← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΡΜΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10579/2014, 13/6/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΡΜΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10579/2014, 13/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10579/2014 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΡΜΠΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Ιουνίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κυριακίδης με κα. Μ. Καλλένου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος

  1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 5/7/2013 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής HHΡ 153 στην οδό Ηλία Καννάουρου στη Λεμεσό, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Σκιαγράφηση της Υπόθεσης
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 4853, Γεώργιο Χ'Ναθαναήλ (ΜΚ 1) και τον κ. Ανδρέα Γιακουμή (ΜΚ 2)
  3. Αφού έκρινα ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Κατέθεσε επίσης ως μάρτυρας υπεράσπισης η κα. Μαρία Κορμπού (ΜΥ 1).
  4. Κατατέθηκαν συνολικά 9 Τεκμήρια.
  5. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:

(1)Στις 5/7/2013, περί ώρα 12:30, ο κατηγορούμενος με συνοδηγό την σύζυγό του, Μαρία Κορμπού (ΜΥ 1) οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα, τύπου σαλούν, με αρ. εγγραφής ΗΗΡ 153, στην οδό Ηλία Καννάουρου με ανατολική κατεύθυνση.
(2)Ο κ. Ανδρέας Γιακουμή (ΜΚ 2) οδηγούσε το φορτηγό με αρ. εγγραφής ΚΚQ 257 επί της ιδίας οδού με δυτική κατεύθυνση.
(3)Σε κάποιο σημείο του δρόμου τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν.
  1. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ
  2. Η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι ότι η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα ενέργειας του κατηγορουμένου να ελιχθεί δεξιά, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση με όχημα το οποίο του ανέκοψε την πορεία στρίβοντας δεξιά σε πάροδο της οδού Ηλία Καννάουρου. Η σύγκρουση επομένως ήταν αποτέλεσμα αντίδρασης του κατηγορουμένου ενώ τελούσε υπό αγωνιώδους διλήμματος και όχι λόγω αμελούς πράξης ή παράλειψης.
  3. Το Δικαστήριο για να καταλήξει θα πρέπει να διαπιστώσει:
(1)Ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392), και
(2)Αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη (βλ. Markantonis, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73, και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). 9. Ζητούμενο επομένως είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[1] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αυτήν αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του (βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[2] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[3] κατ' αναλογία). 10. Όπως ορθά ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, με αναφορά στη νομολογία, οδηγός που αντιμετωπίζει κίνδυνο που δεν προκάλεσε ο ίδιος οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Αν η ενέργεια άλλου οδηγού δημιουργήσει δίλημμα ή αγωνιώδη κατάσταση, ο οδηγός δεν θα κριθεί ένοχος αμέλειας, ακόμη και αν έλαβε εσφαλμένο μέτρο, αν λόγω της εγγύτητας του άλλου οχήματος, δεν είχε το χρόνο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης (βλ. Κασιέρη ν. Κυριάκου
(1997)1Β ΑΑΔ 1246, σελ. 1253 -1254 και την νομολογία που παρατίθεται). Η ίδια αρχή ισχύει και για ποινικές υποθέσεις (βλ. Δημητρίου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 190, 194).
  1. Όπως τίθεται η αρχή στην Αγγλική νομολογία, εσφαλμένη ενέργεια υπό την αγωνία της σύγκρουσης δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί το αδίκημα, εάν ο κατηγορούμενος οδηγούσε σωστά προηγουμένως και οι ενέργειες του, πριν η σύγκρουση καταστεί επικείμενη, ήταν αυτές ενός συνετού οδηγού (βλ. Simpson v. Peat [1952] 1 All E.R. 447, 449[4], και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.50 σελ. 427[5]). Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Αστ. 4853, Γιώργος Χ' Ναθαναήλ (ΜΚ 1)
  2. Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 9/10/2013 (Τεκμήριο 1).
  3. Την επίδικη ημερομηνία περί ώρα 13:30 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος το οποίο είχε γίνει περί ώρα 12:
  4. Εντόπισε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Ο κατηγορούμενος και η ΜΥ 1 είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ΜΚ 2 ήταν στην σκηνή. Στην παρουσία του ΜΚ 2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2) το οποίο ακολούθως μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 3). Στο Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο) περιλαμβάνεται και ανοικτή κατάθεση που έλαβε από τον ΜΚ 2 στη σκηνή την ημέρα του δυστυχήματος. Κατέγραψε επίσης τις ζημιές των δύο οχημάτων. Το όχημα του κατηγορουμένου είχε ζημιά στο μπροστινό μέρος αριστερά (καπό, προφυλακτήρας, φτερό, φανάρι, ανεμοθώρακας) (Τεκμήριο 5, έντυπο καταγραφής ζημιών) το όχημα του ΜΚ 2 υπέστη ζημιά στο μπροστινό δεξιό του μέρος - στον προφυλακτήρα (Τεκμήριο 4, έντυπο καταγραφής ζημιών).
  5. Στις 7/7/2013 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6) και ακολούθως τον κατηγόρησε για οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα (Τεκμήριο 7). Ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι».
  6. Ανέφερε επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ» το τοποθέτησε με βάση τις τελικές θέσεις των οχημάτων εξηγώντας ότι δεν είχαν μετακινηθεί μετά την σύγκρουση. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο είναι 50 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στη νότια και βόρεια πλευρά του δρόμου υπάρχει ασφάλτινη προέκταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι προεκτάσεις διαχωρίζονται από το δρόμο με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Μετά την προέκταση υπάρχει αυλάκι και πασσαλάκια. Η προέκταση βόρεια του δρόμου είναι πλάτους 1.80 μ. και νότια 5.30 μ. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 5.90 μ. Ανέφερε ότι ο δρόμος δυτικά, προς την υπεραγορά «Παπαντωνίου» δεν στενεύει. Η πάροδος της οδού Ακανθού, βόρεια, απέχει 20 μ. από το σημείο σύγκρουσης. Ανέφερε επίσης ότι δεν εντόπισε ανεξάρτητους μάρτυρες στη σκηνή αφού όταν ρώτησε τους παρευρισκόμενους ουδείς ανταποκρίθηκε. Αρνήθηκε ότι καθοδήγησε τον ΜΚ 2 στις απαντήσεις του. Τον είχε ρωτήσει όμως αν υπήρχαν άλλα οχήματα μπροστά του και ειδικότερα ρώτησε αν υπήρχε όχημα που ανάγκασε τον κατηγορούμενο να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο ΜΚ 2 απάντησε αρνητικά. Ανδρέας Γιακουμή (ΜΚ 2)
  7. Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 7/7/2013 (Τεκμήριο 8) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Το όχημα που οδηγούσε ήταν φορτηγό και κινείτο με ταχύτητα 20 - 30 ΧΑΩ. Σε απόσταση 100 μ. περίπου πριν την υπεραγορά «Παπαντωνίου» αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο τύπου σαλούν σκούρου χρώματος να χάνει τον έλεγχο του και να εισέρχεται στην λωρίδα κυκλοφορίας του. Προφορικά ανέφερε ότι αντιλήφθηκε το άλλο όχημα να χάνει το δρόμο του 1-2 φορές. Αφού ο οδηγός του προσπάθησε 2 - 3 φορές να το επαναφέρει στην λωρίδα του δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Προφορικά και αντεξεταζόμενος συμπλήρωσε ότι οι 2 - 3 προσπάθειες επαναφοράς έγιναν σε απόσταση 30 - 40 μ.
  8. Ανέφερε ότι μπροστά από το όχημα του δεν υπήρχαν ή δεν είδε να υπήρχαν άλλα οχήματα που να κατευθύνονταν ανατολικά ή δυτικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οδηγούσε αργά ενόψει του γεγονότος ότι οδηγούσε φορτηγό 7,5 τόνων και η περιοχή εκεί έχει καταστήματα. Δεν θυμόταν να υπήρχαν πίσω του άλλα οχήματα. Ούτε θυμόταν να τον προσπέρασε άλλο όχημα. Δεν απέκλεισε πιο μπροστά του, σε απόσταση 40 μ., να υπήρχαν άλλα οχήματα ή κάποιο όχημα να έστριψε. Θα το έβλεπε. Αυτό που είδε ήταν τον κατηγορούμενο να έρχεται κατά πάνω του. Η πρώτη φορά που τον είδε να χάνει τον έλεγχο ήταν σε απόσταση 30 - 40 μ., ίσως 50 - 60 μ. Την πρώτη φορά που είδε το όχημα ήταν σε απόσταση 100 μ. Μέχρι να γίνει η σύγκρουση ο ίδιος είχε σχεδόν ακινητοποιήσει το όχημα του. Όλα εκτυλίχθηκαν μέσα σε δευτερόλεπτα.
  9. Περιέγραψε ως εξής τον τρόπο που κινήθηκε το όχημα του κατηγορουμένου: «Όπως έρκετουν το αυτοκίνητο απέναντι μου εμπήκε στην πορεία μου, μετά μπήκε στην πορεία του, πάλε έχασεν τα και ήρτε στην πορεία μου και πάλι στην πορεία του, επειδή τη φάση τη θυμούμαι πολλά καλά τη φάση τουτην την Τρίτη φορά που έρχετουν στην πορεία μου, μου κτύπησε.»
  10. Μετά το δυστύχημα κάλεσε και τον εργοδότη του που ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος. Δεν ήταν σε θέση να πει αν ο εργοδότης του γνώριζε τον αστυφύλακα ΜΚ
  11. Ο ίδιος γνώριζε τον ΜΚ 1 εξ όψεως γιατί χρησιμοποιούν την ίδια υπεραγορά. Αρνήθηκε ότι εισήλθε άλλο όχημα στην λωρίδα του κατηγορούμενου και ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να το αποφύγει κτύπησε στο όχημα του. Δεν θυμόταν να περιγράψει την ασφάλτινη προέκταση.
  12. Αξίζει να αναφερθεί επίσης το τι ανέφερε στην ανοικτή του κατάθεση, Τεκμήριο 2: «Οδηγούσα το φορτηγό KKQ257 στην οδό Ηλία Καννάουρου με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκα μπροστά ένα σαλούν αυτ/το το οποίο οδηγείτο από απέναντι μου σε απόσταση περίπου 100 μέτρων να χάνει τον έλεγχο και να εισέρχεται στην λωρίδα μου με αποτέλεσμα να μου κτυπήσει στο μπροστινό μέρος του οχήματος μου. Θέλω να σου πω ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα στο δρόμο που ανέκοψε την πορεία του σαλούν οχήματος.» Μαρτυρία της Υπεράσπισης Κατηγορούμενος
  13. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση με την οποία απλά υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση, ημερ. 7/7/2013, Τεκμήριο
  14. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει τα ακόλουθα: «.Στις 5/7/13 και περί ώρα 12:30 οδηγούσα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΗΡ 153 στην οδό Ηλία Καννάουρου με ανατολική κατεύθυνση και είχα ως συνοδηγό την σύζυγο μου Μαρία. Φορούσαμε και οι δύο τις ζώνες μας και η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα 50 km. Όταν πέρασα το στρίψιμο που βρίσκεται στα αριστερά μου που πας στην υπεραγορά του Παπαντωνίου είδα μπροστά μου στα 30 περίπου μέτρα ένα αυτ/το εξ αντιθέτου μου να προσπερνά και να μπαίνει στην λωρίδα μου. Θυμάμαι ότι ήταν αυτ/το σαλούν ασημί χρώματος. Τότε εγώ για να τον αποφύγω κινήθηκα ελαφρώς δεξιά, πατώντας οι δεξιοί μου τροχοί την διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Το εν λόγω ασημί όχημα συνέχισε την πορεία του προς δυτικά περνώντας από τα αριστερά μου. Ακολούθως εγώ μόλις πρόλαβα και επανέφερα το μπροστινό μέρος του οχήματος μου στην λωρίδα της πορείας μου αντιλήφθηκα ξαφνικά μπροστά μου στα 2-3 μέτρα ένα όχημα σαλούν γκρίζου χρώματος το οποίο ήταν εξ αντιθέτου μου στην λωρίδα της πορείας του να κάμνει δεξιά στροφή και να μου ανακόπτει την πορεία μου με αποτέλεσμα να κινηθώ δεξιά και να συγκρουστώ μετωπικά με ένα φορτηγό. Θέλω να σου πω ότι το στενό που εισήλθε το γκρίζο όχημα βρίσκεται περίπου 10 μέτρα δυτικά του σημείου που έγινε το δυστύχημα.» Μαρία Κορμπού (ΜΥ 1)
  15. Η ΜΥ 1 υιοθέτησε την αστυνομική της κατάθεση, ημερομηνίας 21/9/2013, Τεκμήριο 9, ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Την επίδικη ημερομηνία ήταν συνοδηγός του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την αστυνομική της κατάθεση, όταν πέρασαν την πάροδο της υπεραγοράς «Παπαντωνίου» είδε ξαφνικά μπροστά στα 30 μ. περίπου, ένα όχημα τύπου σαλούν να προσπερνά και να εισέρχεται στη λωρίδα πορείας τους. Ο κατηγορούμενος κινήθηκε ελαφρώς δεξιά για να αποφύγει το όχημα το οποίο μετά κατευθύνθηκε προς τον Ύψωνα. Ο κατηγορούμενος επανέφερε το όχημα στη λωρίδα πορείας τους και ξαφνικά πάλι σε απόσταση 2 - 3 μέτρα πιο μπροστά ένα άλλο όχημα τύπου σαλούν επιχείρησε να στρίψει δεξιά σε πάροδο η οποία βρίσκεται περίπου 30 - 40 μέτρα από την πάροδο της υπεραγοράς «Παπαντωνίου». Τότε ο κατηγορούμενος για να αποφύγει την σύγκρουση κινήθηκε δεξιά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με φορτηγό. Η ίδια τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Υπέστη κάταγμα πλευρών, πνευμοθώρακα και κάταγμα του καρπού του δεξιού χεριού. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο μέχρι τις 10/7/
  16. Η θέση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά.
  17. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα, δεν θυμόταν συγκεκριμένα τις κινήσεις των δύο οχημάτων, παρέπεμψε στην αστυνομική της κατάθεση. Αρνήθηκε ότι η αστυνομική της κατάθεση ήταν υποβαλλόμενη και απόρροια εκ των υστέρων σκέψεων. Αξιολόγηση
  18. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Haloumias v. Police
(1970)2 CLR 154,156, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (Ιωαννίδου, πιο πάνω). 25. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). Αξιολόγηση του Αστ. 4853, Γεώργιου Χ' Ναθαναήλ (ΜΚ 1)
  1. Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Τα προσόντα του μάρτυρα, ως επίσης οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή δεν καταδείχθηκαν να είναι εσφαλμένα. Δέχομαι τα προσόντα του μάρτυρα, και τον μάρτυρα ως αξιόπιστο. Δέχομαι τη μαρτυρία του, δηλαδή τις μετρήσεις του, την περιγραφή του δρόμου, των ζημιών των οχημάτων και των ευρημάτων του στη σκηνή και την αποτύπωση αυτών στα Τεκμήρια 2 και 3, στην ολότητα της. Δέχομαι επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης Χ ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ 2, στα 2.30 μ. από το πλάτος της λωρίδας που είναι 3 μ. Πέραν του γεγονότος ότι η σύγκρουση έγινε στην λωρίδα πορείας του ΜΚ 2 η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή οι προκληθείσες ζημιές ή μετρήσεις δεν καταδεικνύουν οτιδήποτε επιπρόσθετο. Αξιολόγηση του Ανδρέα Γιακουμή (ΜΚ 2)
  2. Ο ΜΚ 2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η αντεξέταση δεν κλόνισε την αξιοπιστία του. Είναι γεγονός ότι δεν ήταν σίγουρος για κάποιες αποστάσεις που ανέφερε, όμως αυτό είναι σύνηθες σε τροχαία δυστυχήματα όπου όλα εκτυλίσσονται πολύ γρήγορα. Το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση δεν απέκλεισε ότι πιο μπροστά να υπήρχαν άλλα οχήματα δεν μετέβαλε τη θέση του που προβλήθηκε από την αρχή με την ανοικτή του κατάθεση (στο Τεκμήριο 2) και μετά στην ανακριτική (Τεκμήριο 8) ότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και απέτυχε να το επαναφέρει στην λωρίδα πορείας του με αποτέλεσμα να συγκρουστούν χωρίς να παρεμβληθεί ενέργεια ή παράλειψη τρίτου. Δεν καταδείχθηκε, άλλωστε, οποιοσδήποτε λόγος ή όφελος που θα αποκόμιζε από το να αποκρύψει την αλήθεια. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση στην ολότητα της. Ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου
  3. Οι αρχές με τις οποίες εξετάζει και αξιολογεί το Δικαστήριο ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου συνοψίστηκαν στην Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, 520-521, στην οποία αναφέρθηκε ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στην R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221 από την οποία παρατίθεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα: «... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» (βλ. επίσης Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v Republic
(1978)2 CLR 152, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 385 και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Π. Ε. 134/13, 2/5/2014)
  1. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος απλά υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) που έδωσε στην αστυνομία. Εξέτασα το περιεχόμενο της κατάθεσης του σε συνάρτηση με την γραμμή της υπεράσπισης, ότι δηλαδή η σύγκρουση έγινε λόγω ενεργειών δύο οχημάτων και ειδικότερα δεύτερου που έστριψε δεξιά ανακόπτοντας την πορεία του, οπότε και συγκρούστηκε με το όχημα του ΜΚ
  2. Πέραν της μαρτυρίας της ΜΥ 1 η εκδοχή του δεν βρίσκει έρεισμα σε άλλη πραγματική μαρτυρία ή ανεξάρτητη μαρτυρία, επομένως δεν μπορώ, υπό τις περιστάσεις, να της προσδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα. Αξιολόγηση της Μαρίας Κορμπού (ΜΥ 1)
  3. Η ΜΥ 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν διστακτική στις τοποθετήσεις της και περιορίστηκε μόνο στα λεχθέντα της στην αστυνομική της κατάθεση. Δεν μου διαφεύγει ότι κάποια πράγματα μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορεί να ξεχαστούν, όμως λογικά θα αναμενόταν να δώσει κάποιες διευκρινίσεις σε σχέση με τις πορείες των δύο οχημάτων. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι είναι η σύζυγος του κατηγορουμένου και ότι έδωσε κατάθεση 2 μήνες μετά το δυστύχημα με συγκεκριμένες αναφορές σε αποστάσεις που συνέπιπταν με αυτά που είχε αναφέρει και ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση. Δεν έχω πειστεί ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, δεν την κρίνω αξιόπιστη και δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Ευρήματα και Συμπεράσματα
  4. Πέραν των όσων αναφέρω στην παρ. 5 πιο πάνω, καταλήγω ότι η σύγκρουση έγινε σε σημείο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ
  5. Ο κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του και παρά τις προσπάθειες του να επαναφέρει το όχημα του στη λωρίδα πορείας του δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ
  6. Ο λόγος που απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του ο κατηγορούμενος δεν οφειλόταν σε ενέργεια ή παράλειψη τρίτου οδηγού. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης αν ο κατηγορούμενος ενήργησε ενώ τελούσε υπό την αγωνία της στιγμής.
  7. Παραμένει να εξετάσω κατά πόσο η απώλεια του ελέγχου του οχήματος, υπό τις περιστάσεις, έστω και αν απορρίφθηκε η εκδοχή του κατηγορουμένου, αρκεί για εξαγωγή συμπεράσματος οδήγησης χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.
  8. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/427, §5.52[6], αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234, Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v Wenlock [1971] R.T.R. 228).
  9. Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful) η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/428, §5.53[7] με αναφορά στη R. v Spurge [1961] 2 All E.R. 688). Στην Bensley v. Smith [1972] Crim. L. R. 239 κρίθηκε ότι κατηγορούμενος που πέρασε άσπρη συνεχόμενη γραμμή και συγκρούστηκε με εξ αντιθέτου κατευθυνόμενο όχημα ήταν ένοχος, αφού το πέρασμα άσπρης γραμμής στην απουσία άλλης εξήγησης ήταν αμέλεια (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/427, §5.52[8] και R. v. Warwickshire Police Ex p. Manjit Singh Mundi [2001] EWHC Admin 448).
  10. Στην προκειμένη περίπτωση η εξήγηση της υπεράσπισης δεν έγινε αποδεκτή, ούτε προσφέρθηκε άλλη εξήγηση για την απώλεια ελέγχου του οχήματος του κατηγορουμένου που βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Στη βάση των ευρημάτων μου κρίνω ότι το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω είναι ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας του κατηγορουμένου. Έχω ικανοποιηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Κατάληξη
  11. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final/ Negligent driving/ Law 86/72, s.
  12. Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Αμελής Οδήγηση/ N. 86/72, άρθρο
  13. [1] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [2] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [3] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [4] 'Suppose a driver is confronted with a sudden emergency through no fault of his own. In an endeavour to avert a collision he swerves to his right--it is shown that had he swerved to the left the accident would not have happened. That is being wise after the event, and, if the driver was, in fact, exercising the degree of care and attention which a reasonably prudent driver would exercise, he ought not to be convicted, even though another, and, perhaps, more highly skilled, driver would have acted differently.' [5] 'A wrong action in the agony of the collision will not suffice alone to prove an offence under s.3 (Simpson v Peat above) if the defendant had been driving properly beforehand and his actions prior to the time when the collision became imminent had been those of a prudent driver.' [6] 'Frequently the only evidence which the police are able to bring is evidence of the defendant's vehicle leaving the road and a collision occurring with a wall or a pole or the vehicle ending up in a ditch or upside down in a field. In the absence of any explanation by the defendant, if the only conclusion which it is possible to draw is that the defendant was negligent or had departed from what a reasonably prudent and competent driver would have done in the circumstances, a court should convict. The doctrine of res ipsa loquitur is a rule of evidence applicable to the tort of negligence and as such has no application to the criminal law. But the fact that res ipsa loquitur has no application to criminal law does not mean that the prosecution have to negative every possible explanation of a defendant before he can be convicted of careless driving where the facts at the scene of an accident are such that, in the absence of any explanation by the defendant, a court can have no alternative but to convict.' [7] 'However, if an explanation, other than a fanciful explanation, is given by the defendant it is for the prosecution to disprove it and unless it is disproved the defendant is entitled to the benefit of the doubt.' [8] 'Similarly in Bensley v Smith [1972] Crim. L.R. 239 justices were directed to convict a defendant who had crossed a central white line and collided with a car coming the opposite direction. Crossing a white line was itself evidence of careless driving and in the absence of explanation the justices must convict.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.