DAVID FERNANDEZ BLANCO ν. RELIANTCO INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15673/16, 28/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15673/16 DAVID FERNANDEZ BLANCO Παραπονούμενος -εναντίον-
- RELIANTCO INVESTMENTS LTD
- DENIS DE JONG
- ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΠΟΛΥΒΙΟΥ
- ΒΙΚΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: κ. Α. Αργυρού με κ. Ερωτοκρίτου και κ. Κουάλη Για Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 4: κ. Χρυσάνθου με κα. Ζαντήρα Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: παρόντες --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, η οποία αφορά σε έξι κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν δύο ειδών αδικήματα. Το ένα είναι το αδίκημα του αρ.298 Κεφ.154 ήτοι της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η 2η και 3η κατηγορία) και το άλλο, το αδίκημα του αρ.300 Κεφ.154 ήτοι της απόσπασης χρημάτων με «απάτη» (4η, 5η και 6η κατηγορία). Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, αντιμετωπίζει από μόνη της την 1η και 4η κατηγορία, ενώ οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, αντιμετωπίζουν από κοινού, την 2η και 4η κατηγορία, οι οποίες εδράζονται στο αρ.20 Κεφ.154 και οι οποίες τους φέρουν να παρείχαν συνδρομή στην κατηγορούμενη 1, υπό την ιδιότητα και θέση που ο καθένας τους κατέχει σε αυτή. Ο 2ος κατηγορούμενος ως εκτελεστικός διευθυντής και μέτοχος, ο 3ος κατηγορούμενος ως ιδρυτικό μέλος, γραμματέας και Υπεύθυνος Επενδυτικών Συμβουλών (Head of Investment Advice) και η 4η κατηγορούμενη, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (Reception and Transmission of Orders - RTO). Τέλος, η 3η και 6η κατηγορία, καταλογίζουν σε όλους τους κατηγορουμένους μαζί, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων. Το ισχυριζόμενο παράνομα αποκτηθέν ποσό, το οποίο είναι κοινό για όλες τις κατηγορίες, ανέρχεται στο ποσό των €$657.
- Οι λεπτομέρειες που αφορούν στις κατηγορίες του αδικήματος του αρ.298 είναι κοινές όπως κοινές είναι και οι λεπτομέρειες που αφορούν στις κατηγορίες του αδικήματος του αρ.
- Μεταξύ τους όμως τα δύο αδικήματα, εδράζονται επί διαφορετικών λεπτομερειών. Ειδικότερα, οι κατηγορίες 1, 2 και 3 που αφορούν στο αδίκημα του αρ.298, αναφέρουν ότι: «...σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 02/07/14 και 09/09/14, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, εξασφάλισε και/ή απέσπασε από τον παραπονούμενο το συνολικό χρηματικό ποσό των $657.000 USD δολαρίων Αμερικής, δηλαδή προσποιήθηκε ψευδώς ότι τα συμφέροντα της ήταν ευθυγραμμισμένα με τα συμφέροντα του παραπονούμενου με κοινό σκοπό το κέρδος και ότι διαβίβαζε όλες τις επενδυτικές συναλλαγές του παραπονούμενου στην αγορά και ότι δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τη ζημιά του παραπονούμενου αλλά ότι το κέρδος της εταιρείας προέκυπτε μέσω της προμήθειας που χρεώνουν τα Παγκόσμια Χρηματοοικονομικά Ινστιτούτα μέσω του ανοίγματος (Spread) και ότι αξιωματούχοι και/ή λειτουργοί και/ή υπηρέτες και/ή υπάλληλοι και/ή εντολοδόχοι της που έρχονταν σε επαφή με τον παραπονούμενο είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω διαδικτύου είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα τον βοηθούσαν να επενδύσει κερδοφόρα τα χρήματα του, ενώ γνώριζε στην πραγματικότητα ότι αυτά δεν ήταν αληθή.» ενώ οι κατηγορίες 4, 5 και 6 που αφορούν στο αδίκημα του αρ.300, ότι: «...σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 02/07/14 και 09/09/174, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα και με σκοπό την εξαπάτηση απέσπασε από τον παραπονούμενο το συνολικό χρηματικό ποσό των $657.000 USD δολαρίων Αμερικής υποκινώντας τον να εκτελέσει και/ή συγκατατεθεί στην εκτέλεση επενδυτικών συναλλαγών με την τοποθέτηση εντολής περιορισμού πιθανού κέρδους του παραπονούμενου (Take Profit Order) χωρίς την ταυτόχρονη τοποθέτηση εντολής περιορισμού της ζημιάς του (Stop Loss Order) και χωρίς να του εξηγηθούν και/ή του αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες και το ρίσκο που αυτές εμπεριείχαν και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο παραπονούμενος το συνολικό χρηματικό ποσό των $657.000 USD δολαρίων Αμερικής ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στον παραπονούμενο ότι οι εν λόγω επενδυτικές συναλλαγές ήταν άκρως ριψοκίνδυνες και θα είχαν ως συνέπεια ο παραπονούμενος να απωλέσει το προαναφερόμενο ποσό, γεγονός που εάν ο παραπονούμενος γνώριζε δεν θα εκτελούσε και/ή δεν θα συγκατατίθετο στην εκτέλεση των συγκεκριμένων επενδυτικών συναλλαγών.» Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά του παραπονούμενου, κάλεσε τρεις μάρτυρες ήτοι τον ίδιο τον παραπονούμενο ως ΜΚ1, τον Ο. Αριστείδη ως εμπειρογνώμονα «διαδικτυακών υπηρεσιών συναλλάγματος FOREX» ως ΜΚ2 και την Ε.Θεοδώρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ως ΜΚ
- Η ουσία της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφα Α1, Α2 και Β1 και Β2 αντίστοιχα). Στο σύνολο τους κατατέθηκαν 27 Τεκμήρια. Παρά τον όγκο και σε κάποιο βαθμό την πολυπλοκότητα της μαρτυρίας, ένεκα της φύσης της επίμαχης σχέσης των μερών ήτοι διαδικτυακές επενδυτικές συναλλαγές FOREX, η ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι απλή. Τη συνοψίζω: Ο παραπονούμενος είναι αρχιτέκτονας και κατάγεται από την Ισπανία. Περί το 2014, έλαβε χρήματα από πώληση ενός ακινήτου του και αποφάσισε να τα επενδύσει σε μετοχές και συνάλλαγμα (FOREX). Επειδή όμως δεν είχε οποιαδήποτε γνώση περί των θεμάτων αυτών, ανέτρεξε σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο για να μελετήσει το θέμα. Αποφάσισε να ψάξει για τις «καλύτερες πλατφόρμες FOREX» οπόταν και εντόπισε μια συγκεκριμένη διαφημιστική σελίδα, η οποία ασχολείτο με τη σύγκριση των διάφορων τέτοιων διαδικτυακών πλατφόρμων. Στη βάση των συγκρίσεων της αυτών, η σελίδα προέβαινε σε κατάταξη των δέκα καλύτερων, κατά την άποψη της, πλατφόρμων FOREX που υπήρχαν στο διαδίκτυο. Αφού μελέτησε τις διάφορες συγκρίσεις και σχόλια που γίνονταν για την κάθε πλατφόρμα, ο παραπονούμενος αποφάσισε να επιλέξει τη δεύτερη καλύτερη που υπήρχε στη λίστα ήτοι την πλατφόρμα με την ονομασία UFX. Η εν λόγω πλατφόρμα ανήκε και διαχειρίζετο από την κατηγορούμενη
- «Μπαίνοντας» στη σελίδα της πλατφόρμας διαπίστωσε ότι η εγγραφή σε αυτή γινόταν ηλεκτρονικά. Δεν θυμάται αν προτού υποβάλει την αίτηση του για εγγραφή, διάβασε τους όρους χρήσης της πλατφόρμας αν και αυτοί, ήταν σε ευδιάκριτο σημείο στην ιστοσελίδα. Ο λόγος που δεν θυμάται αν διάβασε τους εν λόγω όρους, είναι επειδή, δεν μπορεί να θυμηθεί αν κατά την εγγραφή του, δήλωσε ότι τους αποδέχεται, «κάνοντας κλικ στο σχετικό κουτάκι». Μέχρι και τον Μάρτιο 2015 που προετοιμάστηκε για την πολιτική αγωγή που καταχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων, ουδέποτε προηγουμένως διάβασε τους όρους της πλατφόρμας έστω και αν αυτοί ήταν πάντα στη διάθεση του. Δέχεται όμως ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ως χρήστη της πλατφόρμας, οι εν λόγω όροι ήταν δεσμευτικοί. Αν και στην ιστοσελίδα της πλατφόρμας αναφέρετο επίσης, σε ευδιάκριτο πάλι σημείο, ότι η κατηγορούμενη 1, στην οποία ανήκε η πλατφόρμα, ελέγχετο και αδειοδοτείτο από την Κυπριακή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ότι ήταν πλήρως αδειοδοτημένη να παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες και ότι είχε την έδρα της στην Κύπρο, εντούτοις ο παραπονούμενος δεν το πρόσεξε. Λόγω του ότι στην σελίδα υπήρχαν κάποια διακριτικά εμβλήματα της Αγγλικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (FCA), θεώρησε ότι η κατηγορούμενη 1 έχει την έδρα της στην Αγγλία και ότι ελέγχεται από το αγγλικό δίκαιο. Βασιζόμενος στην εν λόγω εντύπωση του, θεώρησε ότι ήταν ασφαλές για εκείνον να προχωρήσει με εγγραφή στην πλατφόρμα και να επενδύσει τα χρήματα του μέσω της, σε επενδυτικές συναλλαγές FOREX. Υπέβαλε ακολούθως ηλεκτρονικά, στις 2/7/14, την αίτηση του για εγγραφή, συμπληρώνοντας και σχετικό ηλεκτρονικό έντυπο. Στο εν λόγω έντυπο, ο παραπονούμενος δήλωσε ότι είχε 1-3 χρόνια προηγούμενη πείρα στις συναλλαγές FOREX και αυτό διότι θεώρησε, λανθασμένα όπως αντιλήφθηκε στη συνέχεια, ότι η προηγούμενη του εμπειρία με υποθήκες σε ξένο συνάλλαγμα, ήταν σχετική. Με την αποδοχή της αίτησης του, ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα του, στον οποίο προχώρησε και κατέθεσε $10.000 προκειμένου να ξεκινήσει να επενδύει στην αγορά FOREX. Αφού διάβασε τις διάφορες οδηγίες που υπήρχαν στην πλατφόρμα, ως προς τον τρόπο διενέργειας των συναλλαγών, ξεκίνησε αμέσως να επενδύει. Οι συναλλαγές μέσω της πλατφόρμας, γίνονταν είτε τηλεφωνικά είτε διαδικτυακά. Αρχικά, προέβη σε δύο ειδών επενδύσεις, οι οποίες όμως δεν απόδωσαν κέρδος αλλά αντίθετα, του επέφεραν ζημιά. Λίγες μέρες αργότερα, στις 7/7/14, δέχτηκε τηλεφώνημα από την κατηγορούμενη 1, με το οποίο ενημερώθηκε ότι, αν ήθελε να συνεχίσει να επενδύει, θα έπρεπε να καταθέσει και άλλα χρήματα. Ακολούθως, κατέθεσε ακόμη $10.
- Την ίδια μέρα, του τηλεφώνησε κάποιος Tom Marks, ο οποίος του συστήθηκε ως ο Υπεύθυνος του Λογαριασμού του και ως το πρόσωπο που θα τον βοηθούσε με τις επενδύσεις του. Ο εν λόγω ΤΜ, του εξήγησε ότι η UFX αποτελούσε ένα Straight Through Processing Broker (STP) και ότι το κέρδος της, προέκυπτε από το Spread σε κάθε συναλλαγή. Του είπε επίσης ότι τα συμφέροντα του ιδίου και της UFX ήταν ευθυγραμμισμένα και ότι ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας αυτός να κερδίζει και να συνεχίσει να επενδύει, αφού αυτοί κέρδιζαν από τις συνεχόμενες συναλλαγές του και όχι από τη ζημιά του. Με άλλα λόγια, ο ΤΜ του έδωσε να καταλάβει ότι η κατηγορούμενη 1 δεν είχε κανένα όφελος από τη ζημιά του. Ακολούθως, με τη συμβουλή και την προτροπή του ΤΜ, μέχρι τις 9/9/14, ο παραπονούμενος προχώρησε και διενήργησε αριθμό συναλλαγών. Από τις 55 συναλλαγές που εκτέλεσε από τις 7/7/14 μέχρι τις 9/9/14, μόνο 8 ήταν ζημιογόνες και αυτές τις είχε κάμει μόνος του. Οι υπόλοιπες, οι οποίες ήταν κερδοφόρες, ήταν κατόπιν προτροπής και συμβουλής του ΤΜ. Ο τελευταίος, στον οποίο ο παραπονούμενος είχε αναφέρει ότι κατάφερε να μαζέψει χρήματα από την πώληση του σπιτιού του, τον προέτρεπε κατά καιρούς, να καταθέτει και να επενδύει ολοένα και περισσότερα χρήματα. Σε μια περίπτωση, κατόπιν προτροπής του ΤΜ, ο παραπονούμενος επένδυσε $75,000 και κατάφερε να αποκομίσει κέρδος $24.
- Σε μια άλλη περίπτωση, στις 8/9/14, ο ΤΜ του τηλεφώνησε και του πρότεινε να προβεί σε μια μεγάλη επένδυση ύψους $125.000, πουλώντας στερλίνες έναντι δολαρίου. Η εν λόγω επένδυση θα του απέφερε, σύμφωνα με τον ΤΜ, κέρδη ύψους $10.
- Αν και η εν λόγω επένδυση, όπως αντιλήφθηκε στη συνέχεια, έφερε μεγάλο ρίσκο όπως χάσει όλα τα λεφτά του, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του ΤΜ και τελικά, όντως κέρδισε το ποσό που είχε προβλέψει ο τελευταίος (βλ. Τεκ.10 - συναλλαγή 3828010 και σχετική αναφορά στο Τεκ. 18). Ένεκα των πιο πάνω επενδύσεων, κατά την 9/9/14, ο λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους $652.453,30, από τις οποίες, οι $496.072,12, ήταν χρήματα που ο ίδιος κατέθεσε κατά διαστήματα, και οι $156.381,28, ήταν κέρδη που αποκόμισε από τις επενδύσεις που έκαμε με τη καθοδήγηση του ΤΜ. Είχε επίσης ήδη αποσύρει σε μετρητά, πάλι κατόπιν προτροπής του ΤΜ, το ποσό των $24.
- (βλ. Τ.18 και ΜΚ2). Βλέποντας ότι με τη βοήθεια και την προτροπή του ΤΜ είχε κερδοφορία, έδειξε πίστη στην κατηγορούμενη 1 και τους εκπροσώπους της και ακολουθούσε πιστά κάθε επενδυτική συμβουλή που του έδιναν. Στις 9/9/14, την επομένη δηλαδή της μεγάλης και επιτυχούς επένδυσης που έκαμε στις 8/9/14 κατόπιν προτροπής του ΤΜ, ο παραπονούμενος, παρασυρόμενος από την επιτυχία της προηγούμενης μέρας, αποφάσισε να προβεί από μόνος του, σε μια παρόμοια επένδυση ούτως ώστε να κερδίσει ακόμα περισσότερα χρήματα. Αντί όμως να πουλήσει στερλίνα έναντι δολαρίου, όπως τον είχε συμβουλέψει ο ΤΜ την προηγούμενη μέρα, αποφάσισε, αφού μελέτησε ο ίδιος την ισοτιμία, να πράξει το αντίθετο ήτοι να αγοράσει στερλίνες. Με το που εκτέλεσε τη πράξη όμως, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για κακή επένδυση αφού μέσα σε λίγα λεπτά, οι ζημιές του ανήλθαν στις $100.
- Αμέσως έκλεισε τη συναλλαγή και αφού ξαναμελέτησε την ισοτιμία αποφάσισε να προβεί σε νέα πράξη, αυτή τη φορά όμως πουλώντας στερλίνες, ως δηλαδή είχε κάμει στις 8/9/
- Η ενέργεια του αυτή απέδωσε και σε μερικά λεπτά, όχι μόνο κατάφερε να καλύψει τις ζημιές του αλλά κατάφερε να βγάλει και κέρδος αφού από την νέα αυτή επένδυση, αποκόμισε $115.
- Κάποια ώρα αργότερα την ίδια μέρα ήτοι στις 9/9/14, του τηλεφώνησε ο ΤΜ, ο οποίος, αφού τον καθησύχασε για την ορθότητα των επενδύσεων που έκαμε νωρίτερα με τις οποίες, όχι μόνο κατάφερε να διορθώσει τη ζημιά αλλά και να αποκομίσει κέρδος, τον παρότρυνε να προβεί σε νέα, παρόμοια συναλλαγή, επενδύοντας όμως μεγαλύτερο ποσό. Δείχνοντας εμπιστοσύνη στα λεγόμενα του ΤΜ και παρασυρόμενος από την προηγούμενη επιτυχία του, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του πρώτου. Επειδή όμως βρισκόταν στη Μιανμάρ στην Ασία και εκείνη τη στιγμή, δεν είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, ο ΤΜ του ανέφερε ότι θα μπορούσε, αν ήθελε, να διαβιβάσει την εντολή του, μέσω τηλεφώνου. Αυτός δέχτηκε οπόταν και ο ΤΜ τον συνέδεσε με το τηλεφωνικό κέντρο της κατηγορουμένης 1 ήτοι το RTO. Την κλήση απάντησε η προϊστάμενη του RTO, κατηγορουμένη 4 η οποία ζήτησε τις οδηγίες του. Κατευθυνόμενος από τον ΤΜ, ο παραπονούμενος προχώρησε και έδωσε οδηγία στην κατηγορουμένη 4 όπως προχωρήσει στη σχετική επενδυτική πράξη και αφού η τελευταία του την επανέλαβε, αυτός την επιβεβαίωσε. Παράλληλα, ο ΤΜ τον κατεύθυνε όπως τοποθετήσει στη συναλλαγή, εντολή για περιορισμό του κέρδους στις $20.000 ήτοι την εντολή «Take Profit $20.000». Την εν λόγω εντολή, η κατηγορούμενη 4 του ζήτησε επίσης να την επιβεβαιώσει. Με την επιβεβαίωση της συναλλαγής και της εντολής για περιορισμό του κέρδους στις $20.000, η κατηγορούμενη 4 τον ενημέρωσε ότι, εκτέλεσε τις οδηγίες του και ότι η συναλλαγή ήταν πλέον ανοικτή. Εφόσον δεν είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, ο ΤΜ τον ενημέρωσε ότι, θα παρακολουθεί τη συναλλαγή και θα τον ενημερώσει για τις εξελίξεις. Όταν αργότερα κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στο διαδίκτυο, συνδέθηκε με την πλατφόρμα οπόταν και διαπίστωσε προς μεγάλη του έκπληξη ότι, όχι μόνο η επένδυση του δεν ήταν κερδοφόρα αλλά μάλιστα ότι ήταν τόσο ζημιογόνα, που σε μερικές ώρες, όλα σχεδόν τα χρήματα που είχε στο λογαριασμό του, απωλέσθηκαν. Διαπίστωσε επίσης ότι, την ίδια μέρα, μία άλλη συναλλαγή που είχε «ανοίξει» από μόνος του στις 3/7/14, έκλεισε και αυτή με ζημιές περί τις $7.000 Με το που «έκλεισαν» οι εν λόγω συναλλαγές, διαπίστωσε ότι από το πιστωτικό υπόλοιπο που είχε μέχρι και τις 9/9/14 ήτοι $652.500 περίπου, μόλις $2500 απέμειναν. Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει, συνέχισε να προβαίνει σε επενδύσεις, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επανακτήσει τα χρήματα του, χρησιμοποιώντας και τα χρήματα που έμειναν αλλά και καταθέτοντας και άλλα (βλ. Τ.18). Μέχρι και τις 21/10/14, διενήργησε περί τις 60 συναλλαγές ακόμη, καμία τους όμως δεν κατάφερε να του καλύψει τη μεγάλη ζημιά που έπαθε αφού το ποσοστό επιτυχίας του, ήταν μόλις 46%. Εν τω μεταξύ, δύο μέρες μετά την «καταστροφική συναλλαγή» της 9/9, ο παραπονούμενος δέχτηκε νέο τηλεφώνημα από τον ΤΜ, ο οποίος, αφού του είπε να μην ανησυχεί για τη μεγάλη ζημιά που έπαθε και ότι μπορεί να ανακάμψει, αφού «έτσι είναι η αγορά FOREX», τον προέτρεψε να καταθέσει και άλλα λεφτά και να συνεχίσει τις επενδύσεις. Τελικά ο παραπονούμενος, μη μπορώντας να ανακτήσει τα χρήματα που έχασε, αποφάσισε να κλείσει το λογαριασμό και να αποταθεί για βοήθεια, σε δικηγορικό γραφείο στο Λονδίνο. Οι Άγγλοι δικηγόροι στους οποίους αποτάθηκε ο παραπονούμενος, αφού είδαν ότι η υπόθεση αφορούσε στην εμπλοκή κυπριακής εταιρείας, τον παρέπεμψαν σε Κύπριους συναδέλφους τους ήτοι τους νυν δικηγόρους του, οι οποίοι αποδέχτηκαν να αναλάβουν την υπόθεση του. Οι τελευταίοι, αφού έκαμαν τις έρευνες τους, διαπίστωσαν ότι όντως η κατηγορούμενη 1 ήταν κυπριακή εταιρεία, η οποία και ήταν αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, να παρέχει αυτού του είδους τις επενδυτικές υπηρεσίες. Από την έρευνα των κυπρίων δικηγόρων του, διαπιστώθηκε επίσης, η ιδιότητα και θέση που ο καθένας εκ των κατηγορουμένων 2-4, κατείχε στην κατηγορούμενη 1, ως η εν λόγω ιδιότητα και θέση τους αποδίδεται, στις λεπτομέρειες αδικήματος. Αυτό που η έρευνα των δικηγόρων του παραπονούμενου δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει, ήταν την ύπαρξη του Tom Marks, γεγονός που, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, υποδηλοί ότι ίσως να μην υπάρχει αυτό το πρόσωπο. Ακολούθως, μέσω των δικηγόρων του, ο παραπονούμενος, υπέβαλε παράπονο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εναντίον της κατηγορουμένης 1 οπόταν και ενημερώθηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία, ήδη αποτελούσε αντικείμενο έρευνας και διοικητικής δίωξης από την Επιτροπή, σε σχέση με ενδεχόμενες παραβιάσεις του Νόμου και των Κανονισμών που η τελευταία είναι επιφορτισμένη να εφαρμόζει. Η ΜΚ3, κλήθηκε να καταθέσει σχετικά με το παράπονο που υπέβαλε ο παραπονούμενος στην Επιτροπή καθώς και για την έρευνα που η τελευταία διεξήγαγε, σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Η μάρτυς ανέφερε ότι, το παράπονο του παραπονούμενου, υπεβλήθη σε μια περίοδο που η Επιτροπή ήδη διεξήγαγε ελέγχους στην κατηγορουμένη 1, στη βάση στοιχείων και παραπόνων που της είχαν προηγουμένως υποβληθεί από τρίτους. Επειδή το παράπονο του παραπονούμενου φάνηκε να αφορούσε σε παρεμφερή θέματα με αυτά που ήδη εξετάζονταν, η Επιτροπή έκρινε ότι, δεν ήταν αναγκαίο όπως γίνει οποιαδήποτε ειδική διερεύνηση στα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος, εξ' ου και τέτοια διερεύνηση δεν έγινε. Παρά ταύτα όμως, η μάρτυς ανέφερε ότι σχετική ενημερωτική επιστολή στάληκε στην κατηγορούμενη 1, με την οποία η Επιτροπή, ενημέρωνε για το παράπονο του παραπονούμενου και ζητούσε τις θέσεις της πρώτης. Στην επιστολή αυτή της Επιτροπής, η κατηγορούμενη 1 απάντησε, αναφέροντας όμως ότι δεν επιθυμούσε να εκφράσει οποιαδήποτε θέση αναφορικά με το παράπονο, αφού το όλο θέμα είχε ήδη οδηγηθεί στα Δικαστήρια από τον παραπονούμενο, μέσω της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αλλά και της πολιτικής αγωγής που ο τελευταίος καταχώρησε, στα πλαίσια της οποίας, κατάφερε και εξασφάλισε, προσωρινό διάταγμα. Μετά την λήψη της προαναφερόμενης επιστολής της κατηγορουμένης 1, η ΜΚ3 ανέφερε ότι η Επιτροπή, δεν προχώρησε με οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Μεταξύ των όσων άλλων η ΜΚ3 κατέθεσε αναφορικά με τις διαπιστώσεις της ως προς τον τρόπο λειτουργίας της κατηγορουμένης 1, η μάρτυς ανέφερε ότι κατά τις έρευνες της, έτυχε να συναντήσει το όνομα Tom Marks, ως πρόσωπο που φαίνεται να συνδέεται με την κατηγορούμενη
- Το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με τη μάρτυρα, φαίνεται να εργάζεται σε μια ισραηλινή εταιρεία, την Toyga, η οποία παρέχει υπηρεσίες «τηλεφωνητών», σε διάφορες εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η κατηγορούμενη
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα, επειδή αρκετοί από τους «τηλεφωνητές» της Toyga χρησιμοποιούν ψευδώνυμα, το όνομα Tom Marks, πολύ πιθανόν να είναι ένα τέτοιο ψευδώνυμο οπόταν ούτε και γι' αυτόν, προχώρησαν οι έρευνες της Κεφαλαιαγοράς. Στα πλαίσια των υπηρεσιών που του παρείχαν οι δικηγόροι του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι οι τελευταίοι, επικοινώνησαν με κάποιο Ο. Αριστείδη (ΜΚ2), ο οποίος, ως του εξήγησαν οι δικηγόροι του, είναι «εμπειρογνώμονας στο χώρο των διαδικτυακών υπηρεσιών συναλλάγματος FOREX». Αφού μελετήθηκε η υπόθεση και τα στοιχεία που προσκόμισε ο παραπονούμενος, οι δικηγόροι του τελευταίου και ο εμπειρογνώμονας, εξήγησαν στον παραπονούμενο με ποιο τρόπο ουσιαστικά οι κατηγορούμενοι τον είχαν «εξαπατήσει» και τον οδήγησαν στο να χάσει όλα τα χρήματα του. Ο ίδιος ως ανέφερε, μέχρι τότε, καμία ιδέα είχε ότι εξαπατήθηκε στα πλαίσια ενός καλομελετημένου σχεδίου αφού, καθ' όλη την επίμαχη περίοδο που επένδυε μέσω της πλατφόρμας της κατηγορουμένης 1, ούτε γνώριζε πώς λειτουργεί η αγορά FOREX, ούτε ποιος είναι ο ορθός τρόπος να επενδύσει κάποιος σε FOREX αλλά ούτε και πώς συναλλάσσεται η κατηγορούμενη 1 και οι επενδυτικές εταιρείες γενικότερα, στον τομέα του FOREX. Σύμφωνα με τα όσα του εξήγησαν, ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε εκ των υστέρων ότι, οι κατηγορούμενοι, ουσιαστικά «χρησιμοποιήσαν ένα σχέδιο για την εξαπάτηση μου, με βάση το οποίο στην αρχή κέρδισαν την εμπιστοσύνη μου με το να με κατευθύνουν στο να εκτελέσω ένα αριθμό συνεχόμενων επιτυχημένων συναλλαγών FOREX, κάνοντας με να πιστεύω ότι είχα μεγάλα κέρδη, με σκοπό να με πείσουν να καταθέσω όλα τα χρήματα μου με αυτούς. Στη συνέχεια, με κατεύθυναν στο να εκτελέσω μια σειρά υπερβολικά ριψοκίνδυνων συναλλαγών, οι οποίες είχαν εκτελεστεί με τέτοιο τρόπο, που αναπόφευκτα οδηγούσαν στο να χάσω όλα μου τα χρήματα, όπως και έγινε. Αυτό δεν έγινε τυχαία ή κατά λάθος, ως προσπαθούν οι κατηγορούμενοι να παρουσιάσουν το σχέδιο εξαπάτησης, αλλά ήταν ένα καλά οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο εξαπάτησης επενδυτών, αφού δεκάδες εξαπατημένοι επενδυτές έχουν καταγράψει στο διαδίκτυο ότι υπήρξαν θύματα των κατηγορουμένων κάτω από το ίδιο σχέδιο» (βλ. παρ.3 Έγγραφο Α1 και Α2). Ειδικότερα, η εκδοχή της πλευράς του παραπονούμενου ως προς το πώς είναι που ενήργησαν στην παρούσα περίπτωση οι κατηγορούμενοι, ως αυτή μπορεί να συναχθεί από τη μαρτυρία του ιδίου και του ΜΚ2, έχει ως εξής: Α. Κέρδισαν την εμπιστοσύνη του αρχικά, με τη χρήση της τεχνικής των «Dummy Trades» ήτοι μικρές και ασφαλείς επενδύσεις που επέφεραν κέρδος. Β. Ακολούθως, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη τού, του ζητούσαν και τον παρέσυραν να καταθέτει μεγαλύτερα ποσά, πως δήθεν έτσι, θα αποκόμιζε μεγαλύτερο κέρδος. Γ. Παράλληλα, τον παρότρυναν να αποσύρει και μετρητά ούτως ώστε να «γλυκαθεί» με την δήθεν «επιτυχία» του. Δ. Τα κέρδη όμως που παρουσίαζαν οι συναλλαγές του, πολύ πιθανόν να μην ήταν πραγματικά αλλά πλασματικά και το δήθεν κερδοφόρο υπόλοιπο που έδειχνε ο λογαριασμός του, ίσως να μην ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ε. Ο τρόπος που οι κατηγορούμενοι εκτελούσαν τις συναλλαγές FOREX, ήταν αρκετά ριψοκίνδυνος και σε κάθε συναλλαγή, ο παραπονούμενος, σε αντιδιαστολή με το πολύ μικρό ή καθόλου κέρδος που ενδεχομένως να αποκόμιζε, διέτρεχε μεγάλο και σοβαρό κίνδυνο να χάσει όλα τα χρήματα του, όπως εν τέλει έγινε. Στ. Σκοπός των κατηγορουμένων βέβαια, ήταν από την αρχή, να οδηγήσουν τον παραπονούμενο να προβεί σε μια τεράστια επένδυση, η οποία, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο να χάσει όλα του τα χρήματα. Ζ. Το όλο σχέδιο των κατηγορουμένων, κατέστη εφικτό, με την εσκεμμένη παράλειψη τους να τον ενημερώσουν ως προς τη σημασία και τη σπουδαιότητα που οι εντολές «Take Profit» και «Stop Loss» έχουν στις συναλλαγές FOREX. Με τις εν λόγω εντολές, ο επενδυτής, ελέγχει τόσο το ανώτατο ρίσκο στο οποίο εκτίθεται όσο και το ανώτατο κέρδος που μπορεί να αποκομίσει και έτσι καταφέρνει να πλαισιώσει την επένδυση του, με τον καλύτερο, προς τα συμφέροντα του, τρόπο. Με την χρήση της εντολής «Take Profit», περιορίζεται το κέρδος του επενδυτή αλλά ταυτόχρονα περιορίζεται και το ρίσκο της εταιρείας FOREX, ως προς το ποσό που ενδεχομένως να κληθεί να καταβάλει στον επενδυτή αν αυτός κερδίσει. Χωρίς την τοποθέτηση της εν λόγω εντολής σε μια συναλλαγή, η εταιρεία εκτίθεται ουσιαστικά, σε απεριόριστο ποσό. Η εντολή «Stop Loss» από την άλλη, περιορίζει το ρίσκο που φέρει ένας επενδυτής, αφού καθορίζει και περιορίζει το όριο της απώλειας του. Επομένως, ενώ η εντολή Take Profit, ουσιαστικά βοηθά και προστατεύει περισσότερο την εταιρεία FOREX παρά τον επενδυτή, αφού η μόνη συνέπεια στον τελευταίο είναι ο περιορισμός του κέρδους του, η εντολή Stop Loss, βοηθά τον επενδυτή να προστατευτεί επαρκώς από τον κίνδυνο να χάσει όλα τα λεφτά του, χωρίς η εταιρεία να υπόκειται σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές συνέπειες. Η ενημέρωση επομένως που θα πρέπει να γίνεται σε ένα επενδυτή ως προς τη σημασία και χρήση των δύο εντολών και ιδιαίτερα του Stop Loss, είναι και αναγκαία αλλά και επιβεβλημένη. Η. Οι δύο αυτές εντολές, λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία στην αγορά FOREX, ακριβώς λόγω του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η εν λόγω αγορά. Δηλαδή: Οι επενδυτικές πράξεις FOREX, λαμβάνουν χώρα σε ζεύγη συναλλάγματος και ένας επενδυτής μπορεί να αγοράσει ή να πουλήσει ένα ζεύγος, αναλόγως του αν η τιμή ενός νομίσματος θα «ανέβει» ή θα «πέσει» έναντι του άλλου. Οι ημερήσιες διακυμάνσεις των ισοτιμιών, ονομάζονται PIPS και αναλογούν σε αξία 0.
- Σε μία μέρα συναλλαγών, μπορεί να υπάρξει διακύμανση εκατοντάδων PIPS, η οποία, μπορεί να διαφέρει τόσο από μέρα σε μέρα όσο και από ώρα σε ώρα αφού η διακύμανση ακολουθεί σχεδόν τυχαία μοτίβα και δύναται να επηρεαστεί από πολιτικά και οικονομικά συμβάντα. Στην αγορά FOREX, χρησιμοποιείται ευρέως ο μηχανισμός της Μόχλευσης (Leverage) με τον οποίο, οι εταιρείες FOREX πολλαπλασιάζουν το μέγεθος των επενδυτικών πράξεων με συγκεκριμένο πολλαπλασιαστή. Αυτό γίνεται διότι, οι ημερήσιες διακυμάνσεις των PIPS επιβάλλουν την επένδυση σημαντικών κεφαλαίων για να επιτευχθεί κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επειδή όμως τα κεφάλαια που απαιτούνται για το σκοπό αυτό, οι ιδιώτες επενδυτές σπάνια τα διαθέτουν, οι εταιρείες FOREX, παρέχουν το μηχανισμό της μόχλευσης, για να αυξήσουν την αξία των επενδυτικών πράξεων. Επομένως, εκεί που ο πελάτης διαθέτει π.χ. $1000 να επενδύσει, με τη χρήση του μηχανισμού μόχλευσης, η αξία της επένδυσης του πολλαπλασιάζεται όπως και το ενδεχόμενο κέρδος του. Ταυτόχρονα όμως, μεγιστοποιείται ο κίνδυνος να υποστεί σημαντικές απώλειες αφού η ενδεχόμενη ζημιά, λόγω του πολλαπλασιαστή, είναι μεγαλύτερη του διαθέσιμου κεφαλαίου. Επομένως, ενώ μια μικρή διακύμανση των PIPS προς όφελος του επενδυτή, θα αποφέρει κάποιο κέρδος, αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με τη ζημιά που μπορεί να πάθει, σε περίπτωση που η διακύμανση κινηθεί αντίθετα. Έστω και μια μικρή «αρνητική» διακύμανση, μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ολόκληρου του κεφαλαίου. Είναι ακριβώς λόγω της χρήσης του μηχανισμού μόχλευσης και των άτακτων διακυμάνσεων των PIPS, που οι εντολές Take Profit και Stop Loss, καθίστανται απαραίτητα «εργαλεία» κατά την επένδυση σε FOREX και είναι με αυτά τα εργαλεία, που οι κατηγορούμενοι, εσκεμμένα παρέλειψαν να εφοδιάσουν τον παραπονούμενο. Όσον αφορά το κέρδος που μια εταιρεία Forex αποκομίζει από τις συναλλαγές των επενδυτών πελατών της, αυτό συναρτάται άμεσα με τον τρόπο που τέτοια εταιρεία λειτουργεί. Αν δηλαδή λειτουργεί ως STP ή ως Market Maker (ΜΜ). Αν μία εταιρεία λειτουργεί ως Μ.Μ., ουσιαστικά αναλαμβάνει η ίδια τον κίνδυνο των συναλλαγών των πελατών της και ενδέχεται να διαβιβάσει τον κίνδυνο σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ήτοι σε πάροχο ρευστότητας. Αν ο Μ.Μ. αποφασίσει να μη διαβιβάσει τον κίνδυνο, οι απώλειες των επενδυτών πελατών του, θα είναι κέρδος του Μ.Μ.. Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Αν δηλαδή ο επενδυτής κερδίσει τις συναλλαγές του, τότε ο Μ.Μ. θα πρέπει να του καταβάλει το κέρδος. Υπό αυτήν την έννοια, τα συμφέροντα ενός Μ.Μ., δεν είναι ευθυγραμμισμένα με αυτά του επενδυτή πελάτη του αλλά συγκρούονται. Αν τώρα μία εταιρεία λειτουργεί ως STP, τότε, επειδή η μόνη της ιδιότητα είναι ουσιαστικά να ενεργεί ως μεσάζοντας μεταξύ επενδυτή και παρόχου ρευστότητας, τα συμφέροντα της δεν συγκρούονται με τον επενδυτή αλλά είναι ευθυγραμμισμένα. Όταν αυτός κερδίζει, κερδίζει και η εταιρεία. Ο διαχωρισμός μεταξύ Μ.Μ. και STP όμως, δεν είναι ξεκάθαρος (Βλ. Μ.Κ.2). Πολλές φορές, μία εταιρεία που διατείνεται ότι είναι STP και που είναι αδειοδοτημένη να ενεργεί ως τέτοια, στην πραγματικότητα, ενεργεί ως Μ.Μ.. Τέτοιες περιπτώσεις, είναι συνήθως εκείνες που η εταιρεία, αν και παρουσιάζεται να ενεργεί ως STP, εντούτοις διαβιβάζει τις επενδυτικές πράξεις των πελατών της σε πάροχο ρευστότητας που είναι Μ.Μ. και που είναι εκτός Ε.Ε. ή ΗΠΑ και εκτός του οποιουδήποτε ασφαλούς και νομοθετικά ρυθμιζόμενου πλαισίου. Θ. Στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, αν και παρουσίαζε τον εαυτό της ρητά ως STP, εντούτοις, στην πραγματικότητα φαίνεται ότι ενεργούσε ως Μ.Μ., διότι τις επενδυτικές πράξεις των πελατών της, τις διαβίβαζε, στη συνδεδεμένη με αυτή εταιρεία PXExchange, η οποία έχει την έδρα της στο Μπελίζ. Η απουσία όμως οποιωνδήποτε στοιχείων, αναφορικά με την εν λόγω συνδεδεμένη εταιρεία, οδηγεί σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου και του εμπειρογνώμονα του, στο συμπέρασμα ότι, η Κατηγορούμενη 1 και η PXExchange, είναι συνδεδεμένες και ότι η πρώτη, διαβιβάζοντας τις εντολές των πελατών της στη δεύτερη, ουσιαστικά ενεργεί ως Μ.Μ. και τα συμφέροντα της δεν είναι ευθυγραμμισμένα με αυτά των πελατών της. Ι. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, προβάλλουν εντονότερα, όταν κάποιος αναλογιστεί ότι η μόχλευση που χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι, ήταν 400 : 1 και επομένως, ο δικός τους κίνδυνος, ήταν εξαιρετικά μεγάλος αν κέρδιζε ο πελάτης τους, σε βαθμό που θα ήταν πρακτικά αδύνατο να τον καλύψουν. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που, σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς του παραπονούμενου, οι εκπρόσωποι των κατηγορουμένων, τον πίεζαν όπως στις συναλλαγές του τοποθετεί την εντολή Take Profit, έτσι ώστε να περιορίσουν τον δικό τους κίνδυνο. Δεν τον ενημέρωναν όμως, ούτε τον προέτρεπαν, να χρησιμοποιεί και την εντολή Stop Loss, ώστε να περιορίσει και το δικό του κίνδυνο, ο οποίος παρέμενε ουσιαστικά, απεριόριστος. Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο παραπονούμενος είναι πεπεισμένος ότι οι κατηγορούμενοι, ουδέποτε διαβίβασαν στην αγορά την επίμαχη καταστροφική πράξη της 9 Σεπτεμβρίου 2014, αλλά αντίθετα, καρπώθηκαν όλο το ποσό των $657.000 δολαρίων (Βλ. Παρ. 175, Έγγραφο Α.1 και Α.2). Ο Μ.Κ.2, κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας της αγοράς FOREX. Ο μάρτυρας, προέβη σε μία πιο αναλυτική επεξήγηση των όσων παρατίθενται πιο πάνω και ανέφερε ότι ήταν το πρόσωπο, που εξήγησε στον παραπονούμενο τι έγινε, τι δεν έγινε και τι έπρεπε να γίνει στην περίπτωση του. Καταληκτικά, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι, ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν οι κατηγορούμενοι τον παραπονούμενο πελάτη τους, συνιστά ουσιαστικά μία καλοσχεδιασμένη στρατηγική από μέρους τους, η οποία «με μαθηματική ακρίβεια», θα οδηγούσε στην απώλεια όλων των λεφτών του. Ο λόγος για αυτό, σύμφωνα με το Μ.Κ.2, είναι διότι τον οδηγούσαν να παίρνει δυσανάλογα ρίσκα. Με τις συναλλαγές που τον καθοδηγούσαν να κάνει, το κέρδος που θα μπορούσε να αποκομίσει, ήταν πολύ μικρό σε σχέση με τη ζημιά που θα μπορούσε να υποστεί. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το Μ.Κ.2, ενώ οι κατηγορούμενοι περιόριζαν το δικό τους κίνδυνο, καθοδηγώντας τον παραπονούμενο να τοποθετεί εντολή Take Profit και όχι Stop Loss, δεν προστάτευαν τον τελευταίο με τον ίδιο τρόπο. Εφ΄ όσον δε η αγορά Forex, ως ανέφερε ο Μ.Κ.2, κινείται συνεχώς «πάνω κάτω», και κατά άτακτο ρυθμό, ήταν αναμενόμενο ότι σε κάποια στιγμή, η αγορά θα στρεφόταν εναντίον των επενδύσεων του παραπονούμενου. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2, δεν είναι παράνομο ή ανήθικο να κερδίζει κάποιος εις βάρος του άλλου, αφού, έτσι λειτουργεί η αγορά Forex. Με τον τρόπο όμως που λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι και την στρατηγική που ακολουθούσαν, έστω και αν ο παραπονούμενος κέρδιζε από τη συναλλαγή στις 9/9, συναλλαγή που σύμφωνα με το Μ.Κ.2 θα μπορούσε να κερδίσει αν η αγορά κινείτο υπέρ του, ήτοι «έκαμνε τα δύο PIPS πάνω», μπορεί να έχανε τα λεφτά του στην επόμενη συναλλαγή ή την επόμενη, οπόταν και θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα. Όσον αφορά την καταστροφική συναλλαγή στις 9 Σεπτεμβρίου 2014, η οποία οδήγησε στην απώλεια όλων των χρημάτων του παραπονούμενου, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι, απ' ότι φαίνεται, η συναλλαγή αυτή καθ' αυτή ήταν σωστή, διότι την ώρα που άνοιξε και την ώρα που έκλεισε, ήταν στη σωστή τιμή της ισοτιμίας. Ουσιαστικά, η ζημιά προκλήθηκε στον παραπονούμενο διότι, σύμφωνα με το ΜΚ2, η αγορά δεν ακολούθησε την κατεύθυνση που αναμένετο. Ως προς το που κατέληξαν τα χρήματα του παραπονούμενου ο μάρτυρας ανέφερε ότι «δεν μπορώ να δω καθαρά αν τα κέρδη του πελάτη τα πλήρωνε η P.X.Exchange και αν εκείνα που έχανε ο πελάτης, αν τα κέρδιζε η UFX». Όσον αφορά την ισχυριζόμενη εμπλοκή των κατηγορουμένων 2 - 4, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου αυτοί διώκονται, ο μεν 2ος ως ο εκτελεστικός διευθυντής της κατηγορουμένης 1, ο δε 3ος ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη της εταιρείας, γραμματέας της κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και Υπεύθυνος Επενδυτικών Συμβουλών. Η κατηγορούμενη 4, διώκεται ως η προϊστάμενή του RTO και το πρόσωπο που διαβίβασε την καταστροφική εντολή. Είναι η εκδοχή του παραπονούμενου ότι και τα τρία αυτά πρόσωπα, αποτέλεσαν μέρος του μεθοδευμένου σχεδίου απόσπασης των χρημάτων του μέσω της πλατφόρμας της κατηγορούμενης 1 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν συνεννοημένοι και πλήρως ενήμεροι για τις αξιόποινες ενέργειες τους. Σημειώνεται τέλος ότι, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι και σήμερα, ούτε η ιδιότητα του Market Maker απαγορεύεται από το νόμο, αλλά ούτε και η χρήση του μηχανισμού της μόχλευσης είναι παράνομη. Αυτό το επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.
- ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την πλευρά του παραπονούμενου, η πλευρά των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Κεντρικό άξονα της εισήγησης της υπεράσπισης, η οποία αναπτύχθηκε με την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, αποτέλεσε η θέση ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενης, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί ούτε τα συστατικά στοιχεία των βασικών αδικημάτων, ήτοι του αρ. 298 και του αρ. 300, αλλά ούτε και τα συστατικά στοιχεία της συνέργειας και της συνομωσίας. Την εισήγηση αυτή της υπεράσπισης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του παραπονούμενου απέρριψαν με τη δική τους εμπεριστατωμένη αγόρευση. Υποστήριξαν οι τελευταίοι ότι, με την προσκομισθείσα μαρτυρία και στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αλλά και δικαιολογείται να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους σε σχέση με όλες τις υπό κρίση κατηγορίες. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
- Τα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους, πέραν από το αδίκημα της συνομωσίας, είναι τα αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154, τα οποία, αν και παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, εντούτοις είναι διαφορετικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος, τη νομική πτυχή και των δύο αδικημάτων σε διάφορες υποθέσεις που επιλήφθηκα και πρόσφατα στην υπόθεση C P COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, 3/11/
- Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία και τις ειδοποιούς διαφορές των δύο αδκημάτων, τα οποία και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ «Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 «Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-181. Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[1] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[2] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα του actus reus των δύο αδικημάτων είναι: α) Απόσπαση (obtaining) χρημάτων από τον κατηγορούμενο β) Τα οποία το θύμα πείσθηκε (induced) να δώσει, συνεπεία, (και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων) α) Ψευδών Παραστάσεων, όπως η νομολογία καθορίζει σε σχέση με το αρ.298 β) Χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών, όπως καθορίζονται στη νομολογία σε σχέση με το αρ.300 Το mens rea και των δύο αδικημάτων είναι βέβαια η πρόθεση καταδολίευσης του θύματος. Ως προς την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου και την συναφή παρακίνηση του θύματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, εξετάζοντας τους όρους αυτούς στα πλαίσια του αδικήματος της πλαστογραφίας, υιοθέτησε με επιδοκιμασία το λόγο της Welham ανωτέρω, και ανέφερε τα εξής: «Πρόθεση καταδολιεύσεως ... δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως πρόκλησης βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα...αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται ...μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως...Η πιθανότητα βλάβης...είναι αρκετή...Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθοριστεί προηγουμένως, τότε διαπράτετται το αδίκημα...» Ο λόγος της GEORGHIOU, έχει κριθεί από μεταγενέστερη νομολογία, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στα αδικήματα που απαιτούν την απόδειξη τέτοιας πρόθεσης και παρακίνησης από πλευράς κατηγορούμενου. (βλ. Ευθυμίου και Ιωάννου ανωτέρω καθώς και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο και την εισήγηση που υπεβλήθη και παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Archbold 1966 ανωτέρω, στη παρ.1936, σελ.704, κατηγορητήριο που αφορά στα υπό κρίση αδικήματα, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει σε μια κατηγορία, ισχυρισμό για απόσπαση ενός «συνολικού» ποσού, το οποίο ουσιαστικά αποτελείται από διάφορα άλλα μικροποσά που «αποσπάστηκαν» μεταξύ δύο ημερομηνιών, ιδιαίτερα όταν μια τέτοια χρονική περίοδος είναι μεγάλη. Αυτό γιατί, η κάθε κατηγορία, πρέπει να περιλαμβάνει μόνο ένα αδίκημα (βλ. επίσης R v Robertson 25 Cr. App. R. 208). Η εν λόγω υποχρέωση, προβάλλει εντονότερη, όταν ο ισχυρισμός περί απόσπασης του κάθε ποσού που αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού, αφορά σε διαφορετικές περιστάσεις. Από τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης και 4ης κατηγορίας, τόσο στην κάθε μία χωριστά όσο και σε αντιπαραβολή των δύο κατηγοριών μεταξύ τους, παρατηρείται μια αντικρουόμενη εικόνα της εκδοχής του παραπονούμενου ως προς το πώς πραγματικά απώλεσε τα χρήματα του. Από τη μία, στην 1η κατηγορία, αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη 1 προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα διαβίβαζε τις εντολές του παραπονούμενου στην αγορά ενώ στην πραγματικότητα δεν το έπραξε. Την ίδια στιγμή όμως, στην ίδια κατηγορία αλλά και στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, οι αξιόποινες ενέργειες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη 1, αφορούν και σε ισχυριζόμενες πράξεις ή παραλείψεις της εν λόγω κατηγορούμενης, αναφορικά με τον τρόπο που οι εντολές του παραπονούμενου έτυχαν του χειρισμού της κατά την διαβίβαση και εκτέλεση τους στην αγορά, ήτοι ότι δεν του είπαν να τοποθετήσει Stop Loss καθώς και ότι παρέλειψαν να τον ενημερώσουν, για το δυσανάλογο ρίσκο που οι επενδύσεις του θα είχαν, σε σχέση με τη ζημιά που πιθανόν να πάθαινε. Στη βάση όμως αυτής της αλληλοσυγκρουόμενης εκδοχής ισχυρισμών περί γεγονότων, είναι και που προσκομίστηκε η μαρτυρία της πλευράς του παραπονούμενου και εξηγώ. Αν ευσταθεί η θέση του ότι οι κατηγορούμενοι δεν διαβίβασαν την επίμαχη καταστροφική εντολή στις 09/09/2014 και επομένως καρπώθηκαν τα χρήματα του, ως αυτός ισχυρίζεται στην παρ. 175 της δήλωσης του, τότε η όλη εκδοχή του ως προς το πώς λειτουργεί η αγορά FOREX ή αν οι κατηγορούμενοι ήταν ΜΜ ή STP ή αν υπήρχε ρίσκο στις επενδύσεις FOREX το οποίο οι κατηγορούμενοι δεν του αποκάλυψαν, όχι μόνο είναι άνευ σημασίας αλλά στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Αυτή η περίπτωση θα ήταν απλά ότι, δόθηκαν χρήματα στους κατηγορούμενους για να τα χρησιμοποιήσουν με το συγκεκριμένο τρόπο που του υποσχέθηκαν, αυτοί δεν το έπραξαν. Αν από την άλλη όμως, ευσταθεί η θέση του ότι, η ζημιά του προκλήθηκε συνεπεία του λανθασμένου χειρισμού των κατηγορουμένων αναφορικά με την επένδυση του στην αγορά FOREX και ειδικότερα ότι δεν τον ενημέρωσαν για τους τεράστιους κινδύνους που υπήρχαν, τότε η πρώτη θέση, ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκτέλεσαν τις εντολές του και καρπώθηκαν τα χρήματα του, δεν μπορεί να ευσταθεί. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω και το εξής. Το επίμαχο στο κατηγορητήριο συνολικό ποσό των €657.000, αποτελεί, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, το ποσό που αυτός είχε στο λογαριασμό του κατά την 9/9/14, ως αυτό δημιουργήθηκε, από τις διάφορες χρεοπιστώσεις που γίνονταν κατά την επίμαχη περίοδο της 2/7/14 - 9/9/14, συνεπεία των επενδύσεων του. Από το εν λόγω ποσό όμως, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς παραπονούμενου, κατά τις 09/09/2014, οι €500.000 περίπου ήταν δικές του καταθέσεις ενώ οι άλλες €200.000 περίπου, ήταν «κέρδη» από διάφορες επενδύσεις. Τα εν λόγω κέρδη όμως, ο ίδιος ο παραπονούμενος τα θεωρεί πλασματικά και θεωρητικά, αφού, σύμφωνα με μία εκδοχή του, τα εν λόγω ποσά του παρουσιάστηκαν ως πραγματικά κέρδη, μόνο και μόνο για να κερδιθεί η εμπιστοσύνη του. Επομένως, ούτε ποιο είναι το ακριβές ποσό που ο παραπονούμενος θεωρεί ότι οι κατηγορούμενοι του απέσπασαν, είναι ξεκάθαρο από την εκδοχή του. Αν πρόκειται για όλο το ποσό των €657.000, τότε αυτό σημαίνει ότι ο παραπονούμενος, ότι δέχεται ότι όντως αποκόμισε κέρδη. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του στο κατηγορητήριο ότι καθ' όλη την επίμαχη περίοδο, οι συναλλαγές του δεν διαβιβάζονταν στην αγορά καθώς και η θέση του, θέση που υποστηρίχθηκε και από τον εμπειρογνώμονα του, ότι οι ισχυριζόμενες αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις των κατηγορουμένων, αφορούν σε μια μεθοδευμένη επενδυτική στρατηγική εναντίον του, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε στην απώλεια των χρημάτων του, δεν μπορεί να ευσταθεί, αφού και πάλι, στερείται του υπόβαθρου επί του οποίου στηρίζεται. Αν από την άλλη, τα «κέρδη» αυτά, ο παραπονούμενος δεν τα θεωρεί ως πραγματικά, τότε, ένεκα των όσων προέβαλε για να υποστηρίξει το ισχυρισμό του περί «δόλιου» χειρισμού του από τους κατηγορούμενους, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι του «αποσπάστηκε» ολόκληρο το ποσό των $657.000. Εδώ όμως, τίθεται και το εξής θέμα. Αν ευσταθεί η δεύτερη θέση του παραπονούμενου ήτοι ότι οι κατηγορούμενοι ευθύνονται για τον τρόπο με τον οποίο τον οδήγησαν να επενδύσει τα χρήματα του και ότι με αυτό τον τρόπο, έχασε όλο το ποσό στην αγορά FOREX, τότε υπεισέρχεται στο προσκήνιο η θέση του κατηγορούμενου και του εμπειρογνώμονα του ότι, τα όσα κέρδη αυτός έκαμε μέχρι την καταστροφική συναλλαγή, τα επωμίστηκε η κατηγορούμενη 1, η οποία σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου ενεργούσε ως ΜΜ. Προβάλλεται επομένως ουσιαστικά και η τρίτη θέση ότι, το πραγματικό παράπονο δεν είναι ότι ο παραπονούμενος έχασε τα λεφτά του, αλλά ότι έχασε περισσότερα από τους κατηγορούμενους, σε μία αγορά, που σύμφωνα με το ΜΚ2, οι πιθανότητες επιτυχίας του ενός έναντι του άλλου, είναι 50-50. Παρεμβάλλω εδώ βέβαια το ότι σύμφωνα με το ΜΚ2, αυτό δεν είναι ούτε ανήθικο ούτε παράνομο, αφού έτσι λειτουργεί η αγορά FOREX. Αυτός ο τρόπος προώθησης ποινικής υπόθεσης όμως, ήτοι στη βάση εναλλάξιμων ισχυρισμών περί γεγονότων είναι άγνωστος στο ποινικό δίκαιο, ιδιαίτερα όταν οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776). Είναι νομίζω περιττό, να υπενθυμίσω ότι ο κανόνας ότι δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών ή εναλλακτικών ισχυρισμών γεγονότων χρήζει αυστηρής εφαρμογής στο ποινικό δίκαιο όπου ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται και δικαιούται να απαιτεί να γνωρίζει επακριβώς ποια η υπόθεση που αντιμετωπίζει τόσο ως προς τη φύση της όσο και ως προς τις λεπτομέρειες της. Η εναλλαξιμότητα στις θέσεις του κατήγορου επί των γεγονότων δεν επιτρέπεται. Η εικόνα που σκιαγραφείται από το κατηγορητήριο και ξεκινά να αναδύεται κατά την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν υπόκειται σε αλλοίωση και δη αλλοίωση σε τέτοιο βαθμό που να ανάγεται σε «παγίδα» ουσιαστικά για την υπεράσπιση. Τόση η σπουδαιότητα του κανόνα αυτού, που η νομολογία έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι ακόμα και η παραμικρή αποτυχία απόδειξης των όσων αναφέρονται κατά την εναρκτήρια δήλωση της κατηγορούσας αρχής, εκεί και όπου βέβαια, τέτοια δήλωση γίνεται, τείνει να εξασθενήσει την κατηγορία και να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορούμενου. (βλ. Παφίτης ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει την τύχη της υπόθεσης που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, εφόσον είναι πρόδηλο πως το όλο θέμα δεν εξαρτάται από το κατά πόσο η πιο πάνω συνολική εικόνα της υπόθεσης των παραπονουμένων παραβιάζει ή όχι τα δικαιώματα των κατηγορουμένων να τύχουν της ορθής υπεράσπισης. Το ζήτημα που δημιουργείται είναι πιο βαθύ και άπτεται αυτής καθ΄ αυτής της φύσης της υπόθεσης που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, αν δικαιολογείται να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Προκύπτει επομένως το εξής ερώτημα. Σε ποια απ' όλες τελικά τις εκδοχές του κατηγορητηρίου θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κληθούν να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους και το Δικαστήριο να αποφασίσει αν θα τους καταδικάσει; Στην εκδοχή ότι δεν εκτέλεσαν τις συναλλαγές του παραπονούμενου και επομένως καρπώθηκαν την περιουσία του ή στην εκδοχή ότι εκτέλεσαν τις συναλλαγές αλλά κατά τρόπο ζημιογόνο γι' αυτόν; Στη βάση των πιο πάνω επομένως, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν από αυτό το στάδιο. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση ουδενός κατηγορουμένου να προβάλει την υπεράσπιση του σε καμία κατηγορία και για τους εξής λόγους: Α. Κατηγορίες 3 και 6 - Συνομωσία Κατηγορουμένων 2-4 Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδειξη της «συνομωσίας» τελεί υπό την άμεση προϋπόθεση απόδειξης «συμφωνίας» μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Αν και η απόδειξη αυτής της συμφωνίας είναι από μόνη της αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν αρκεί. Το αν εν τέλει οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο, εφόσον κατέληξαν σε συμφωνία. Το mens rea της συνομωσίας βέβαια δεν είναι άλλο από την πρόθεση του προσώπου που συνάπτει τη συμφωνία, να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη συμφωνηθείσα «δράση», για την προώθηση του προτιθέμενου και συμφωνημένου αξιόποινου σκοπού. Για τα πιο πάνω σχετικές είναι οι Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL καθώς και Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης, που να παραπέμπει σε σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, που τους καταλογίζονται στις υπό εξέταση κατηγορίες και δη συνομωσίας εναντίον του παραπονούμενου. Η οποιαδήποτε διευθυντική ή υπεύθυνη ιδιότητα των κατηγορουμένων 2 - 4 με την κατηγορούμενη 1, ως αυτή τους αποδίδεται στο κατηγορητήριο, δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμφωνία μεταξύ τους και μάλιστα σε βαθμό που να την ανάγει σε συνομωσία για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Δεν παραβλέπω ότι η κατηγορούμενη 4 διώκεται και ως το πρόσωπο που έλαβε το τηλεφώνημα του παραπονούμενου και που εκτέλεσε την εντολή του, όμως πέραν τούτου, καμία άλλη μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με την ισχυριζόμενη αξιόποινη συνομωτική της εμπλοκή στην υπόθεση. Β. Ψευδείς παραστάσεις- απάτη κατά την περίοδο 2/7/14 - 9/9/14 Η επίμαχη περίοδος σύμφωνα με το κατηγορητήριο του κατηγορητηρίου, καλύπτει και την περίοδο μεταξύ 02/07 - 07/07, περίοδος κατά την οποία, σύμφωνα με την εκδοχή του ίδιου του παραπονούμενου, αυτός ενεργούσε από μόνος του και χωρίς την οποιαδήποτε εμπλοκή των κατηγορουμένων ή των εκπροσώπων τους και χωρίς να του έχει γίνει οποιαδήποτε παράσταση από τον οποιοδήποτε. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, η πρώτη εμπλοκή προσώπου συνδεδεμένου με τους κατηγορούμενους, ήταν στις 7/7/14 όταν του τηλεφώνησε ο Tom Marks και ότι το μόνο που είχε υπόψη του μέχρι τότε, ήταν τα όσα ο ίδιος διάβασε ή δεν διάβασε, όταν επέλεξε να εγγραφεί στη πλατφόρμα της κατηγορούμενης 1 και αυτό, παρά το ότι η ιστοσελίδα της πλατφόρμας περιείχε, ως ο παραπονούμενος ανέφερε, όλα εκείνα που αυτός θεωρεί ότι έπρεπε να ξέρει. Παρά ταύτα, τα όσα χρήματα ο παραπονούμενος έχασε κατά την περίοδο 2/7/14 - 7/7/14 που ενεργούσε από μόνος του, $5670 περίπου καθώς και $7000 που αφορούσαν σε συναλλαγή που ανοίχτηκε στις 03/07 και έκλεισε με ζημιά στις 09/09, ο παραπονούμενος τα περιλαμβάνει και αυτά στο συνολικό ποσό που ισχυρίζεται ότι του απεσπάσθει με ψευδείς παραστάσεις και απάτη από τους κατηγορούμενους. Γ. Απόσπαση - Obtaining Στην υπόθεση The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, το Ανώτατο Δικαστήριο έκαμε αναφορά, με επιδοκιμασία, στο λόγο της αγγλικής αυθεντίας R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704, την οποία αναγνώρισε ως ορθά αποδίδουσα το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει τα εν λόγω αδικήματα στην Κύπρο. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, εκεί όπου, στις λεπτομέρειες αδικήματος, αποδίδεται στους κατηγορούμενους, η «απόκτηση» σε προσωπικό επίπεδο, των αγαθών ή των χρημάτων, απαιτείται όπως αποδειχθεί τέτοια προσωπική «απόκτηση» από τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Ομοίως, εκεί όπου ο ισχυρισμός είναι ότι οι κατηγορούμενοι «απέκτησαν» κατοχή των χρημάτων για λογαριασμό άλλου, αυτό θα πρέπει να καταγράφεται ρητά στο κατηγορητήριο αλλιώς η κατηγορία υπόκειται σε απόρριψη. «...«Where a person makes a false pretence and obtains property for somebody else, the indictment must allege that, and not that he obtained it for himself» ... For this reason the charge of «obtaining» money by false pretences against the respondent in this case, in the way in which it was framed, was rightly dismissed by the trial Court because it was not supported by the evidence adduced by the prosecution...» (βλ. επίσης Archbold 36th ed. Par. 1936 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Lurie ανωτέρω) Στην παρούσα υπόθεση, έστω και αν η στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της «απόσπασης», συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση των υπό κρίση αδικημάτων, σύμφωνα με την εκδοχή που ο ΜΚ2 πρόβαλε ως εμπειρογνώμονας που κλήθηκε να καταθέσει εκ μέρους του παραπονούμενου για το θέμα αυτό, το επίμαχο ποσό των $657.000, παραμένει άγνωστο αν τελικά το καρπώθηκε η κατηγορούμενη 1 ή αν διατέθηκε στην αγορά FOREX οπόταν και το επωφελήθηκαν τρίτοι, αντίπαλοι επενδυτές. Δ. Έστω όμως και αντικειμενικά κρινόμενη, η εκδοχή του ΜΚ2 ως προς το πώς η επίμαχη καταστροφική συναλλαγή της 9/9/14 οδήγησε στην απώλεια όλων των λεφτών του παραπονούμενου, καταδεικνύει, ως εξηγώ πιο κάτω, ότι η παρούσα υπόθεση, είναι καθαρά αστικής φύσεως υπόθεση, η οποία σε καμία περίπτωση έλαβε το στίγμα ποινικής υπόθεσης, τουλάχιστο σε σχέση με τα υπό κρίση αδικήματα. Σύμφωνα με το ΜΚ2, η καταστροφική συναλλαγή, οφείλετο ουσιαστικά, σε μια απρόσμενη διακύμανση της αγοράς. Με τον ίδιο απρόσμενο τρόπο όμως, ως υποστήριξε ο ΜΚ2, η αγορά μπορούσε να διακυμανθεί υπέρ του παραπονούμενου και ο τελευταίος, αντί για μεγάλες ζημιές, να αποκομίσει μεγάλα κέρδη. Οι αναφορές σε «δυσανάλογα ρίσκα», «καθήκον προστασίας άπειρου επενδυτή», τρόπους προστασίας τέτοιου επενδυτή, «πιθανότητες 50 - 50 για κέρδος ή ζημιά» και σε «παράλειψη προειδοποίησης για κίνδυνο» φανερώνουν έκδηλα θεωρώ ότι το πραγματικό παράπονο του παραπονούμενου είναι αμιγώς αστικό. Η θέση ότι η απώλεια του ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτη, δεν αλλοιώνει αυτή την κατάσταση τπραγμάτων. Το παράπονο του ξεκίνησε ως αστικής φύσεως παράπονο στο Πολιτικό Δικαστήριο και ως τέτοιας φύσεως παράπονο θα πρέπει να προωθηθεί σε εκείνο το Δικαστήριο. Άλλωστε, μια από τις βασικές θέσεις του παραπονούμενου ήταν ότι, οι κατηγορούμενοι έλαβαν όλα τα μέτρα για να προστατεύσουν τον εαυτό τους αλλά κανένα μέτρο για να τον προστατεύσουν εκείνον, ως ένα άπειρο επενδυτή FOREX. Η μόνη εντολή που τον καθοδηγούσαν να τοποθετεί, ήτοι το Take Profit, προστάτευε τους ιδίους, ενώ η εντολή Stop Loss, για την οποία δεν τον ενημέρωσαν, αν τοποθετείτο, θα προστάτευε τον ίδιο. Η ουσία του παραπόνου του δηλαδή, είναι καθαρά, οι αστικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των προσώπων που δραστηριοποιούνται στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών FOREX και όχι η διάπραξη των υπό κρίση ποινικών αδικημάτων. Μπορεί επομένως ο παραπονούμενος να παρουσίασε μια υπόθεση οποία ίσως να ικανοποιεί το κριτήριο επιτυχίας και βάρος απόδειξης μιας αστικής υπόθεσης στη βάση πιθανών παραβιάσεων αστικών καθηκόντων και υποχρεώσεων όμως δεν αρκεί αυτό για να στοιχειοθετήσει ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον όλοι κατηγορούμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603)., διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον του παραπονούμενου, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Απάτη - Forex [1] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [2] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο