Στέφανος Γρίβα ν. Δημήτρης Δημητριάδης, Αρ. Υπόθεσης: 11300/16, 2/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11300/16 Μεταξύ: Στέφανος Γρίβα Παραπονούμενος v. Δημήτρης Δημητριάδης Κατηγορούμενους --------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο : κα Βελισσαρίου. Για τον Κατηγορούμενο : κος Φλώρου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 1.9.14 εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με αριθμό 00117731 για το ποσό των €3.775 πληρωτέα την 1.9.14 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής και/ή πρόκλησης μη πληρωμής και/ή ανάκλησης της πληρωμής της χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της, ήτοι τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ.Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Το Άρθρο 305Α
(3)του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και το λόγο που δεν τιμήθηκε καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση του παραπονούμενου μαρτυρία έδωσε ο παραπονούμενος (ΜΚ1) και η Ελένη Τουμαζή (ΜΚ2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μετά το πέρας της υπόθεσης του παραπονούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου με την γραπτή αγόρευση του εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου υποστηρίζοντας ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του. Υποστήριξε περαιτέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει κατατεθεί ως τεκμήριο η επίδικη επιταγή, εφόσον η επιταγή την οποία κατέθεσε ο παραπονούμενος παρέμεινε τεκμήριο προς αναγνώριση, ενώ το τεκμήριο 8, αντίγραφο της επιταγής το οποίο κατέθεσε η ΜΚ2 δεν φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα και διαφέρει από το αντίγραφο της επιταγής το οποίο παρέμεινε τεκμήριο προς αναγνώριση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονούμενου υποστήριξε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο και η μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Ανέφερε επίσης ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε το Τεκμήριο 8 αντίγραφο της επίδικης επιταγής επομένως δεν δικαιολογείται η απόρριψη της υπόθεσης για τον λόγο ότι δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133), προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση του παραπονούμενου δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από πλευράς παραπονούμενου είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία εις το βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο και διαπιστώνω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τον παραπονούμενο και τα όσα αναφέρει στην γραπτή δήλωση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, η επίδικη επιταγή του παραδόθηκε από τον Χάρη Δημητριάδη διευθυντή της εταιρείας Chris Bar Ltd και γιο του κατηγορούμενου. Με την εν λόγω εταιρεία ο παραπονούμενος είχε συμβληθεί σύμφωνα με τα τεκμήρια 1 και
- Η επίδικη επιταγή αφορούσε μέρος τιμήματος συμφώνως των πιο πάνω συμφωνιών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση αντίγραφο της επιταγής η οποία κατά τον ίδιο εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο. Το πρωτότυπο είχε απολεσθεί όπως είπε από τον προηγούμενο δικηγόρο του. Κατά τα λοιπά στην γραπτή δήλωση του ο παραπονούμενος περιγράφει τις συμβατικές σχέσεις του ιδίου με τα άλλα πρόσωπα που αφορούν οι συμφωνίες τεκμήρια 1 και 2 καθώς και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος του θεωρεί ότι δεν υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν ήταν παρών σε καμία συναλλαγή ή συνάντηση. Ανέφερε ότι οι επιταγές που του δοθήκαν από το γιο του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της επίδικης, ήταν υπογραμμένες από πριν με την υπογραφή του κατηγορούμενου. Συμφώνησε με υποβολή που του τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος υπέγραψε την επιταγή. Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι για τον ίδιο κατηγορούμενος είναι ο Χάρης Δημητριάδης, δηλαδή ο γιος του κατηγορούμενου με τον οποίο συναλλασσόταν, αναφέροντας ότι εάν ο πατέρας του είναι ο εκδότης και εάν αυτός υπέγραψε την επιταγή δεν τον αφορά. Υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του από πλευράς υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο εκδότης της επίδικης επιταγής απαντώντας ότι όλες οι επιταγές παραλήφθησαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι προφανώς εκδότης της επιταγής ήταν ο Χάρης και σε άλλο σημείο ερωτηθείς ποιος ήταν ο εκδότης της επιταγής διερωτήθηκε τι σχέση έχει αυτό. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Ελένη Τουμαζή η οποία εργαζόταν στη Λαική Τράπεζα και ακολούθως στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι υπεύθυνη του λογαριασμού του κατηγορούμενου, τον οποίο αναγνώρισε. Aνάφερε ότι έχει στην κατοχή της αντίγραφο της επιταγής η οποία εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, την οποία προμηθεύτηκε από το σύστημα της τράπεζας. Στήριξε τη θέση της ότι η επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής το οποίο υπάρχει όπως εξήγησε σαρωμένο στο σύστημα της τράπεζας, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 10 τις οδηγίες ανάκλησης πληρωμής της επιταγής. Εξήγησε ότι ως λόγος ανάκλησης δόθηκε η ακύρωση της συναλλαγής και υπογράφτηκε το έντυπο από τον πελάτη. Ανέφερε τέλος ότι κατά την παρουσίαση της επιταγής ελέγχεται η υπογραφή και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε πρόβλημα με την υπογραφή του εκδότη. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε πώς γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης της επιταγής και ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο και αντιπαράθεσε την υπογραφή με το δείγμα που έχουν στην τράπεζα και τις οδηγίες ανάκλησης. Ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος και η εργασία της είναι καθαρά τραπεζική. Δεν ήταν παρούσα όπως είπε κατά την κατάθεση της επιταγής. Ερωτήθηκε περαιτέρω κατά πόσο η θέση της ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης της επιταγής είναι απλή υπόνοια, απάντησε «Ναι». Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την επιταγή με αριθμό 00117729, η οποία φέρει όνομα εκδότη αυτό του κατηγορούμενου, η οποία πληρώθηκε, αναφέροντας ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 11 και Τεκμήριο 8 συνάδουν με το δείγμα υπογραφής που έχει η τράπεζα. Η ίδια της όπως είπε δεν ήταν παρούσα κατά την παραχώρηση του δείγματος υπογραφής στην τράπεζα ούτε κατά την τοποθέτηση του στο σύστημα της τράπεζας. Σημειώνεται κατ' αρχάς ότι ο ΜΚ1 παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο Β΄ προς αναγνώριση την επίδικη επιταγή, χωρίς αυτή να καταστεί κανονικό τεκμήριο. Έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και παραμένει ως τέτοιο χωρίς να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο, δεν αποτελεί μαρτυρία (βλ. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν Πλοίου «Arabella»
(2003)1(Β) ΑΑΔ 900, Δήμος Λευκωσίας ν. ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120). Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία η μαρτυρία η οποία καταγράφεται εν σχέση με το περιεχόμενο τεκμηρίου προς αναγνώριση παραμένει αδρανής μέχρι την κατάθεση του εγγράφου ως κανονικό τεκμήριο (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 826). Επομένως τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 εν σχέση με την επιταγή και το περιεχόμενο της, παρέμειναν ανενεργή. Τα όσα δε ανέφερε η ΜΚ2 εν σχέση με την επιταγή στηρίχτηκε ουσιαστικά στο Τεκμήριο 8 αντίγραφο της επιταγής, το οποίο όμως δεν υποδείχθηκε στον ΜΚ
- Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης μου, είμαι της άποψης ότι η πιο πάνω μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από πλευράς παραπονούμενου δεν μπορεί να κριθεί ικανή ακόμα και στο στάδιο αυτό για να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής για τους ακόλουθους λόγους. «΄Εκδοση» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχο. Το θέμα της έκδοσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου, Ποινική ΄Εφεση 6771, ημερ. 26/1/00 στην οποία ο Δικαστής Νικήτας είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος.». Επίσης στην Ποινική ΄Εφεση 7158, Βούρας v. Ανδρέας, Λούκας Ματθαίος (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α., ημερ. 20/3/2003, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αυτό: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη.» Ας σημειωθεί πώς, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΒΑΣΟΥΛΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ, Ποινική Εφεση Αρ. 5/2014, 24/3/2017, όπου εκεί αμφισβητήθηκε η πατρότητα της υπογραφής ανάκλησης: «Η Εφεσείουσα όφειλε να αποδείξει την πατρότητα της υπογραφής μέσω των νομικά αποδεκτών τρόπων απόδειξης, είτε δηλαδή προσφέροντας μαρτυρία γραφολόγου ή παρουσιάζοντας μαρτυρία προσώπου που ήταν παρόν και είδε ποιος υπέγραψε επί του εντύπου ανάκλησης. Ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί επίσης να αποδειχθεί και με μαρτυρία προσώπου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εφόσον όμως τεκμηριωθεί ότι γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή τελεί υπό αμφισβήτηση. Η γνώση του γραφικού χαρακτήρα μπορεί να προκύψει από το αν είχε την ευκαιρία να δει τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων ή από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα (Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β΄ Έκδοση, σελίδα 368). Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτρέπεται σε πρόσωπο που γνωρίζει τον τρόπο γραφής άλλου να εκφράσει γνώμη κατά πόσο συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο.» Η πλευρά της υπεράσπισης αμφισβήτησε ευθύς εξ αρχής την έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος, γνωρίζει τον κατηγορούμενο ως πελάτη της τράπεζας και όπως ανέφερε η ίδια της δεν ήταν παρούσα όταν ο κατηγορούμενος έδιδε το δείγμα υπογραφής στην τράπεζα ούτε όμως ανέφερε ότι είναι εξοικειωμένη με την υπογραφή του κατηγορούμενου κατά τρόπο που προβλέπεται από τη νομολογία (βλ. ΒΑΣΟΥΛΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ανωτέρω). Εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας στην όψη της και μόνο οδηγεί στη διαπίστωση πως αυτή στερείται της απαιτούμενης θετικότητας για σκοπούς στοιχειοθέτησης του γεγονότος της έκδοσης της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο. Χωρίς να αξιολογώ την μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε, παρά μόνο από εξέταση της όψης αυτής, δεν διαπιστώνω να έχει τεθεί συνεκτική και συμπαγής μαρτυρία εν σχέση με την πατρότητα της υπογραφής επί του Τεκμηρίου
- Πέραν των όσων αναφερθήκαν πιο πάνω ενδεικτικά και μόνο επαναλαμβάνω τη θέση της ΜΚ2 όπου ερωτηθείς κατά πόσο η πεποίθηση της ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επιταγή στηρίζεται σε υπόνοια και απάντησε «ναι». Δεν παραβλέπω επίσης τη θέση του παραπανούμενου - ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του ότι για τον ίδιο κατηγορούμενος είναι ο Χάρης Δημητριάδης και δεν τον αφορά ποιος υπέγραψε την επιταγή. Η αποτυχία στοιχειοθέτησης του γεγονότος της υπογραφής της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία στοιχειοθέτησης ενός των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος, αυτού της έκδοσης της επιταγής από τον κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην πλευρά του παραπονούμενου την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, τη στιγμή όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την πλευρά του παραπονούμενου. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Συνεπώς, κρίνεται ότι ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο