← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α. ν. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17562/15, 1/6/2017

ΜΑΡΙΑ ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α. ν. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17562/15, 1/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17562/15

  1. ΜΑΡΙΑ ΑΛΗΦΑΝΤΗ
  2. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΛΗΦΑΝΤΗ Παραπονούμενες -εναντίον- ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενος ---------------------------------------- Ημερομηνία: 1η Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Κατήγορους: κα. Μ. Μαυρή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, οι οποίες εδράζονται επί του άρθρου 281

(1)(α) Κεφ. 154 και αφορούν στο αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης γης. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο από τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες είναι κοινές και για τις δύο κατηγορίες, είναι ότι, «.από τον Οκτώβριο του 2011 κατέχει και νέμεται και/ή χρησιμοποιεί και/ή καλλιεργεί .», το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8048, φύλλο 54, σχέδιο 510104, τμήμα 8 και τεμάχιο 543 (1η κατηγορία) και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8056, φύλλο 54, σχέδιο 510101, τμήμα 8 και τεμάχιο 547 (2η κατηγορία), ιδιοκτησίας των παραπονουμένων στη Μέσα Γειτονιά, τοποθεσία Παπαφάνης, στη Λεμεσό, «...ήτοι με την καλλιέργεια διαφόρων ειδών φθαρτών ..». Εκ μέρους των παραπονουμένων, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Κ. Μαυρή, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και επίτροπος των παραπονουμένων (Μ.Κ.1). Από πλευράς κατηγορούμενου, κατέθεσε ο ίδιος ως Μ.Υ.1 και ο Χ. Κόκκινος, Πρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου της Ενορίας Χαλκούτσας του Δήμου Μέσα Γειτονιάς ως Μ.Υ.2. Στο σύνολο τους, κατατέθηκαν 16 Τεκμήρια. Η μαρτυρία που αμφότερες οι πλευρές προσκόμισαν, επεκτάθηκε σε διάφορα σημεία τόσο σε σχέση με τον επίμαχο χρόνο όσο και σε σχέση με τις περιβάλλουσες συνθήκες κατοχής και καλλιέργειας των ακινήτων από το 1970 μέχρι και σήμερα. Όπως όμως θα διαφανεί πιο κάτω, τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη τόσο των συνηγόρων όσο και του κατηγορούμενου καθώς επίσης και τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, σε συνδυασμό και με τις δηλώσεις αμφότερων των συνηγόρων, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης του αδικήματος ως αυτό περιέχεται στο άρθρο 281
(1)(α) Κεφ. 154 (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28) Παρά την έκταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, στην πλειοψηφία τους, τα επίμαχα γεγονότα, είναι αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα και συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Τα παραθέτω: (α) Οι παραπονούμενες, οι οποίες είναι αδελφές και κατάγονται από την Κύπρο αλλά διαμένουν μόνιμα στην Αθήνα, είναι από το 1992, δυνάμει δωρεάς, κατά ½ μερίδιο, ιδιοκτήτριες των όμορων ακινήτων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος - εφ' εξής τα επίμαχα ακίνητα - (Τεκ. 3, 4, 13 και 16). (β) Τα επίμαχα ακίνητα ήταν ιδιοκτησίας της γιαγιάς των παραπονουμένων, Κρυσταλλίας Παυλίδου και μέχρι της δωρεάς τους στις παραπονούμενες, τύγχαναν διαχείρισης από τον Α. Λουκαΐδη, διαχειριστή της περιουσίας της πρώτης. (γ) Από τις 4/8/86 μέχρι και τις 31/7/91, τα ακίνητα ενοικιάζονταν με σκοπό την καλλιέργεια τους, έναντι £500 ετησίως, στον Π. Ιωάννου, πατέρα του κατηγορούμενου, δυνάμει γραπτών ενοικιαστηρίων συμβολαίων που ο τελευταίος σύνηψε με τον Α. Λουκαΐδη. (Τεκ. 5 και 6). (δ) Από το 1992, ο Κ. Μαυρή (Μ.Κ.1), διορίστηκε γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των νέων πλέον, εγγεγραμμένων ιδιοκτητών των ακινήτων, ήτοι των παραπονουμένων (Τεκ. 2, 14 και 15). (ε) Παρά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου ενοικίασης στις 31/7/91, ο Π. Ιωάννου, κατόπιν συνεννόησης με τον Κ. Μαυρή, συνέχισε να κατέχει και να καλλιεργεί τα ακίνητα. (στ) Μέχρι και την 31/7/01, το ετήσιο ενοίκιο, καταβάλλετο πλήρως και κανονικά από τον Π. Ιωάννου. (Τεκ. 7.Α και 7.Β). (ζ) Από το 2011 μέχρι και σήμερα, την επίμαχη κατά το κατηγορητήριο περίοδο δηλαδή, τα ακίνητα κατέχονται και καλλιεργούνται αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο. (η) Από το Νοέμβρη 2014 μέχρι και σήμερα, ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κατέχει και καλλιεργεί τα επίμαχα ακίνητα χωρίς την οποιαδήποτε συγκατάθεση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών, ήτοι των παραπονουμένων, παρά την απαίτηση τους όπως τα εγκαταλείψει άμεσα και κανένα ενοίκιο δεν έχει καταβάλει, σε σχέση με την κατοχή και καλλιέργεια των επίμαχων ακινήτων για την περίοδο μετά το 2014. Για τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η πλευρά των παραπονουμένων, ισχυρίζεται ότι, μετά την πληρωμή του ενοικίου για την περίοδο ενοικίασης που έληγε την 31/7/01, ο τότε ενοικιαστής των ακινήτων, ήτοι ο Π. Ιωάννου, πατέρας του κατηγορούμενου, εξέφρασε την επιθυμία, όπως μη συνεχίσει άλλο με την ενοικίαση των ακινήτων, οπόταν και παρέδωσε την κατοχή τους. Ο κατηγορούμενος επομένως, σύμφωνα με τις παραπονούμενες, τουλάχιστον από το 2011 και μετά, κατέχει και καλλιεργεί τα ακίνητα χωρίς την συγκατάθεση τους, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα του αρ.281
(1)(α). Η υπεράσπιση από την άλλη, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε παραδόθηκε η κατοχή των ακινήτων το 2001 αλλά ότι η ενοικίαση και κατ' επέκταση η κατοχή και καλλιέργεια των ακινήτων συνεχίστηκε. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι μέχρι το 2001 τα ακίνητα κατέχονταν και καλλιεργούνταν αποκλειστικά από τον πατέρα του κατηγορούμενου ενώ στη συνέχεια, μέχρι και το 2010, η κατοχή και η καλλιέργεια ασκείτο από τον κατηγορούμενο από κοινού με τον πατέρα του. Από το 2011 μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με την υπεράσπιση, η κατοχή και καλλιέργεια των ακινήτων ασκείται αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία προς τούτο. Θέση του κατηγορούμενου ήταν επίσης ότι, καθ΄ όλη την περίοδο 2002-2010, κατέβαλλε κανονικά τα συμφωνηθέντα ενοίκια στον Μ.Κ.1, ο οποίος όμως δεν του έκδιδε πλέον αποδείξεις, για λογιστικούς σκοπούς, ως ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε ο Μ.Κ.
  1. Όταν δε ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να του εκδώσει τις σχετικές αποδείξεις, ο Μ.Κ.1, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, του έδωσε δύο επιλογές, είτε να πληρώνει και να μην παίρνει αποδείξεις, είτε να εγκαταλείψει το ακίνητο, οπόταν και αυτός αναγκάστηκε να επιλέξει το πρώτο. Όπως ανάφερα και πιο πάνω, η προσκομισθείσα μαρτυρία επεκτάθηκε και σε διάφορα άλλα θέματα, τα οποία όμως, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων αλλά και της φύσης του αδικήματος, είναι στην ουσία άνευ σημασίας. Αυτό που υποστήριξε η υπεράσπιση είναι ότι, ο τρόπος με τον οποίο η κατοχή των ακινήτων περιήλθε και συνεχίστηκε από τον κατηγορούμενο, πιθανόν να συνιστά βάση για τη δημιουργία δικαιωμάτων επί της περιουσίας των παραπονουμένων προς όφελος του ή κωλύματος στην απαίτηση των τελευταίων όπως ο κατηγορούμενος εγκαταλείψει τα ακίνητα. Τονίζω εδώ τη λέξη «πιθανόν» διότι, θέση της υπεράσπισης δεν είναι ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε συγκεκριμένα δικαιώματα και δη ιδιοκτησιακά αλλά ότι, ενδεχομένως να απέκτησε κάποια δικαιώματα τα οποία όμως δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Θα έπρεπε, σύμφωνα με την υπεράσπιση, να προηγηθεί η αποκρυστάλλωση των πιθανών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου σε πολιτικό Δικαστήριο και μόνο εάν το εν λόγω Δικαστήριο αποφάσιζε ότι ουδέν δικαίωμα έχει αποκτήσει ο κατηγορούμενος, τότε θα μπορούσε να καταχωρηθεί και να προωθηθεί η παρούσα υπόθεση. Κοντολογίς, ο βασικός άξονας της υπεράσπισης στην παρούσα ποινική υπόθεση, είναι ότι η υπόθεση έχει καταχωρηθεί πρόωρα και προτού αποκρυσταλλωθούν τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών όποια και αν είναι αυτά. Σημειώνω εδώ ότι ούτε από πλευράς κατηγορούμενου καμία τέτοια πολιτική αγωγή έχει καταχωρηθεί. Την υπόθεση επομένως, θα την προσεγγίσω με γνώμονα τις πιο πάνω θέσεις και ειδικότερα τις θέσεις που προβλήθηκαν κατά την ακρόαση από εκατέρωθεν τους μάρτυρες των μερών καθώς και από τους συνηγόρους τους κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Προτού προχωρήσω όμως με την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και την άλλη εισήγηση που υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου τόσο κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο της υπόθεσης όσο και κατά την τελική του αγόρευση, ήτοι ότι η παρούσα υπόθεση, δε μπορούσε να προωθηθεί από το Μ.Κ.1, υπό την ιδιότητα που ο τελευταίος επικαλέστηκε ότι έχει ήτοι αυτή του πληρεξούσιου αντιπροσώπου των παραπονουμένων. Τη θέση του αυτή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου τη στήριξε στο ότι, η παρούσα υπόθεση, ουσιαστικά φαίνεται να καταχωρήθηκε συνεπεία των χειρισμών και των οδηγιών του Μ.Κ.1, ο οποίος όμως, σε αντίθεση με τις παραπονούμενες που είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των ακινήτων, ήταν και ο μόνος που ενεπλάκηκε ενεργά και προσωπικά στην όλη υπόθεση. Σύμφωνα με τον κ. Λοχία, η ιδιότητα αυτή του ΜΚ1 ήτοι του πληρεξούσιου αντιπροσώπου, σε καμία περίπτωση δε μπορεί να αντικαταστήσει τις παραπονούμενες ως τα φερόμενα θύματα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης ποινικού αδικήματος. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ο κ. Λοχίας, ακόμα και αυτή η εξουσία που δόθηκε στο Μ.Κ.1 από τα πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψαν προς όφελος του οι παραπονούμενες, δεν του επέτρεπε να προβεί στις ενέργειες που προέβη σε σχέση με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Η θέση του κύριου Λοχία, εδράζεται επί ορθής νομικής αρχής, ήτοι ότι ουδείς δύναται να αντικαταστήσει το φερόμενο ως θύμα σε μία ποινική υπόθεση και να προβεί σε καταχώρηση και προώθηση μίας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αντ' αυτού, εφόσον δεν είναι τα δικαιώματα του αντιπροσώπου που έχουν άμεσα επηρεαστεί από την ισχυριζόμενη αξιόποινη συμπεριφορά. Τούτου δοθέντος όμως, στο βαθμό και στην έκταση που το επιτρέπει η σχετική νομολογία, τίποτα δεν εμποδίζει το φερόμενο ως θύμα μίας αξιόποινης συμπεριφοράς, από του να καταχωρήσει στο όνομα του, ιδιωτική ποινική υπόθεση και να καλέσει προς απόδειξη της υπόθεσης του, τους όποιους μάρτυρες θεωρεί αναγκαίους. Το αν πρόσθετα των εν λόγω μαρτύρων, θα επιλέξει να δώσει μαρτυρία και το ίδιο το θύμα ή αν η μαρτυρία που θα προσκομίσει είναι στο σύνολο της επαρκής για να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον του κατηγορούμενου, ουδόλως σχετίζεται με το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Το μόνο επομένως που δύναται να απασχολήσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση επί αυτού του θέματος, ήτοι του δικαιώματος σε καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, είναι το αν οι παραπονούμενες, στο όνομα των οποίων έχει καταχωρηθεί το κατηγορητήριο, είναι όντως τα πρόσωπα που δύναται να έχουν παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και που νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Το δικαίωμα αυτό, των παραπονουμένων, δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Άλλωστε, το κατηγορητήριο της υπόθεσης, παρουσιάζει και τις δύο τους, ως τις εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των ακινήτων που κατέχει και καλλιεργεί ο κατηγορούμενος, να είναι οι ιδιώτες κατήγοροι που έχουν καταχωρήσει την υπόθεση και που προβάλλουν παράπονο από αυτή τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Το ότι την υπόθεση τους, οι παραπονούμενες επέλεξαν να την αποδείξουν μέσω ενός μάρτυρα μόνο, ήτοι του Μ.Κ.1, του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου τους δηλαδή, αυτό ουδέποτε μετέβαλε την ιδιότητα τους ως τις ιδιώτες κατήγορους της υπόθεσης ή την ιδιότητα με την οποία ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήτοι την ιδιότητα του μάρτυρα σε ποινική υπόθεση. Αντίθετα με τα όσα υποστήριξε ο κύριος Λοχίας, ο Μ.Κ.1, δεν κατέθεσε εκ μέρους ή σε αντικατάσταση των παραπονουμένων, αλλά ως μάρτυρας στην υπόθεση τους εναντίον του κατηγορούμενου και αυτές δεσμεύονται από τη μαρτυρία και τις ενέργειες του. Το ποιες είναι οι συνέπειες της μαρτυρίας ή των ενεργειών του Μ.Κ.1, στην όλη υπόθεση των παραπονουμένων, μετά και που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία από το Δικαστήριο, δεν είναι θέμα που αφορά ή που σχετίζεται με το δικαίωμα των παραπονουμένων να καταχωρούν την παρούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και να την προωθούν με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης επομένως, κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης. Θεωρώ ορθό όπως παραθέσω πρώτα τη νομική πτυχή του υπό κρίση αδικήματος, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής «281.-
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο- (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σημειώνω εδώ ότι κατά το χρόνο που θεσπίστηκε, το εν λόγω αδίκημα περιορίζετο αποκλειστικά στην παράνομη καλλιέργεια γης και δεν εκτείνετο στην οποιαδήποτε κατοχή ή άλλως πως χρήση της.[1] Περί το 1972 όμως, για λόγους που ο νομοθέτης έκρινε ορθούς, το αδίκημα τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Ν.44/72και επεκτάθηκε και στην άνευ συγκαταθέσεως κατοχή και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο «χρήση της γης». Σημειώνω επίσης ότι πανομοιότυπη τροποποίηση έγινε και σε σχέση με τον Ποινικό Κώδικα που εφαρμόζεται στην Κύπρο στην περιοχή των κυρίαρχων Αγγλικών Βάσεων (Βλ. Ordinance 7/72, To Amend The Government Lands Ordinance, 5/9/72). Το υπό κρίση αδίκημα επομένως, από το 1972 μέχρι και σήμερα, σε αντίθεση με το αδίκημα της «παράνομης επέμβασης» του αρ.280 το οποίο «...προστατεύει .... τον κάτοχο της περιουσίας...» (βλ.Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 354), επενεργεί ούτως ώστε να προστατέψει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του «εγγεγραμμένου κυρίου» περιουσίας, από πάσης φύσεως ενέργειες τρίτων σε σχέση με την κατοχή, καλλιέργεια, νομή η χρήση της περιουσίας του (Βλ. Μουστάκα Κυριακή Μ. ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 209). Παρά την πιο πάνω τροποποίηση όμως, τόσο η ουσία του αδικήματος όσο και η εκ του Νόμου προνοούμενη υπεράσπιση, ουδέποτε μεταβλήθηκαν. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος επομένως είναι τα εξής: (α) Η καλλιέργεια ή η κατοχή ή η νομή ή η χρήση γης, (β) Η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου, (γ) Χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου κυρίου. (Για τα πιο πάνω βλ. Pantelis Antoni Makryas v. The Police
(1967)2 CLR 245, Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαντωνίου
(1992)2 Α.Α.Δ. 403, Robb Gary John v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201 και Μουστάκα ανωτέρω καθώς επίσης και την απόφαση του Ποινικού Εφετείου του Malawi, Andrew Likhule a.o v The Republic, Criminal Appeal Case No. 7 of 2008, 3rd June 2008 όπου στον εκεί Ποινικό Κώδικα υπάρχει πανομοιότυπο αδίκημα - S.316
(1)- και εφαρμόζονται παρόμοιες αρχές δικαίου.) Με το αδίκημα να είναι ουσιαστικά αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι για την στοιχειοθέτηση του δεν απαιτείται η απόδειξη οποιασδήποτε ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 277/2015, 12/4/2017), εν τη απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη, η μόνη πιθανή υπεράσπιση που δύναται να προβληθεί από ένα κατηγορούμενο ο οποίος κατέχει ή καλλιεργεί ή νέμεται ή χρησιμοποιεί γη που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου χωρίς την συγκατάθεση του, είναι αυτή της «αξίωσης δικαιώματος σε περιουσία με καλή πίστη» που προβλέπεται στο αρ. 8 Κεφ. 154[2]. Σύμφωνα όμως με το αρ. 281
(2)Κεφ.154, η επίκληση αυτής της υπεράσπισης αποκλείεται ρητά «εκτός αν ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του (του ιδιοκτήτη)». Το αδίκημα επομένως, στοιχειοθετείται με την απόδειξη, απλά του Actus Reus ήτοι της κατοχής ή καλλιέργειας ή χρήσης ακινήτων από τον κατηγορούμενο, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα άλλου, χωρίς όμως την οποιασδήποτε συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη τους. Εάν αυτό αποδειχθεί, τότε ο κατηγορούμενος, δύναται να προβάλει ως υπεράσπιση ότι ενήργησε με αυτόν τον τρόπο, διότι καλόπιστα και χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση καταδολίευσης του προσώπου που παρουσιάζεται ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων, θεωρούσε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, συνεπεία του ότι αγόρασε τα ακίνητα από το φερόμενο ως εγγεγραμμένο κύριο τους ή ότι τα απέκτησε από αυτόν, κατόπιν διανομής, ανταλλαγής, γάμου ή κληροδοσίας. Την υπεράσπιση αυτή βέβαια, εφ΄ όσον πρόκειται για ποινική υπόθεση, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να την αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπιτής ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220). Με άλλα λόγια, η μόνη υπεράσπιση που παρέχεται από το νόμο στο αδίκημα του αρ.281
(1)(α), το οποίο όπως ανέφερα, άπτεται του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ακινήτων, είναι εκεί όπου ο κατηγορούμενος, αν και δεν είναι το πρόσωπο που παρουσιάζεται εγγεγραμμένο στο μητρώο του Κτηματολογίου ως ο ιδιοκτήτης των ακινήτων, εντούτοις, ένεκα της ύπαρξης μίας εκ των περιπτώσεων που αναφέρονται στο αρ.281
(2), καλόπιστα θεωρούσε ότι είναι το πρόσωπο που δικαιούτο να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, ωσάν να και ήταν δηλαδή, ο πραγματικός ιδιοκτήτης των ακινήτων, έστω και αν στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ εγγραφεί ως τέτοιος. Στην παρούσα υπόθεση, είναι παραδεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα επίμαχα ακίνητα είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των παραπονουμένων και ότι ο κατηγορούμενος τα κατείχε και τα καλλιεργούσε από το 2011, περίοδος στην οποία αφορά το κατηγορητήριο. Αποδεκτό γεγονός και επίσης εύρημα του Δικαστηρίου, είναι και το ότι, από το Νοέμβρη 2014 τουλάχιστον, περίοδος που εμπίπτει εντός του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατέχει και καλλιεργεί τα επίμαχα ακίνητα, άνευ της συγκατάθεσης των παραπονουμένων. Το Actus Reus του αδικήματος του αρ.281
(1)(α), έχει επομένως πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχτεί. Δεν παραγνωρίζω ότι, την άνευ συγκατάθεσης των παραπονουμένων, κατοχή και καλλιέργεια της γης, ο κατηγορούμενος την παραδέχεται ρητά, για μέρος της επίμαχης περιόδου, ήτοι από το 2014 μέχρι και σήμερα. Με δεδομένο όμως ότι, ο «χρόνος», δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του υπό κρίση αδικήματος, αλλά ούτε και επηρεάζει την οποιαδήποτε ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου ή την προβολή από μέρους του της προνοούμενης στο νόμο υπεράσπισης, το στοιχείο του «χρόνου» καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας. Θέση του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι ότι απέκτησε οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των επίμαχων ακινήτων συνεπεία αγοράς ή κληροδοσίας ή ανταλλαγής ή διανομής τους από τις παραπονούμενες. Ούτε ότι απέκτησε οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα, συνεπεία οποιουδήποτε άλλου λόγου, έστω και αν τέτοιος λόγος δεν εντάσσεται στις ρητές πρόνοιες του αρ.281
(2). Θέση του, θέση η οποία παρέμεινε καθαρά στη σφαίρα του θεωρητικού και του υποθετικού, είναι ότι πιθανόν να απέκτησε κάποια δικαιώματα, συνεπεία της παραμονής του στο ακίνητο, όχι όμως ιδιοκτησιακά αφού δεν αμφισβητείται ο τίτλος των παραπονουμένων και τα οποία δικαιώματα, πιθανόν, να του επιτρέπουν να διατηρήσει την κατοχή των ακινήτων και να εμποδίσουν τις εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες παραπονούμενες, από του να τον εκδιώξουν από αυτά. Με τη θέση αυτή του κατηγορούμενου όμως να περιορίζεται αποκλειστικά στο πως θεωρητικά θα μπορούσε να έχει υπεράσπιση, δε μπορώ να δεχτώ ότι, στην παρούσα περίπτωση δύναται να τύχει εφαρμογής η υπεράσπιση που προνοείται στα αρ.8 και 281
(2)Κεφ. 154. Σημειώνω εδώ ότι, η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου, ήταν ότι τα πιθανά αυτά αστικά δικαιώματα του πελάτη του, θα έπρεπε πρώτα να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής αγωγής και αφού αποκρυσταλλωθεί η ύπαρξη ή η απουσία τους στο αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο, τότε και μόνο τότε, θα μπορούσε να καταχωρηθεί η παρούσα. Η πιο πάνω θέση του κύριου Λοχία όμως, δε με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί, αφενός το υπό εξέταση αδίκημα ως ανέφερα ανωτέρω, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης και το μόνο που έχουν να αποδείξουν οι παραπονούμενες είναι ότι είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των ακινήτων και ότι ο κατηγορούμενος τα κατέχει και τα καλλιεργεί χωρίς τη συναίνεση τους, κάτι το οποίο είναι παραδεκτό μεταξύ των μερών και αφετέρου διότι, ούτε ο κατηγορούμενος επιχείρησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, μέχρι σήμερα, να αποκρυσταλλώσει και να διασφαλίσει τα όποια δικαιώματα θεωρεί ότι έχει αποκτήσει και τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν ισχυρίζεται ότι αφορούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων. Σημειώνω εδώ επίσης ότι, η άρνηση του κατηγορούμενου να εγκαταλείψει τα ακίνητα και να παραδώσει την κατοχή τους στις εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες τους, δεν εδράζεται επί οποιασδήποτε συγκεκριμένης αξίωσης του επί της ιδιοκτησίας των ακινήτων, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στη θέση του, ότι θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις να το πράξει τούτο, ένεκα της μακροχρόνιας παραμονής του στο ακίνητο. Με γνώμονα την ποινική φύση της παρούσας υπόθεσης και ότι το παρόν Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία, δεν αποφασίζει αλλά ούτε και δύναται να ασχοληθεί με θέματα «έξωσης» του κατηγορούμενου, τα όσα ο τελευταίος προβάλει ως υπεράσπιση, δεν άπτονται της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά την υπεράσπιση που προνοεί το αρ.281
(2), έχω ήδη καταλήξει πιο πάνω ότι δε μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, προς όφελος του κατηγορούμενου. Συνεπώς και με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι κατέχει και καλλιεργεί τα ακίνητα των παραπονουμένων από το Νοέμβριο 2014 χωρίς τη συγκατάθεση τους, ότι δεν έχει προβάλει οποιαδήποτε βάσιμη, για σκοπούς του υπό κρίση αδικήματος, «υπεράσπιση», σε σχέση με τις ενέργειες του αυτές για την εν λόγω περίοδο, περίοδος η οποία ως ανέφερα, εμπίπτει εντός της περιόδου του κατηγορητηρίου, ότι τα όσα παραπονούμενοι και κατηγορούμενος ισχυρίστηκαν να έλαβαν χώρα από το 2001 - 2014, ουδόλως επηρεάζουν ή διαφοροποιούν αυτή την κατάσταση πραγμάτων αφού ο «χρόνος» ή η «περίοδος διάπραξης» του αδικήματος του αρ.281
(1)(α) είναι ουσιαστικά άνευ σημασίας αφού ουδόλως μεταβάλλουν ή επηρεάζουν την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου ή την οποιαδήποτε προβολή υπεράσπισης στη βάση του αρ.281
(2), αν τέτοια υπεράσπιση τύγχανε εφαρμογής, κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση του κατά πόσο το αδίκημα, εν τέλει διαπράχθηκε τον Οκτώβρη 2011 αντί τον Νοέμβρη 2014. Εν΄ όψει όλων των πάνω, κρίνω ότι αποδείχτηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι, από το Νοέμβριο 2014 μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του Αρ.281
(1)(α) Κεφ.154, κατέχει και καλλιεργεί τα επίμαχα ακίνητα χωρίς την συγκατάθεση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών τους ήτοι των παραπονουμένων. Εφόσον από την πιο πάνω κατάληξη μου προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει μέρος της περιόδου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει υπό την διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με την περίοδο που αποδείχτηκε η παράνομη κατοχή και καλλιέργεια των ακινήτων. (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΛΠ/Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη Καλλιέργεια [1] 281. Any person who ploughs, sows or otherwise cultivates - (οργώνει, σπέρνει καλλιεργεί) (
  1. a)any land registered in the name of any other person ; (
  2. b)any land in respect of which a contract for sale has been deposited in the Land Registry Office under the provisions of the Sale of Land (Specific Performance) Law, by the purchaser thereof, without the consent of such registered owner or his heirs or purchaser of his heirs, as the case may be, is guilty of a misdemeanour and is liable to imprisonment for six months.
(2)The provisions of section 8 of this Code shall not apply in the case of any prosecution under this section unless the person charged proves to the satisfaction of the Court that tie has purchased or acquired by partition, exchange, inheritance or in consideration of marriage such land from the registered owner thereof of his heirs. [2] Αρ.8 - Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.