← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Φρίξου Ματθαίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8961/16, 14/6/2017

Δημοκρατία ν. Φρίξου Ματθαίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8961/16, 14/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:11 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8961/16 Δημοκρατία ν.

  1. Φρίξου Ματθαίου
  2. Δημήτρη Παναγιώτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14.6.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, από τώρα και στο εξής καλούμενοι οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν: Από κοινού τις πιο κάτω κατηγορίες:

(1)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ 6
(1)
(2), 24, 30, 31 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 7ης Απριλίου 2016, οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β. (1η κατηγορία)
(2)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, την 7η Απριλίου 2016, οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή, 6 κιλά και 20,1 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (2η κατηγορία)
(3)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ 6
(1)
(3), 24, 30, 30 Α, 31 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 7ης Απριλίου 2016, οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. (3η κατηγορία)
(4)Κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 30 Α, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, την 7η Απριλίου 2016, οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή, 6 κιλά και 20,1 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα. (4η κατηγορία) Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει πρόσθετα και την κατηγορία 5, ήτοι:
(5)Αδικήματα Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο 2ος κατηγορούμενος την 7η Απριλίου 2016, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή, το χρηματικό ποσό των €1.150 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Ο κατηγορούμενος 1, προέβη σε παραδοχή στις κατηγορίες 2 και 4 και σε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και
  1. Ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Απόρροια των απαντήσεων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ήταν η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση στις κατηγορίες 1 και 3 για αμφότερους τους κατηγορούμενους και στις κατηγορίες 2, 4 και 5 για τον κατηγορούμενο
  2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Α/Αστυφ. 2758, Νεκτάριο Νικολάου (ΜΚ1). Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις από το εδώλιο των κατηγορουμένων. Δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκε εκ συμφώνου αριθμός τεκμηρίων. Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ήταν ένα βιβλιάριο με φωτογραφίες της σκηνής και των ναρκωτικών, μαζί με το ευρετήριο, Τεκμήρια 1 και 1Α αντίστοιχα, το ένταλμα σύλληψης το οποίο εξεδόθη για τον κατηγορούμενο 2 μαζί με την οπισθογράφηση των όσων αυτός ανέφερε κατά τη στιγμή της σύλληψης του, Τεκμήριο
  3. Αριθμό τεκμηρίων κατέθεσε και ο Α/αστυφύλακας. 2758, Νεκτάριος Νικολάου, Μ.Κ.1, χωρίς ένσταση πρόκειται για τις δύο ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου 2, ημερομηνίας 8.4.16 και 13.04.2016, Τεκμήρια 3Α και 3Β αντίστοιχα, τις δύο ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου 1, ημερομηνίας 8.4.16 και 13.04.16, Τεκμήρια 4Α και 4Β, αντίστοιχα και την τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 κατά το χρόνο ανακοπής του, Τεκμήριο
  4. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου κείμενο παραδεκτών γεγονότων, Ένδειξη Α, η έκθεση του Γενικού Χημείου, Ένδειξη Β και η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, Ένδειξη Γ. Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο του εγγράφου με Ένδειξη Α που περιλαμβάνει τα παραδεκτά γεγονότα. «
  5. Οι φωτογραφίες της υπόθεσης κατατίθενται εκ συμφώνου ως τεκμήριο.
  6. Η λήψη όλων των τεκμηρίων στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, έγινε σωστά και νομότυπα και η διακίνησή τους από τη στιγμή λήψης τους από την Αστυνομία, έγινε νομότυπα, χωρίς να σπάσει η αλυσίδα διακίνησης και χωρίς να γίνει οποιαδήποτε παρέμβαση πάνω σε αυτά, εκτός από τις νόμιμες επιστημονικές εξετάσεις.
  7. Στις 7/4/2016 κι ενώ μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου βρίσκονταν Λεμεσό για διερεύνηση πληροφορίας, στις 19:20 ενημερώθηκαν για πληροφορία για συναλλαγή μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στην περιοχή του χωριού Αγίας Φύλα, έτσι μετέβηκαν προς τη συγκεκριμένη περιοχή και κάλυψαν την περιοχή από τον κυκλικό κόμβο της Αγίας Φύλας προς το χωριό.
  8. Περί τις 20:23 θεάθηκαν δύο μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού να κινούνται από τον κυκλικό κόμβο της Αγίας Φύλας, προς το χωριό Παλώδια, η μια από τον γνωστό στην ΥΚΑΝ Φρίξο Ματθαίου, που παρόλο που φορούσε κράνος, είχε αναγνωριστεί λόγω της μοτοσικλέτας που οδηγούσε και του σωματότυπού του και η άλλη από τον κατηγορούμενο 2, που σε εκείνη τη φάση δεν αναγνωρίστηκε. Οι δύο οδηγοί φορούσαν σακίδιο στους ώμους. Ο κατηγορούμενος 2 όταν ανακόπηκε είχε το σακίδιο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 4, 5 και
  9. Δόθηκαν οδηγίες για τη διακριτική τους παρακολούθηση. Οι δύο μοτοσικλετιστές πέρασαν από τον κυκλικό κόμβο, βγαίνοντας στην έξοδο προς Αγία Φύλα, κι εξερχόμενοι του χωριού κινήθηκαν προς το χωριό Παλώδια, οπόταν και σε κάποιο σημείο μπήκαν σε αδιέξοδο που βρισκόταν δεξιά, ως προς την κατεύθυνσή τους. Οι δύο μοτοσικλέτες θεάθηκαν να προχωρούν προς το τέρμα του αδιεξόδου και να κάνουν επαναστροφή, ενώ λίγο αργότερα θεάθηκαν να είναι σταματημένες και οι δύο οδηγοί να στέκονται δίπλα από ανάχωμα και φωτιζόμενο πάσσαλο της ΑΗΚ, μέσα στο αδιέξοδο.
  10. Δόθηκαν αμέσως οδηγίες για ανακοπή των κατηγορουμένων για έλεγχο. Μπαίνοντας η Αστυνομία στο αδιέξοδο, το άτομο που φορούσε το κράνος, δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 ήταν γονατιστός δίπλα από το ανάχωμα κι έβαζε μια συσκευασία με κάνναβη στο σακίδιό του, που βρισκόταν μπροστά του, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ήταν όρθιος δίπλα του.
  11. Με το που η Αστυνομία φώναξε «Αστυνομία» κάνοντας αντιληπτή την παρουσία τους, ο κατηγορούμενος 1 σηκώθηκε, έκανε προσπάθεια να τρέξει, αλλά σταμάτησε, ενώ ο κατηγορούμενος 2 τράπηκε σε φυγή και τον καταδίωξε ο αστυφύλακας 3019 Δ. Αδάμου, ο οποίος αναγκάστηκε να ρίξει στον αέρα δύο προειδοποιητικούς πυροβολισμούς, για να σταματήσει ο κατηγορούμενος 2 να τρέχει.
  12. Στο έδαφος εκεί όπου βρίσκονταν οι δύο κατηγορούμενοι, στο ανάχωμα μπροστά στον πάσσαλο της ΑΗΚ βρέθηκε ένα πράσινο σακούλι σκουπιδιών, το οποίο περιείχε δύο νάιλον συσκευασίες κλεισμένες αεροστεγώς, οι οποίες περιείχαν κάνναβη και δίπλα του ακόμα μια συσκευασία κλεισμένη αεροστεγώς, με τον ίδιο τρόπο. Βρέθηκαν επίσης δύο άδεια καφέ νάιλον σακούλια σκουπιδιών. Το συνολικό βάρος της κάνναβης σε αυτές τις 3 συσκευασίες είναι 3.017,5 γραμμάρια κάνναβη.
  13. Ο κατηγορούμενος 1 αφαίρεσε το προστατευτικό κράνος, αναγνωρίστηκε από τον Λοχία 2626 Κ. Παναγιώτου, ο οποίος του υπέδειξε τα πιο πάνω, αναφέροντάς του πως η πράσινη ξηρή φυτική ύλη στις συσκευασίες είναι κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «εντάξει ρε παιθκιά, επιάσετε με, συγχαρητήρια». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα, του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψής του και του επιστήθηκε ξανά η προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 απάντησε: «Ήρτα να τα πάρω πάρακατω». Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε προφορικά για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος.
  14. Αργότερα ο Λοχίας Παναγιώτου άνοιξε προσεκτικά το σακίδιο που βρισκόταν στο έδαφος κοντά στον κατηγορούμενο 1 και διαπίστωσε ότι μέσα βρίσκονταν άλλες δύο συσκευασίες με κάνναβη, συνολικού βάρους 1.999,4 γραμμαρίων. Τις υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε πως επρόκειτο για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 απάντησε: « Εγιώ εν μεταφορές που κάμνω».
  15. Ο Δ. Αδάμου, αφού ανέκοψε τον κατηγορούμενο 2 με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 7 πιο πάνω, του εξήγησε τους λόγους της εκεί παρουσίας του, εξακρίβωσε τα στοιχεία του κι ερεύνησε τον κατηγορούμενο 2, εντοπίζοντας στο σακίδιο που φορούσε στην πλάτη του μια διάφανη νάιλον συσκευασία κλεισμένη αεροστεγώς, η οποία περιείχε κάνναβη βάρους 1.003,1 γραμμαρίων. Αυτή υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο 2, πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος 2 ότι επρόκειτο για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 2 απάντησε: «Αφού είδετε με, έπιασα το που τζιαμαί». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι εκείνος απάντησε «έκαμα λάθος». Ο Αδάμου πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 για τα δικαιώματά του ως κρατουμένου, κι οδήγησε τον κατηγορούμενο 2 στο χώρο κάτω από τον πάσσαλο της ΑΗΚ, όπου βρίσκονταν ο κατηγορούμενος 1 και ο Λοχίας 2626, υπέδειξε στον κατηγορούμενο 2 τις τρεις συσκευασίες που είχαν βρεθεί στο έδαφος, καθώς και τις δύο συσκευασίες που είχαν βρεθεί στο μαύρο σακίδιο που είχε μπροστά του ο κατηγορούμενος 1, ενώ ήταν γονατισμένος, τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για κάνναβη η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «έπια το που δαμαι». Αντίστοιχα ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε πως βρέθηκε στο σακίδιο του κατηγορούμενου 2 άλλη συσκευασία με κάνναβη, η οποία του υποδείχτηκε, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 είπε «έπιαν την που δαμαι».
  16. Ο Λοχίας 2626 ερεύνησε στη συνέχεια σωματικά τον κατηγορούμενο 2 και βρήκε σε τσαντάκι που κρατούσε στη μέση του το ποσό των 1.150 ευρώ σε διάφορα χαρτονομίσματα. Τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 2, τον πληροφόρησε πως μπορεί να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι κατηγορούμενος 2 του απάντησε «πιάς τα». Στο ίδιο τσαντάκι βρέθηκε και παραλήφθηκε νομότυπα ως τεκμήριο κι ένα κινητό μάρκας NOKIA.
  17. Η Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους κατατίθεται εκ συμφώνου, για την αλήθεια του περιεχομένου της.
  18. Τα τεκμήρια της υπόθεσης στα οποία γίνεται εδώ αναφορά απεικονίζονται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν κι αναφέρονται στην Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους». Με βάση την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, Ένδειξη Β, το περιεχόμενο των έξι πλαστικών συσκευασιών που εντοπίστηκαν στη σκηνή κατά το χρόνο σύλληψης των κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 6.020 γρ. Η εν λόγω ουσία, περιλαμβάνεται στον Πρώτο Πίνακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξης Β΄, του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, ως έχει τροποποιηθεί. Ο Α/Α 2758, Νεκτάριος Νικολάου (ΜΚ1) υπηρετεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο της Λεμεσού. Ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση, ημερομηνίας 20.4.2016, Ένδειξη Γ. Με βάση τη μαρτυρία του, την 07.04.2016, ενώ ήταν καθήκον στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, η ώρα 21.35 μετέβηκε μαζί με τον υπεύθυνο του κλιμακίου Υπ/μο Ο. Οδυσσέως και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στην Αγία Φύλα καθότι μετά από σχετική πληροφορία, μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου είχαν ανακόψει για έλεγχο δύο άτομα, σε αδιέξοδο στην περιοχή του χωριού της Αγίας Φύλας. Στην κατοχή των προσώπων αυτών ανευρέθηκε μεγάλη ποσότητα κάνναβης. Ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή μετά την ανακοπή. Όταν έφθασε εκεί στο μέρος βρίσκονταν ήδη μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, καθώς και οι συλληφθέντες Φρίξος Ματθαίου, και Δημήτρης Παναγιώτου, από τη Λεμεσό. Ο Λοχ.2626 ο οποίος ήταν υπεύθυνος της επιχείρησης, τούς ενημέρωσε προφορικά για την ανακοπή και τον εντοπισμό των έξι συσκευασιών με κάνναβη που βρέθηκαν στην κατοχή των δύο πιο πάνω προσώπων. Την ίδια ώρα ορίστηκε από τον υπεύθυνο Υπ/μο Ο. Οδυσσέως, ως ανακριτής της υπόθεσης μαζί με τρεις άλλους συναδέλφους του. Στη συνέχεια φωτογραφήθηκαν τα ανευρεθέντα τεκμήρια και παραλήφθηκαν. Ο μάρτυρας μετέβη μαζί με τους συλληφθέντες στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Την 08.04.2016 και μεταξύ των ωρών 01.05 - 01.55 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο 4Α και λίγη ώρα αργότερα τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Έκαμα λάθος». Την ίδια ημέρα, 08.04.2016 και μεταξύ των ωρών 02.45 - 03.50 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, Τεκμήριο 3Α. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 13.04.2016 ο μάρτυρας έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο 4Β και δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, Τεκμήριο 3Β. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο και την τσάντα μάρκας ΝΙΚΕ που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2, κατά τη στιγμή της σύλληψής του, Τεκμήριο
  19. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι οι έξι νάιλον συσκευασίες με κάνναβη δεν ήταν στην κατοχή και των δύο κατηγορουμένων, όπως αυτός ανάφερε στην κατάθεσή του. Ο μάρτυρας απάντησε ότι με βάση τη πληροφόρηση που είχε από τους αστυνομικούς που ανέκοψαν τους δύο κατηγορουμένους, οι τελευταίοι βρισκόντουσαν πάνω από τις συσκευασίες με την κάνναβη, οι πέντε συσκευασίες ήταν «χαμέ» και η έκτη ήταν μέσα στην τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2, το Τεκμήριο
  20. Οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, ως άνωθι αναφέρεται, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια. Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτούσιο το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων 1 και
  21. Στην κατάθεση του ημερομηνίας 8.4.16, Τεκμήριο 4Α, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει τα εξής: «Διαμένω στη Λεμεσό μαζί με τους γονείς μου. Εδώ και τρεις μήνες περίπου δουλεύω νύχτα σε κέντρο στη Λεμεσό αλλά τα οικονομικά μου είναι πολύ άσχημα. Πριν καμιά δεκαριά μέρες περίπου μου τηλεφώνησε κάποιος γνωστός μου ο οποίος ξέρω ότι ασχολείται με εμπόριο ναρκωτικών και με ρώτησε αν ήθελα να του κάνω δουλειές με ναρκωτικά. Μου είπε ότι τα λεφτά που θα έπιανα θα ήταν αρκετά και εύκολα. Εγώ λόγω του οικονομικού προβλήματος που είχα του είπα εντάξει και τον ρώτησα τι έπρεπε να κάνω. Αυτός μου είπε να είμαι έτοιμος και να περιμένω τηλεφώνημα του και θα μου εξηγούσε εκείνη την ώρα. Δεν μπορώ να σου πω το όνομα αυτού του ανθρώπου γιατί φοούμαι για την ζωή μου, ξέρω είναι επικίνδυνος άνθρωπος. Το μόνο που μπορώ να σου πω ότι μένει συνέχεια εξωτερικό και έρχεται κάποτε στην Κύπρο. Είναι Κυπραίος. Όταν μου τηλεφώνησε εκείνη την μέρα μου είπε ότι είναι εξωτερικό. Σήμερα το απόγευμα κατά η ώρα έξι μου τηλεφώνησε στο κινητό μου τηλέφωνο ο ίδιος άνθρωπος και μου είπε ότι ήρθε η ώρα να του κάμω μια δουλειά με ναρκωτικά. Συγκεκριμένα μου είπε να πάω να έβρω τον Σερίφη και να πάμε με τες μοτόρες μας σε αδιέξοδο στην Αγία Φύλα και να πιάσουμε έξι κιλά χόρτο κάνναβη που θα ήταν κάτω από στύλο της ηλεκτρικής. Μου είπε να πάμε μετά που καμιά ώρα και μόλις περάσουμε την Αγία Φύλα στα δεξιά έχει αδιέξοδο και θα είναι τα ναρκωτικά κάτω από τον πρώτο στύλο. Τον Σερίφη που μου είπε τον γνωρίζω είναι ο Δημήτρης Παναγιώτου. Τον ξέρω εδώ και κανένα χρόνο περίπου. Έχει μπυραρία στον Ύψωνα. Αυτός που μου τηλεφώνησε μου είπε να πάμε με δύο μοτόρες και να πάρουμε από μια βαλίτσα μαζί μας. Έπρεπε να βάλουμε από τρεία κιλά ο καθένας στη βαλίτσα του και μετά να του τηλεφωνούσα να μου πει που να τα πάρουμε. Όταν μου τηλεφώνησε ήμουν σπίτι και μετά από λίγη ώρα ξεκίνησα με την μοτόρα μου και πήγα και βρήκα τον Σερίφη στην μπυραρία του στον Ύψωνα. Η μοτόρα μου είναι μάρκας SUZUKI μαύρη αλλά δεν θυμούμαι τα νούμερα. Όταν έφτασα στην μπυραρία ο Σερίφης με περίμενε έξω. Μιλήσαμε και κατάλαβα ότι ήξερε και ο ίδιος για την υπόθεση που θα κάναμε με τα ναρκωτικά. Πριν να ξεκινήσουμε να πάμε είχαμε ο καθένας από μια βαλίτσα και συμφωνήσαμε ότι θα πιάναμε από τρία κιλά κάνναβη ο καθένας και θα τα παίρναμε εκεί που θα μας έλεγε αυτός που μου τηλεφώνησε. Φύγαμε από την μπυραρία ο καθένας με την μοτόρα του και πήγαμε στο αδιέξοδο εκεί στην Αγ. Φύλα που μου εξήγησε. Σταματήσαμε δίπλα από το στύλο και κατεβήκαμε κάτω από τις μοτόρες. Είδα μια σακούλα κάτω από το στύλο χρώματος μπλε. Την ανοίξαμε και οι δύο μαζί και είδα μέσα υπήρχαν όπως μου είπε έξι νάιλα σφραγισμένα με κάνναβη του ενός κιλού. Ξεκίνησα και έβαλα 3 νάιλα με κάνναβη μες τη βαλίτσα μου. Εκείνη την ώρα ήρθαν Αστυνομικοί και μας έπιασαν επ΄ αυτοφώρο. Ο Σερίφης πρόλαβε και έβαλε ένα κιλό κάνναβη μόνο στη βαλίτσα του και άρχισε να τρέχει. Οι Αστυνομικοί τον εβούρησαν και τον έπιασαν λίγο παρακάτω. Αυτή είναι η ανάμειξη που έχω σε αυτή την υπόθεση. Εκείνος που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά μου είπε ότι θα μου έδινε €
  22. Σου ξαναλέω δεν μπορώ αυτή την στιγμή να σου πω το όνομα του. Το ξέρω έκανα λάθος.» Στην κατάθεση του ημερομηνίας 13.4.16, Τεκμήριο 4Β, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει τα εξής: «Όσον αφορά αυτή την υπόθεση που είμαι υπό κράτηση την αλήθεια σου την είπα από την πρώτη νύχτα που συνελήφθηκα. Το άτομο που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά μου είπε και πήγα την ίδια νύχτα στη μπυραρία του Σερίφη στον Ύψωνα και τον βρήκα. Ο Σερίφης είναι ο Δημήτρης Παναγιώτου που συνελήφθηκα μαζί του. Ξεκινήσαμε από την μπυραρία του με τις μοτόρες μας και πήγαμε κατευθείαν στον τόπο που ήταν τα ναρκωτικά στην Αγία Φύλα. Πριν να ξεκινήσουμε μιλήσαμε και ξέραμε και οι δύο ότι έχει έξι κιλά κάνναβη εκεί. Δεν θέλω να σου πω το άτομο που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά. Σου είπα φοούμε για την ζωή μου. Είμαι χρήστης ναρκωτικά από τα δεκαεφτά μου. Πιο παλιά έπινα και κοκαΐνη ενώ τώρα πίνω μόνο χόρτο κάνναβη. Η τελευταία φορά που έκανα χρήση κάνναβης ήταν μια μέρα πριν να με πιάσετε με τα ναρκωτικά. Η μοτόρα που οδηγούσα εκείνη τη νύχτα είναι δική μου γραμμένη στο όνομα μου. Την αγόρασα το 2009 καινούργια €15.
  23. Βασικά δεν είχα λεφτά και μπήκα δάνειο στην Τράπεζα. Έδωσα λίγες δόσεις αλλά μετά σταμάτησα επειδή δεν κρατούσα λεφτά. Τώρα χρωστώ στην Τράπεζα για την ίδια μοτόρα €16.000, στην Τράπεζα Κύπρου. Όπως με πληροφορείς τη νύχτα της σύλληψης μας ο Σερίφης κρατούσε πάνω του το χρηματικό ποσό των €1.
  24. Εγώ δεν ξέρω αν κρατούσε πάνω του έτσι λεφτά, εγώ δεν τα είδα και δεν έχω σχέση με αυτά τα λεφτά. Όπως είδες εγώ κρατούσα πάνω μου μόνο €
  25. Θέλω να σου ξαναπώ, εγώ πήγα εκεί για να πιάσω τρεία κιλά και να τα πάρω στον τόπο που θα μου έλεγε αυτός που με έστειλε.» Στην κατάθεση του ημερομηνίας 8.4.16, Τεκμήριο 3Α, ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει τα εξής: «Διαμένω στον Ύψωνα στη Λεμεσό, μαζί με την γυναίκα και το μωρό μου. Έχω καφενείο στον Ύψωνα μαζί με τον πατέρα μου Αντρέα. Πριν δεκαπέντε μέρες περίπου βρέθηκα με ένα γνωστό μου στη Λεμεσό σε ένα καφέ στην περιοχή Γερμασόγειας. Ξέρω ότι αυτός ο γνωστός μου ασχολείται με ναρκωτικά. Κουβέντα στην κουβέντα μου είπε ότι ήθελε να του κάμω καμιά δουλειά με ναρκωτικά. Ο λόγος που μου το ζήτησε ήταν όπως μου είπε ήταν επειδή είμουν άγνωστος στην Αστυνομία και κανένας δεν θα με υποψιαζόταν. Εγώ δέχτηκα και του έδωσα το κινητό μου τηλέφωνο και του είπα αν με χρειαζόταν να μου τηλεφωνήσει. Αυτός μου είπε αν του έκανα δουλειά με ναρκωτικά θα μου έδινε €
  26. Ο λόγος που δέχτηκα ήταν επειδή είμουν άγνωστος στην Αστυνομία και θα έβγαζα εύκολα λεφτά. Δεν είμαι χρήστης ναρκωτικών και ουδέποτε δοκίμασα οποιοδήποτε ναρκωτικό. Δεν θέλω να σου πω ποιος είναι αυτός ο γνωστός μου που μου είπε να του κάνω δουλειές με ναρκωτικά. Δεν έχω κανένα λόγο να τον καρφώσω, δεν είμαι μωρό, έκαμα την μαλακία μου, θα πληρώσω. Σήμερα κατά η ώρα τρεις το μεσημέρι μου τηλεφώνησε στο κινητό μου τηλέφωνο αυτός ο γνωστός μου από κινητό τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι το νούμερο του. Μου είπε να είμαι έτοιμος για την κουβέντα μας. Εγώ του είπα εντάξει. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Κατά η ώρα πέντε με πεντέμιση το απόγευμα μου έστειλε μήνυμα από το ίδιο νούμερο και μου έγραψε "ετοιμάστου". Κατά η ώρα εξέμιση περίπου μου έστειλε νέο μήνυμα και μου έγραψε "θα έβρεις τον Φρίξο στον ραουνταπαουτ της Αγίας Φύλας". Εγώ κατάλαβα ότι έλεγε για τον Φρίξο που με σύλλαβαν σήμερα μαζί του. Δεν γνωρίζω άλλον Φρίξο. Δεν γνωρίζω αν ο Φρίξος έχει σχέσεις μαζί με τον γνωστό μου που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά. Δεν τους είδα ποτέ μαζί. Τον Φρίξο τον ξέρω εδώ και δύο χρόνια από κοινούς φίλους. Ουδέποτε όμως ήρθε στον καφενέ μου στον Ύψωνα. Μετά από καμία ώρα περίπου ήρθε νέο μήνυμα από τον γνωστό μου που έλεγε "πήενε που την Αγ. Φύλα πάνω, πεντακόσια μέτρα δεξιά σε αδιέξοδο είναι τα ναρκωτικά". Μόλις μου έστειλε αυτό το μήνυμα εκατάλαβα ότι πρέπει να φύω και ξεκίνησα για το ραουνταπάουτ της Αγίας Φύλας να έβρω τον Φρίξο. Επήα με την μοτόρα μου μάρκας Yamaha της οποίας δεν ξέρω τα νούμερα. Έπιασα μαζί μου μια βαλίτσα σχολική. Έφτασα στο ραουνταπάουτ Αγ. Φύλας και βρήκα τον Φρίξο να είναι σταματημένος εκεί. Μου ένεψε και ξεκινήσαμε μαζί για την Αγ. Φύλα στο αδιέξοδο. Όχι ο Φρίξος δεν ήρθε σήμερα στο καφενείο μου. Όπως σου είπα πριν ουδέποτε ήρθε. Όταν φτάσαμε στο αδιέξοδο κατεβήκαμε από τες μοτόρες και ο Φρίξος πήγε πρώτος κάτω από ένα στύλο της ηλεκτρικής. Τράβηξε ένα σακούλι σκουπιδιών που ήταν κάτω που τον στύλο και πήγα εκεί κοντά του. Άνοιξε το σακούλι και είδα μέσα ότι είχε νάιλον σακούλια καμπόσα με κάνναβη. Έπιασα ένα από αυτά και το έβαλα στην βαλίτσα μου και ετοιμάστηκα να φύω. Την ίδια ώρα ήρθαν Αστυνομικοί και μας φώναξαν να σταματήσουμε. Εγώ φοβήθηκα και άρχισα να τρέχω. Άκουσα πυροβολισμούς και σταμάτησα. Οι Αστυνομικοί βρήκαν πάνω μου το κιλό που έπιασα από το σακούλι. Θέλω να σου πω ότι εγώ πήγα να πιάσω μόνο ένα κιλό. Δεν ήξερα πόσα κιλά είχε μέσα το σακούλι ή αν είχε άλλα εκεί. Γι΄ αυτό πήρα μικρή βαλίτσα μαζί μου. Οι οδηγίες που είχα που τον γνωστό μου ήταν ότι έπρεπε να πιάσω ένα κιλό κάνναβη που το μέρος που με βρήκατε και να το πετάξω κάτω από την γέφυρα στον Ύψωνα. Τα λεφτά θα μου τα έστελλε με κάποιον άλλο. Το ότι θα έπιανα ένα κιλό κάνναβη και για τον τόπο που θα το έπαιρνα μου το είπε όταν μου τηλεφώνησε σήμερα η ώρα τρεις το μεσημέρι. Όχι δεν ήξερα πόσα κιλά είχε μέσα το σακούλι κάτω που το στύλο. Δεν μου είπε κανένας. Ούτε ο Φρίξος μου είπε. Με τον Φρίξο δεν μιλήσαμε καθόλου για τη δουλειά. Η τελευταία φορά που μίλησα με τον Φρίξο στο τηλέφωνο ήταν πριν δεκαπέντε μέρες περίπου. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν δέκα-δεκαπέντε μέρες περίπου. Δεν μιλήσαμε ποτέ για ναρκωτικά. Δεν ήξερα ότι ο Φρίξος κάνει δουλειές με ναρκωτικά. Δεν θέλω να πω τίποτε άλλο.» Στην κατάθεση του ημερομηνίας 13.4.16, Τεκμήριο 4Β, ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει τα εξής: «Θέλω να σου πω ότι στην κατάθεση που έδωσα την πρώτη νύχτα που συνελήφθηκα είπα ψέματα ότι συναντήθηκα με τον Φρίξο στο ραουνταπάουτ της Αγίας Φύλας. Εκείνη την νύχτα πριν από την σύλληψη μας ο Φρίξος ήρθε με την μοτόρα του στο καφενείο μου στον Ύψωνα. Ο λόγος που είπα ψέματα ήταν γιατί φοβήθηκα ότι θα πηγαίνατε στο καφενείο και δεν ήθελα να σας δουν εκεί οι πελάτες. Όπως σου είπα και πριν δεν θέλω να σου πω το όνομα εκείνου που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά. Όταν ήρθε ο Φρίξος στο καφενείο μου του έδειξα το μήνυμα στο κινητό μου που μου εξηγούσε που ακριβώς να πάω να πιάσω τα ναρκωτικά. Δηλαδή στο αδιέξοδο στην Αγ. Φύλα εκεί που μας εκόψετε. Ο Φρίξος μου είπε ότι του έστειλε το ίδιο μήνυμα και μου το έδειξε στο κινητό του τηλέφωνο. Το διάβασα και ήταν ακριβώς το ίδιο με το δικό μου. Καμία διαφορά. Όταν προηγουμένως το απόγευμα μου τηλεφώνησε εκείνος που με έστειλε να πιάσω τα ναρκωτικά μου είπε ότι θα πήγαινα μαζί με τον Φρίξο και ότι ο Φρίξος θα ερχόταν από το καφενείο μου για να πάμε μαζί. Εκατάλαβα ότι για να πάμε με τον Φρίξο θα έπιανε και αυτός ναρκωτικά αλλά δεν μου είπε πόσα έχει εκεί. Όταν φτάσαμε μαζί με τον Φρίξο στο αδιέξοδο στην Αγία Φύλα ο Φρίξος βρήκε πρώτος το σακούλι με τα ναρκωτικά κάτω από τον στύλο της ηλεκτρικής, το έφερε στο πεζοδρόμιο και πήγα και εγώ δίπλα του. Δεν θυμάμαι αν άγγιξα πάνω στο σακούλι. Ο Φρίξος το άνοιξε και είδα ότι μέσα είχε σακούλια αεροστεγώς με κάνναβη. Δεν μέτρησα πόσα. Έπιασα το ένα κιλό από μέσα και το έβαλα στην τσάντα που κρατούσα και την έκλεισα. Δεν έφυγα όμως αμέσως και έμεινα να περιμένω τον Φρίξο να πιάσει τα άλλα κιλά για να φύγουμε μαζί. Δεν ξέρω όμως που θα έπαιρνε τα ναρκωτικά του ο Φρίξος. Μετά έπιασε μας η Αστυνομία πριν προλάβουμε να φύγουμε. Τα €1.150 που κρατούσα πάνω μου τη νύχτα που συνελήφθηκα είναι δικά μου, δεν έχουν σχέση με ναρκωτικά. Τα €800 με €900 είναι εισπράξεις του καφενέ μου την τελευταία βδομάδα. Τα άλλα είναι προσωπικά μου για να πληρώνω πράματα για τον γάμο μου. Θα παντρευόμουν 16.10.
  27. Την μοτόρα μου την αγόρασα από κάποιον Στέφανο από την Άλασσα πριν δεκαπέντε - είκοσι μέρες περίπου. Την πλήρωσα €3.500 μετρητά αλλά την μοτόρα την έγραψα στον κουμπάρο μου τον Βραχίμη επειδή δεν είχα άδεια. Τα λεφτά ήταν δικά μου αφού πριν τρεις μήνες περίπου πούλησα την άλλη μου μοτόρα σε ένα Εγγλέζο που δουλεύει στο Ακρωτήρι. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Δεν θυμάμαι τα νούμερα της μοτόρας. Ήταν μάρκας SUZUKI χρώματος μαύρου.» Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος 1, αναφέρει τα εξής: «Κύριοι Δικαστές θέλω να παραδεχτώ για τις κατηγορίες που παραδέχτηκα, παραδέχουμαι τες και θέλω να πω ότι έκαμα ένα λάθος. Στην κατάθεση μου στην αρχή που έδωσα κατάθεση για τα τρία τα κιλά, ότι πήγα να πιάσω τρία, η αλήθεια είναι ότι ήταν να πιάσω 5, απλώς φοβήθηκα και έδωσα κατάθεση για τρία κιλά. Σας ευχαριστώ.» Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος 2, αναφέρει τα εξής: «Υιοθετώ τις καταθέσεις μου, η αλήθεια είναι ότι εγώ σκοπός και πρόθεση μου ήταν να πάρω το ένα κιλό μόνο και το παραδέχομαι, δεν σας ζητώ να με αθωώσετε, αλλά να με κρίνετε γι' αυτό που έκανα, να παραλάβω και να κατέχω το ένα κιλό.» Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση της, εισηγήθηκε κατ' αρχάς πως από τα παραδεκτά γεγονότα και τις καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες οι κατηγορίες στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα σε σχέση με τις κατηγορίες της συνωμοσίας, ήτοι τις κατηγορίες 1 και 3, είναι η θέση της πώς από τα αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα, το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1, αλλά και τις αρχές της νομολογίας, συνάγεται εύλογα το συμπέρασμα πώς οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν εκ των προτέρων και από κοινού έθεσαν τα συμφωνηθέντα σε εφαρμογή. Εισηγήθηκε περαιτέρω πώς η ποσότητα που πήγε ο κάθε ένας για να πάρει, πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας για κατοχή και το ίδιο ισχύει και για τη συνωμοσία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών. Προς υποστήριξη δε των θέσεων της παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση R. v. Thompson[1]. Αναφορικά με τις παραδοχές του κατηγορούμενου 1, αλλά και τα ό,σα αναφέρει στην κατάθεση του, είναι εισήγηση της ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο εναντίον του ιδίου, όσο και εναντίον του κατηγορούμενου 2, για να στοιχειοθετηθούν οι κατηγορίες της συνωμοσίας εναντίον και των δύο. Τόνισε ότι εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι πρώτον ότι οι πράξεις στις οποίες ο κατηγορούμενος 1 αναφέρεται, έγιναν για εξυπηρέτηση του κοινού παράνομου σκοπού του με τον κατηγορούμενο 2 και δεύτερον ότι υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία σε σχέση με τη μεταξύ τους συνωμοσία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 στηριζομένη στις πρόνοιες του άρθρου 32
(3), του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Ν. (29/77) εισηγήθηκε ότι δεν είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι ό κατηγορούμενος 2 γνώριζε το είδος και την ποσότητα του απαγορευμένου φαρμάκου, για το οποίο κατηγορείται καθότι δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εισηγήθηκε περαιτέρω με αναφορά σε Αγγλική νομολογία πώς με βάση το άρθρο 32 του Νόμου, το βάρος της απόδειξης πως κάποιος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι είχε στην του κατοχή ναρκωτικές ουσίες, είναι στους ώμους του ιδίου του κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε επίσης και στο θέμα της κατοχής, με παραπομπή σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία και εισηγήθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η περιστατική μαρτυρία δεικνύει, τόσο τη γνώση όσο και την κοινή κατοχή ολόκληρης της ποσότητας των ναρκωτικών και από τούς δύο κατηγορούμενους. Ακόμη δε και στη περίπτωση που αποφασίζετο ότι οι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν τον έλεγχο των ναρκωτικών ουσιών, θα μπορούσαν να κριθούν ένοχοι δυνάμει των προνοιών του άρθρο 20 του Κεφ.154. Αναφορικά με την Κατηγορία 5 που αφορά τον κατηγορούμενο 2, είναι η εισήγηση της πως εν όψει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(α) του Νόμου 188(Ι) 2007, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε να κατέχει ναρκωτικά και ποσό χρημάτων σε μετρητά, για τα οποία ο ίδιος οφείλει να δώσει εξηγήσεις από πού τα βρήκε και να πείσει το Δικαστήριο, πράγμα που δεν επιχείρησε να κάνει, πρέπει να κριθεί ένοχος και σε αυτήν. Η συνήγορος των κατηγορούμενων 1 και 2, στη δική της προφορική αγόρευση εισηγήθηκε μεταξύ άλλων πώς το Δικαστήριο οφείλει να προσδίδει σε ανώμοτη δήλωση το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη προτού καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία. Επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν προσπάθησε να αποποιηθεί κάθε ευθύνης, αντιθέτως τόσο στις καταθέσεις του όσο και στην ανώμοτη του δήλωση, παραδέχθηκε την κατοχή του ενός κιλού κάνναβης. Αυτή ήταν η ποσότητα που ο κατηγορούμενος 2 είχε συμφωνήσει να λάβει και να μεταφέρει. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 3, ο οποίες αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας, εισηγήθηκε ότι δεν υπήρξε ταύτιση της διάνοιας των δύο κατηγορουμένων για να παραλάβουν ολόκληρη την ποσότητα των έξι κιλών, δεν αποδείχθηκε ο κοινός σκοπός. Ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, πρόβαλε τη θέση, πώς ναι μεν αυτός γνώριζε ότι η συγκεκριμένη ποσότητα ήταν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κάνναβη, την οποία παρέλαβε από την συνολική ποσότητα των έξι κιλών, όμως η ένοχη διάνοια του από τη στιγμή που ξεκίνησε για να μεταβεί στο σημείο της παραλαβής μέχρι και την στιγμή που εντοπίστηκε, ήταν για αυτό το ένα κιλό, κάτι που συνάδει και με το actus reus. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως ούτε κοινή κατοχή υπήρχε, αφού σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει πως ο καθένας από τους κατηγορούμενους, όχι μόνο εγνώριζε ότι επρόκειτο για ναρκωτικά, αλλά να είχε και ευχέρεια ανάληψης κατά βούληση και έλεγχο από ολόκληρη την ποσότητα. Ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε ποτέ τον έλεγχο των ναρκωτικών, αλλά ούτε και ευχέρεια ανάληψης κατά βούληση. Υποστήριξε ακόμη πως τα ό,σα ανέφερε, ενισχύονται και από το περιεχόμενο των φωτογραφιών του Τεκμήριου 1, αλλά και από το σακίδιο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2, που ήταν μικρής χωρητικότητας σε αντιδιαστολή με το σακίδιο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 που ήταν μεγάλης χωρητικότητας. Σχετικά με την τελευταία κατηγορία, ήτοι την κατηγορία 5, η εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορούμενου 2, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει ποιο είναι το γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο αυτός κατηγορείται ότι νομιμοποίησε έσοδα και συγκεκριμένα το ποσό που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία. Πρόσθεσε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος 2, έχει δώσει τη θέση του μέσω των καταθέσεων του, ως προς το από πού προήλθε το χρηματικό ποσό που κρατούσε. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, κατά την παράθεση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, μεγάλο μέρος αυτής συνίσταται στα όσα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Παρατηρούμε επίσης ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του Α/αστυφ. 2758, Νεκτάριου Νικολάου, ΜΚ1, αφού η αντεξέταση του περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Είναι ακόμη διαπίστωση μας ότι ο ΜΚ1, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και ότι δεν εντοπίζουμε στη μαρτυρία του κενά η ασάφειες. Αντιθέτως αυτή ήταν θετική, είχε συνοχή και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε σε οποιονδήποτε σημείο. Συνακόλουθα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Εκείνο που απομένει να εξετάσουμε είναι τις ανώμοτες δηλώσεις των δύο κατηγορουμένων και τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία. Ως αναφέρεται σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου[2], η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, λαμβάνεται υπ' όψιν. Αν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας[3], αναφέρονται υπό του το Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σελίδα 46 τα εξής: Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια, που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην Αγγλική απόφαση R v. Campell[4], στην οποία μας παρέπεμψε και η συνήγορος των κατηγορουμένων, δόθηκαν οι πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της ανώμοτης δήλωσης: «. μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Στην παρούσα υπόθεση, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, με τις ανώμοτες δηλώσεις τους οι κατηγορούμενοι 1 και 2, υιοθετούν το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσαν στην αστυνομία, ήτοι τα Τεκμήρια 4Α, 4Β, 3Α και 3Β αντίστοιχα. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Duncan[5], οι αρχές της οποίας έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια και συνοψίζονται στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας[6], από την οποία παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία ... Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.[7] Παρατηρούμε δε ότι οι καταθέσεις των κατηγορουμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μεικτές (mixed statement), αφού περιέχουν στοιχεία που μπορούν να λειτουργήσουν ενοχοποιητικά, για τούς ίδιους και παράλληλα στοιχεία που είναι ευνοϊκά για τον ίδιους. Διαπιστώνουμε ότι από το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων συνάγονται στοιχεία και δηλώσεις οι οποίες ενοχοποιούν και αποδίδουν στον συγκατηγορούμενο αυτού που τις κάνει, την διάπραξη αδικημάτων. Ήτοι εντοπίζονται δηλώσεις στις καταθέσεις του κατηγορούμενου 1, Τεκμήρια 4Α και 4Β, με τις οποίες ενοχοποιεί εκτός από τον ίδιο τον εαυτό του και τον κατηγορούμενο 2 για την διάπραξη από κοινού των επιδίκων αδικημάτων πρόκειται για δηλώσεις οι οποίες έγιναν στην απουσία του τελευταίου. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου 2, Τεκμήρια 3Α και 3Β, στις οποίες εντοπίζονται δηλώσεις που ενοχοποιούν εκτός από τον ίδιο τον εαυτό του και τον κατηγορούμενο 1, για την διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων, δηλώσεις οι οποίες έγιναν στην απουσία του κατηγορούμενου 1. Με τις πιο πάνω λοιπόν διαπιστώσεις μας και προτού αποφανθούμε τι βαρύτητα θα αποδώσουμε και τι θα λάβουμε υπόψη από το περιεχόμενο των ανώμοτων δηλώσεων και κατ' επέκταση των καταθέσεων των κατηγορουμένων 1 και 2, κρίνουμε ότι θα πρέπει να εξετάσουμε κατ' αρχάς αν οι εν λόγω δηλώσεις δύναται να ληφθούν υπόψη, εφόσον προέρχονται από συγκατηγορούμενο, εναντίον του συγκατηγορούμενου που αφορούν. Προς τούτο έχουμε ανατρέξει και αντλήσαμε βοήθεια, στα όσα η νομολογία, Κυπριακή αλλά και Αγγλική, έχει αναγνωρίσει και υιοθετεί για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στο σημείο δε αυτό επισημαίνουμε ότι αμφότερες οι ευπαίδευτες συνήγοροι, Κατηγορούσας Αρχής και κατηγορουμένων, μας παρέπεμψαν στην ίδια σχετική νομολογία, συμφωνούν δε και αποδέχτηκαν τα όσα έχουν δι΄ αυτής υιοθετηθεί. Για το υπό εξέταση ζήτημα, είναι σαφής η θέση και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πως το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου, με την οποία ενοχοποιεί συγκατηγορούμενο του, δεν λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια της κυρίως δίκης[8]. Επισημαίνουμε όμως ότι τέτοιες δηλώσεις, μπορούν να γίνουν αποδεκτές, κατ' εξαίρεση του αποκλεισμού τους, αφού αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις. Δηλώσεις συγκατηγορούμενου ή συναυτουργού, οι οποίες έγιναν κατά την προώθηση η την πραγμάτωση του κοινού σκοπού, που έγιναν στην απουσία του άλλου, μπορούν να γίνουν αποδεκτές σε δικαστική διαδικασία προς απόδειξη του αδικήματος της συνωμοσίας ή διάπραξης κάποιου αδικήματος, στα πλαίσια κοινής δράσης (joint enterprise)[9]. Η ίδια αρχή υιοθετείται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης[10], αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω: «Σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, μια ομολογία ενδέχεται να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο ως μαρτυρία εναντίον του προσώπου που την έκαμε, αλλά και εναντίον συγκατηγορούμενου του.. Η δεύτερη, αναφέρεται σε υποθέσεις συνωμοσίας, όταν δηλώσεις ή πράξεις συνωμότη που λέγονται ή εκτελούνται για υλοποίηση του κοινού σκοπού, γίνονται αποδεκτές εναντίον του άλλου συνωμότη, για να αποδείξουν τη φύση κι έκταση της συνωμοσίας, νοουμένου ότι υπάρχει άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία για τη συνωμοσία (R v. Hayter 2005 2 All ER 209, R v. Shellard
(1840)9 C & P 277)». Παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση R v. Hayter, η οποία αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα, στην οποία λέχθηκαν ανάμεσα σε άλλα τα εξής: «In two exceptional situations, a confession may be admitted not only as evidence against its maker, but also as evidence against a co-accused implicated thereby. The first is where the co-accused by his words or conduct accepts the truth of the statement so as to make all or part of it a confession statement of his own. The second exception, which is perhaps best understood in terms of implied agency, applies in the case of conspiracy: statements (or acts) of one conspirator which the jury is satisfied are said (or done) in the execution or furtherance of the common design are admissible in evidence against another conspirator, even though he was not present at the time, to prove the nature and scope of the conspiracy, provided that there is some independent evidence to show the existence of the conspiracy and that the other party was a party to it». Σε ελληνική δε ελεύθερη δική μας μετάφραση: « Σε δύο εξαιρετικές περιπτώσεις μια ομολογία μπορεί να γίνει αποδεκτή όχι μόνο ως μαρτυρία εναντίον αυτού που την έχει κάνει αλλά και ως μαρτυρία εναντίον ενός συγκατηγορούμενου με την οποία με αυτήν εμπλέκεται. Η πρώτη είναι όταν ο συγκατηγορούμενος με τα λόγια ή την συμπεριφορά του αποδέχεται την αλήθεια της εν λόγω δήλωσης έτσι ώστε να την κάνει ολόκληρη ή μέρος αυτής και δική του ομολογία. Η δεύτερη εξαίρεση η οποία ίσως είναι καλύτερα κατανοητή υπό όρους εξυπακουόμενης αντιπροσώπευσης, εφαρμόζεται στην περίπτωση της συνωμοσίας: δηλώσεις (ή πράξεις) του ενός συνωμότη της οποίας οι ένορκοι έχουν ικανοποιηθεί (ότι λέχθηκαν ή έγιναν) κατά την εκτέλεση ή προώθηση του κοινού σχεδιασμού είναι αποδεκτές ως μαρτυρία εναντίον του άλλου συνωμότη έστω και αν αυτός δεν ήταν παρών την στιγμή που εγίνοντο, για να αποδείξουν την φύση και το σκοπό της συνωμοσίας νοουμένου όμως ότι υπάρχει κάποια ανεξάρτητη μαρτυρία που να δείχνει την ύπαρξη συνομωσίας και ότι το άλλο μέρος ήταν μέρος σε αυτήν.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, διαπιστώνουμε ότι το πρώτο στοιχείο ικανοποιείται καθότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνωμοσίας, κατηγορίες 1 και 3 και της διάπραξης αδικήματος στα πλαίσια κοινής δράσης, ως συναυτουργοί, κατηγορίες 2 και 4. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσουμε είναι κατά πόσο οι δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 εναντίον του κατηγορουμένου 2, έγιναν κατά την εκτέλεση και προώθηση του κοινού σκοπού, που κατ' ισχυρισμό επεδίωκαν να εκτελέσουν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice[11], οποιεσδήποτε δηλώσεις γίνονται μετά την διάπραξη του αδικήματος και που εκφεύγουν του χρόνου διάπραξης ή προώθησης του κοινού σκοπού, δεν γίνονται αποδεκτές και δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του αποκλεισμού μαρτυρίας δυνάμει του «εξ ακοής κανόνα». Συγκεκριμένα στη παράγραφο 33-65, αναφέρονται τα εξής: " Matters recorded by one conspirator for his convenience, mere narratives, descriptions of past events or records made after the conclusion of the conspiracy are not in furtherance of the common design and are thus not admissible against anyone other than the maker: R. v. Blake
(1844)6 Q.B. 126; R. v. Jones, ante" Σε ελληνική δε ελεύθερη δική μας μετάφραση: « ... Ζητήματα που έχουν καταγραφεί από τον ένα εκ των συνωμοτών για την δική του ευκολία, απλές αφηγήσεις, περιγραφές παρελθόντων γεγονότων η αρχεία που έχουν γίνει μετά την ολοκλήρωση της συνωμοσίας, δεν γίνονται μέσα στα πλαίσια της προώθησης του κοινού σκοπού και ως εκ τούτου δεν είναι αποδεκτά εναντίον οποιουδήποτε άλλου εκτός από εκείνου που τις έκανε. R. v. Blake
(1844)6 Q.B. 126; R. v. Jones πιο πάνω» Καθοδηγητικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone' s Criminal Practice[12]: «A clearer case of inadmissibility owing to the termination of the criminal purpose is that of the confession of one conspirator made after his apprehension, which is evidence only against the maker (see, e.g., Walters
(1979)69 Cr. App. R.115, at p.120). And a more obvious example of a statement which cannot be said to be in furtherance of any criminal purpose occurred in Steward [1963] Crim. LR697, where one conspirator simply recited to another the various acts of B which had been done in execution of the common purpose, and the statement was held inadmissible against B. See also Hardy
(1974)24 St Tr 199, in which a similar recital by a conspirator of his own past acts was held not to be in furtherance of the conspiracy.» Σε ελληνική δε ελεύθερη δική μας μετάφραση: «Μια πιο ξεκάθαρη περίπτωση μη αποδοχής λόγω του τερματισμού του εγκληματικού σκοπού, είναι αυτή της ομολογίας ενός εκ των συνωμοτών η οποία γίνεται μετά την σύλληψη του, η οποία αποτελεί μαρτυρία μόνο εναντίον εκείνου που την έκανε (βλέπε Walters
(1979)69 Cr. App. R.115, at p.120). Και ένα πιο καθαρό παράδειγμα μιας δήλωσης η οποία δεν μπορεί να λεχθεί ότι έγινε κατά την προώθηση οποιουδήποτε εγκληματικού σκοπού, είναι η δήλωση που έγινε στη Steward [1963] Crim. LR 697, όπου ένας εκ των συνωμοτών ανέφερε απλά στον άλλο τις ενέργειες του Β οι οποίες έγιναν κατά την εκτέλεση του κοινού σκοπού και λέχθηκε πώς αυτή (η δήλωση) δεν ήταν αποδεκτή εναντίον του Β. Βλέπε επίσης την Hardy
(1974)24 St Tr 199, στην οποία παρόμοια αναφορά από ένα εκ των συνωμοτών για τις δικές του παρελθούσες πράξεις, λέχθηκε πώς δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ότι έγιναν κατά την προώθηση της συνωμοσίας.» Με τα πιο πάνω κατά νου και με δεδομένο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση, όλες οι δηλώσεις του κατηγορουμένου 1 με τις οποίες ενοχοποιείται ο συγκατηγορούμενος του, ήτοι ο κατηγορούμενος 2 έγιναν μετά την σύλληψη των δύο πιο πάνω προσώπων, και δη στα πλαίσια των γραπτών τους καταθέσεων, κι όχι κατά την προώθηση και πραγμάτωση του κοινού σκοπού για τον οποίον κατηγορούνται, κρίνουμε ότι αυτές δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη εναντίον του κατηγορουμένου
  1. Για τον ίδιο λόγο δεν γίνονται αποδεκτές οι δηλώσεις του κατηγορουμένου 2 εναντίον του κατηγορουμένου
  2. Γίνονται όμως δεκτές και στις δύο περιπτώσεις δηλώσεις που αποτελούν κοινό έδαφος και των δύο καταθέσεων. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε ποιο μέρος των όσων αναφέρουν στις γραπτές τους καταθέσεις, αλλά και ανώμοτες τους δηλώσεις οι κατηγορούμενοι, θα κάνουμε δεκτό. Ο κατηγορούμενος 1, ως αναφέραμε και πιο πάνω, έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις. Η πρώτη, Τεκμήριο 4Α και η δεύτερη, Τεκμήριο 4Β. Όπως πολύ εύκολα διαπιστώνεται από την ανάγνωση του περιεχομένου των δύο καταθέσεων του κατηγορούμενου 1, αυτός με σαφήνεια και λεπτομερώς αναφέρει τα γεγονότα που προηγήθηκαν, κατά την σύλληψη του ιδίου και του κατηγορούμενου 2, αλλά και μετά από αυτή. Σε αυτές παραδέχεται ότι συμφώνησε να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες έναντι αμοιβής. Τη συγκεκριμένη ημέρα τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος 2, έλαβαν οδηγίες από το συγκεκριμένο πρόσωπο για να συναντηθούν και να μεταβούν μαζί, οδηγώντας τις μοτόρες τους σε συγκεκριμένο σημείο έξω από το χωριό Αγία Φύλα στη Λεμεσό, όπου θα εντόπιζαν «6 κιλά χόρτο κάνναβη» την οποία θα παραλάμβαναν παίρνοντας 3 κιλά ο καθένας. Στη συνέχεια και αφού ενημέρωναν το τρίτο πρόσωπο, θα τα παρέδιδαν σε αυτόν στο μέρος που θα τούς υπεδείκνυε στη συνέχεια. Συμμορφούμενος με τις πιο πάνω οδηγίες μετέβηκε στην μπυραρία - καφενέ του κατηγορουμένου 2, όπου τον περίμενε ο τελευταίος. Συνομίλησαν μεταξύ τους και από τη συνομιλία που είχαν αντιλήφθηκε πως ο κατηγορούμενος 2 ήταν πλήρως ενήμερος για την υπόθεση που αφορούσε τα 6 κιλά ναρκωτικών ουσιών. Συμφώνησαν μεταξύ τους ότι ο καθένας θα κουβαλούσε από τρία κιλά. Μετέβηκαν μαζί στο συγκεκριμένο σημείο που τους υποδείχθηκε από το τρίτο πρόσωπο, κατέβηκαν από τις μοτόρες τους και αφού περπάτησαν κάποια μικρή απόσταση εντόπισαν τη σακούλα με τις έξι νάιλον συσκευασίες, ενός κιλού η κάθε μια. Έβαλε τρία κιλά μέσα στην τσάντα του ενώ ο κατηγορούμενος 2, πρόλαβε και έβαλε μία μόνο συσκευασία προτού τους ανακόψει η αστυνομία. Στη δεύτερη του κατάθεση, Τεκμήριο 4Β επιβεβαίωσε ότι τα ό,σα είπε στην πρώτη του κατάθεση, Τεκμήριο 4Α, ήταν η αλήθεια. Παρατηρούμε ότι στη δεύτερη κατάθεσή του δεν αρκέστηκε να υιοθετήσει τα ό,σα είχε αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση αλλά επανέλαβε για ακόμη μια φορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του, ημερομηνίας 8.4.16, Τεκμήριο 3Α, ανέφερε ότι συμφώνησε με τρίτο πρόσωπο, να λάβει μέρος στην διακίνηση ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ανέφερε επίσης ότι το συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, την ημέρα του επεισοδίου, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, τρεις φορές, μια συνδιάλεξη και δύο μηνύματα και του έδωσε οδηγίες σε σχέση με την επιχείρηση. Τον κατηγορούμενο 1 τον συνάντησε στον κυκλικό κόμβο της Αγίας Φύλας. Μετέβηκαν μαζί στο σημείο που τους είχε υποδειχθεί, με τις μοτόρες του. Όταν έφτασαν εκεί κατέβηκαν από τις μοτόρες τους και ο κατηγορούμενος 1, που «προπορευόταν», εντόπισε τη σακούλα με τα ναρκωτικά. Η θέση του ήταν πως στο συγκεκριμένο σημείο πήγε να πάρει μόνο ένα κιλό και δεν γνώριζε πόσα συνολικά κιλά υπήρχαν μέσα στο σακούλι, γι΄ αυτό και πήρε μια μικρή βαλίτσα μαζί του, το οποίο, ήτοι το κιλό της κάνναβης, σύμφωνα με τις οδηγίες του κοινού γνωστού τους θα το έπαιρνε και θα το «πέτασσε» κάτω από το γεφύρι στον Ύψωνα. Ήταν η θέση του πως με τον κατηγορούμενο 1 δεν είχε μιλήσει καθόλου για την δουλειά την ημέρα που συνελήφθησαν από την αστυνομία και ουδέποτε ο κατηγορούμενος 1 του είπε πόσα κιλά θα έπαιρναν. Στη δεύτερη του κατάθεση αναίρεσε κάποιες από τις δηλώσεις που έκανε στην πρώτη του κατάθεση και παραδέχθηκε ότι είπε ψέματα σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της ανακοπής. Παραδέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ισχυρισμός του πώς είχε συναντηθεί με τον κατηγορούμενο 1 στο κυκλικό κόμβο της Αγίας Φύλας ήταν ψευδής. Κατέθεσε ότι τη συγκεκριμένη νύχτα ο κατηγορούμενος 1 είχε πάει με την μοτόρα του στο καφενείο του στον Ύψωνα και εκεί όταν συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος 1 του έδειξε το μήνυμα στο κινητό του που του εξηγούσε που ακριβώς θα πήγαινε να πιάσει τα ναρκωτικά, επρόκειτο για το ίδιο μήνυμα που είχε λάβει και αυτός. Διαφοροποιώντας επίσης τα όσα είχε πει στην πρώτη του κατάθεση, ανέφερε ότι ο κοινός τους γνωστός του είχε πει κατά την τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχαν, ότι ο κατηγορούμενος 1 θα τον συναντούσε στη μπυραρία του για να πάνε μαζί. Ακόμη στη δεύτερη του κατάθεση προσδιόρισε και το βάρος της συσκευασίας των ναρκωτικών που έβαλε στην τσάντα του, επρόκειτο για ένα κιλό. Διαφορά υπάρχει και σε σχέση με τις ενέργειες του, αμέσως μετά που τοποθέτησε τη συσκευασία με τις ναρκωτικές ουσίες εντός της τσάντας του. Στην πρώτη κατάθεση του ανέφερε ότι όταν πήρε τη συσκευασία έκλεισε την τσάντα και ετοιμάστηκε να φύγει, στη δεύτερη κατάθεση του ανέφερε ότι ανέμενε στο σημείο που ήταν και η υπόλοιπη ποσότητα, τον κατηγορούμενο 1, για να την πάρει για να φύγουν μαζί. Όπως είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω, παρατηρείται διάσταση στο τι λένε οι δύο κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους. Ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίσθηκε και στις δύο καταθέσεις του ότι εκείνο που συμφωνήθηκε μεταξύ τους ήτοι του ιδίου και του κατηγορουμένου 2 ήταν όπως ο καθένας κουβαλήσει από την συνολική ποσότητα των 6 κιλών που και οι δύο γνώριζαν ότι θα έπαιρναν, τρία κιλά ενώ ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος θα κουβαλούσε ένα κιλό και ότι δεν γνώριζε πόση ήταν η συνολική ποσότητα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 στην ανώμοτη δήλωση του διαφοροποίησε τα ό,σα είχε αναφέρει στις δύο καταθέσεις του στην αστυνομία και δήλωσε ότι ο ίδιος είχε πάει να πάρει πέντε κιλά και όχι τρία. Αποδεχόμαστε τα ό,σα ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει στις καταθέσεις του, Τεκμήρια 4Α και 4Β, σε σχέση με τις ενέργειες του και την εμπλοκή του στην παράνομη επιχείρηση. Επαναλαμβάνουμε, πιθανόν εκ του περισσού, ότι οποιεσδήποτε δηλώσεις του που είναι ενοχοποιητικές όχι μόνο για τον ίδιον αλλά και για τον κατηγορούμενο 2, δεν γίνονται δεκτές εναντίον του τελευταίου για τους λόγους που επεξηγήσαμε αναλυτικά ανωτέρω. Απορρίπτουμε τα ό,σα είπε, επί του θέματος αυτού, στην ανώμοτη του δήλωση, ήτοι ότι αυτός θα κουβαλούσε πέντε κιλά και ο κατηγορούμενος 2, ένα κιλό από τις ναρκωτικές ουσίες. Είναι πρόδηλο πως αποτελεί μεταγενέστερες και εκ των υστέρων σκέψεις του, προφανώς για να ενισχύσει τη θέση του κατηγορουμένου
  3. Τι τον ώθησε τον κατηγορούμενο 1 να προβάλει τη θέση αυτή, για πρώτη φορά ένα περίπου χρόνο μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, παραμένει αδιευκρίνιστο στο Δικαστήριο. Σε σχέση με το θέμα των εξηγήσεων που δίδονται με καθυστέρηση, καθοδηγητική είναι η απόφαση Πιτσιλλίδης ν. Δημοκρατίας[13]. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείοντας ισχυρίσθηκε ότι η παρουσία του στο χώρο όπου είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά ήταν τυχαία, πήγαν εκεί για να κυνηγήσει λαγούς και βγήκαν από το όχημα για να ουρήσει ο άλλος εφεσείοντας. Τα πιο πάνω δεν τα ανέφερε αμέσως αλλά αργότερα, στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Οι πιο πάνω δηλώσεις του κρίθηκαν από το Κακουργιοδικείο ως δεύτερες σκέψεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αθωωτικές εξηγήσεις θα είχαν ενδεχομένως έρεισμα εάν ο εν λόγω εφεσείοντας ή ο δεύτερος εφεσείοντας που τον συνόδευε, δικαιολογούσαν ευθύς αμέσως την παρουσία τους στο εν λόγω σημείο[14]. Σε σχέση με τις καταθέσεις του κατηγορουμένου 2 παρατηρούμε εν πρώτοις ότι ο ίδιος παραδέχθηκε στα πλαίσια της δεύτερης κατάθεσης του ότι είπε ψέματα για τη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο 1 στη μπυραρία του, προτού αναχωρήσουν για να παραλάβουν τα ναρκωτικά. Αναληθής ήταν και η δήλωση του, με βάση δική του παραδοχή, ότι ουδέποτε συνομίλησαν προηγουμένως με τον κατηγορούμενο 1, «για τη δουλειά». Υπενθυμίζουμε ότι ενώ στην πρώτη κατάθεση του ανέφερε πώς με τον κατηγορούμενο 1 είχε μιλήσει για τελευταία φορά 15 ημέρες πριν την σύλληψη τους, στην δεύτερη κατάθεση αναίρεσε την θέση αυτή και παραδέχθηκε πώς συνομίλησε μαζί του την ημέρα τω επιδίκων γεγονότων, προτού ξεκινήσουν για να πάνε στο μέρος όπου θα έβρισκαν τα ναρκωτικά. Πέραν των πιο πάνω, παρατηρούμε ότι ενώ κατέθεσε πως δεν γνώριζε το συνολικό βάρος της συνολικής ποσότητας των ναρκωτικών, αυτός γνώριζε ότι η συσκευασία που είχε λάβει στο σακίδιο του ήταν βάρους ενός κιλού. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται, είναι πώς γνώριζε ότι επρόκειτο για ένα κιλό εφόσον, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας δεν προηγήθηκε ζύγισμα της ποσότητας. Πώς γνώριζε ότι η μια συσκευασία αναλογούσε σε ένα κιλό και όχι σε κάποια μικρότερη ή μεγαλύτερη ποσότητα. Επισημαίνουμε ακόμη ότι κατά την επ' αυτοφώρω σύλληψη του, ο κατηγορούμενος 2 δεν προέβαλε ισχυρισμό πώς μόνο ένα κιλό θα λάμβανε η ότι δεν γνώριζε την συνολική ποσότητα, αλλά η απάντηση του ήταν ότι πήρε την ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του από την συνολική που βρήκαν μαζί με το κατηγορούμενο 1, στο σημείο που τούς υπεδείχθη. Στην κατάθεση δε που έδωσε λίγες ώρες αργότερα στην αστυνομία, κατά την περιγραφή των γεγονότων που προηγήθηκαν της σύλληψης του και συγκεκριμένα ενώ κατέθετε με λεπτομέρεια για τις τηλεφωνικές επαφές που είχε με το τρίτο πρόσωπο είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω για τη συνομιλία που είχε με αυτόν η ώρα 3.00 το απόγευμα, που ήταν και η μοναδική συνδιάλεξη, καθότι στη συνέχεια επικοινώνησαν με γραπτά μηνύματα: «Σήμερα κατά η ώρα τρεις το μεσημέρι μου τηλεφώνησε στο κινητό μου τηλέφωνο αυτός ο γνωστός μου από κινητό τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι το νούμερο του. Μου είπε να είμαι έτοιμος για την κουβέντα μας. Εγώ του είπα εντάξει. Δεν είπαμε τίποτε άλλο». Με βάση την πιο πάνω δήλωση του το μόνο που του είπε το τρίτο πρόσωπο ήταν «να είναι έτοιμος για τη κουβέντα τους» και ως ο ίδιος τόνισε για 'τίποτε άλλο'. Στη συνέχεια της κατάθεσης του αναίρεσε ότι στην τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχαν το μόνο που του είχε πει το τρίτο πρόσωπο ήταν τα πιο πάνω και « τίποτε άλλο» και πρόσθεσε μια εντελώς καινούργια εκδοχή, ότι κατά την τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχε με το τρίτο πρόσωπο, ο τελευταίος του είχε πει ότι θα έπαιρνε μόνο ένα κιλό. Πέραν των πιο πάνω με βάση τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι όταν αυτός έβαλε την πρώτη συσκευασία μέσα στο σακίδιο του δεν απομακρύνθηκε στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε στο μέρος αναμένοντας πάνω από τον κατηγορούμενο 1 που ήταν γονατιστός στο μέρος όπου υπήρχε η υπόλοιπη ποσότητα. Το ερώτημα που γεννάται εδώ είναι γιατί δεν απομακρύνθηκε αφού σύμφωνα με την υπεράσπιση που προώθησε δεν ενεργούσε από κοινού με τον κατηγορούμενο 1 για παραλαβή ολόκληρης της ποσότητας, αλλά ανεξάρτητα. Όσον αφορά το επιχείρημα που έθεσε η συνήγορος υπεράσπισης ότι η τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 ήταν μικρή και δεν χωρούσε μέσα ποσότητα πέραν του ενός κιλού, θέση που πρόβαλε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 στη γραπτή του κατάθεση, ήτοι ότι θα έπαιρνε μόνο ένα κιλό και για αυτό πήρε «μικρή βαλίτσα», παρατηρούμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης αυτής. Το Δικαστήριο από μόνο του δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα επί του σημείου αυτού, ελλείψει μαρτυρίας που να υποστηρίζει τη θέση αυτή, ούτε μπορεί βέβαια να μετατραπεί το ίδιο σε μάρτυρα γεγονότων. Εξετάσαμε τις καταθέσεις του κατηγορουμένου 2, με βάση τις αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω και έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας. Καταλήγουμε ότι καμιά βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στον ισχυρισμό του πώς δεν γνώριζε πώς η συνολική ποσότητα της κάνναβης, ανερχόταν στα έξι κιλά ούτε στον ισχυρισμό του ότι εκείνο που είχε συμφωνήσει με το τρίτο πρόσωπο ήταν να πάρει ένα κιλό από την συνολική ποσότητα. Απορρίπτουμε επίσης τον ισχυρισμό που προβάλλει στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3Β, ότι πρώτος στο σημείο με την σακούλα με τα ναρκωτικά πήγε ο «Φρίξος», πρόκειται για θέση που δεν συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, παράγραφο 5, οι δύο κατηγορούμενοι πήγαν στο συγκεκριμένο σημείο μαζί. Από τη μαρτυρία του αποδεχόμαστε τις δηλώσεις του σε σχέση με τις επαφές που είχε με το τρίτο πρόσωπο αναφορικά με τη διακίνηση των ναρκωτικών εξαιρουμένης της δήλωσής του ότι το τρίτο πρόσωπο του είχε αναθέσει να μεταφέρει ένα μόνο κιλό. Δεχόμαστε, μεταξύ άλλων, ότι το λεκτικό του μηνύματος που έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο από το τρίτο πρόσωπο ήταν ακριβώς το ίδιο με το λεκτικό του μηνύματος που έλαβε ο κατηγορούμενος 1, από το τρίτο πρόσωπο. Αποδεκτές είναι και οι δηλώσεις του που αφορούν τη συνάντησή του με τον κατηγορούμενο 1 έξω από το κέντρο αναψυχής που διατηρούσε, η συζήτηση που είχαν σε σχέση με τη διακίνηση των ναρκωτικών ως επίσης και οι μετέπειτα ενέργειες τους που αφορούν τη μετάβασή τους στο χώρο όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά. Απορρίπτουμε τη θέση του που περιέχεται στην κατάθεσή του Τεκμήριο 3 Α ότι όταν είχε βάλει τη μία συσκευασία στο σακίδιο του «ετοιμάστηκε να φύγει». Σε σχέση με την τελευταία του θέση διαπιστώνουμε ότι την αναίρεσε ο ίδιος, στα πλαίσια της δεύτερης κατάθεσής του, Τεκμήριο 3Β, όπου ανέφερε ρητώς ότι «δεν έφυγε αλλά έμεινε να περιμένει το Φρίξο». ΕΥΡΗΜΑΤΑ Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε ευρήματα και συμπεράσματα που αφορούν τη δράση των δύο κατηγορουμένων στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία και παραθέτουμε πιο κάτω. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Δέκα περίπου μέρες πριν το επίδικο επεισόδιο, ο κατηγορούμενος 1 έλαβε τηλεφώνημα από κάποιο γνωστό του πρόσωπο, ο τελευταίος τον ρώτησε αν ήταν πρόθυμος έναντι αμοιβής να του κάνει «δουλειές» με ναρκωτικά και αυτός απεδέχθη. Ο κατηγορούμενος 2, δεκαπέντε περίπου μέρες πριν το επίδικο επεισόδιο, συναντήθηκε με γνωστό του άτομο στη Λεμεσό. Κατά τη συζήτηση που είχαν το εν λόγω πρόσωπο του είπε πως ήθελε να του κάνει «καμιά δουλειά με ναρκωτικά» έναντι αμοιβής και ο τελευταίος απεδέχθη. Την επίδικη ημέρα, την 7.4.16, το τρίτο πρόσωπο τηλεφώνησε γύρω στις 3 το μεσημέρι του κατηγορούμενου 2 και του είπε «να ετοιμαστεί για την κουβέντα» που είχαν κάνει σε σχέση με δουλειές ναρκωτικών, ο κατηγορούμενος 2 του απάντησε «εντάξε». Κατά την πιο πάνω τηλεφωνική συνδιάλεξη δεν συνομίλησαν για ο,τιδήποτε άλλο. Λίγη ώρα αργότερα κατά τις 5.30 μ.μ. ο κατηγορούμενος 2 πήρε μήνυμα από το ίδιο νούμερο που είχε λάβει το τηλεφώνημα, «να ετοιμαστεί για την δουλειά». Το μήνυμα έγραφε επίσης ότι για την δουλειά θα συναντιόταν με το Φρίξο, ήτοι τον κατηγορούμενο
  4. Μισή ώρα αργότερα, γύρω στις 6.00 μ.μ. το τρίτο πρόσωπο πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 1 αναφέροντας του ότι ήρθε η ώρα για να του κάνει «μια δουλειά με ναρκωτικά». Του είπε συγκεκριμένα να βρει το «Σερίφη», τον κατηγορούμενο 2 και να πάνε μαζί, μετά από καμιά ώρα, με τις μοτόρες τους, σε συγκεκριμένο σημείο, αδιέξοδο στην Αγία Φύλα, για να πιάσουν τα ναρκωτικά που θα ήταν κάτω από ένα στύλο της ηλεκτρικής. Του είπε επίσης ότι θα έπρεπε να πάρουν από μια βαλίτσα μέσα στην οποία θα έβαζαν τα ναρκωτικά. Μετά την παραλαβή θα έπρεπε να του τηλεφωνούσαν για να τους πει που θα τα έπαιρναν. Παρόμοιες οδηγίες έλαβε και ο κατηγορούμενος
  5. Το τρίτο πρόσωπο του τηλεφώνησε την ημέρα εκείνη γύρω στις 3:00 μ.μ. και του είπε «ετοιμάσου». Στη συνέχεια του απέστειλε άλλα τηλεφωνικά μηνύματα με οδηγίες όπως συναντηθεί με τον κατηγορούμενο 1 για σκοπούς της παράνομης επιχείρησης. Ο κατηγορούμενος 1 μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από το τρίτο πρόσωπο μετέβη στην μπυραρία - καφενέ του κατηγορούμενου 2, όπου τον περίμενε ο τελευταίος έξω από το υποστατικό του. Συνομίλησαν μεταξύ τους για την επιχείρηση που θα εκτελούσαν και κατά τη συνομιλία έδειξε ο ένας στον άλλον το τηλεφωνικό μήνυμα που είχε πάρει από το τρίτο πρόσωπο, το λεκτικό των δύο μηνυμάτων ήταν ακριβώς το ίδιο. Στη συνέχεια ξεκίνησαν μαζί, οδηγώντας τις μοτόρες τους και κουβαλώντας από μια τσάντα, που θα χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών. Οι κατηγορούμενοι πέρασαν από τον κυκλικό κόμβο, βγήκαν στην έξοδο προς την Αγία Φύλα, εξήλθαν του χωριού και κινήθηκαν προς το χωριό Παλώδια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου μπήκαν μέσα σε αδιέξοδο που βρισκόταν δεξιά, ως προς την κατεύθυνσή τους, προχώρησαν προς το τέρμα του αδιεξόδου έκαναν επαναστροφή και σταμάτησαν. Κατέβηκαν από τις μοτόρες τους και περπάτησαν μαζί προς το σημείο που τους είχε υποδειχθεί από το τρίτο πρόσωπο, επρόκειτο για κάποιο στύλο της ηλεκτρικής. Κάτω από τον πιο πάνω στύλο εντόπισαν μια νάιλον σακούλα σκουπιδιών, που περιείχε έξι συσκευασίες με ναρκωτικές ουσίες. Ενώ οι δύο κατηγορούμενοι βρισκόντουσαν στο σημείο που είχαν εντοπίσει τα ναρκωτικά, τους ανέκοψαν μέλη της ΥΚΑΝ που τους είχαν θέσει υπό παρακολούθηση, φωνάζοντας «Αστυνομία». Κατά την ανακοπή ο κατηγορούμενος 1 ήταν γονατιστός δίπλα από το ανάχωμα κι έβαζε μια συσκευασία με κάνναβη στο σακίδιό του, που βρισκόταν μπροστά του, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ήταν όρθιος ακριβώς δίπλα του. Όταν τα μέλη της ΥΚΑΝ φώναξαν «Αστυνομία» κάνοντας φανερή την παρουσία τους, ο κατηγορούμενος 1 σηκώθηκε, έκανε προσπάθεια να τρέξει, αλλά σταμάτησε. Ο κατηγορούμενος 2 τράπηκε σε φυγή, τον καταδίωξε όμως ο αστυφύλακας 3019 Δ. Αδάμου, ο οποίος αφού έριξε στον αέρα δύο προειδοποιητικούς πυροβολισμούς, κατάφερε να τον ανακόψει. Κατά το χρόνο της ανακοπής, στο ανάχωμα, μπροστά στον πάσσαλο της ΑΗΚ, εκεί όπου βρισκόντουσαν οι δύο κατηγορούμενοι, βρέθηκε ένα πράσινο σακούλι σκουπιδιών, το οποίο περιείχε δύο νάιλον συσκευασίες κλεισμένες αεροστεγώς που περιείχαν κάνναβη και δίπλα τους ακόμα μια συσκευασία κλεισμένη αεροστεγώς, με τον ίδιο τρόπο. Βρέθηκαν επίσης δύο άδεια καφέ νάιλον σακούλια σκουπιδιών. Το συνολικό βάρος της κάνναβης σε αυτές τις 3 συσκευασίες, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ήταν 3.017,5 γραμμάρια κάνναβης. Ο Λοχίας 2626, Κ. Παναγιώτου, υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 τις πιο πάνω συσκευασίες, αναφέροντάς του πως η πράσινη ξηρή φυτική ύλη ήταν κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο κι αυτός απάντησε «εντάξει ρε παιθκιά, επιάσετε με, συγχαρητήρια». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα, του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψής του και του επιστήθηκε ξανά η προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 απάντησε: «Ήρτα να τα πάρω πάρακατω». Ακολούθως ο Λοχίας 2626, Κ. Παναγιώτου άνοιξε το σακίδιο που βρισκόταν στο έδαφος κοντά στον κατηγορούμενο 1 και διαπίστωσε ότι εντός αυτού βρισκόντουσαν άλλες δύο συσκευασίες με κάνναβη οι οποίες, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, είναι συνολικού βάρους 1.999,4 γραμμαρίων. Τις υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, τον πληροφόρησε πως επρόκειτο για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: « Εγιώ εν μεταφορές που κάμνω». Ο αστυφύλακας 3019 Δ. Αδάμου, αφού ανέκοψε τον κατηγορούμενο 2 με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω, τον ερεύνησε και εντόπισε στο σακίδιο που φορούσε στην πλάτη του, Τεκμήριο 5, μια διάφανη νάιλον συσκευασία κλεισμένη αεροστεγώς, η οποία όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, περιείχε κάνναβη βάρους 1.003,1 γραμμαρίων. Αυτή υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο 2, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Αφού είδετε με, έπιασα το που τζιαμαί». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι εκείνος απάντησε «έκαμα λάθος». Ο αστυφύλακας 3019 Αδάμου τον οδήγησε τότε στο χώρο, κάτω από τον πάσσαλο της ΑΗΚ, όπου βρισκόντουσαν ο κατηγορούμενος 1 και ο Λοχίας
  6. Εκεί ο αστυφύλακας του υπέδειξε τις τρεις συσκευασίες που είχαν βρεθεί στο έδαφος, καθώς και τις δύο συσκευασίες που είχαν βρεθεί στο μαύρο σακίδιο που είχε μπροστά του ο κατηγορούμενος 1, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «έπια το που δαμαι». Αντίστοιχα ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε πως βρέθηκε στο σακίδιο του κατηγορούμενου 2 άλλη συσκευασία με κάνναβη, η οποία του υποδείχτηκε, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι ο κατηγορούμενος 1 είπε «έπιαν την που δαμαι». Ο Λοχίας 2626 ερεύνησε στη συνέχεια σωματικά τον κατηγορούμενο 2 και βρήκε σε τσαντάκι που κρατούσε στη μέση του το ποσό των 1.150 ευρώ σε διάφορα χαρτονομίσματα. Τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο 2, τον πληροφόρησε πως μπορεί να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κι κατηγορούμενος 2 του απάντησε «πιάς τα». Στο ίδιο τσαντάκι βρέθηκε και παραλήφθηκε νομότυπα ως τεκμήριο κι ένα κινητό μάρκας NOKIA. Ο κατηγορούμενος 2 πρόσθετα με την σύλληψη του για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν μέσα στο σακίδιο (Τεκμήριο 5), συνελήφθη για όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση στις 8.4.16 περί ώρα 01:30, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Το περιεχόμενο των έξι πλαστικών συσκευασιών που εντοπίστηκαν στη σκηνή κατά το χρόνο σύλληψης των κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 6.020 γρ. Η εν λόγω ουσία, περιλαμβάνεται στον Πρώτο Πίνακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξης Β΄, του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, ως έχει τροποποιηθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι τρία:
(1)Κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν.
(2)Κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατείχαν την επίδικη ποσότητα των 6 κιλών κάνναβης από κοινού ή ο κατηγορούμενος 2 κατείχε μόνο το 1 κιλό που εντοπίστηκε στο σακίδιο του.
(3)Κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατηγορία 5 εναντίον του κατηγορουμένου 2 που αφορά νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η δεσπόζουσα αρχή δικαίου είναι ότι το βάρος απόδειξης των κατηγοριών στην ποινική δίκη, είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία υποχρεούται να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου[15]. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις το βάρος απόδειξης μπορεί να το φέρει ο κατηγορούμενος, όταν το θέμα ή τα θέματα βρίσκονται στη δική του αποκλειστική γνώση. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας[16]: «. ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. .................................. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Θα εξετάσουμε κατ' αρχάς τη νομική πτυχή που αφορά το αδίκημα των κατηγοριών 1 και 3 που από κοινού αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, ήτοι αυτό της συνωμοσίας. Το εν λόγω αδίκημα βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας τη νομική πτυχή και τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, στην υπόθεση Λαζάρου και Άλλου ν. Δημοκρατίας[17], ανέφερε σχετικά τα πιο κάτω: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1)». Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, το αδίκημα της συνωμοσίας συνίσταται όχι στην τέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του εγκληματικού σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν τον εγκληματικό τους σκοπό, ο σχεδιασμός (the plot) και η μεταξύ τους προς τούτο συμφωνία να τον επιτύχουν, αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια η οποία στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνωμοσίας το οποίο έχει πλέον συντελεστεί[18]. Τα αδικήματα δε που αφορούν σε συνωμοσία, σχεδόν πάντοτε διαπράττονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία. Η στοιχειοθέτηση τους επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστο, στη βάση συμπερασμάτων, που εξάγονται από πράξεις και παραλείψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού. Στρεφόμαστε τώρα στις κατηγορίες που αφορούν την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών. Προς στοιχειοθέτηση των αδικημάτων αυτών πρέπει να αποδειχθεί η κοινή κατοχή από τους κατηγορούμενους του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου και ότι η ποσότητα που είχαν στην κατοχή τους, κατείχετο από αυτούς με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής[19]. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου[20] λέχθηκε ότι׃ «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν και τα δύο πιο πάνω στοιχεία. Η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης. Η έννοια της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης του αντικειμένου σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του αντικειμένου[21]. Η έννοια του όρου «κατοχή» όπως έχει τεθεί ανωτέρω από τη σχετική νομολογία στηρίζεται και νομοθετικά από το άρθρο 2
(3)του Ν. 29/77, το οποίο προβλέπει ότι πρόσωπο θεωρείται ότι έχει κατοχή όταν τα αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο αυτού αν και βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο[22]. Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια[23]. Η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται στη σχετική νομολογία με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα[24]. Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου[25]. Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου[26]. Αναφορικά δε με την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια (κατηγορία 4) θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν της κατοχής και η πρόθεση των κατηγορουμένων να την προμηθεύσουν σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, που αφορά στην παρούσα υπόθεση, η ποσότητα που ικανοποιεί το μαχητό τεκμήριο που προνοείται στο πιο πάνω άρθρο του Νόμου, είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 2 και 4 από κοινού. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2 και 4, κατείχε ολόκληρη την ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον κατηγορούμενο 1. Για να αποδειχθεί κοινή κατοχή το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα συγκεκριμένα ναρκωτικά αποτελούσαν αντικείμενο που και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα ανάληψης, είτε ο καθένας ξεχωριστά, είτε από κοινού (common pool). Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι κάθε ένας από τους κατηγορουμένους είχε λόγο για το τί θα γινόταν με τα ναρκωτικά[27]. Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2007 Παρ. Β20.12 γίνεται χρήσιμη αναφορά επί του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "B20.12 Joint Possession One or more co-accused may be jointly charged with possession, in which case "joint possession" must be established. The Court of Appeal in Searle [1917] Crim LR 592 held that mere knowledge of the presence of a drug in the hands of confederate is not enough: joint possession must be established. Lord Widgery CJ, giving the judgment of the court, said, "The sort of direction to which the deputy recorder should have opened the jury's mind was to ask them to consider whether these drugs formed a common pool from which all had the right to draw". See also Wright
(1975)119 SJ 825. In Strong
(1989)The Times, 26 January 1990, the prosecution put the case on the basis that there was joint possession, that is, that each of the co-accused jointly had control of one or more of the packages of cannabis. The Court of Appeal followed Searle in indicating that what was being looked for was whether each person had the right to say what should be done with the cannabis. Clearly, knowledge was required for possession (see B20.13), but was not sufficient in itself. Consequently, mere presence in the same vehicle as the drugs and knowing they were there was not sufficient, and so Strong's conviction was quashed. Alternatively, aiding and abetting possession by another may be considered (see Bland [1988] Crim LR 41, Conway [1994] Crim LR 826 and McNamara [1998] Crim LR 278). There must be some actual control in order to be in possession of an item. An item can be used by a number of different people and if there is evidence that they have some active involvement in the use of the items, they will all be in possession. It is not sufficient that someone is capable of taking control of the item in question." Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο επρόκειτο για από κοινού κατοχή ενός αποθέματος, με τον καθένα από τους κατηγορουμένους όχι απλώς να γνωρίζει ότι επρόκειτο για συγκεκριμένης Τάξης ναρκωτικά, αλλά να έχει και ευχέρεια ανάληψης κατά βούληση και έλεγχο των ναρκωτικών. Εξετάσαμε τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο μας και ειδικότερα τα πιο κάτω: · Το γεγονός ότι το τρίτο πρόσωπο ανέθεσε και στους δύο κατηγορουμένους τη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας. Η ενέργεια του αυτή υποδηλοί ότι η εμπλοκή και των δύο προσώπων στην επιχείρηση ήταν ουσιαστικής σημασίας. Παρατηρούμε ότι ο όγκος και το βάρος της δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ιδιαίτερα μεγάλα για σκοπούς μεταφοράς. Θα μπορούσε κάλλιστα αυτή να μεταφερόταν από ένα μόνο πρόσωπο. Ο σχεδιασμός όμως της όλης επιχείρησης έγινε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να συμμετέχουν δύο πρόσωπα. Ανατέθηκε και στους δύο να διακινήσουν τα ναρκωτικά ταυτόχρονα και όχι στον καθένα ξεχωριστά, σε διαφορετική ώρα και ή μέρα. · Το λεκτικό των μηνυμάτων που έλαβαν οι δύο κατηγορούμενοι στα κινητά τους τηλέφωνα που ήταν ακριβώς το ίδιο. · Οι δύο κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στο κέντρο αναψυχής που διατηρούσε ο κατηγορούμενος 2, λίγη ώρα πριν αναχωρήσουν για να πάνε να παραλάβουν και να μεταφέρουν τα ναρκωτικά στο σημείο που θα τους υποδεικνυόταν. · Η συνομιλία που είχαν οι κατηγορούμενοι κατά την εν λόγω συνάντηση που είχε ως θέμα τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών. · Η από κοινού δράση και πορεία τους μέχρι την σύλληψη τους. Δεν πήγε ο κάθε κατηγορούμενος ξεχωριστά να πάρει κάποια ποσότητα από τις ναρκωτικές ουσίες, αλλά πήγαν μαζί με πρόθεση να μεταφέρουν ολόκληρη την ποσότητα στο σημείο που τους είχε υποδείξει το τρίτο πρόσωπο. Οι κατηγορούμενοι ξεκίνησαν μαζί, πορεύθηκαν μαζί οδηγώντας τις μοτόρες τους και έφτασαν στο σημείο που τους είχε υποδείξει το τρίτο πρόσωπο, μαζί. · Ο κατηγορούμενος 2, ενώ έβαλε στο σακίδιο του τη μια συσκευασία δεν απομακρύνθηκε από το χώρον αλλά παρέμεινε δίπλα από τον κατηγορούμενο 1, στο σημείο όπου είχαν εντοπίσει τα ναρκωτικά, ενώ ο τελευταίος άδειαζε από την σακούλα που ευρίσκετο ολόκληρη η ποσότητα, τις συσκευασίες με τις ναρκωτικές ουσίες, αναμένοντας τον να φύγουν μαζί. · Ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι η μία συσκευασία αντιστοιχούσε σε ένα κιλό ενώ δεν είχε προηγηθεί ζύγισμα της ουσίας. · Ουδείς εκ των κατηγορουμένων και ειδικότερα ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια και ή παράλειψη που να υποδηλώνει πρόθεση απόσυρσης από την κοινή δράση. · Το σύνολο γενικά των συνθηκών που περιβάλλουν τις εξ αρχής ενέργειες και τη συνάντησή τους, όπως και οι μετέπειτα κινήσεις τους. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την πλήρη συνεννόηση μεταξύ των κατηγορουμένων και την εκ των προτέρων συμφωνία για επιτέλεση κοινού σκοπού στα πλαίσια της συνωμοσίας που είχαν εξυφάνει μαζί με τον κοινό τους γνωστό, το τρίτο πρόσωπο. Τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, είχαν από κοινού τον έλεγχο και συνακόλουθα την κατοχή της συνολικής ποσότητας ναρκωτικής ουσίας που εντοπίστηκε κατά τον χρόνο σύλληψης τους, βάρους 6 κιλών και 20 γραμμαρίων. Με βάση την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία έχουμε επίσης πεισθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τον απαραίτητο έλεγχο επί ολόκληρης της ποσότητας των ναρκωτικών που εντοπίσθηκαν στη σκηνή. Είχαν και οι δύο τη δυνατότητα ανάληψης από την κοινή παρακαταθήκη (common pool) κατά βούληση, χωρίς κανένα περιορισμό, οποιασδήποτε ποσότητας. Το γεγονός δε ότι ο καθένας από αυτούς θα μετέφερε μόνο μέρος της ποσότητας αυτής, ουδόλως επηρεάζει την πιο πάνω κατάληξή μας. Επρόκειτο για μια κοινή επιχείρηση. Στην ενώπιον μας υπόθεση δεν υπήρξε εισήγηση αλλά και ούτε προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία, ότι η κατεχόμενη υπό των κατηγορουμένων ποσότητα, είτε ολόκληρη είτε ενός κιλού, κατείχετο για οποιοδήποτε άλλο σκοπό πλην αυτού της προμήθειας σε τρίτο πρόσωπο. Αντιθέτως είναι παραδεκτό και από τους δύο κατηγορούμενους ότι την κατεχόμενη από αυτούς ποσότητα, θα την προμήθευαν σε τρίτο πρόσωπο. Παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι επρόκειτο για πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών που ανέρχεται στο εικοσαπλάσιο της μέγιστης ποσότητας που η νομοθεσία καθορίζει σαν το μέτρο που πλέον αυτή κατέχεται για σκοπούς προμήθειας σε τρίτο πρόσωπο. Συνακόλουθα έχοντας υπόψη και τα όσα έχουν αναφερθεί στις υποθέσεις Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας[28], R. ν. Carr Braint[29] και Ζυπίτης ν. Αστυνομίας[30], οι κατηγορούμενοι δεν έχουν επιτύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχαν, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έτσι ώστε να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιουργεί το άρθρο 30 Α' του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77. Ως εκ της τοιαύτης κατάληξης μας κρίνουμε ότι παρέλκει η εξέταση περαιτέρω του συγκεκριμένου ζητήματος. Στρεφόμαστε τώρα στην εξέταση της νομικής πτυχής του αδικήματος της κατηγορίας 5. Ως έχει προαναφερθεί η κατηγορία 5 στηρίζεται στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188(Ι)/07 και συγκεκριμένα στα άρθρα 2,3,4
(1)(ΙΙΙ),
(2)και 5 (α) του εν λόγω Νόμου. Εκ των λόγω άρθρων εκείνο το οποίο θεσμοθετεί το συγκεκριμένο αδίκημα είναι το άρθρο 4
(1)(ΙΙΙ),
(2)το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ................................. (ΙΙΙ) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα ...
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) Δεν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. » Η ερμηνεία της λέξης «έσοδο» δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου και σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος· Επισημαίνουμε ότι ο Νόμος 188(Ι)/07 αντικατέστησε την προηγούμενη σχετική επί του θέματος νομοθεσία (Νόμο 61(Ι)/96). Ως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σάββα Ανδρέα Σάββα[31], η οποία κρίθηκε στην βάση του Νόμου 61(Ι)/96, στο μέτρο που μας ενδιαφέρει ο σχετικός Νόμος είναι βασισμένος σε αντίστοιχες πρόνοιες του Μέρους VI του Αγγλικού Criminal Justice Act 1988 (όπως έχει τροποποιηθεί). Ως εκ τούτου η ερμηνεία που δίδεται σε αντίστοιχες πρόνοιες της Αγγλικής νομοθεσίας είναι βοηθητική και για τους σκοπούς ερμηνείας και της δικής μας νομοθεσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 ο Νόμος εφαρμόζεται στα ούτω καλούμενα «καθορισμένα αδικήματα» τα οποία εξειδικεύονται ως τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και τα γενεσιουργά αδικήματα. Το άρθρο 6 προβλέπει ότι το Δικαστήριο, το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα, μετά από σχετική αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, προτού επιβάλει ποινή, προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν o κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ακολουθώντας τη διαδικασία που καθορίζει το Μέρος ΙΙ του Νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 σε περίπτωση που μετά τη διεξαγωγή της έρευνας, το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα, έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα δήμευσης για την είσπραξη του ποσού των εσόδων, όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του άρθρου 7 του Νόμου. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να κριθεί ένοχος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7 της σχετικής Νομοθεσίας. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση αυτή. Κατ΄ αρχάς το εν λόγω άρθρο δεν θεσμοθετεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2, εξ ου και πολύ σωστά η σχετική κατηγορία, ήτοι η κατηγορία 5 επί του κατηγορητηρίου, δεν βασίζεται στο εν λόγω άρθρο. Όπως πιο πάνω αναφέρεται, το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα της κατηγορίας 5, είναι το άρθρο 4. Παρατηρούμε ακόμη πως το άρθρο 7 βρίσκεται στο μέρος του Νόμου που διέπει την διαδικασία ενεργοποίησης και έκδοσης διαταγμάτων δήμευσης περιουσίας, εάν και εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις και δεν δημιουργεί το ίδιο οποιοδήποτε αδίκημα. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα χρήσιμη καθοδήγηση έχουμε αντλήσει από τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στις σελίδες 603 και 604, της απόφασης του αναφέρει τα εξής: «Έχει αποφασιστεί ότι η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης δυνάμει του Νόμου δεν αποτελεί κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να εκδικαστεί, αλλά θεωρείται μέρος της διαδικασίας επιβολής ποινής. (R. v. Benjafield [2002] UKHL 2 και Phillips v. The United Kingdom - ανωτέρω). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 3η έκδ. σελ. 220-222, ιδιαίτερα στην παρ. 9.191-192. Περαιτέρω, είναι σαφές από την ίδια και άλλη συναφή νομολογία, ότι ακριβώς επειδή η διαδικασία της δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής και έπεται της καταδίκης μετά από ακρόαση, δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ούτε βέβαια το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όσον αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό διότι η διαδικασία δήμευσης δεν δημιουργεί νέο ποινικό αδίκημα που προστίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου.» Στην ίδια δε υπόθεση λέχθηκε περαιτέρω ότι το άρθρο 7
(2)δημιουργεί ανεξάρτητο βάθρο επί του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας κατηγορούμενος απέκτησε έσοδα δυνάμει γενεσιουργού αδικήματος. Άλλωστε η αποκόμιση εσόδων με βάση και τη σχετική νομολογία δεν είναι ανάγκη να έχει προέλευση αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάζεται[32]. Καταλήγουμε ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 7 για στοιχειοθέτηση της κατηγορίας 5. Στρεφόμαστε τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος που προβλέπεται από το άρθρο 4
(1)(ΙΙΙ),
(2)του Νόμου. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, την ένορκη μαρτυρία του ΜΚ1, από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου 2, αλλά και των γραπτών του καταθέσεων, Τεκμήρια 3Α και 3Β και χωρίς να αποδεχόμαστε τα ό,σα αναφέρει ο ίδιος στην κατάθεσή του για το υπό εξέταση θέμα, δεν έχουμε ικανοποιηθεί στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιας φύσης υπόθεση, ότι ο κατηγορούμενος 2 αποκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και
  1. Τούτο διότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία με σκοπό να αποδειχθεί ότι το ποσό των €1.150,00, που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου 2 αποτελεί έσοδα του τελευταίου από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4, στα οποία βρέθηκε ένοχος. Αυτό που ουσιαστικά καλεί η Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο να πράξει είναι να «υποθέσει» την ύπαρξη γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαίο να υπάρχουν προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταδίκη του κατηγορούμενου 2 στην κατηγορία
  2. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω, κρίνουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το ποσό των €1.150,00, που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 2, όταν συνελήφθη κατά τον επίδικο χρόνο, αποτελεί έσοδο - περιουσία, που απέκτησε από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματά μας στη νομική πτυχή που καλύπτει τις κατηγορίες, που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 και 2, για τις οποίες διεξήχθη ακροαματική διαδικασία: (α) Όσον αφορά το αδίκημα των κατηγοριών 1 και 3, ήτοι αυτό της συνωμοσίας για διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 4, αντίστοιχα, κρίνουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1 και
  3. (β) Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 2, για την οποία διεξήχθη ακροαματική διαδικασία μόνο για τον κατηγορούμενο 2, ήτοι αυτό της κατοχής της συνολικής ποσότητας της ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτός την κατείχε από κοινού με τον κατηγορούμενο
  4. Έχουμε επίσης ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι για την πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο κατείχετο από κοινού από τους κατηγορουμένους 1 και 2, αυτοί δεν είχαν την απαιτούμενη προς τούτο άδεια του Υπουργού Υγείας. (γ) Βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει εναντίον του κατηγορούμενου 2, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της 4ης κατηγορίας. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, έχουμε ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στα πλαίσια της διεξαχθείσας ακροαματικής διαδικασίας, στο μέτρο και στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, εναντίον αμφοτέρων των κατηγορουμένων και των κατηγοριών 2 και 4 για τον κατηγορούμενο
  5. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1 και
  6. Ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 1, 2, 3 και
  7. Υπομνήσκουμε στο σημείο αυτό, ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει βρεθεί ένοχος και στα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 4, τούτο όμως με δική του παραδοχή. Όσον αφορά την κατηγορία 5, την οποία μόνο ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, εν όψει των όσων αναφέρουμε πιο πάνω και της κατάληξης μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. (Yπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β και κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια [1] 50 Cr. App. R. 1 [2] Βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369 [3]
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 [4]
(1979)69 Cr.App. R 221 [5]
(1989)Cr. App. R. 359 [6]
(1989)2 A.A.Δ. 109 [7] Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στη Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693 [8] Βλέπετε σχετικά Γιώργος Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135, Αντρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B513, Π.Ε. 138/2015, 10.7.2015 [9] Βλέπετε Blackstone' s Criminal Practice, έκδοση 2007, σελ.2570 - 2573 και Archbold Criminal Law Εvidence & Practice, έκδοση 2015, παρ. 3368, σελ. 3100 [10] Πρώτη Έκδοση, στο οποίο στη σελίδα 907 [11] Έκδοση 2015, παράγραφοι 33-63, 33-64, 33-65 [12] Έκδοση 2007, σελ.2572 [13]
(2009)2 Α.Α.Δ. 662 [14] Βλ. επίσης τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 [15] Βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 [16]
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 [17]
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, 670-671 [18] Βλ. σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2004, παρ.34-4 [19] Βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21 [20]
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 [21] Βλ. Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256 [22] Βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 [23] Βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388 [24] Βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172 [25] Βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 [26] Βλ. το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36 [27] Βλ. R. ν. Searle
(1971)Crim. L. R 592 και R. ν. Strong
(1989)The Times 26.01.1990 [28]
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 [29]
(1943)2 All. E. R 156 [30]
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 [31]
(2007)1 Α Α.Α.Δ 150 [32] Βλ. και R. v. Briggs-Price [2009] UKHL 19 και Philips v. The United Kingdom [2000] 30 EHRR C.D. 170 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.