Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνη Λοίζου, Aρ. Υπόθεσης: 2673/14, 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 2673/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Αντώνη Λοίζου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 09.06.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο: κα. Μ. Πατσαλίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Χ.Γεωργίου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα τέσσερις
(4)κατηγορίες. Συγκεκριμένα : 1η κατηγορία για επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με της λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 1η Σεπτεμβρίου 2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή, κατά του Αστυφύλακα 3610 Κ. Αντωνίου από τη Λεμεσό, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. 2η κατηγορία για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με της λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 1η Σεπτεμβρίου 2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, επιτέθηκε εναντίον του Αστυφύλακα 3610 Κ. Αντωνίου από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεως του για ποινικό αδίκημα. 3η κατηγορία για ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με της λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 1η Σεπτεμβρίου 2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στην οδό Σιαφή, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. 4η κατηγορία για δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/
- Σύμφωνα με της λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 1η Σεπτεμβρίου 2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στην οδό Σιαφή, εξύβρισε τον Αστυφύλακα 3610 Κ. Αντωνίου από τη Λεμεσό, με τις λέξεις "Δεν σου διώ τίποτε ρε μαλάκα, είσαι βλάκας", κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς
(3)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, o κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα
(1)μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Αστ.3610 Κώστας Αντωνίου : Κατ΄ αρχήν στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση ημερ.01/09/13 που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση, τεκμήριο 1, η οποία ανεγνώσθη ενώπιον του Δικαστηρίου και συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει τα εξής (παρατίθεται αυτούσια) : " Υπηρετώ στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είμαι απεσπασμένος στους Ουλαμούς Προλήψεως Δυστυχημάτων (ΟΠΟΔ). Την 01/09/2013 ανέλαβα για ειδικό καθήκον για έλεγχο τροχαίων παραβάσεων καθώς και έλεγχο αλκοόλης στην Λεμεσό στην οδό Σιαφή. Περί η ώρα 04.00 ανέκοψα για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΜF 689, AUDI-A3 το οποίο οδηγείτο μετά από εξετάσεις από τον Αντώνη Λοίζου, Δ/Τ 1039534, ημ γεν 20/06/
- Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχα με τον πιο πάνω διαπίστωσα ότι μύριζε πολύ έντονα οινόπνευμα, τραύλιζε δηλαδή δεν μιλούσε κανονικά και είχε δυσκολία στην ομιλία. Του ζήτησα να κατεβεί κάτω από το αυτοκίνητο και όταν το έπραξε αυτός δυσκολευόταν στην αρχή να περπατήσει. Του ζήτησα να μου παρουσιάσει την άδεια οδηγήσεως του και αυτός αρνήθηκε, του ζήτησα να μου παρουσιάσει την πολιτική του ταυτότητα για να διαπιστώσω τα στοιχεία του και πάλι συνέχιζε να αρνείται επίμονα να συνεργαστεί. Του ζήτησα να μου δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και αφού πρώτα του επέστησα την προσοχή του στο νόμο και του ανέφερα ότι τυχών άρνηση του η αποφυγή να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε σύλληψη, αυτός απάντησε «Δκιό Ουίσκια ήπια». Του έκανα προκαταρτικό έλεγχο με την μηχανή 939 με αποτέλεσμα 200mg/αντί 22mg που είναι το υπό του νόμου καθορισμένο όριο. Αμέσως πληροφόρησα τον πιο πάνω οδηγό για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τον πληροφόρησα ότι είναι υπόχρεος να μου δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχών άρνηση του η αποφυγή του να το πράξει τούτο δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και του επέστησα την προσοχή του στο νόμο, και αυτός απάντησε, «Δεν σου δυό τίποτε ρε μαλάκα, είσαι βλάκας» και άρχισε να φωνάζει να αντιδρά να με σπρώχνει με τα δύο του χέρια και να με κτυπά στο στήθος. Παρόλο των πιο πάνω εγώ παρέμεινα πολύ ήρεμος, του ζήτησα να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να με κτυπά και να με σπρώχνει στο στήθος. Του ζήτησα ξανά να μου δώσει δείγμα για την τελική εξέταση και αυτός πάλι αρνήθηκε και συνέχισε να φωνάζει να με αποκαλεί βλάκα, να με λέει μαλάκα, να με σπρώχνει πολύ δυνατά και να με κτυπά με τα δύο του χέρια στο στήθος μου αλλά και στα χέρια μου. Σε κάποια στιγμή με αρπάζει με το δεξιό του χέρι το αριστερό μου χέρι και να προσπαθά να μου το κλώσει και άρχισε να με κλωτσά με τα πόδια του στα πόδια μου και να συνεχίζει να με λέει βλάκα και μαλάκα και να μου λέει έπρεπε να παίξεις πελλό και να με αφήσεις να φύγω όξα εν να πληρωθείς παραπάνω. Αμέσως του επέστησα την προσοχή του στο νόμο, τον πληροφόρησα ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της άρνησης να δώσει δείγμα εκπνοής καθώς για επίθεση εναντίον Αστυνομικού εν ώρα καθήκοντος, για δημόσια εξύβριση, ως επίσης για αντίσταση σε νόμιμη σύλληψη αφού κατά τη σύλληψη του αυτός συνέχιζε να με κτυπά με τα χέρια του όπου έβρισκε να αντιστέκεται επίμονα και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ για να του περάσω χειροπέδες για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του. Μετά που έγινε κατορθωτή η σύλληψη του πιο πάνω, ενημέρωσα τον Αξιωματικό υπηρεσίας Λεμεσού για όλο το συμβάν και κατόπιν άδειας του, μετέφερα τον συλληφθέντα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για τα περαιτέρω. Στον κεντρικό σταθμό Λεμεσού, ο συλληφθέντας ήταν αντιδραστικός, μη συνεργάσιμος, δεν υπόγραψε τα δικαιώματα του, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησα για όλα τα δικαιώματα του και του προσκόμισα το σχετικό έντυπο, και αν ήθελε να τα ασκήσει και αυτός αρνήθηκε επίμονα και με τα δύο του χέρια μου έδειχνε το σημείο των γεννητικών του οργάνων και μου έλεγε ότι θα πιάσω τα αρχίδια του και ότι όλους μας έχει γραμμένους στα αρχίδια του και αυτό το έλεγε συνέχεια. Σε κάποια στιγμή από μόνος του μου εκμυστηρεύτηκε ότι κάπου προηγουμένως έκανε δυστύχημα κτύπησε πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο αλλά δεν θυμάται που ακριβώς. Την εξέταση της υπόθεσης ανέλαβε η Αστ. 3362 του σταθμού πόλεως Λεμεσού. " Ο μάρτυρας ακολούθως αντεξετάστηκε επί μακρόν. Ευθέως αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν ήπιος, σταθερός και απαντούσε άμεσα, με σαφήνεια και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, η αξιοπιστία του δε ουδόλως κλονίστηκε κρίνω από την ομολογουμένως επίμονη και επίπονη αντεξέταση που υπέστη. Θα πρόσθετα δε ότι ο πυρήνας ή και η ουσία της μαρτυρίας του παρέμεινε αναλλοίωτος μέχρι τέλους. Με αυτά υπόψη αναφέρεται εδώ με κάθε σεβασμό, έχοντας κατά νου τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του, πως η υπεράσπιση καταπιάστηκε κυρίως με δευτερευούσης σημασίας θέματα και λιγότερο με την ουσία. Θεωρώ συναφώς ότι δεν έχουν τόση σημασία για το Δικαστήριο οι αποστάσεις μεταξύ των περιπολικών που ήταν στη σκηνή ή των αστυνομικών μεταξύ τους ή η ακριβής θέση του ίδιου του μάρτυρα στο δρόμο ή εν σχέση με το περιπολικό του. Εν πάση περιπτώσει επί τούτων και άλλων που ερωτήθηκε ο μάρτυρας έδωσε τις απαντήσεις του και ήταν ξεκάθαρος, δίδοντας πλήρως την εικόνα για την σκηνή που επισυνέβησαν τα επίδικα γεγονότα τη συγκεκριμένη ημέρα. Όπως δεν έχει σημασία θεωρώ ότι στην κατάθεση του δεν ανέφερε λεπτομέρειες αναφορικά με τα περιπολικά και τους αστυνομικούς στη σκηνή τη στιγμή της ανακοπής του κατηγορούμενου, αν η τροχαία κίνηση ήταν αυξημένη ή κανονική κατά τη στιγμή της ανακοπής και πόσα αυτοκίνητα περνούσαν κάθε λεπτό, για την ακριβή απόσταση που είχε από τον κατηγορούμενο ή τους άλλους αστυνομικούς και πόσοι άλλοι από τους παρόντες αστυνομικούς άκουσαν τη συνομιλία με τον κατηγορούμενο. Όλα αυτά, για τα οποία έδωσε συγκεκριμένες απαντήσεις αντεξεταζόμενος, είναι δευτερευούσης σημασίας και δεν αναμένετο να τα συμπεριλάβει στην κατάθεση του. Δέχομαι δε αυτό που είπε ο μάρτυρας ότι κάποια σημεία της μαρτυρίας του στα οποία αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθούν. Η κατάθεση προσθέτω όπως είναι λογικό περιλαμβάνει το συμβάν με τον κατηγορούμενο και τις ουσιώδεις λεπτομέρειες που σχετίζονται με τα αδικήματα με τα οποία κατηγορείται. Επίσης να σημειώσω ότι δεν εντοπίζω στη μαρτυρία του οποιαδήποτε αντίφαση εν σχέση με όσα ο μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεσή του, ενώ τέλος να πω ότι όπου ανέφερε ότι δεν θυμάται ήταν λογικό. Δεν πρέπει παρεμβάλλω να διαφεύγει και ο χρόνος που παρήλθε από το συμβάν. Εν κατακλείδι να αναφέρω ότι δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και κατέθεσε τα γεγονότα όπως ακριβώς εξελίχθηκαν την επίδικη ημέρα, χωρίς να έχει κανένα απολύτως λόγο να μην πει την αλήθεια. Συναφώς σημειώνεται ότι στην ολότητα της η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Μιχάλης Κυλίλης: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών στη Λευκωσία και είναι στον Τομέα Νομοθεσίας. Το τεκμ.2 είναι μια πιστοποίηση που έχει εκδώσει για συσκευή αλκοόλης προκαταρκτικής εξέτασης και εξήγησε ότι αυτό εκδόθηκε με βάση Διάταγμα του Υπουργού στη βάση του Νόμου Περί Οδικής Ασφάλειας και τα πρότυπα που καθόρισε για τέτοιες συσκευές. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι είναι Τεχνικός Μηχανικός Α' Τάξης και στον Τομέα Νομοθεσίας ασχολείται με τα θέματα που έχουν σχέση κυρίως με την οδική ασφάλεια, μεταξύ των οποίων είναι και η πιστοποίηση για τις συσκευές αλκοόλης. Εν σχέση με τις συσκευές αυτές δε, όπως και η συγκεκριμένη που αφορά η πιστοποίηση του, ανέφερε ότι τις εξετάζουν μαζί με οποιαδήποτε συνοδευτικά έγγραφα τους προσκομίσει η Αστυνομία και εξετάζουν κατά πόσο η συσκευή πληροί ένα από τα πρότυπα που αναφέρονται στο διάταγμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συμπεριλαμβάνονταν στον κατάλογο της N.H.T.S.A. και στα αγγλικά είναι 'National Highway Traffic Safety Administration', είναι του 'Department of Transportation, USA'. Δεν κάνουν οποιοδήποτε μηχανικό, τεχνικό έλεγχο οι ίδιοι. Δεν γνωρίζει αν εκδόθηκε οποιοδήποτε μεταγενέστερο πιστοποιητικό του τεκμ.2 ή μεταγενέστερο διάταγμα. Επίσης δεν γνωρίζει σε ποιους ελέγχους πρέπει να προβεί ο αστυνομικός που πρόκειται να χρησιμοποιήσει τη μηχανή ή αν οφείλει να κάνει τέτοιους ελέγχους, από ποιους αστυνομικούς χρησιμοποιήθηκε ή αν η συγκεκριμένη μηχανή προκαταρτικής εξέτασης εκδίδει έντυπο αποτέλεσμα ή αν παραμένει οποιοδήποτε στοιχείο που καταγράφει αποθηκευμένο. Τέλος δεν γνωρίζει αν η συγκεκριμένη μηχανή το 2013 χρησιμοποιήθηκε ή αν καταστράφηκε. Όσον αφορά τον συγκεκριμένο μάρτυρα δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας που κατέθεσε ότι γνώριζε και με βάση τα καθήκοντα του για το τεκμ.2 και την αναφερόμενη σε αυτό μηχανή προκαταρτικής εξέτασης αλκοόλης, η οποία με βάση τον αύξων της αριθμό δηλ.38939 φαίνεται να είναι η συσκευή που είχε στην κατοχή του ο ΜΚ1 την επίδικη ημέρα και στην οποία ο ίδιος αναφερόταν με τον αριθμό
- Όμως σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν θα παίξει κάποιο ρόλο στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Αστ.3593 Θεόδωρος Γεωργίου: Στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση (τεκμήριο 3), η οποία αναγνώσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει ότι την 01/09/13 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο» (βλ. τεκμ.4). Κατά την αντεξέταση του είπε ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο βάση της κατάθεσης του συναδέλφου του που συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Αυτό έγινε στο γραφείο του στο τμήμα Μικροπαραβάσεων. Τον μετέφερε εκεί από τα κρατητήρια και ακολούθως ο κατηγορούμενος απολύθηκε της κράτησης του. Όλες οι ενέργειες του καταγράφονται στην κατάθεση του. Αν του έλεγε κάτι άλλο ο κατηγορούμενος θα το κατέγραφε. Δεν θυμάται αν ο κατηγορούμενος είχε τραύματα στους καρπούς, ούτε αν του ζήτησε να δώσει κατάθεση εναντίον του αστυνομικού διότι είχε παράπονο ότι τον κακοποίησε στρίβοντας και σφίγγοντας του τις χειροπέδες. Ο μάρτυρας αυτός κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Ήταν η μοναδική ενέργεια στην οποία προέβη και δεν αμφισβητήθηκε. Οπότε η μαρτυρία του, τυπικής φύσεως θα την χαρακτήριζα, γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Δεν διέπραξα τα αδικήματα που με κατηγορούν και οι κατηγορίες ήταν για να καλύψουν την βίαιη και απρεπή συμπεριφορά του αστυνομικού." Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της δήλωσης και τις αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω σημειώνω ότι δεν μπορώ να δώσω στη δήλωση κάποια αξία. Διότι αν έχει διαπράξει τα αδικήματα είναι αυτό που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω ή και αφορά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Η μάρτυρας που κάλεσε ο κατηγορούμενος ήταν η Δρ.Μάρω Κωνσταντή (ΜΥ1): Είναι γιατρός και εργάζεται στα Επείγοντα Περιστατικά του Νοσοκομείου Λεμεσού. Αναγνώρισε την ιατρική έκθεση που εξέδωσε ημερ.05/02/16, τεκμ.5 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Εις την έκθεση αναφέρονται τα εξής : " ΘΕΜΑ : ΛΟΙΖΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ ΗΜ.ΓΕΝ.: 20/06/87 Α.Δ.Τ.:1039534 Στις 04/09/2013 και ώρα 23:12 έγινε εγγραφή του ασθενούς στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Προσεκομίσθη με ιδιωτικό μέσο. Παραπονείτο για: άλγος αριστερού καρπού και αυχεναλγία από 4 ημερών. Ανέφερε ότι τον συνέλαβε η Αστυνομία το Σάββατο 31/08/2013 το βράδυ. Από τις χειροπέδες παραπονείτο για άλγος και αιμωδία αριστερού καρπού. Παραπονείτο επίσης για αυχεναλγία. Ακτινογραφίες: αριστερού καρπού και αυχένος - χωρίς οστική κάκωση. Έγινε περίδεση του καρπού και χορηγήθηκαν παυσίπονα. " Στην αντεξέταση της επανέλαβε τις εξετάσεις που έγιναν και το αποτέλεσμα τους, ως αυτά αναγράφονται στην έκθεση πιο πάνω. Όσον αφορά το άλγος είπε ότι είναι αυτό που ανέφερε ο ασθενής. Το ότι έγιναν ακτινογραφίες είναι επειδή παραπονείτο αλλά και επειδή η ίδια αποφάσισε να του κάνει, άρα υπήρχε ευαισθησία. Συμφώνησε όμως ότι το άλγος διαγιγνώσκεται δια της ψηλάφησης και είναι ο ασθενής που λέει αν πονά ή όχι. Σημειώνοντας ότι έγινε δήλωση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι δεν αμφισβητούνται τα προσόντα της μάρτυρος, αναφέρεται ότι η μάρτυρας αυτή κατέθεσε αναμφίβολα ως εμπειρογνώμονας. Πρόκειται δε για μια ανεξάρτητη μάρτυρα, η οποία έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις και δέχομαι τη μαρτυρία της. Είναι θεωρώ αυτό το κατάλληλο σημείο, κατόπιν της αξιολόγησης και της μαρτυρίας της ΜΥ1, να αναφερθώ στη θέση της Υπεράσπισης περί κακοποίησης του κατηγορούμενου από τον ΜΚ1 δια «τοποθέτησης των χειροπέδων με βάρβαρο και βάναυσο τρόπο, πονώντας τον, σφίγγοντας τις χειροπέδες και τραυματίζοντας τον στους καρπούς» αλλά και για «εκδικητικό στρίψιμο των χειροπέδων στα χέρια του, σπρώχνοντας τις ταυτόχρονα και τραυματίζοντας τον και στους δύο καρπούς και ειδικότερα στον αριστερό καρπό στρίβοντας τον» (βλ. υποβολές της ευπαίδευτης συνηγόρου στις σελ.51-52 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 13/01/2017). Η θέση αυτή που προωθήθηκε μέσω της αντεξέτασης του ΜΚ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Αυτό γιατί: (α) Κατ' αρχήν ως εκ της αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ1, ο οποίος αρνήθηκε κάτι τέτοιο, αλλά και επειδή η θέση του MK1 περί του ότι οι χειροπέδες του είναι σταθερές και ούτε γυρίζουν αλλά ούτε στρίβουν παρέμεινε αναντίλεκτη. (β) Οι πιο πάνω υποβολές αλλά και σχετικές ερωτήσεις προς τον ΜΚ3 έτειναν να δείξουν ότι ο κατηγορούμενος υπέστη τραυματισμούς στους καρπούς. Ο ΜΚ3 υπενθυμίζεται ερωτήθηκε αν «πρόσεξε οποιαδήποτε τραύματα στους καρπούς του». Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβεβαιώνεται από την ΜΥ1 και το τεκμ.5, όπου αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος απλά παραπονείτο για άλγος. (γ) Εν πάση όμως περιπτώσει η επίσκεψη του στο Νοσοκομείο στις 04/09/13 σχεδόν μεσάνυχτα ενώ απολύθηκε της κράτησης του το μεσημέρι της 01ης/09/13, συν το αποτέλεσμα της εξέτασης του, έχουν δημιουργήσει ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου, τα οποία η Υπεράσπιση άφησε αναπάντητα. Αφού απολύθηκε την 01/09/13 και ήταν τραυματισμένος μάλιστα από τον αστυνομικό γιατί δεν πήγε αμέσως στο Νοσοκομείο ή έστω αργότερα την ίδια μέρα; Γιατί περίμενε σχεδόν 4 μέρες για να πάει να εξεταστεί; Γιατί η γιατρός δεν εντόπισε τους τραυματισμούς αυτής της βάρβαρης και βάναυσης κακομεταχείρισης, παρά μόνον ο ίδιος παραπονείτο για άλγος; Γιατί εφόσον η κακομεταχείριση και ο τραυματισμός αφορούσε και τους 2 καρπούς του, μόνον για τον ένα παραπονείτο; Και τι σχέση έχει η αυχεναλγία για την οποία παραπονείτο με το περιστατικό, από τη στιγμή που ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ1 οτιδήποτε που να συνδέει το συμβάν με τραυματισμό του αυχένα του; Με βάση όλα τα πιο πάνω και το μεγάλο κενό που υπάρχει στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, θεωρώ μονόδρομο την κατάληξη του Δικαστηρίου να μην αποδεχτεί τη θέση του αυτή. Οι υποβολές δε που έγιναν, ελλείψει άλλης μαρτυρίας, θεωρώ πως έμειναν κενό γράμμα. Ακόμη καταλήγω ότι η επίσκεψη του στο Νοσοκομείο αποτελούσε προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις και δεν συνδέεται με το επίδικο συμβάν, σε μια προσπάθεια του να δημιουργήσει ευνοϊκά στοιχεία για τον ίδιο εν αναμονή της παρούσας υπόθεσης. (δ) Ανεξάρτητα των ανωτέρω όμως, αναφέρω για χάριν συζήτησης ότι ακόμη και αν αποδεχόμουν ότι ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε και είχε άλγος στον αριστερό καρπό εκ του επίδικου συμβάντος αυτό και πάλιν δεν θα τον βοηθούσε. Αφενός διότι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η αντίσταση που προέβαλλε κατά την προσπάθεια να του περάσει χειροπέδες ο ΜΚ1 και όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΚ1, θα ήταν ένα λογικό αποτέλεσμα και μόνον τον εαυτό του θα μπορούσε να μέμφεται για τούτο. Όμως και επειδή αυτό συνέβηκε κατόπιν που πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 για τα αδικήματα που διέπραξε και στην προσπάθεια του να τον συλλάβει. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα : Ο ΜΚ1, την 01/09/2013 ανέλαβε ειδικό καθήκον για έλεγχο τροχαίων παραβάσεων καθώς και έλεγχο αλκοόλης στην Λεμεσό στην οδό Σιαφή. Υπηρετούσε στο Αρχηγείο Αστυνομίας και ήταν τότε αποσπασμένος στους Ουλαμούς Προλήψεως Δυστυχημάτων (ΟΠΟΔ). Περί η ώρα 04:00 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΜF 689, AUDI-A3 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχε μαζί του διαπίστωσε ότι μύριζε πολύ έντονα οινόπνευμα, τραύλιζε δηλαδή δεν μιλούσε κανονικά και είχε δυσκολία στην ομιλία. Του ζήτησε να κατεβεί κάτω από το αυτοκίνητο και όταν το έπραξε αυτός δυσκολευόταν στην αρχή να περπατήσει. Του ζήτησε να του παρουσιάσει την άδεια οδηγήσεως του και αυτός αρνήθηκε. Του ζήτησε να του παρουσιάσει την πολιτική του ταυτότητα για να διαπιστώσει τα στοιχεία του και πάλι συνέχιζε να αρνείται επίμονα να συνεργαστεί. Του ζήτησε να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του ανέφερε ότι τυχόν άρνηση του ή αποφυγή να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε σύλληψη, αυτός απάντησε «Δκιό Ουίσκια ήπια». Του έκανε προκαταρτικό έλεγχο με την μηχανή 939 με αποτέλεσμα 200mg/αντί 22mg που είναι το υπό του νόμου καθορισμένο όριο. Αμέσως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τον πληροφόρησε ότι είναι υπόχρεος να του δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση του ή αποφυγή του να το πράξει τούτο δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, και αυτός απάντησε, «Δεν σου δυό τίποτε ρε μαλάκα, είσαι βλάκας» και άρχισε να φωνάζει, να αντιδρά, να τον σπρώχνει με τα δύο του χέρια και να τον κτυπά στο στήθος. Παρά τα πιο πάνω ο ΜΚ1 παρέμεινε ήρεμος. Του ζήτησε να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να τον κτυπά και να τον σπρώχνει στο στήθος. Του ζήτησε ξανά να του δώσει δείγμα για την τελική εξέταση και αυτός πάλι αρνήθηκε και συνέχισε να φωνάζει να τον αποκαλεί βλάκα, να τον λέει μαλάκα, να τον σπρώχνει πολύ δυνατά και να τον κτυπά με τα δύο του χέρια στο στήθος του αλλά και στα χέρια του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρπαξε με το δεξιό του χέρι το αριστερό χέρι του ΜΚ1 και προσπαθούσε να του το κλώσει/στρίψει και άρχισε να τον κλωτσά με τα πόδια του στα πόδια του και να συνεχίζει να τον λέει βλάκα και μαλάκα και να του λέει έπρεπε να παίξεις πελλό και να με αφήσεις να φύγω όξα εν να πληρωθείς παραπάνω. Αμέσως ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της άρνησης να δώσει δείγμα εκπνοής καθώς επίσης για επίθεση εναντίον Αστυνομικού εν ώρα καθήκοντος, για δημόσια εξύβριση, ως επίσης για αντίσταση σε νόμιμη σύλληψη αφού κατά τη σύλληψη του αυτός συνέχιζε να τον κτυπά με τα χέρια του όπου έβρισκε, να αντιστέκεται επίμονα και ο ΜΚ1 δυσκολεύτηκε πάρα πολύ για να του περάσει χειροπέδες για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του. Ας σημειωθεί ότι στην οδό Σιαφή καθ' όλη τη διάρκεια του πιο πάνω συμβάντος υπήρχε τροχαία κίνηση και διερχόμενοι πεζοί, όπως επίσης και άλλοι αστυνομικοί που διενεργούσαν και αυτοί ελέγχους. Μετά που έγινε κατορθωτή η σύλληψη του πιο πάνω, ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον Αξιωματικό υπηρεσίας Λεμεσού για όλο το συμβάν και κατόπιν άδειας του, μετέφερε τον συλληφθέντα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για τα περαιτέρω. Στον κεντρικό σταθμό Λεμεσού, ο συλληφθέντας ήταν αντιδραστικός, μη συνεργάσιμος, δεν υπόγραψε τα δικαιώματα του, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για όλα τα δικαιώματα του και του προσκόμισε το σχετικό έντυπο, και αν ήθελε να τα ασκήσει και αυτός αρνήθηκε επίμονα και με τα δύο του χέρια του έδειχνε το σημείο των γεννητικών του οργάνων και του έλεγε ότι θα πιάσει τα αρχίδια του και ότι όλους τους έχει γραμμένους στα αρχίδια του και αυτό το έλεγε συνέχεια. Σε κάποια στιγμή από μόνος του ο κατηγορούμενος εκμυστηρεύτηκε στον ΜΚ1 ότι κάπου προηγουμένως έκανε δυστύχημα, κτύπησε πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο αλλά δεν θυμάται που ακριβώς. Την εξέταση της υπόθεσης ανέλαβε η Αστ. 3362 του σταθμού πόλεως Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος την 01/09/13 και μεταξύ των ορών 11:45-11:50 στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού κατηγορήθηκε γραπτώς εν σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση και απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «244. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ........................................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου, 2. Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) είναι τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης, 2. Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act 1861. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'. ................................................................................................................................ The mens rea requirement in s.38 may be negatived by the accused's mistaken view of the facts, as for example where he mistakes CID officers for rival gangsters, and believes he is being abducted, rather than arrested. In such a case the accused would have no intent to resist lawful arrest. Indeed, he would not even have the mens rea of assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Williams [1987] 3 All ER 411; Brightling [1991] Crim LR 364). The mistake would not have to be a reasonable one (Williams; Lee; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In contrast, the accused has no defence if his mistake is merely one of law, as for example where he does not appreciate that a citizen has a power of arrest, or where he assumes that an arrest is unlawful merely because he is (or believes himself to be) innocent of the offence in question. As Rose LJ said in Lee: Whether or not an offence has actually been committed or is believed by the defendant not to have been committed is irrelevant.» Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). ................................................................................................................................ Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability. In Albert v Lavin [1982] AC 546, D unlawfully assaulted a man who attempted to prevent him from causing a breach of the peace. He claimed not to know that this man was a police officer, but the House of Lords held that his alleged mistake was irrelevant. He would have been guilty of an assault or battery even if the man had not been a police officer, because the officer had been doing only what any citizen would have had the right to do in the circumstances. In contrast, if D honestly believes that he is being attacked or kidnapped by criminals, and uses force to resist them, he will not be guilty of a s. 89 offence, even though the 'criminals' prove to be police officers who were acting lawfully at the time. D's honest belief in his need to act in self-defence would negative any mens rea for assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Blackburn v Bowering; and see generally A3.36)». Το αδίκημα της ανησυχίας προβλέπεται από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (βλ. Pitsillos v. The Police
(1966)2CLR 50):
- Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,
- Σε δημόσιο χώρο,
- Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,
- Η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Για το αδίκημα της ανησυχίας γενικά βλ. επίσης Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προνοεί ότι : " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. " Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίζει άλλο, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας (βλ. ανωτέρω) και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές είναι προφανές ότι όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πληρούνται. Διότι αναμφίβολα η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου με τα κτυπήματα και τα σπρωξίματα προς τον αστυνομικό (ΜΚ1), ο οποίος κατ' εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του και να εκτελέσει το καθήκον του δηλαδή να διενεργήσει έλεγχο αλκοόλης, συμπεριφορά που συνεχίστηκε και κατά την προσπάθεια του αστυνομικού να συλλάβει τον κατηγορούμενο και να του περάσει χειροπέδες για να μην καταστεί τούτο δυνατό, συνεπάγεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά των κατηγοριών 1 και
- Επίσης λαμβάνοντας υπόψη ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκτυλίχθηκαν στην οδό Σιαφή στη Λεμεσό και συνεπώς σε δημόσιο χώρο, σημειώνεται περαιτέρω ότι αφενός οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο προς τον αστυνομικό ήταν υβριστικές, ενώ αφετέρου το γεγονός ότι με τη συμπεριφορά, τις φωνές και τις υβρισίες του, χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία, δημιούργησε όλη αυτή τη φασαρία με αποτέλεσμα να βλέπουν και να σχολιάζουν οι περαστικοί (βλ. μαρτυρία ΜΚ1), αναμφίβολα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά και των κατηγοριών 3 και
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι πέτυχε να αποδείξει όλες τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3 και
- (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινική / Επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης (άρθρο 244(β) του Κεφ.154) / Αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως (άρθρο 244(α) του Κεφ.154) / Ανησυχία (άρθρο 95 του Κεφ.154) / Δημόσια Εξύβριση (άρθρο 99 του Κεφ.154). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο