν αξιοποιηθεί". Ο μάρτυρας διερεύνησε το θέμα και ετοίμασε σχετική έκθεση. Στην έκθεση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι επιπρόσθετες εργασίες δεν θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στο συμβόλαιο αλλά "θα έπρεπε να γίνουν οι διαδικασίες που προνοούνται στη διαδικασία του περί Προσφορών Νόμου και των διαδικασιών του Πανεπιστημίου". Ο μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείτο στους εσωτερικούς κανονισμούς που έπρεπε να ακολουθήσει, Τεκμήριο 96, συγκεκριμένα δεν την έστειλε στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας για σχόλια. Κατέθεσε επίσης ότι η έκθεση του ήταν ορθή, "υπό αίρεση", υπό την αίρεση ότι δεν υπήρχαν άλλα σχετικά στοιχεία. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο υπήρχαν και άλλα στοιχεία σχετικά με το θέμα που διερευνούσε. Οι κατηγορίες που αφορούν τις ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα οι κατηγορίες 13 μέχρι 18 και 20 εδράζονται, στην ουσία, στις εκθέσεις που ετοίμασε η Ρένα Αντωνιάδου, ΜΚ20. H MK20 είναι πολιτικός μηχανικός, κατείχε τη θέση του Ανώτερου Εκτελεστικού Μηχανικού στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο υπηρετούσε στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Το Σεπτέμβριο του 2014 ανατέθηκε στη μάρτυρα από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας ο διαχειριστικός έλεγχος των Συμβολαίων Ενοικίασης που συνήψε το ΤΕΠΑΚ με διάφορους ιδιώτες, με βάση το Νόμο 113(Ι)/2002. Επρόκειτο για μια μεμονωμένη εργασία. Η ΜΚ20 αντεξεταζόμενη τόνισε εμφαντικά ότι η ίδια δεν είναι ελέγκτρια αλλά Ανώτερη Εκτελεστική Μηχανικός. Αποσπάστηκε στην Ελεγκτική Υπηρεσία και ο Γενικός Ελεγκτής της ανέθεσε να κάνει τη συγκεκριμένη εργασία. Στα πλαίσια του πιο πάνω ελέγχου παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 1, μεταξύ άλλων, τους φακέλους των εταιρειών Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, Τεκμήρια 32 και 33 που αφορούσαν τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ" αντίστοιχα. Η μάρτυρας προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο και ετοίμασε δύο εκθέσεις, η πρώτη αφορά το Συμβόλαιο μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και της Voltura Ltd για την ενοικίαση του κτιρίου "Συμεών", Τεκμήριο 105 και η δεύτερη αφορά το Συμβόλαιο μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και GVG Trading Ltd για την ενοικίαση του κτιρίου "Καλυψώ", Τεκμήριο 106. Και στις δύο εκθέσεις γίνεται αναφορά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύναψης των δύο πιο πάνω Συμβολαίων. Γίνεται επίσης ανάλυση κάποιων όρων των δύο Συμβολαίων και ιδιαίτερα της παραγράφου 1.5 και της επιστολής που απέστειλε η Voltura Ltd προς το ΤΕΠΑΚ που αφορούσε τον κατάλογο εξοπλισμού και τις επιπρόσθετες εργασίες. Η μάρτυρας ανέλυσε στο Δικαστήριο τους λόγους που κατά την κρίση της τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα σημειώματα των δύο κατηγορουμένων, αντικείμενο των κατηγοριών 14 και 16 ήταν ψευδή και παραπλανητικά. Λεπτομερή αναφορά σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας θα κάνουμε σε κατοπινό στάδιο. Κατά την αντεξέτασή της η MK20, δήλωσε ότι δεν είχε συμμορφωθεί με την πρόνοια του Κώδικα, Τεκμήριο 108, που της επέβαλλε όπως προτού ετοιμάσει τις τελικές της εκθέσεις να συζητήσει τα προσχέδια αυτών με τον ελεγχόμενο φορέα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τους λειτουργούς του ΤΕΠΑΚ και να λάβει υπόψη της τυχόν σχόλια και παρατηρήσεις. Κατέθεσε ότι τις εκθέσεις της δεν τις έδωσε στους λειτουργούς του ΤΕΠΑΚ. Ο Γενικός Ελεγκτής έκρινε σκόπιμο, αντί να τις στείλει στο ΤΕΠΑΚ να τις δώσει απευθείας στο Γενικό Εισαγγελέα. Ο διαχειριστικός έλεγχος που ενήργησε ήταν για να διαπιστώσει ποιες διαδικασίες έγιναν, αν ακολουθήθηκαν οι ορθές διαδικασίες για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες. Η έρευνά της περιορίστηκε στο περιεχόμενο των φακέλων που της παραδόθηκαν. Δεν επιθεώρησε επί τόπου τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Στις εκθέσεις της κατέγραψε τα γεγονότα ως αυτά ήταν καταγεγραμμένα στους φακέλους. Δεν αναζήτησε να εντοπίσει τα έγγραφα που σχετίζονταν με τα δύο πιο πάνω κτίρια και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στους φακέλους που της παραδόθηκαν. Δεν διερεύνησε, μεταξύ άλλων, τί απαιτήσεις είχαν σε σχέση με τα δύο πιο πάνω κτίρια οι ακαδημαϊκοί και οι τεχνικοί του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσίας από τον ιδιοκτήτη. Δεν διερεύνησε πού κατέληξαν οι συναντήσεις μεταξύ των πιο πάνω μερών. Η MK20 δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας αποφασίστηκε η αλλαγή χρήσης των κτιρίων. Τα αρχικά σχέδια που προβλέπονταν στις συμφωνίες τροποποιήθηκαν και τα κτίρια δεν ανεγέρθηκαν με βάση τα σχέδια των δύο συμφωνιών. Συμφώνησε, ότι στα δύο αρχικά συμβόλαια δεν γινόταν πρόνοια για κατασκευή εργαστηρίων και ότι η υποχρέωση για κατασκευή των εργαστηρίων συμπεριλήφθηκε αργότερα στις τροποποιητικές συμφωνίες. Δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο ο εξοπλισμός και η διαρρύθμιση του κτιρίου "Καλυψώ" ήταν συμβατή με την αλλαγή που προέκυψε μετά από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009, ούτε γνώριζε κατά πόσο το ΤΕΠΑΚ ήταν ικανοποιημένο με τον εξοπλισμό και τη διαρρύθμιση του κτιρίου "Καλυψώ". Κατέθεσε σχετικά τα πιο κάτω: «Eγώ δεν ήβρα πουθενά τις ανάγκες της νέας λειτουργίας του κτιρίου, ούτε ξέρω να σας πω αν το ΤΕΠΑΚ είναι ικανοποιημένο και όχι και συμβατό. Αυτό δεν το ήβρα πουθενά καταγραμμένο, ούτε θεωρώ ότι είναι ορθό να το σχολιάσω εγώ.» Σε σχέση με τον προϋπολογισμό παραδέχθηκε ότι αυτό που κατέγραψε στις εκθέσεις της ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισηγηθεί να καταβληθεί προκαταβολή ύψους 80% δεν ευσταθούσε. Παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1, με βάση τα στοιχεία που αυτή κατείχε, ουδέποτε αναφέρθηκε σε αριθμό ποσοστιαίας αναλογίας. Εκείνο που είχε εισηγηθεί ο κατηγορούμενος 1 ήταν όπως δοθεί "μεγάλο μέρος" του ποσού ως προκαταβολή και εκείνη εξέλαβε από μόνη της ότι ο κατηγορούμενος 1 εννοούσε ποσοστό "80%". Η ΜΚ20 αντεξετάστηκε και σε σχέση με τα πρακτικά της συνεδρίας της Διοικούσας Επιτροπής, ημερομηνίας 31.7.2009, Τεκμήριο 73. Υπενθυμίζουμε ότι κατά την πιο πάνω συνεδρία, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τον Κώστα Χόππα, ΜΚ3 και τον Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17, να διερευνήσουν πού ενδείκνυτο να γίνουν προπληρωμές για αγορά εξοπλισμού που θα αξιοποιείτο εντός του 2010 με στόχο την απορρόφηση των διαθέσιμων κονδυλίων από τον προϋπολογισμό του 2009. Η μάρτυρας αναγνώρισε το πιο πάνω Τεκμήριο, το είχε διαβάσει πριν να ετοιμάσει τις εκθέσεις της, δεν θεώρησε όμως σκόπιμο να το συμπεριλάβει στις εκθέσεις της καθότι, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, "το πρακτικό από μόνο του δεν είχε κάτι το μεμπτό". Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή. Πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων Το πρώτο θέμα που θα μας απασχολήσει είναι το θέμα της πλαστογραφίας των τριών τραπεζικών εγγυητικών επιστολών, Τεκμήρια 3Α, 3Β, 3Γ, κατηγορίες 2, 6 και 10, η κυκλοφορία των εγγράφων αυτών, κατηγορίες 4, 8 και 12 και τα αδικήματα της συνωμοσίας που σχετίζονται με την πλαστογραφία και την κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11. Σύμφωνα με το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικά: «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης» Σύμφωνα με το άρθρο 333(α) του Ποινικού Κώδικα: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα» Το τι συνιστά "πρόθεση καταδολίευσης" περιγράφεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα: «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται αν φαίνεται ότι κατά τον χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευτεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο». Σύμφωνα με το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν να είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Η πρόθεση καταδολίευσης υφίσταται έστω και αν κανένα πρόσωπο δεν καταδολιεύθηκε στην πραγματικότητα από την πλαστογραφία. Η εν λόγω πρόθεση αποδεικνύεται και με την ύπαρξη απλής δυνατότητας καταδολιεύσεως ενός προσώπου. Καθοδηγητική επί του θέματος της πλαστογραφίας είναι η απόφαση Georghiou v. Republic[3] στην οποία έκαναν αναφορά όλα τα μέρη. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η "πρόθεση καταδολιεύσεως" δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο, όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, να ενεργήσει σε βλάβη του. Στην ίδια απόφαση τονίσθηκε ότι κύριος σκοπός των πλαστογράφων είναι να παρουσιάσουν μια διαφορετική εικόνα πραγμάτων για δικό τους όφελος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Το our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to this detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.» Η "βλάβη" καλύπτει οποιαδήποτε βλάβη που επηρεάζει δυσμενώς το θύμα και δεν περιορίζεται σε χρηματική και ή οικονομική. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας την οποία στο στάδιο αυτό δεν αξιολογούμε, διαφαίνεται ότι με τη λήξη των πρώτων εγγυητικών, Τεκμήρια 81 και 82, ο κατηγορούμενος 2 πήγε στα γραφεία της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας και αφού παρέλαβε τα πρωτότυπα των εγγυητικών προσεκόμισε νέες, ισχύος ενός έτους. Την ίδια πρακτική ακολουθούσε και για τις επόμενες, δηλαδή αφού παραλάμβανε τα πρωτότυπα των εγγυητικών που είτε είχαν λήξει, είτε θα έληγαν εντός των ημερών, τις αντικαθιστούσε με νέες. Η Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15, ετοίμαζε φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων που επιστρέφονταν στον κατηγορούμενο 2 και τιτλοφορούνταν "εγγυητικές επιστολές" και τα τοποθετούσε σε συγκεκριμένο φάιλ. Η Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15, αναγνώρισε τις επιστολές ημερομηνίας 12.11.2012 και 25.11.2013, που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 32, ως τις επιστολές τις οποίες απέστειλε στην εταιρεία Voltura και ζητούσε την ανανέωση των εγγυητικών επιστολών. Επεσήμανε δε ότι σε μία εξ αυτών, ήτοι στην επιστολή ημερομηνίας 25.11.2013, υπήρχε και η υπογραφή του κατηγορουμένου 2, που πιστοποιούσε ότι την είχε παραλάβει. Η Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15, κατέθεσε επίσης ότι κατά διάφορα διαστήματα, όταν της ζητείτο, απέστελλε αντίγραφα των εγγυητικών αυτών σε διάφορα τμήματα του ΤΕΠΑΚ. Απέστειλε μεταξύ άλλων και στο λογιστήριο του Πανεπιστημίου και συγκεκριμένα στη Μαρία Τέκλου, ΜΚ4 και στο Γενέθλιο Γενεθλίου, ΜΚ5. Η Μαρία Τέκλου, ΜΚ4, κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατά το 2012 φαινόταν στα βιβλία του Πανεπιστημίου ότι είχαν στο λογαριασμό προκαταβολών ένα μεγάλο ποσό, το ποσό των €850.000, για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι που δεν αποτελούσε "συνήθη διαδικασία". Η μάρτυρας απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος την καθησύχασε ότι το θέμα των προκαταβολών "θα ξεκαθάριζε σύντομα". Αυτά που της είχε πει προφορικά η μάρτυρας του τα ζήτησε και γραπτώς για να τα δείξει στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Ανταλλάγησαν ηλεκτρονικά μηνύματα για επιβεβαίωση της συνομιλίας που είχαν και ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τότε οδηγίες στην Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15, να της αποστείλει αντίγραφα των δύο εγγυητικών επιστολών, για τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της η μάρτυρας πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος 1 της απέστειλε τις επιστολές για να της δείξει ότι "υπάρχουν εγγυητικές οι οποίες διασφαλίζουν το Πανεπιστήμιο στη μη ολοκλήρωση των εργασιών". Η ΜΚ4 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3Α και 3Γ ως τα έγγραφα που της απέστειλε η Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 3Β ως το έγγραφο που απέστειλε η Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15, στο συνάδελφό της Γενέθλιο Γενεθλίου, ΜΚ5. Μνεία στα πιο πάνω έγγραφα έκανε και ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 1, όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η εγγυητική για το ποσό των €404.534,12 που αφορούσε το κτίριο "Συμεών" ανανεωνόταν κάθε έτος από την εταιρεία Voltura Ltd. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά ". η Voltura Ltd κατέθεσε το αυθεντικό στη γραμματεία της ΥΔΠ του ΤΕΠΑΚ". Πρόσθεσε επίσης ότι ".. κατά την ανανέωση του 2013 η Voltura Ltd παρέλαβε το αυθεντικό του 2012 για να εξασφαλίσει την καινούργια εγγυητική από την Τ. Κύπρου". Πέραν των πιο πάνω, από τη μαρτυρία του Πανίκου Λεωνίδου, ΜΚ16, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1, το Δεκέμβριο του 2013, τον είχε διαβεβαιώσει ότι υπήρχε εγγυητική επιστολή για το κτίριο "Συμεών" που έληγε τέλος του 2013. Αναφορά σε εγγυητικές επιστολές οι οποίες ανανεωνόντουσαν κάθε έτος μέχρι το 2012 γίνεται και στο σημείωμα που απέστειλε ο Ιωάννης Βακανάς, ΜΚ12, μέσω του κατηγορουμένου 1, στον αναπληρωτή Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου, Τεκμήριο 54. Στο σημείωμα, το οποίο φέρει ημερομηνία 4.4.2013 αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το Συμβόλαιο Ενοικίασης του κτηρίου περιλάμβανε την προμήθεια και τοποθέτηση ειδικού εξοπλισμού και επιπλέον εργασιών αξίας €496.319,50 + ΦΠΑ. Το Πανεπιστήμιο μετά από απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής κατέβαλε το 80% του συγκεκριμένου ποσού (€397.055 + ΦΠΑ) έναντι τραπεζικής εγγύησης η οποία ανανεωνόταν μέχρι το Δεκέμβριο του 2012. (Επισυνάπτεται η απόφαση της ΔΕ ως Παράρτημα Δ). Με την παραλαβή του έργου εκτιμάται ότι έχει εκτελεστεί ένα μέρος των εργασιών αυτών αξίας €454.207 + ΦΠΑ (επισυνάπτεται σχετικό σημείωμα ημερ. 27/03/2013 ως Παράρτημα Ε).» Σχετική επί του θέματος των εγγυητικών επιστολών είναι και η αναφορά της Ρένας Αντωνιάδου, ΜΚ20, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Ένδειξη Τ2, την οποία υιοθέτησε αργότερα κατά την προφορική της μαρτυρία. Η ΜΚ20 ισχυρίσθηκε ότι μετά που είχε διαφανεί ότι τα έγγραφα που τιτλοφορούνταν "εγγυητικές επιστολές" δεν είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 για να τον ρωτήσει τι γνώριζε σχετικά με το θέμα αυτό. Κατά την επικοινωνία που είχαν ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να "την καθησυχάσει" λέγοντας της ότι οι εγγυητικές ήταν "καθ΄ όλα εντάξει και νόμιμες", Στο σημείο αυτό παρατηρούμε ότι για το θέμα της κυκλοφορίας των επιδίκων εγγράφων υπάρχει πλήρης διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Ενώ ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε τόσο στην Αστυνομία όσο και σε τρίτους ότι οι αρχικές εγγυητικές που εξασφάλιζαν τις προκαταβολές είχαν ανανεωθεί, ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, ήτοι ότι μετά τη λήξη των πρώτων δύο εγγυητικών, Τεκμηρίων 81 και 82, που έληξαν το 2010, δεν εκδόθηκαν από τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd άλλες εγγυητικές για τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 48, δήλωσε πλήρη άγνοια σε σχέση με τα έγγραφα που τιτλοφορούνται "εγγυητικές επιστολές". Στην ίδια κατάθεση ανέφερε ότι επρόκειτο για μη αυθεντικά έγγραφα και εξήγησε τους λόγους που κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα. Σε σχέση με την αυθεντικότητα των εγγράφων αυτών σχετική είναι και η μαρτυρία των τραπεζικών υπαλλήλων, Ελένης Κατσιολούδη, ΜΚ8, Σταύρου Τάκη, ΜΚ10 και Σωτήρη Δημοσθένους, ΜΚ11, που εξήγησαν τους λόγους που κατά την άποψή τους τα τρία έγγραφα που τιτλοφορούνταν ως "εγγυητικές επιστολές", Τεκμήρια 3Α, 3Β, 3Γ δεν είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τις κατηγορίες 4, 8 και 12 που αφορούν την κυκλοφορία των πλαστών εγγράφων και τις κατηγορίες 3, 7 και 11 που αφορούν τη συνωμοσία για τη διάπραξη των κακουργημάτων της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων. Στρεφόμαστε τώρα στις κατηγορίες της πλαστογραφίας και της συνωμοσίας για πλαστογράφηση εγγράφων, ήτοι τις κατηγορίες 1, 2, 5, 6, 9 και 10 που αφορούν τον καταρτισμό των πιο πάνω πλαστών εγγράφων, Τεκμήρια 3 Α, 3 Β και 3 Γ. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας παρέμεινε αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι τα έγγραφα που παρουσιάζονταν ως εγγυητικές επιστολές δεν είχαν εκδοθεί από την εκδότρια Τράπεζα, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Η ταυτότητα του δημιουργού-κατασκευαστή των πιο πάνω εγγράφων παραμένει άγνωστη στο Δικαστήριο. Άγνωστες παραμένουν και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες κατασκευάστηκαν τα πιο πάνω έγγραφα. Υπενθυμίζουμε ότι τα έγγραφα αυτά δεν υποβλήθηκαν σε οποιαδήποτε γραφολογική και ή άλλη επιστημονική εξέταση. Ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας με την οποία να συνδέεται, στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, οποιοσδήποτε από τους κατηγορουμένους με την κατάρτιση των εν λόγω εγγράφων ή των πρωτοτύπων από τα οποία προέρχονταν τα έγγραφα. Επισημαίνουμε δε ότι η αστυνομία ερεύνησε τα γραφεία του κατηγορουμένου 2 και παρέλαβε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρισκόντουσαν εκεί, τους εξέτασε, δεν προέκυψε όμως ο,τιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον του. Η αστυνομία ερεύνησε και την οικία του κατηγορουμένου 1, παρέλαβε και εξέτασε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, χωρίς να προκύψει όμως ο,τιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον του. Η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας αφορά την κατοχή και κυκλοφορία των πλαστών εγγράφων. Η κατοχή και η κυκλοφορία όμως από μόνες τους, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας δεν είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν και τα αδικήματα του καταρτισμού των πλαστών εγγράφων. Η απλή υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα "Η Απόδειξη"[4], με αναφορά στην υπόθεση Τhe Police v. Kallenos [5]: «Η έννοια 'εκ πρώτης όψεως' δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στ΄ αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα απ΄ αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και την επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής . Το δικαστήριο όμως οφείλει πάντοτε να περιορίζεται στα στενά πλαίσια της μαρτυρίας και να προσπαθεί να κάνει μια ρεαλιστική αξιολόγησή της: Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. και το τεκμήριο της ενοχής πρέπει να΄ ναι πραγματικό κι όχι πλασματικό. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο κάποια εξήγηση· - αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Εξετάσαμε τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας και καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 2, 6 και 10 που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας ως επίσης στις κατηγορίες 1, 5 και 9 που αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας που σχετίζονται με αυτές. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις Στρεφόμαστε τώρα στις κατηγορίες 14 και 16 που αφορούν τις ψευδείς παραστάσεις και τις κατηγορίες 13 και 15 που αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών οι κατηγορούμενοι απέσπασαν από το ΤΕΠΑΚ, με ψευδείς παραστάσεις, το ποσό των €334.187 για επιπλέον εργασίες, απρόβλεπτα και πάτωμα αναφορικά με το κτίριο "Συμεών", κατηγορία 14 και το ποσό των €337.241,60 για εργασίες και απρόβλεπτα σε σχέση με το κτίριο "Καλυψώ", κατηγορία 16. Αντικείμενο αμφοτέρων των κατηγοριών είναι οι δηλώσεις του κατηγορουμένου 1, ημερομηνίας 2.12.2009 προς το ΤΕΠΑΚ και οι δηλώσεις του κατηγορουμένου 2 προς το ΤΕΠΑΚ ημερομηνίας 23.11.2009. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, είναι η ύπαρξη ψευδούς παράστασης ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 297 του Νόμου και ο σκοπός καταδολίευσης. Παραθέτουμε αυτούσια τα σχετικά άρθρα για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» «298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το τι συνιστά ψευδή παράσταση αναλύεται στην απόφαση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας[6], όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «... η παράλειψη τήρησης των συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο για να θυμηθούμε τον χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". To ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Το εν λόγω απόσπασμα αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Ιωάννου κ.α. ν. Αστυνομίας[7]. Στην πιο πάνω υπόθεση οι εφεσίβλητοι είχαν κατηγορηθεί ότι είχαν παρουσιαστεί στην παραπονούμενη και διά ψευδών παραστάσεων, με σκοπό την καταδολίευση, της απέσπασαν χρηματικό ποσό, αφού της ανέφεραν ψευδώς ότι ήταν ιδιοκτήτες εταιρείας η οποία εισήγαγε και πουλούσε μηχανήματα αισθητικής, ενώ γνώριζαν ότι δεν υφίστατο η εταιρεία και ότι δεν επρόκειτο να της παραδώσουν τέτοια μηχανήματα. Τα μηχανήματα δεν παραδόθηκαν εντός της καθορισθείσας ημερομηνίας, η παραπονούμενη ακύρωσε την παραγγελία, ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων της και κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Καταχώρισε επίσης αγωγή εναντίον των δύο εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ένοχους τους εφεσείοντες. Κατέληξε μεταξύ άλλων ότι οι παραστάσεις τους προς την παραπονούμενη δεν είχαν καμία σχέση με την αλήθεια και το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί από τα πολλά ψέματα που είπαν αυτοί σε σχέση με το θέμα των μηχανημάτων ήταν ότι ουδέποτε προέβηκαν σε τέτοια παραγγελία και ουδέποτε έκαναν συναλλαγή με τη γνήσια πρόθεση να τιμήσουν την υπόσχεσή τους ήτοι να παραδώσουν τα μηχανήματα. Οι κατηγορούμενοι εφεσίβαλαν την καταδίκη τους, η έφεση επετράπη και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε. Το Εφετείο έκρινε ότι το γεγονός ότι οι εφεσείοντες δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δεν οδηγούσε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε συμπέρασμα εξαρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης. Η αναφορά στο τιμολόγιο και στην απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής σε κάποια επωνυμία δεν μπορούσε να εξισωθεί με ψευδή δήλωση περί ύπαρξης νομικής οντότητας με την εν λόγω επωνυμία. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης της παραπονουμένης να συμβληθεί με τους εφεσείοντες δεν διαδραμάτισαν τα ό,σα οι λεπτομέρειες αδικήματος απέδιδαν στους τελευταίους, ως ψευδείς παραστάσεις, αλλά η επίδειξη από πλευράς του ενός εκ των εφεσειόντων και άλλου προσώπου, στο στάδιο των διαβουλεύσεων, μηχανήματος παρόμοιου με αυτό που επιθυμούσε η παραπονουμένη να αγοράσει. Το Eφετείο στην απόφαση του αναφέρει ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εναπόθεσε στους εφεσείοντες το βάρος απόδειξης ότι οι παραστάσεις που οι λεπτομέρειες αδικήματος τους καταλόγιζαν δεν ήταν ψευδείς και συνεπώς οι προθέσεις τους δεν μολύνονταν με το στοιχείο της δολιότητας. Πολύ βοηθητική σε σχέση με την ερμηνεία του όρου "ψευδής παράσταση" και της πρόθεσης καταδολίευσης είναι οι αναφορές που γίνονται στο σύγγραμμα Russel on Crime[8]: Σελίδα 1171: «Το bring the case within the stature, there must be a false pretence that a fact exists or did exist. A promise or a pretence to do some act in the future is not within the statute[9]. A pretence that the party would do an act which he did not mean to do (as a pretence that he would pay for goods on delivery) is not a false pretence within the Act[10]. The indictment must be carefully worded so as to state the facts of the alleged pretence, such facts on the face of the allegation relating to the present or the past at the time when the pretence was made[11]. Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υφίσταται ή δεν υφίσταται. Μια υπόσχεση ή μια παράσταση για εκτέλεση κάποιας πράξης στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. Μια παράσταση ότι το πρόσωπο θα έκανε μία πράξη την οποία δεν είχε πρόθεση να κάνει (όπως η παράσταση ότι θα πλήρωνε για τα αγαθά κατά την παράδοση) δεν είναι ψευδής παράσταση μέσα στα πλαίσια του Νόμου. Το κατηγορητήριο πρέπει να είναι διατυπωμένο προσεκτικά έτσι ώστε να διατυπώνονται τα γεγονότα της ισχυριζομένης παράστασης. Τέτοια γεγονότα στην όψη του ισχυρισμού που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο που έγινε η παράσταση.» ..... Σελίδα 1175: «Not only must the defendant have made a statement which he does not believe to be true, but in addition the statement must really be untrue.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε μία δήλωση που ο ίδιος δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση αυτή θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής.» ....... Σελίδα 1184: «It is necessary for the prosecution to establish that it was by some of the false pretence laid in the indictment that the goods were obtained.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάστηκαν συνεπεία κάποιων εκ των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο.» Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για το σημείωμα που απέστειλε προς τον Ιωάννη Μαντά, Αντιπρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής με κοινοποίηση προς τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής, τον Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17 και τον Προϊστάμενο του ΥΣΦΜ, με το οποίο τους πληροφορούσε για τις κατασκευαστικές εργασίες που θα έπρεπε να γίνουν και για τον εξοπλισμό που θα έπρεπε να εγκατασταθεί στα κτίρια που θα ανεγείρονταν, "Συμεών" και "Kαλυψώ". Με το εν λόγω σημείωμα, Τεκμήριο 25 τους πληροφόρησε για το κόστος των πιο πάνω εργασιών και του εξοπλισμού, επισύναψε ανάλυση των ποσών και εισηγήθηκε παράλληλα όπως τα ποσά αυτά επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του 2009 και να δοθούν στις ιδιοκτήτριες εταιρείες προκαταβολικά. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για τις επιστολές ημερομηνίας 23.11.2009 τις οποίες απέστειλε στο Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17, στις οποίες επισύναψε πίνακα με αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών και εξοπλισμού που θα έπρεπε να γίνουν στα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της συνωμοσίας, ήτοι ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να εξασφαλίσουν τα χρηματικά ποσά που καταγράφονται στις κατηγορίες 14 και
- Το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων εκτίθεται στις αρχικές σελίδες της απόφασής μας και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να το επαναλάβουμε. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή και η οποία παρατίθεται αναλυτικά πιο πάνω, προκύπτει ότι το ΤΕΠΑΚ έπρεπε να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες εντός "ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων". Οι ανάγκες αυτές θα έπρεπε να καλυφθούν με κτίρια τα οποία βρισκόντουσαν στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού. Για να επισπευσθεί η διαδικασία έτσι ώστε το ΤΕΠΑΚ να μπορέσει να καλύψει τις επείγουσες στεγαστικές του ανάγκες, εφαρμόσθηκε η πρακτική της δημοσίευσης για εκδήλωση ενδιαφέροντος για ενοικίαση υποστατικών. Ως αναφέρουμε και πιο πάνω, την 31.7.2009, υπεγράφησαν δύο συμφωνίες ενοικίασης κτιρίων τα οποία δεν είχαν μέχρι τότε ανεγερθεί, μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των εταιρειών Voltura Ltd και GVG Trading Ltd. Κατά το χρόνο υπογραφής των δύο συμφωνιών οι ακριβείς ανάγκες του Πανεπιστημίου δεν ήταν γνωστές. Αυτός ήταν και ο λόγος που σε αμφότερες τις συμφωνίες συμπεριλήφθηκε ο όρος 1.
- Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τον όρο αυτό, το ΤΕΠΑΚ θα έπρεπε να πληροφορήσει τις ιδιοκτήτριες εταιρείες εντός 60 ημερών από την υπογραφή των δύο συμφωνιών, τον εξοπλισμό που θα έπρεπε να εγκαταστήσουν με δική τους ευθύνη και με έξοδα του ΤΕΠΑΚ. Από τη μαρτυρία της νομικού συμβούλου Ζωής Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, προέκυψε, μεταξύ άλλων, ότι δεν διδόταν η απαιτουμένη σημασία τόσο από το Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17, όσο και από τον κατηγορούμενο 1, στη σύνταξη και το περιεχόμενο των συμφωνιών, θεωρούσαν τα θέματα αυτά ως "νομικίστικα". Μετά την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών έγιναν συναντήσεις μεταξύ των τεχνικών του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσίας, των ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου και εκπροσώπων των δύο εταιρειών, για συζήτηση τεχνικών θεμάτων που αφορούσαν τα δύο κτίρια. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας διαφάνηκε ότι οι ανάγκες του Πανεπιστημίου μεταβάλλονταν συνεχώς και ενώ το κτίριο "Συμεών" προοριζόταν αρχικά να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς στέγασης του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και το κτίριο Καλυψώ" για να καλύψει τις ανάγκες του Κέντρου Γλωσσών, στη συνέχεια αποφασίστηκε όπως αυτά χρησιμοποιηθούν για σκοπούς στέγασης της Νοσηλευτικής Σχολής που θα μεταφερόταν από τη Λευκωσία στη Λεμεσό. Η αλλαγή χρήσης των δύο κτιρίων οδήγησε και στην αλλαγή των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή διαφάνηκε επίσης ότι οι ιδιοκτήτριες εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, ουδέποτε απαίτησαν την καταβολή οποιασδήποτε προκαταβολής για την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών και ή για την εγκατάσταση εξοπλισμού στα κτίρια "Συμεών" και Καλυψώ" αντίστοιχα. Η απόφαση για την καταβολή των προκαταβολών λήφθηκε από τη Διοικούσα Επιτροπή κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 4.12.
- Διαφαίνεται επίσης ότι ο λόγος που η Διοικούσα Επιτροπή έλαβε την πιο πάνω απόφαση δεν ήταν για να εξυπηρετηθούν οι εμπλεκόμενες εταιρείες αλλά για "να απορροφηθεί" από το Πανεπιστήμιο ο προϋπολογισμός του 2009, πριν τη λήξη του έτους. Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής ημερομηνίας 31.7.2009, Τεκμήριο 73, ως επίσης και στα πρακτικά της συνεδρίας της Διοικούσας Επιτροπής ημερομηνίας 4.12.2009, Τεκμήριο 60, προτού ληφθεί η απόφαση για καταβολή της προκαταβολής, την οποία παραθέτουμε αυτούσια ανωτέρω ως επίσης και η δήλωση του Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17, ότι ένας από τους λόγους που δόθηκαν οι προκαταβολές ήταν "για να απορροφηθούν από το ΤΕΠΑΚ τα κονδύλια του 2009". Υπενθυμίζουμε δε ότι μετά από απαίτηση της Τράπεζας για την έκδοση των δύο εγγυητικών επιστολών δεσμεύτηκαν ποσά των ιδιοκτητριών εταιρειών ίσα με τα ποσά που δόθηκαν ως προκαταβολές. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα ποσά που δόθηκαν ως προκαταβολές και τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 14 και 16 και κατ΄ επέκταση και των κατηγοριών της συνωμοσίας ήταν το αποτέλεσμα συμφωνίας και ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Αντιθέτως, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ποσά αυτά ήταν το αποτέλεσμα των πολλών συναντήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ των ακαδημαϊκών της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας και των εκπροσώπων των εταιρειών μετά την υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας δεν αποτελείτο από ένα άτομο, ήτοι τον κατηγορούμενο 1 αλλά ως περιγράφουμε αναλυτικά στην αρχή της απόφασής μας, στελεχωνόταν από πολλούς επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίοι είχαν άμεση εμπλοκή με το θέμα αυτό. Αποτελεί δε θέση της Κατηγορούσας Αρχής, σχετική είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, ΜΚ17, ότι ο "ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη" με τις πιο πάνω συναντήσεις. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής όσον αφορά το θέμα των ψευδών παραστάσεων στηρίζεται στην ουσία στη μαρτυρία της Ρένας Αντωνιάδου, ΜΚ20 και συγκεκριμένα στη θέση της ότι οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι "παρουσίασαν στο ΤΕΠΑΚ ότι οι εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd εδικαιούντο να λάβουν κάποια ποσά για επιπρόσθετες εργασίες και για εξοπλισμό ενώ τέτοια πρόνοια δεν περιλαμβανόταν στις συμφωνίες". Ήταν η θέση της, ως αυτή καταγράφεται και στην έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με το κτίριο "Συμεών", Τεκμήριο 105, ότι δεν ήταν "εφικτό" να συμπεριληφθούν στον εξοπλισμό το πάτωμα και οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, έχοντας υπόψη ότι ο εξοπλισμός θα ανήκε στον ενοικιαστή και θα απομακρυνόταν μετά τη λήξη της συμφωνίας. Στο ίδιο έγγραφο κατέγραψε επίσης ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε για επιπρόσθετες εργασίες και ως εκ τούτου η αναφορά σε πρόσθετες εργασίες ήταν "ψευδής και παραπλανητική". Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά την οποία η μάρτυρας παρέθεσε στο κείμενο της με έντονους χαρακτήρες: «Η παρ. 1.5 της σύμβασης ενοικίασης περιλαμβάνει πρόνοια για εξοπλισμό ως εκ τούτου η αναφορά σε πρόσθετες εργασίες είναι ψευδής και παραπλανητική.» Σχολιάζοντας το σημείωμα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, ήτοι του κατηγορουμένου 1, η ΜΚ20 δήλωσε ότι η αναφορά σε επιπλέον εργασίες ήταν "ψευδής" εφόσον στη συμφωνία ημερομηνίας 31.07.2009 δεν γινόταν σχετική πρόνοια. Επεσήμανε επίσης το γεγονός ότι το ΤΕΠΑΚ, μετά από υποκίνηση του κατηγορουμένου 1, αποδέχθηκε να καταβάλει στον ιδιοκτήτη ποσά για ισχυριζόμενες επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες με βάση το Συμβόλαιο Ενοικίασης περιλαμβάνονταν στις αρχικές υποχρεώσεις της ιδιοκτήτριας εταιρείας ως επίσης και το γεγονός ότι στις επιπρόσθετες εργασίες συμπεριλήφθηκε ποσό ύψους €92.000 για "απρόβλεπτα". Στην έκθεσή της ΜΚ20, Τεκμήριο 106, που αφορά το κτίριο "Καλυψώ" προβαίνει σε παρόμοιες διαπιστώσεις σε σχέση με τις επιπρόσθετες εργασίες που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών για το εν λόγω κτίριο. Ήταν η θέση της ότι και αυτή η αναφορά του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, κατηγορουμένου 1, προς το ΤΕΠΑΚ στο σημείωμα του ημερομηνίας 2.12.2009 ήταν "ψευδής". Κατέγραψε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Ο Προϊστάμενος της ΥΔΠ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι πρόνοια για επιπρόσθετες εργασίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση και, ως εκ τούτου, η σχετική αναφορά του στο πιο πάνω σημείωμα ήταν ψευδής και παρέχει λανθασμένη πληροφόρηση στα αρμόδια όργανα λήψης αποφάσεων του ΤΕΠΑΚ παροτρύνοντας τα να εγκρίνουν πληρωμές στους ιδιοκτήτες ποσών τα οποία οι ιδιοκτήτες δεν δικαιούνταν.» Ο έλεγχος που διενήργησε η ΜΚ20 δεν επεκτάθηκε στη διερεύνηση των απαιτήσεων των ακαδημαϊκών σε σχέση με τα συγκεκριμένα κτίρια και κατά πόσο οι επιπρόσθετες εργασίες ήταν αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία των κτιρίων, για το σκοπό που αυτά προορίζονταν. Υπενθυμίζουμε επίσης ότι το περιεχόμενο των επιδίκων επιστολών και συγκεκριμένα οι πίνακες που επισυνάφθηκαν σε αυτές ήταν η κατάλ