← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2510/16, 21/6/2017

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2510/16, 21/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2510/16 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Παραπονούμενη v. ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑ Κατηγορουμένου --------------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα. Aίμ. Κώστα. Για τον Κατηγορούμενο: κος Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία για έκδοση επιταγής η οποία κατά την παρουσίαση της δεν εξοφλήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 30.5.09, εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος την επιταγή υπ' αριθμό 09921964 της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας, για το ποσό των €42.500.- πληρωτέα την 30.5.09, η οποία παρουσιάστηκε στην τράπεζα και δεν εξοφλήθηκε λόγω οδηγιών για να μην πληρωθεί και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από τις παρουσιάσεως. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σημειώνω κατ' αρχάς ότι ο κ Γαβριηλίδης μέσω της τελικής αγόρευσης του εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι επί τη βάση της έκθεσης αδικήματος ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 ενώ εις την έκθεση αδικήματος αναφέρεται η διάπραξη άλλου αδικήματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(2)για την ανάκληση πληρωμής επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας. Ως θα διαφανεί πιο κάτω η προσκομισθείσα μαρτυρία και δη αυτή του ΜΚ3, περιλαμβάνει μαρτυρία εν σχέση με την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η υπόθεση όπως αυτή προωθήθηκε φαίνεται να στηρίχτηκε εις τα όσα προνοούνται από το άρθρο 305Α
(2)όπως επίσης και ο κατηγορούμενος στήριξε την υπεράσπιση του εις τα όσα προνοούνται από το άρθρο αυτό. Η πρώτη φορά όπου ηγέρθη ζήτημα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου από πλευράς υπεράσπισης για τον πιο πάνω λόγο ήταν μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Από πλευράς παραπονούμενης υπεβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου μετά το πέρας των τελικών αγορεύσεων, το οποίο απορρίφθηκε για τους λόγους οι οποίοι εμφαίνονται εις την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.6.17. Έχοντας υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πριν την ολοκλήρωση της Ακρόασης έθεσε οποιοδήποτε ζήτημα επηρεασμού του, αντιθέτως φαίνεται ότι η υπεράσπιση του στηρίχθηκε ευθύς εξ αρχής στα όσα προβλέπονται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε επηρεασμό του ούτε βεβαίως έχει υποδειχθεί ή καταδειχθεί από πλευράς κατηγορούμενου συγκεκριμένος επηρεασμός στην προώθηση της υπεράσπισης του σε βαθμό που θα επέβαλλε την απόρριψη της υπόθεσης για το λόγο αυτό και μόνο. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της παραπονούμενης, μαρτυρία έδωσε η ίδια και κάλεσε δυο μάρτυρες. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ δεν παρουσίασε οιουσδήποτε μάρτυρες Υπεράσπισης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Κατά την Ακρόαση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή Τεκμήριο
  1. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Νίκος Καλλής (ΜΚ1). Ανέφερε ότι είναι δικηγόρος και γνωρίζει την παραπονούμενη η οποία διατηρούσε υπεραγορά και είχαν συνάψει φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Περί τον Απρίλιο 2009 κάποιος φίλος του με το όνομα Ιορδάνης Κωστέκογλου επικοινώνησε μαζί του αναφέροντας του ότι ο ίδιος με τον Άγγελο (κατηγορούμενο) χρειάζονταν €45.000.- διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα να επιστραφεί το ποσό. Ρώτησε τότε ο μάρτυρας τι εξασφάλιση θα διδόταν και ο Κωστέκογλου ανέφερε στον μάρτυρα ότι θα εξέδιδε μεταχρονολογημένη επιταγή ο Άγγελος. Μέχρι εκείνη την ημέρα όπως είπε ο μάρτυρας δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας μίλησε με την παραπονούμενη για τη βοήθεια που του ζήτησε ο Κωστέκογλου και την διαβεβαίωσε ότι θα πάρουν επιταγή προς εξασφάλιση του ποσού. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε στην παραπονούμενη ότι η βοήθεια αφορούσε δυο πρόσωπα. Της μίλησε για ένα πρόσωπο, τον Κωστέκογλου, αναφέροντας της ότι είναι φίλος του και τον εμπιστεύεται και δεν θα υπάρχει πρόβλημα αφού ο μάρτυρας θα είχε επιταγή στα χέρια του την οποία θα έδινε στην παραπονούμενη. Η παραπονούμενη τότε του ανέφερε ότι είχε ήδη εγκεκριμένο δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για ποσό €40.000.- και θα μπορούσε να πάρει αυτά τα χρήματα. Ενημέρωσε τον Κωστέκογλου και ζήτησε να μιλήσει και με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο μίλησε τηλεφωνικώς. Στη συνέχεια παρέλαβε την επιταγή η οποία ήταν απλά υπογραμμένη και την παρέδωσε στην παραπονούμενη, η οποία είχε ακόμα €2.500.- σε μετρητά στο ταμείο της τα οποία έδωσε και αυτά στο μάρτυρα ο οποίος συμπλήρωσε ολογράφως το ποσό των €42.500.- και την ημερομηνία 30.5.
  2. Πήρε τα χρήματα και παρέδωσε την επιταγή στην παραπονούμενη. Συναντήθηκε με τον Κωστέκογλου και τον κατηγορούμενο και τους παρέδωσε τα χρήματα. Κατά το μάρτυρα πριν τη 30.5.09 ο Κωστέκογλου τον ενημέρωσε να μην κατατεθεί η επιταγή. Ενημέρωσε την παραπονούμενη και συμφώνησε όπου εν τέλει η επιταγή κατατέθηκε περίπου ένα μήνα μετά. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε γιατί όταν δόθηκε στον Κωστέκογλου για κάποια βοήθεια που θα προσέφερε στον κατηγορούμενο δεν υπήρχε ανταπόκριση. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι η επιταγή δόθηκε για τον σκοπό που ανέφερε και ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρχει πρόβλημα. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι η επιταγή η οποία δόθηκε από τον Κωστέκογλου ήταν στα χέρια του λόγω εξαπάτησης του κατηγορούμενου από τον Κωστέκογλου, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα επανειλημμένα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ενημερωθεί αναφορικά με τη συμπλήρωση της επιταγής. Ο μάρτυρας επέμενε εις τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Ερωτήθηκε επίσης ο μάρτυρας για ποιο λόγο από το 2009 η υπόθεση καταχωρήθηκε το
  3. Ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία καταγράφω αυτολεξή: «Όπως έχω αναφέρει η παραπονούμενη αναγκάστηκε μετά από λίγους μήνες να κλείσει το supermarket. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Σταμάτησα να έχω και τόσο συχνή επικοινωνία μαζί της όπως ήταν πριν γιατί το supermarket ήταν στο δρόμο για το σπίτι μου, σταματούσα, ήμουν καθημερινά εκεί και έτσι όταν με ρώτησε η παραπονούμενη «Τι θα γίνει Νίκο, θα πληρωθώ αυτά τα χρήματα?» της είπα: «Δήμητρα δεν βλέπω οποιοδήποτε ενδεχόμενο εκτός αν πάρουμε δικαστικά μέτρα. Φέρε μου την επιταγή και σου υπόσχομαι ότι θα καταχωρήσω ποινική υπόθεση να τους εξαναγκάσω να κάνουν αυτό που πρέπει.» Κάτι που έκανα.» Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος είναι το πρόσωπο που ουσιαστικά είχε τη μεγαλύτερη εμπλοκή στην υπόθεση. Παρατηρώ όμως ότι η μαρτυρία του στερείται της απαιτούμενης πειστικότητας τόσο εν σχέση με τις περιβάλλουσες συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε η επίδικη επιταγή εις τα χέρια του και στη συνέχεια στην παραπονούμενη όσο και με τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την ίδια την έκδοση της επίδικης επιταγής. Από πλευράς κατηγορούμενου επαναλαμβάνω έγινε παραδεκτό ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον ίδιο και δεν αμφισβητεί ότι η πληρωμή της έχει ανακληθεί όπως δεν αμφισβητείται ότι αυτή συμπληρώθηκε από τον ΜΚ
  4. Πέραν τούτου όμως αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς κατηγορούμενου ότι είχε οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με τη συμπλήρωση της επιταγής ή την ισχυριζόμενη συναλλαγή μεταξύ Κωστέκογλου, ΜΚ1 και παραπονούμενης. Ο ΜΚ1 παρουσίασε την εκδοχή του με απλότητα, από την άλλη όμως η εκδοχή του αυτή, εξετάζοντας την υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, καταλήγω ότι στερείται της απαιτούμενης λογικής εξήγησης για τους λόγους που θα παραθέσω. Κατά το μάρτυρα, του ζητήθηκε από τον Κωστέκογλου να τον βοηθήσει οικονομικά. Πώς είναι δυνατόν όμως ο μάρτυρας για να βοηθήσει το πρόσωπο αυτό να στρέφεται μόνο προς την παραπονούμενη για να εξασφαλίσει τη βοήθεια αυτή. Τέτοια διαπίστωση αποδυναμώνει τη μαρτυρία του ΜΚ
  5. Προβληματισμό επίσης μου προκαλεί η τόση ευκολία του με την οποία αποδέκτηκε να μεσολαβήσει για να δανείσει η παραπονούμενη ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε ένα φίλο του και ένα άγνωστο του πρόσωπο, έχοντας ως εξασφάλιση μια άδεια επιταγή. Πέραν των πιο πάνω, δεν παραβλέπω ότι σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτός γνώριζε μόνο τον Κωστέκογλου και όχι τον Άγγελο. Η επιταγή όμως η οποία παρέλαβε, όπως είπε, ήταν του κατηγορούμενου. Δεν είναι λογικά αναμενόμενο ο μάρτυρας να αποδέχεται με τόση ευκολία ως εξασφάλιση του δανεισμού για τον οποίο μεσολάβησε, επιταγή εκδοθείσα από ένα εντελώς άγνωστο του πρόσωπο. Με ξενίζει επίσης το ότι ενώ ο ίδιος του ανέφερε ότι νιώθει υπαίτιος για την μη πληρωμή του ποσού στην παραπονούμενη, ουδεμία αναφορά έγινε σε ενέργειες που έκανε, εάν έκανε, για να εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Εντύπωση μου προκαλεί το γεγονός ότι ερωτηθείς για ποιο λόγο από το 2009 καταχωρήθηκε η υπόθεση το 2016, χωρίς να δίδει σαφή απάντηση και αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως την ερώτηση ανέφερε ότι είπε στην παραπονούμενη «Δήμητρα δεν βλέπω οποιοδήποτε ενδεχόμενο εκτός αν πάρουμε δικαστικά μέτρα. Φέρε μου την επιταγή και σου υπόσχομαι ότι θα καταχωρήσω ποινική υπόθεση να τους εξαναγκάσω να κάνουν αυτό που πρέπει.» Κάτι που έκανα.» Τέτοια τοποθέτηση από μάρτυρα και δη δικηγόρο στα πλαίσια εξέτασης ποινικής υπόθεσης σίγουρα δεν είναι η αναμενόμενη έχοντας κατά νου ότι με την παρούσα διαδικασία εκ της φύσεως της επιδιώκεται η τιμωρία του παραβάτη και όχι η είσπραξη του ποσού της επιταγής. Επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων οι θέσεις του παρέμειναν μετέωρες. Αρκεί μόνο να αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση και υποβολή των θέσεων της υπεράσπισης επαναλάμβανε μόνο ότι τα γεγονότα είναι όπως τα είπε χωρίς να καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο για την αληθινή υπόσταση αυτών. Η μαρτυρία του δεν υποστηρίζεται επίσης από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία κατά την αντεξέταση της όπως θα φανεί πιο κάτω, φάνηκε να μην γνωρίζει ουσιώδεις πτυχές για την υπόθεση που την αφορά άμεσα. Συνεπώς η έλλειψη πειστικότητας και λογικοφάνειας στην μαρτυρία του ΜΚ1 συμπαρασύρει το σύνολο αυτής σε απόρριψη, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται. Επόμενη μάρτυρας κατέθεσε η παραπονούμενη (ΜΚ2). Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή την οποία όπως είπε πήρε από τον κο Νίκο Καλλή (ΜΚ1) και του έδωσε το ποσό της επιταγής. Ανέφερε ότι ο κος Νίκος ήταν πελάτης της στο supermarket το οποίο διατηρούσε, είχαν φιλικές σχέσεις και μια μέρα της ζήτησε να βοηθήσουν κάποιο άτομο, άγνωστο στην ίδια. Είχε εξασφαλισμένο δάνειο ποσού €40.000.- για την ανακαίνιση του supermarket και συμπλήρωσε ακόμα €2.500.- σε μετρητά από το ταμείο. Ένα μήνα αργότερα της τηλεφώνησε ο ΜΚ1 λέγοντας της να καταθέσει την επιταγή. Έγινε η κατάθεση αλλά αυτή επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε εάν έχει απόδειξη ότι είχε €40.000.- και κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 2 συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερ. 22.10.
  6. Ανέφερε ότι το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό και πλήρωνε δόση από 17.11.08 όπως προνοεί η συμφωνία Τεκμήριο
  7. Υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι ουδέποτε έλαβε τα λεφτά αυτά από την τράπεζα και το ποσό του δανείου δεν έχει σχέση με το ποσό της επιταγής. Θέση η οποία παρέμεινε μετέωρη εφόσον αν και ανέφερε ότι μπορεί να παρουσιάσει στοιχεία προς τούτο, δεν τέθηκε ενώπιον μου περαιτέρω μαρτυρία. Στήριξε την απόφαση της να βοηθήσει ένα άγνωστο της πρόσωπο στην εμπιστοσύνη που είχε στον ΜΚ
  8. Η ίδια της δεν γνώριζε ούτε τον κατηγορούμενο ούτε τον Κωστέκογλου. Σε υποβολή που της τέθηκε ότι ο Κωστέκογλου έδωσε την επιταγή στον ΜΚ1 και όχι ο κατηγορούμενος απάντησε, «εφόσον είναι ο άλλος που έδωσε την επιταγή γιατί είναι στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος». Αποτέλεσε θέση της ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε οικονομικά να πληρώσει την επιταγή. Προς τούτο της τέθηκε η υποβολή ότι η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε και απάντησε ότι η επιταγή δεν έγινε stop - payment ούτε κάτι τέτοιο αναφέρεται πάνω στην επιταγή. Ερωτηθείς για ποιο λόγο πέρασαν 7 χρόνια για να καταχωρήσει την υπόθεση, απάντησε ότι έδιναν ευκαιρία στον κατηγορούμενο να μαζέψει τα χρήματα. Ανέφερε ότι η ίδια της δεν είδε ποτέ τον κατηγορούμενο, ούτε της ζήτησε χρήματα, ούτε γνωρίζει κατά πόσο ο ΜΚ1 μίλησε με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε τέλος με έντονο ύφος ότι ο κατηγορούμενος κατέστρεψε μια οικογένεια εφόσον το ποσό το οποίο έδωσε η παραπονούμενη και έδειξε εμπιστοσύνη ότι θα τα πάρει πίσω το είχε δανειστεί για να ανακαινίσει την επιχείρηση της και για τις σπουδές της κόρης της, με αποτέλεσμα να καταστραφεί εφόσον αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρηση της και να σταματήσει τις σπουδές της κόρης της. Η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν μπορεί να κριθεί πειστική. Κατ' αρχάς, η ίδια της επέμενε ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε γιατί δεν είχε χρήματα ο κατηγορούμενος. Επέμενε μάλιστα ότι η πληρωμή της επιταγής δεν ανακλήθηκε ούτε όμως κάτι τέτοιο αναφέρεται πάνω στην επιταγή. Αντιθέτως, όπως φαίνεται εις τη σφραγίδα του Τεκμηρίου 1 η πληρωμή της επίδικης επιταγής φαίνεται να είχε ανακληθεί. Η μαρτυρία της επίσης χαρακτηρίζεται από κενά και αοριστία. Δεν προέβηκε σε καμία αναφορά πότε έδωσε τα χρήματα στον ΜΚ1, πότε της δόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 1 και δεν γνώριζε καμία λεπτομέρεια για την υπόθεση και δη τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα, όπως για παράδειγμα ο λόγος μη πληρωμής της επιταγής. Ως το άμεσα επηρεαζόμενο άτομο, οι όλες ενέργειες της μόνο ερωτηματικά και προβληματισμό μου προκαλούν. Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ότι εξασφάλισε δάνειο από την τράπεζα ύψους €40.000.-, πλήρωνε τις δόσεις του δανείου πριν καν πάρει το εν λόγω ποσό από την τράπεζα και με τόση ευκολία να δίνει το ποσό αυτό για να βοηθήσει ένα άγνωστο της πρόσωπο. Η όλη εκδοχή της παραπονούμενης στερείται κατά την άποψη μου την απαιτούμενη λογική ενός μέσου ανθρώπου. Μια κυρία η οποία διατηρεί επιχείρηση εξασφαλίζει δάνειο για ένα αρκετά μεγάλο ποσό για σκοπούς ανακαίνισης της επιχείρησης της, σπουδάζει το παιδί της και ξαφνικά μια μέρα δίνει το ποσό αυτό με τόση ευκολία σε ένα εντελώς άγνωστο της πρόσωπο λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στον ΜΚ
  9. Και δεν είναι μόνο αυτό, στη συνέχεια όταν της ζητήθηκε αρχικά να μην καταθέσει την επιταγή και να περιμένει ένα μήνα, δεν φάνηκε να ενοχλήθηκε από αυτό το γεγονός ούτε όμως διαφάνηκε η ίδια της να είχε οποιαδήποτε ανησυχία για την κατάσταση αυτή ακόμα και μετά την πληρωμή της επιταγής. Από το 2009 μέχρι το 2016 όπου καταχωρήθηκε η υπόθεση αυτή δεν ενδιαφέρθηκε καν όπως φάνηκε να μάθει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που του έδωσε τα χρήματα. Ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν σίγουρη ποιον έπρεπε να κατηγορήσει, εφόσον σε υποβολή που της τέθηκε ότι ο Κωστέκογλου έδωσε την επιταγή στον ΜΚ1, αυτή απάντησε «.αφού είναι ο άλλος γιατί ήρθε εδώ ο κατηγορούμενος νομίζω το όνομα του Άγγελος Ιωάννου.». Η αναμενόμενη αντίδραση ενός μέσου ανθρώπου σε αυτή την κατάσταση την οποία όπως ισχυρίζεται ότι βρέθηκε η παραπονούμενη, θα ήταν τουλάχιστον να βρει αυτό τον άνθρωπο, να του ζητήσει εξηγήσεις ή να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία εφόσον η ίδια όπως λέει καταστράφηκε ενόψει των γεγονότων αυτών. Η μαρτυρία της διαπνέεται από γενικότητα και αοριστία ενώ στερείται της στοιχειώδους πειστικότητας. Εις ότι αφορά δε τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα όπως η έκδοση της επίδικης επιταγής και ανάκληση της πληρωμής της καμία αναφορά έγινε από μέρους της. Καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία της παραπονούμενης η οποία δεν μπορεί να κριθεί πειστική για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω. Τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε ο Χρίστος Χρίστου (ΜΚ3) υπάλληλος του ταμιευτηρίου Λεμεσού και το 2009 εργαζόταν στη Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, επίδικη επιταγή και ανέφερε ότι αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη Stop - Payment. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την επιστολή ημερ. 20.5.09 η οποία όπως είπε στάληκε από τον εκδότη δίνοντας οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής εις την οποία φαίνεται ως λόγος ανάκλησης ότι η επίδικη επιταγή έχει απωλεσθεί. Ανέφερε επίσης ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στις 26.6.09 και ο λόγος που δεν πληρώθηκε είναι γιατί η πληρωμή της ανακλήθηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε και κρίνεται ότι αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Μετά την κλήση του σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για την μαρτυρία του κατηγορούμενου, η οποία είναι σε πλήρη αντίφαση με τις θέσεις τις οποίες προώθησε η υπεράσπιση μέσω των υποβολών που τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος υπεραμύνθηκε τη θέση του ότι η επίδικη επιταγή κλάπηκε από το συρτάρι του γραφείου του ενώ την είχε προηγουμένως υπογράψει. Ουδέποτε τέθηκε τέτοια θέση στους μάρτυρες κατηγορίας. Αντιθέτως, στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση τέθηκε η θέση ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε από τον κατηγορούμενο στον Κωστέκογλου για κάποια βοήθεια που θα πρόσφερε στον κατηγορούμενο και επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση η πληρωμή της ανακλήθηκε. Τέθηκε επίσης από πλευράς υπεράσπισης στους μάρτυρες κατηγορίες η θέση ότι η επιταγή που δόθηκε από τον Κωστέκογλου βρισκόταν στα χέρια του λόγω εξαπάτησης του κατηγορούμενου από το πιο πάνω πρόσωπο. Οι πιο πάνω θέσεις οι οποίες προωθήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης βρίσκονται σε πλήρη αντίφαση με τη θέση του κατηγορούμενου ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε λόγω του ότι αυτή έχει απωλεσθεί. Κατά τα λοιπά στη μαρτυρία του αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναφερθήκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας και με κατάθεση σχετικών τεκμηρίων προσπάθησε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εισοδήματα η εταιρεία του και δεν είχε καμία ανάγκη να δανειστεί χρήματα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί μάρτυρας της αλήθειας. Η μεγάλη διάσταση η οποία παρατηρείται μεταξύ της προωθούμενης υπεράσπισης μέσω των θέσεων που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και της μαρτυρίας του ιδίου δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αποδοχής της μαρτυρίας του. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκαν τα εξής «Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων.» Δεν μπορεί από τη μια η πλευρά της υπεράσπισης να προβάλλει τη θέση ότι δόθηκε στον Κωστέκογλου η επιταγή και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι αυτή είχε κλαπεί. Η παρατηρούμενη αντίφαση για ένα τόσο ουσιαστικό επίδικο ζήτημα δεν αφήνει περιθώριο αποδοχής της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Επομένως, πέραν των όσων δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του η οποία απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, των αδιαμφισβήτητων γεγονότων και του παραδεκτού γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή μπορώ να καταλήξω στα ακόλουθα περιορισμένα ευρήματα: Σε άγνωστη ημερομηνία ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή, κάτω από άγνωστες συνθήκες αυτή βρέθηκε στην κατοχή του ΜΚ1 ο οποίος αφού συμπλήρωσε την επιταγή την έδωσε στην παραπονούμενη. Η επιταγή παρουσιάστηκε στις 26.6.09 η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη «Οδηγίες να μη πληρώσουμε την επιταγή». Με επιστολή ημερ. 20.5.09 (Τεκμήριο 3) η οποία στάληκε στην τράπεζα η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε. Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Εν προκειμένω, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας δεν μειώνει την υποχρέωση της παραπονούμενης να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ιδιαίτερα στην περίπτωση όπως η προκειμένη όπου αμφισβητείται η έκδοση με τις έννοιες που αυτή εμπερικλείει ήτοι της εντολής του εκδότη προς πληρωμή προς όφελος της παραπονούμενης. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ο λόγος για τον οποίο η επίδικη επιταγή βρέθηκε στην κατοχή της παραπονούμενης, ο τρόπος και οι επακριβείς συνθήκες δοσοληψιών των διαδίκων, δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί μέσα από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Τα όσα πραγματικά διημείφθησαν μεταξύ τους, παρέμειναν άγνωστα ενώ καταλήγω ότι ουδείς εξ' αυτών ανέφερε στο Δικαστήριο την πάσα αλήθεια. Τα όσα έλαβαν χώρα παρέμειναν δυστυχώς στην αποκλειστική γνώση των διαδίκων και δεν απεκαλύφθησαν. Επομένως αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπό το φως των περιορισμένων ευρημάτων του Δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015: « Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. ........ Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154......... Στην Κύπρο υπάρχει ανάλογη πρόνοια στο άρθρο 12 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, σχετική δε ανάλυση γίνεται στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(1987), σελ. 39-46. Η ουσία είναι ότι η ασυμπλήρωτη επιταγή δύναται να τύχει συμπλήρωσης από τον κάτοχο της και θεωρείται για όλους τους σκοπούς κανονική και νόμιμη. Συμπληρώνεται εδώ ότι «επιταγή» κατά το άρθρο 73 του Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και όλες οι πρόνοιες του Νόμου αυτού σε σχέση με συναλλαγματικές εφαρμόζονται και στις επιταγές. Έπεται ότι ο ορισμός της επιταγής στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια της επιταγής στο Κεφ. 262 και η αναφορά στο άρθρο 4, ότι «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ...», εξυπακούει την εξουσιοδότηση του κατόχου της να συμπληρώσει όλα τα σχετικά στοιχεία. Το πώς η επίδικη επιταγή και από ποιον βρέθηκε στην κατοχή του ΜΚ1 επαναλαμβάνω δεν έχει διαφανεί. Δεν έχει επίσης καταδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο ΜΚ1 συμπληρώνοντας την επίδικη επιταγή είχε την εξουσιοδότηση του εκδότη, ήτοι του κατηγορούμενου, κάτι το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία αποτελεί προαπαιτούμενο για την έγκυρη έκδοση μιας επιταγής. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά και στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να προκύπτει. Ενόψει τούτου δεν έχω πειστεί εις τον απαιτούμενο βαθμό ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής. Εις ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης πληρωμής της επιταγής, αυτό δεν αμφισβητείται. Συνεπακόλουθα και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος φέρει η πλευρά της παραπονούμενης, καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης της επιταγής για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης να σημειωθεί ότι σε περίπτωση απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος όπου το βάρος απόδειξης θα μεταφέρετο εις τον κατηγορούμενο για να αποδείξει ότι ανακάλεσε την επιταγή έχοντας εύλογη αιτία, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω, η υπεράσπιση του δεν θα γινόταν αποδεκτή. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τα έξοδα, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας αμφότερων των διαδίκων σε συνδυασμό με το ότι τα έξοδα επαφίονται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνεται ορθό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.